Ιστορία - Πολιτισμός
Ο καημός της ρωμιοσύνης, το ζωγραφικό θαύμα του βλαχόφωνου ελληνισμού*
Ναός Αγίου Νικολάου, Βίτσα Ζαγοροχώρια, 1618, «υπό χειρός Μιχαήλ ζωγράφου μετά του ιού Κωνσταντίνου εκ της κώμης Λυνοτώπι»
Του Γιώργου Καραμπελιά
Στη σήμερα άγνωστη Γράμμο(υ)στα και το Λινοτόπι, της Καστοριάς, είχε «μεταφερθεί» μετά την κατάκτηση της Καστοριάς από τους Τούρκους, η περιώνυμη ζωγραφική σχολή της λιμναίας πολιτείας από την οποία και μετοίκησαν οι πρώτοι καλλιτέχνες της Γράμμουστας, και του Λινοτοπίου[1], στα πλαίσια της γενικευμένης φυγής των Ελλήνων προς τις ορεινές περιοχές.
Οι Γραμμοστιανοί και Λινοτοπίτες ζωγράφοι συγκρότησαν μια διακριτή ελληνοβαλκανική ζωγραφική «σχολή» η οποία θα εμφανιστεί κατά τον 16ο αι.και θα διακριθεί κατά τον 17ο αποτελώντας τη γέφυρα ανάμεσα στη λογιότερη μεταβυζαντινή ζωγραφική και στους εμπειροτέχνες του 17ου και του 18ου αι.
Έτσι, αν η γειτονική περιώνυμη Μοσχόπολη, έδρα της περίφημης Ακαδήμιας και του πρώτου τυπογραφείου, χαρακτηρίστηκε ως η «Αθήνα της Τουρκοκρατίας» από τον Φάνη Μιχαλόπουλο[2], τα γειτονικά βλαχοχώρια διεκδικούν μάλλον τον τίτλο ενός «Χάνδακα της Πίνδου», καθώς από αυτά έλκουν την καταγωγή τους δεκάδες ζωγράφοι –με αδιανόητη για την εποχή παραγωγή– εβδομήντα ένα (71) καταγεγραμμένα ζωγραφικά σύνολα σε πενήντα επτά (57) ναούς[3], εκατοντάδες φορητές εικόνες και άλλα πιθανά ζωγραφικά σύνολα. Και σήμερα, μετά την πρωτοπόρα εργασία της Αναστασίας Τούρτα[4], και τις δεκάδες έρευνες, διδακτορικά και μελέτες που ακολούθησαν, σχετικά με τα ορεινά κέντρα της Δ. Μακεδονίας και της Ηπείρου, έχει μεταβληθεί ριζικά η αντίληψή μας για τη μεταβυζαντινή ζωγραφική. Παρά τον διάσπαρτο, μετακινούμενο και συχνά-πυκνά διακοπτόμενο ή και ακυρούμενο ολοσχερώς, από καταστροφές και επιδρομές, χαρακτήρα των ζωγραφικών κέντρων της περιοχής, μπορούμε να μιλάμε με βεβαιότητα για μια δεύτερη «Κρήτη των ορεινών όγκων»: Αρχίζοντας από τη Μάνη, την ορεινή Αρκαδία και Αχαΐα, τα Άγραφα, επικεντρώνεται στη Δ. Μακεδονία και την Ήπειρο, τους Καλαρρύτες, το Καπέσοβο…, τους Χιονιάδες.
