Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ανάλυση: Το ύπουλο παιχνίδι της Άγκυρας με τη «βοήθεια» κατά του COVID-19 και τα κενά της τουρκικής ισχύος

Δημοσιεύτηκε στις

Γιώργος Σκαφιδάς
Αξιοποιώντας την «ευκαιρία» της πανδημίας, το τουρκικό καθεστώς σπεύδει να στείλει φορτία με «ανθρωπιστική βοήθεια» σε μια σειρά από χώρες προσεκτικά επιλεγμένες. Η ήπια ισχύς, ωστόσο, δεν απορρέει μόνο από όσα «καλά» λέει ότι κάνει η Τουρκία στο εξωτερικό αλλά και από όσα είναι και ενσαρκώνει η Τουρκία πίσω στο εσωτερικό

Σε μια προσπάθεια να ενισχύσει το προφίλ της διεθνώς αλλά και στο εσωτερικό, η Άγκυρα επιλέγει να αυτοπροβάλλεται πλέον ως… o ευεργέτης ολόκληρης της υφηλίου, διεκδικώντας ρόλο προστάτη όχι μόνο των αναπτυσσόμενων ή μειονεκτούντων (όπως άλλωστε συνηθίζει παλαιόθεν) αλλά πια… ακόμη και των ανεπτυγμένων.

Αξιοποιώντας την «ευκαιρία» της πανδημίας, το τουρκικό καθεστώς σπεύδει να στείλει φορτία με «ανθρωπιστική βοήθεια» και υγειονομικά υλικά σε μια σειρά από άλλες χώρες πολύ προσεκτικά όμως επιλεγμένες. Τα τουρκικά φορτία αναλαμβάνουν να «ξεπροβοδίσουν» στα αεροδρόμια της γείτονος… τηλεοπτικά συνεργεία με κάμερες και φώτα, δημοσιογράφοι σε ζωντανή αναμετάδοση και φωτορεπόρτερ, με την όλη επιχείρηση να τυγχάνει ευρύτατης μιντιακής κάλυψης… μπας και οι Τούρκοι ψηφοφόροι πειστούν ότι η κυβέρνησή τους είναι «καλύτερη» και «ικανότερη» από όσο θέλουν να υποστηρίζουν οι επικριτές της.  

Από την αρχή της πανδημίας, το τουρκικό καθεστώς έχει, σύμφωνα με την Daily Sabah, αποστείλει «βοήθεια» σε: Αζερμπαϊτζάν, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Ηνωμένο Βασίλειο, Κολομβία, Γεωργία, Γερμανία, Ουγγαρία, Κίνα, Ινδονησία, Ιράν, Ισραήλ, Κόσοβο, Λίβανο, Λιβύη, Μαυροβούνιο, Βόρεια Μακεδονία, Πακιστάν, Παλαιστίνη, Φιλιππίνες, Πολωνία, Κατάρ, Σερβία, Σομαλία, Ισπανία, Τυνησία, ΗΠΑ, Υεμένη, στους μουσουλμάνους Ροχίνγκια καθώς και στο ψευδοκράτος στα κατεχόμενα της Κύπρου.

Κρίση στον άξονα Αλμπαϊράκ – Σοϊλού – Ερντογάν – Μπαχτσελί 

Μικρή παρένθεση: Η Sabah, ως προσκείμενη στον Μπεράτ Αλμπαϊράκ (γαμπρό του Ερντογάνκαι υπουργό Οικονομικών) και τους καλούμενους «πελικανιστές» εντός του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), βρέθηκε προ ημερών στο επίκεντρο εσωτερικών επικρίσεων καθώς δημοσίευσε πρώτη την είδηση της – προσωρινής όπως έμελλε να αποδειχθεί – παραίτησης του προερχόμενου από τον χώρο της εθνικιστικής (κεντρο)δεξιάς υπουργού Εσωτερικών Σουλεϊμάν Σοϊλού (ενός πολιτικού που «τυχαίνει» να βρίσκεται στα «μαχαίρια» με τον Αλμπαϊράκ και τους καλούμενους «πελικανιστές») προτού εν συνεχεία καταλήξει να «απολογείται» για τον τρόπο με τον οποίο κάλυψε δημοσιογραφικά τις εξελίξεις. Διόλου τυχαία, ένας από τους πολιτικούς που συνεχάρησαν τον Σοϊλού για τη στάση του χαιρετίζοντας παράλληλα και το γεγονός ότι εκείνος τελικώς παρέμεινε στη θέση του ως υπουργός Εσωτερικών, ήταν και ο… Ντεβλέτ Μπαχτσελί του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (MHP).   

Από τη Σερβία έως την Υεμένη 

Πίσω, τώρα, στο θέμα των χωρών που φέρονται να έχουν λάβει «τουρκική βοήθεια»… μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν φυσικά πολλοί «συνήθεις ύποπτοι». Το Πακιστάν, το Κατάρ, το Ιράν, η Ινδονησία και η Σομαλία είναι χώρες στις οποίες η Άγκυρα έχει «επενδύσει» ποικιλοτρόπως. Το ίδιο ισχύει άλλωστε για τα Βαλκάνια (Βουλγαρία, Βόρεια Μακεδονία, Κόσοβο) τα οποία η νέο-οθωμανική ρητορική επιμένει να αντιμετωπίζει ως «κτήμα» της Τουρκίας, όπως άλλωστε και για την Παλαιστίνη όπου οι Τούρκοι παλαιόθεν διεκδικούν μεγαλύτερη επιρροή σε σύμπραξη και με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα.

Η περίπτωση της Σερβίας επίσης δεν εντυπωσιάζει εάν αναλογιστεί κανείς τους δεσμούς που έχουν αναπτύξει τα τελευταία χρόνια Άγκυρα και Βελιγράδι, αν και αξίζει να σημειωθεί ότι η τουρκική «ανθρωπιστική βοήθεια» κατευθύνθηκε κυρίως προς τη μουσουλμανική περιοχή του Νόβι Πάζαρ.

Η Λιβύη ως επιλογή επίσης θα έπρεπε να θεωρείται αναμενόμενη δεδομένης της εκεί τουρκικής εμπλοκής υπέρ του Φαγιέζ αλ Σάρατζ, όπως άλλωστε και η Τυνησία την οποία το τουρκικό καθεστώς έχει επίσης επιχειρήσει να προσεταιριστεί με όχημα μεταξύ άλλων και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα.    

Η περίπτωση της Υεμένης ίσως αξίζει να αναλυθεί περισσότερο, ειδικά εάν συνδυαστεί και με πρόσφατα δημοσιεύματα δημοσιογράφων προερχόμενων από την Αίγυπτο (όπως είναι ο Αμρ Εμάμ) που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου «βλέποντας» την Τουρκία να διεκδικεί μεγαλύτερο ρόλο στην Υεμένη σε σύμπραξη και πάλι με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους (και την προσκείμενη σε αυτούς παράταξη al-Islah) αλλά και στα Στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ που συνδέουν ουσιαστικά τον Ινδικό Ωκεανό με τη Διώρυγα του Σουέζ.   

Βοήθεια και σε ανεπτυγμένους 

Η Τουρκία του Ερντογάν εμφανίζεται, ωστόσο, πλέον να παρέχει βοήθεια και σε χώρες ανεπτυγμένες όπως είναι: η Ιταλία και η Ισπανία (η τρίτη και η τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης), το Ηνωμένο Βασίλειο με το οποίο οι Τούρκοι θα ήθελαν να ενισχύσουν τους δεσμούς τους στη μετά-Brexit εποχή (το οποίο Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί παράλληλα και εγγυήτρια δύναμη στην Κύπρο), αλλά ακόμη και χώρες με τις οποίες η Άγκυρα έχει συγκρουστεί έντονα στο πρόσφατο παρελθόν όπως είναι το Ισραήλ (με το οποίο οι Τούρκοι δεν κρύβουν ότι θα ήθελαν να αποκαταστήσουν τους δεσμούς τους) και η Αρμενία.

Τόσο ο προεδρικός εκπρόσωπος (του Ερντογάν) Ιμπραχίμ Καλίν όσο και ο κομματικός εκπρόσωπος (του AKP) Ομέρ Τσελίκ έχουν σπεύσει μέσα από δημόσιες τοποθετήσεις τους τις τελευταίες ημέρες να εξάρουν τον ρόλο της Τουρκίας στις τάξεις της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, παρουσιάζοντας μάλιστα τις τουρκικές κινήσεις ως «αποτελεσματικότερες» από τις κινήσεις όλων των άλλων ΝΑΤΟικών και Ευρωπαίων.  