Ναός Αγίου Μηνἀ, Μονοδένδρι, Ζαγοροχώρια, 1619, Πρωτόπλαστοι, «υπό χειρός Μιχαήλ ζωγράφου μετά του ιού Κωνσταντίνου εκ της κώμης Λυνοτώπι»
Οι βλαχόφωνες κώμες Γράμμουστα και Λινοτόπι, καλλιτεχνικά κέντρα περιωπής, εγκαινιάζουν αυτή τη ιστορική διαδρομή και, ήδη, κατά τον 16οαιώνα, εμφανίζεται ένας πολύ σημαντικός ζωγράφος, ο Ιωάννης, την ίδια εποχή με τον Θεοφάνη τον Κρήτα. Η υπογραφή του χειρ ιω(άννου) ιζωγράφουιουΠα(Πα) ΘεωδόρουΓραμοστ(ινού), 1534/35, βρέθηκε σε εικόνα του Χριστού, ενώ έργα του μαρτυρούνται στο Σλέπτσε, το Γρνκάρι, στο Τόπλιτσκι, στο Κάνεο, τη Στρούγκα, στον Άγιο Νικόλαο, στο Ζέρτσε (1534/35), στην Αχρίδα, στη Σλέστικα του Ντεμίρ-Χισάρ[5]. Ο Ιωάννης υπήρξε ζωγράφος υψηλής ποιότητας, με τάσεις επιστροφής στην παλαιολόγεια παράδοση, και τα έργα του είχαν θεωρηθεί άλλοτε ως έργα άλλων σημαντικών καλλιτεχνών, ακόμα και του Φράγγου Κατελάνου[6]. Άλλοι σημαντικοί γραμμοστιανοί ζωγράφοι ήταν ο Μιχαήλ και ο Κωνσταντίνος, που ιστορούν το Καθολικό της σταυροπηγιακής μονής Διβροβουνίου της Ν. Αλβανίας, το έτος 1603, ο Δημήτριος και ο γιος του Ιωάννης Σκούταρης, κατά τα μέσα του 17ου αιώνα, ενώ τελευταίος αναφέρεται ο Ευθύμιος (έργα 1700-1730).
Η Γράμμοστα, (28 κάτοικοι στην απογραφή του 2001), σε υψόμετρο 1400 μέτρων, δημιουργήθηκε από ημινομάδες Βλάχους ως θερινή κατοικία τους. Παρότι αναφέρεται καθ’ υπερβολήν ότι είχε 5.000 σπίτια και 40.000 κατοίκους[7], ο Αστέριος Κουκούδης καταλήγει σε έναν αριθμό 3.000 οικογενειών μαζί με τους γειτονικούς οικισμούς[8]. Η οικονομία του ήταν κτηνοτροφική και δευτερευόντως βιοτεχνική, ενώ το Λινοτόπι ήταν περισσότερο βιοτεχνικό και εμπορικό. Οι μεγάλοι τσελιγκάδες που κυριαρχούν δίνουν το όνομά τους και στους συνοικισμούς της Γράμμοστας. Οι Πατσιουραίοι, με πολλές χιλιάδες πρόβατα, κατέβαζαν στο τυροκομείο τους το γάλα με πήλινες σωληνώσεις χιλιομέτρων – τα «κιούγκια» που σώζονται και σήμερα· οι Χατζηστεργαίοι, με 20.000 πρόβατα, 40.000 κατσίκια και μεγάλο αριθμό από φορτηγά ζώα. Ο Κοσμάς (Μάκης), Χατζηστέργιου είχε 7.000 πρόβατα και αγέλες αλόγων, ο Μπίμπος 8.000 πρόβατα και άλογα, με βοσκοτόπια στον Αλμυρό και πολλά φλουριά κρεμασμένα στις κούνιες των μωρών[9].
Τα κοπάδια, στο τέλος της άνοιξης, ανέβαιναν στη Γράμμοστα όπου υπήρχαν τρεις εκκλησίες, η Αγία Παρασκευή, ο Άγιος Γεώργιος και η Παναγία, που διέθετε και πολεμίστρες για να αντιμετωπίζονται οι επιθέσεις των Τουρκαλβανών και, κάθε καλοκαίρι, οι κάτοικοι ανέβαζαν την εικόνα της Παναγιάς πάνω σε άλογο με κόκκινο βελούδο και χρυσά σιρίτια και όταν έφευγαν για τα χειμαδιά την έπαιρναν πάλι μαζί τους.


Άγιος Νικόλαος, Βίτσα
Το διπλανό Λινοτόπι, ΝΔ της Καστοριάς, απείχε μόλις πέντε χιλιόμετρα από τη Γράμμοστα, αλλά ήταν χτισμένο στην απέναντι ορεινή πλαγιά, είχε περισσότερο εμπορικό, βιοτεχνικό (δέρματα, μαλλί, και ξύλο) και καλλιτεχνικό χαρακτήρα, απέκτησε σχολείο ήδη το 1720, ενώ έγινε διάσημο για τους αγιογράφους, αργυροχρυσοχόους, ξυλογλύπτες και χαλκογράφους του.
Οι ζωγράφοι από το Λινοτόπι, από τις τελευταίες δεκαετίες του 16ου αι., μετακινούνται μέχρι το Πρίλεπ, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, την Αιτωλία κ.λπ., σε οικογενειακές ομάδες. Ο Νικόλαος, το 1570, υπογράφει την ιστόρηση του Αγ. Δημητρίου, στα Παλατίτσια Ημαθίας,και εμπνέεται από έργα των αρχών του 14ου αι. της Μακεδονίας όσο και από το εργαστήριο της γειτονικής Καστοριάς του τέλους του 15ου αι.[10]. Ένας άλλος Νικόλαος, το 1639, ιστορεί τον Άγιο Νικόλαο, στη συνοικία της Ελεούσας, στην Καστοριά, ενώ τρίτος Νικόλαος υπογράφει το 1652 τις τοιχογραφίες της Μονής της Μεταμόρφωσης, στο χωριό Δρυόβουνο Κοζάνης[11].

Ο καλοδιατηρημένος Άγιος Νικόλαος στη Βίτσα Ζαγορίου αγιογραφήθηκε το έτος 1618 «υπό χειρός Μιχαήλ ζωγράφου μετά του ιού Κωνσταντίνου εκ της κώμης Λυνοτώπι», οι οποίοι, τον επόμενο χρόνο, αγιογράφησαν και τον κοντινό ναό του Αγίου Μηνά, στο Μονοδένδρι Ζαγορίου[12]και, μέχρι το 1653, ζωγράφισαν έξι μνημεία στη Βόρειο Ήπειρο.
Τα εντοπισμένα έργα Λινοτοπιτών καλύπτουν το χρονικό διάστημα 1570-1699, σε έναν ευρύτατο γεωγραφικό χώρο που περιλαμβάνει τη μείζονα Μακεδονία έως την περιοχή του Πρίλεπ, την Ήπειρο και τη Βόρειο Ήπειρο[13], τη Θεσσαλία και την Αιτωλία. Έχουν αναφερθεί επίσης ενυπόγραφες εικόνες στο Άγιον Όρος, στην Αλβανία και στο Βυζαντινό Μουσείο Καστοριάς, ενώ διασώζονται πληροφορίες για ύπαρξη εικόνων από το Λινοτόπι σε κωμοπόλεις της Δυτικής Μακεδονίας, όπου κατέφυγαν οι καταδιωγμένοι από τους Τουρκαλβανούς κάτοικοί του. Είναι γνωστές πλέον των είκοσι ιστορήσεις μονών και ναών, έργα αργυροχρυσοχοΐας, ξυλογλυπτικής και χαλκογραφίας, τμήματα του τέμπλου της Μονής Μεταμορφώσεως Μεγάλου Μετεώρου (1791) και δύο χαλκογραφίες στη Μονή Χειλανδαρίου (1763). Έργο τους και ο ναός του Αγίου Ζαχαρία (τέλη 16ου–αρχές 17ου αι.) στον βλάχικο οικισμό Ζαγάρι Γράμμου, οι κάτοικοι του οποίου, στα 1928, μιλούσαν την αλβανική κυρίως γλώσσα και εν μέρει μόνο την ελληνική, κατάγονταν από το Λινοτόπι και είχαν εξισλαμιστεί. Σε Λινοτοπίτες αποδίδουν και την ιστόρηση του ναού του Σωτήρος, στο Ιστίπ της πρώην Γιουγκοσλαβίας (1601).