Η τουρκική ηγεσία προσπαθεί παρά πολύ να μας πείσει ότι τα κάνει όλα καλά, επιδεικνύοντας την ήπια ισχύ της. Η ήπια ισχύς, ωστόσο, δεν απορρέει μόνο από όσα «καλά» μια χώρα λέει ή παριστάνει ότι κάνει στο εξωτερικό αλλά και από όσα μια χώρα είναι και ενσαρκώνει πίσω στο εσωτερικό.

Η πραγματική εικόνα της Τουρκίας προς τον έξω κόσμο είναι η εικόνα όσων συμβαίνουν στο εσωτερικό της. Η εικόνα μιας χώρας που έχει θρηνήσει περισσότερους από 1.500 νεκρούς από τον κορονοϊό μέσα σε διάστημα μόλις ενός μήνα, που συνεχίζει να φυλακίζει δημοσιογράφους και δημοκρατικά εκλεγμένους πολιτικούς της αντιπολίτευσης, που προωθεί νέους ακόμη σκληρότερους νόμους με στόχο τον έλεγχο όσων δημοσιεύονται στα social media (νόμους που θα υποχρεώνουν όσες πλατφόρμες θέλουν να συνεχίσουν να λειτουργούν εντός των τουρκικών συνόρων να συμμορφώνονται με τις εντολές της κρατικής τουρκικής λογοκρισίας μπλοκάροντας συγκεκριμένους λογαριασμούς και συγκεκριμένα δημοσιεύματα), που δεν σταματάει να βομβαρδίζει το Twitter με αιτήματα για μπλοκάρισμα λογαριασμών και αναρτήσεων (ήταν το 2019 η χώρα με τα περισσότερα σχετικά αιτήματα στον κόσμο), που απελευθερώνει από τις φυλακές μαζικά εγκληματίες αλλά όχι πολιτικούς κρατουμένους, που «πολιορκεί» με κατευθυνόμενους από τις τουρκικές Αρχές μετανάστες τα σύνορα της Ευρώπης και εισβάλλει στρατιωτικά σε χώρες όπως είναι η Συρία και η Λιβύη, που εκβιάζει όποιον συναναστρέφεται (ΕΕ, ΗΠΑ, Ρωσία) κ.ά.

«Η εξάπλωση του κορονοϊού στην Τουρκία αποκαλύπτει πόσο απάνθρωπος είναι ο Ερντογάν», γράφει σε πρόσφατο άρθρο της η Deutsche Welle, ενώ ο βρετανικός Economist αφιερώνει ολόκληρο άρθρο στην προσπάθεια που κάνουν οι Τούρκοι να αντιμετωπίσουν τον κορονοϊό με κολόνια αν και το σαπούνι είναι φθηνότερο.

Πληρωμένη τουρκική προπαγάνδα μέσα από τις σελίδες του The Hill   

Μέσα σε όλα αυτά, κάνουν όμως την εμφάνισή τους στον Τύπο της Δύσης και ορισμένα – υποτίθεται δημοσιογραφικά και αμερόληπτα – άρθρα που θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελούν «πληρωμένη προπαγάνδα» από την πλευρά της Άγκυρας (και όπως φαίνεται όντως αποτελούν), όπως για παράδειγμα το άρθρο «Η Τουρκία αναδύεται ως παίκτης-κλειδί στον παγκόσμιο αγώνα κατά του COVID-19» («Turkey emerges as key player in global COVID-19 fight») που δημοσιεύτηκε στο αμερικανικό The Hill στις 14 Απριλίου. O (γεννημένος στη Βοσνία) Σάσα Τόπεριτς – Sasha Toperich που υπογράφει το επίμαχο άρθρο φέρεται να έχει «κατά σύμπτωση» υπογράψει στο παρελθόν και άλλα άρθρα που είχε «κατά σύμπτωση» αναλάβει να προωθήσει στα αμερικανικά μίντια η εταιρεία λόμπινγκ MERCURY PUBLIC AFFAIRS που «κατά σύμπτωση» βρίσκεται και στο μισθολόγιο της τουρκικής κυβέρνησης. Στο αμερικανικό The Hill υπενθυμίζεται ωστόσο πως είχε κάνει την εμφάνισή του και εκείνο το ακραία φιλοτουρκικό (φιλοερντογανικό για την ακρίβεια) άρθρο του πρώην Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του Τραμπ, Μάικλ Φλιν, τον Νοέμβριο του 2016…

Έθνος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Newsroom5 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις14 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις44 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Δημοφιλή