Ναός Αγίου Νικολάου, Βίτσα Ζαγοροχώρια, 1618, «υπό χειρός Μιχαήλ ζωγράφου μετά του ιού Κωνσταντίνου εκ της κώμης Λυνοτόπι»
Οι ζωγράφοι του Λινοτοπίου προσπαθούν να συγκεράσουν διαφορετικές ζωγραφικές παραδόσεις και κινούνται στα όρια μεταξύ της λόγιας και της λαϊκότροπης ζωγραφικής· στις δε παλαιότερες ιστορήσεις τους, υιοθετούν λύσεις εμπνευσμένες από την υστερογοτθική ζωγραφική, αναμεμειγμένες με την υστεροκομνήνεια τεχνοτροπία και λαϊκότερα στοιχεία.
Ακμή και παρακμή του βλαχόφωνου ελληνισμού
Σε ολόκληρο τον ορεινό χώρο της Δυτικής Μακεδονίας και της Ηπείρου, όπου βρίσκονταν τα βλαχοχώρια, που φθάνουν μέχρι τα Άγραφα, αλλά και στο γειτονικό Ζαγόρι, θα υπάρξει μια ισχυρή δημογραφική άνοδος, όχι μόνο ενδογενής αλλά ενισχυόμενη και από πληθυσμούς που ανέβαιναν προς τα ορεινά για να αποφύγουν την καταπίεση, το παιδομάζωμα, την άνοδο της φορολογίας και τη σταδιακή επέκταση των τιμαρίων που μεταβάλλονταν σε τσιφλίκια. Μια δεύτερη ημιελεύθερη Ελλάδα, μακριά από την παρουσία των Οθωμανών, θα ανθήσει στους ορεινούς όγκους, συγκεντρώνοντας εκατοντάδες χιλιάδες πληθυσμού. Αυτή η πληθυσμιακή επέκταση θα συνοδευτεί από μια εντυπωσιακή απογείωση της ορεινής οικονομίας, αρχικώς κτηνοτροφικής και όλο και περισσότερο βιοτεχνικής.
Εξ αιτίας του διάσπαρτου χαρακτήρα των οικιστικών εγκαταστάσεων, από κορυφή σε κορυφή, από πλαγιά σε πλαγιά, από οροπέδιο σε οροπέδιο, οι οικιστικές μονάδες ήταν πολυάριθμες και μικρές, με αποτέλεσμα να ενισχύονται οι τάσεις για την προϊούσα ειδίκευση τους σε κάποια συγκεκριμένη δραστηριότητα, αγροτοκτηνοτροφική, εμπορική, κατασκευαστική, βιοτεχνική, καλλιτεχνική. Εργάτες γης, μάστορες και χτίστες, σιδεράδες, ζωγράφοι, ξυλογλύπτες, υλοτόμοι, έμποροι, ακόμα και γιατροί κ.λπ. μετακινούνται, κυρίως, την άνοιξη και το φθινόπωρο σε μια διευρυνόμενη περίμετρο στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα, τη Βαλκανική, την Αυστροουγγαρία, τη Νότια Ρωσία. Είναι γνωστά τα «μαστοροχώρια» της Κόνιτσας, η Πυρσόγιαννη, η Βούρμπιανη, το Κεράσοβο κ.λπ.[14]
Η τάση στην ειδίκευση θα ενισχυθεί τόσο ώστε θα δημιουργηθούν ακόμα και χωριά από «χιονιάδες», δηλαδή μεταφορείς συμπιεσμένου χιονιού στις πεδιάδες και στα νησιά του Ιονίου, εξ ου και το περιβόητο χωριό των Χιονιάδων. Το όνομά πολλών χωριών καθοριζόταν από μια δραστηριότητα, Χαλκιάδες, Χουλιαράδες, Καρβουνάδες, Μελισσουργοί[15]. Συγκροτούσαν ένα πυκνό δίχτυ πληθυσμού, που είχε ως σημεία πύκνωσης την κώμη των Αγράφων, τη Σιάτιστα, τη Γράμμοστα, το Λινοτόπι, την Κλεισούρα, τη Σαμαρίνα, το Μέτσοβο, τους Καλαρρύτες, το Συρράκο, την Κορυτσά, την Πρεμετή, τους Αγίους Σαράντα, τη Μοσχόπολη, που κατά τον ύστερο 17ο και τον πρώιμο 18ο αιώνα θα τείνουν να μετασχηματιστούν σε πόλεις – όπως θα συμβεί με τη Μοσχόπολη ή τη Γράμμοστα. Το ίδιο συμβαίνει στην Πελοπόννησο, στη ορεινή Αρκαδία και Αχαΐα, ή κατ’ εξοχήν με τη Μάνη. Στη Ρούμελη, υπολογίζονται σε 133.000 οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών έναντι 105.000 των πεδινών, στη Θεσσαλία, υπολογίζονταν σε 200.000 «ορεινούς» έναντι μόλις 100.000 «πεδινών»[16] και τα Άγραφα έφθαναν τους 50.000 κατοίκους. Ακόμα και η άγονη Μάνη έχει γύρω στις 25.000 πληθυσμό κατά τα τέλη του 17ουαι[17]. Οι πεδιάδες, έμεναν εν πολλοίς ακαλλιέργητες και συχνά μεταβάλλονταν σε βαλτοτόπια, ενώ στα βουνά αναπτυσσόταν μια ακμαία κτηνοτροφική και βιοτεχνική δραστηριότητα.

Άγιος Μηνάς, Μονοδένδρι, Ζαγοροχώρια, 1619, Οι Αίνοι, «υπό χειρός Μιχαήλ ζωγράφου μετά του ιού Κωνσταντίνου εκ της κώμης Λυνοτώπι»
Ωστόσο, αυτός ο μετασχηματισμός της βόρειας ορεινής Ελλάδας σε μια «Ελβετία» των Βαλκανίων, με δυνητικό κέντρο τη Μοσχόπολη, δεν θα μπορέσει να ολοκληρωθεί. Διότι, αν οι Τούρκοι πασάδες δεν είχαν καμία διάθεση να κατατρίβονται στα «κατσάβραχα» της ορεινής Ελλάδας, οι ορθόδοξοι πληθυσμοί, ανάμεσα τους Βλάχοι, Αρβανίτες, Αρβανιτόβλαχοι, αντιμετωπίζουν τους άτακτους «Τουρκαλβανούς» που, είτε από τα βορειότερα της Αλβανίας είτε πρόσφατα εξισλαμισμένοι, μεταβάλλονται στη μάστιγα της αναπτυσσόμενης ορεινής Ελλάδας.
Οι Τουρκαλβανοί, «ειδικεύονται» στον πόλεμο και στη λεηλασία των «απίστων», ως αντάλλαγμα για την προστασία που παρέχουν στην Αυτοκρατορία, όπως συνέβη με την κάθοδο δεκάδων χιλιάδων στην Πελοπόννησο κατά τα Ορλωφικά. Και αν οι ορθόδοξοι πληθυσμοί θα αποκτήσουν και αυτοί κάποιες κοινότητες ειδικευμένες στον πόλεμο, όπως οι Σουλιώτες, οι Χειμαριώτες, ή οι Μανιάτες στον Νότο, ή ορισμένους ισχυρούς κλεφταρματολούς, ήταν αδύνατο εντούτοις να αντιμετωπίσουν οριστικά τις τουρκαλβανικές συμμορίες που δρούσαν στο όνομα της οθωμανικής εξουσίας και του ισλάμ.
Οι ταραχές που ακολούθησαν τα Ορλωφικά θα αποτελέσουν «τη μεγάλη ευκαιρία» για τα τουρκαλβανικά φύλα να εξαφανίσουν ή να συρρικνώσουν τους ορθόδοξους πληθυσμούς της Πίνδου· μια μεγάλη πολιτεία όπως η Μοσχόπολη, δυνητικό εναλλακτικό κέντρο έναντι των τουρκοκρατούμενων Ιωαννίνων, θα εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους της, η Γράμμοστα θα συρρικνωθεί, το Λινοτόπι θα εξαφανιστεί. Σε αυτά τα πλαίσια της «καθόδου» των τουρκαλβανικών φύλων θα πρέπει να εντάξουμε και την κατάληψη του πασαλικιού των Ιωαννίνων από τον Αλή πασά και τη μέχρι θανάτου σύγκρουσή του με τους Σουλιώτες.
Στη Βόρειο Ήπειρο και τη βορειοδυτική Μακεδονίαοι επιδρομές που ξεκίνησαν ήδη από το 1630 αποκτούν ενδημικό χαρακτήρα και θα κορυφωθούν κατά τη δεκαετία του 1760, εξαναγκάζοντας τους κατοίκους της Μοσχόπολης, της Νικολίτσας και του Λινοτοπίου σε φυγή[18].
Η Γράμμουστα δέχτηκε μια πρώτη μεγάλη επίθεση στις 15 Αυγούστου του 1760 και οι κάτοικοι την εγκατέλειψαν για να επιστρέψουν αργότερα. Προφανώς δε και η καλλιτεχνική παραγωγή ατονεί ή εξαφανίζεται. Εν τέλει, δε θα αντιμετωπίσει μια νέα καταδρομή από τον ίδιο τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων, στα 1790-1810. Μάλιστα σύμφωνα με την παράδοση ο Αλής προσπάθησε να πάρει στο χαρέμι του την Σιάνα, κόρη του τσέλιγκα Χατζηστέργιου Χατζόπουλου, ο οποίος και δεν ενέδωσε στις πιέσεις. Υπάρχει μάλιστα και το σχετικό δημοτικό τραγούδι «της Σιάνας» στη βλάχικη γλώσσα[19], από το οποίο παραθέτουμε ένα μέρος σε μετάφραση:
Τον Χατζηστέργιο τον μεγάλο τσέλιγκα
σαν αυτόν δεν έχει άλλον η Γράμμουστα
Έχει σπίτι σαν παλάτι
κοπάδια από πρόβατα αμέτρητα
έχει και δυο άλογα δίδυμα δικά του
που είναι σαν τους γιους του ανέμου
Μα πάνω από όλα αυτά, έχει και μία κόρη…
και το όνομα της όμορφη Σιάνα
Ο τσέλιγκας αποκαλύπτει στον τσοπάνη του πως:
Το σκυλί αυτό, ο Αλή πασάς…
ζητά την Σιάνα μου για νύφη
έρχονται οι Αρβανίτες να μου την πάρουν
Ώχ!! Ο καημένος, τι την θέλω τη ζωή
άμα μου πάρει ο πρόστυχος την Σιάνα
–Μην τρομάζεις μεγάλε τσέλιγκα
θα τον χτυπήσουμε μικροί και μεγάλοι…[20]
Μετά από σφοδρές συγκρούσεις, οι Γραμμουστιανοί τράπηκαν σε φυγή καταδιωκόμενοι και κατέφυγαν στις ανατολικές και βόρειες περιοχές της Μακεδονίας, αποτελώντας τη δεύτερη μεγάλη πηγή της διασποράς των Βλάχων μετά τη Μοσχόπολη, κυρίως στο Κρούσοβο και το Μεγάροβο[21].
Για την καταστροφή αυτού του σημαντικού δίδυμου βιοτεχνικού και καλλιτεχνικού κέντρου μαρτυρούν βλάχικα τραγούδια που σώζονται μέχρι σήμερα στην Κλεισούρα και τη Βλάστη: «Ούνανίλι ντι Αρμπινέσισιάλτσ’ αχάντ’ αρματουλάτζ’ / σ’ ντούκα σ’ κάλκα Λινοτόπιασι Νικουλίτσα σιτζιουμιτάτ’ ντι Μουσκοπόλιε (Μια χιλιάδα Αλβανοί κι άλλοι τόσοι αρματωλοί, πάνε να πατήσουν το Λινοτόπι και τη Νικολίτσα και τη μισή Μοσχόπολη)…..» και «Μωρή Γραμμουστιανιώτισσα κι από το Λινοτόπι, τι είν’ τα ντουφέκια που ’πεφταν πολύ βαριά βροντούσαν;…. Ωρέ μας πάτησαν τη Γράμμουστα κι αυτό το Λινοτόπι…..»[22].
Έτσι η Γράμμουστα και το Λινοτόπι θα πάψουν να αποτελούν επίκεντρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας των βλαχόφωνωνπληθυσμμών, η οποία θα μεταφερθεί στα Ζαγοροχώρια, τους Χιονιάδες, τους Καλαρρύτες. Ο καημός της ρωμιοσύνης.
Υ.Γ. Συνεπτυγμένο απόσπασμα από ανέκδοτη εργασία του συγγραφέα για τη μεταβυζαντινή ζωγραφική.

Νικόλαος από το Λινοτοτόπι, Άγιος Δημήτρος Παλατίτσια Βέρροιας, 1570
[1] Βλ. Χαρ. Γκούτος, Από την ιστορία της επαρχίας Κόνιτσας, εκδ. Λειμών, Αθήνα 2017, σ. 207.
[2]Βλ. Γ. Καραμπελιάς, Μια υπονομευμένη Άνοιξη, στις ρίζες της Οικονομικής εξάρτησης, ΕΕ, Αθήνα 2013, σσ. 49-56· Φάνης Μιχαλόπουλος, Η Μοσχόπολις, αι Αθήναι της Τουρκοκρατίας, 1500-1769, β΄ έκδ. ΕΕ, Αθήνα 2010.
[3]Θ. Τσάμπουρας, Τα καλλιτεχνικά εργαστήρια από την περιοχή του Γράμμου κατά το 16ο και 17ο αι.: ζωγράφοι από το Λινοτόπι, τη Γράμμοστα, τη Ζέρμα και το Μπουρμπουτσικό, ΑΠΘ Φιλοσοφική Σχολή, Θεσ/νίκη 2013.
[4]Α. Τούρτα. Οι ναοί του Α. Νικολάου στη Βίτσα και του Α. Μηνά στο Μονοδένδρι. Προσέγγιση στο έργο των ζωγράφων από το Λινοτόπι. Αθήνα 1991.
[5]Ε. Δρακοπούλου «Ζωγράφοι από τον ελληνικό στον βαλκανικό χώρο…», στο Ε. Δρακοπούλου (επιμ.), Ζητήματα Μεταβυζαντινής Ζωγραφικής στη μνήμη του Μ. Χατζηδάκη, Πρακτικά 28-29 Μαϊου 1999, 2002 ΧΑΕ-ΙΝΕ/ΕΙΕ σ. 108· Θ. Τσάμπουρας, Τα καλλιτεχνικά…, ό.π.
[6]Τσάμπουρας, Τα καλλιτεχνικά … τ. Β΄ ό.π. σσ. 38-39
[7]Τσάμπουρας, Τα καλλιτεχνικά … τ. Α΄ ό.π. σ. 24 · A. N., Hâciu, Aromânii:Comerţ, Industrie, Arte, Expansiune, Civilizaţie, Φωξάνη 1936, σσ. 135-140· Κ. Αστέριος, Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, , τ. 2, εκδ. Ζήτρος, 2000, σσ. 400-401.
[8]Α. Κουκούδης, «Η βλάχικη παρουσία στην περιοχή της Καστοριάς», 2010, https://www.vlahoi.net/diaspora-ton-vlahon/i-vlahiki-parousia-stin-perioxi-tis-kastorias.
[9]Κ Αδάμ –A.Πισιώτη-Αδάμ, «Οδοιπορικό στη Γράμμουστα», 2o Σεμινάριο Βλάχικων Παραδοσιακών Χορών ΠΟΠΣΒ, Άργος Ορεστικό, 18-19/03/ 2000, https://www.vlahoi.net/vlahoxoria/odoiporiko-sti-grammousta· Α Κουκούδης, Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, Μελέτες για τους Βλάχους, τ. 2, Ζήτρος, 2000.· Α. Κολτσίδας, Ιστορία της Βωβούσας…, Κυριακίδης, 1997.
[10]Βλ. Π. Σ. Παπαευαγγέλου, Μεταβυζαντινός ναός του Αγίου Δημητρίου εν Παλατιτσίοις Βεροίας, ΙΜΒΝ, αρ. 5, Θεσ/νίκη 1976· Α Τούρτα, Οι ναοί του Αγίου Νικολάου…, εκδ. ΤΑΠ, Αθήνα 1991, σσ. 184-187· Α. Τούρτα, «Εικόνες ζωγράφων από το Λινοτόπι (16ος-17ος αιώνας). Νέα στοιχεία και διαπιστώσεις για τη δραστηριότητά τους», ΔΧΑΕ, τ. ΚΒ΄, Αθήνα 2001, σσ. 341-356· Θεοχάρης Τσάμπουρας, Τα καλλιτεχνικά εργαστήρια…, τ. Α΄, ό.π., σσ. 64-66.
[11]Α. Τούρτα, Οι ναοί του Αγίου Νικολάου στη Βίτσα…, ό.π.· Α. Τούρτα, «Μακεδονία: Η Θρησκευτική ζωγραφική… από τον 15ο-19ο αι.» στο Μακεδονία-Αρχαιολογία-Πολιτισμός, τ. Β΄, εκδ. εφ. Έθνος, 1995· Th. Popa, MbishknmeteKishavetë Shqipëtisë, Τίρανα 1998, αριθ. 20, 305.
[12]Βλ. Τούρτα, Οι ναοί του Αγίου Νικολάου…, ό.π., σσ. 29, 30· Ν. Σιώκης, «Το Λινοτόπι και οι ζωγράφοι του», Βλαχο-Κλεισούρα, 5, IV, 2002 https://www.vlahoi.net/politismos/to-linotopi-kai-oi-zografoi-tou
[13]Βλ. Γ.Κ. Γιακουμής – Κ.Γ. Γιακουμής, Ορθόδοξα μνημεία στη Βόρειο Ήπειρο, Ιωάννινα 1994, σσ. 53 κ.ε.,81 κ.ε., 92 κ.ε.· Γ.Κ. Γιακουμής, Μνημεία ορθοδοξίας στην Αλβανία, Αθήνα 1994, σσ. 26 κ.ε., 42 κ.ε., 108 κ.ε.
[14]Βλ. Χαρ. Γκούτος, Από την ιστορία της επαρχίας Κόνιτσας, εκδ. Λειμών, Αθήνα 2017, σ. 168.
[15]Βλ. Κ.Α. Μακρής, Χιονιαδίτες ζωγράφοι, 65 λαϊκοί ζωγράφοι…, Μέλισσα, 1981, σ. 12.
[16]Βλ. Κ. Μοσκώφ, Η εθνική κοινωνική συνείδηση στην Ελλάδα. Ιδεολογία του μεταπρατικού χώρου, Θεσ/νίκη 1972, σ. 80· Β. Κρεμμυδάς, Εισαγωγή στην ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας, 1976, σσ. 92-96.
[17] C. Komis, La population et l’habitat du Magne: XVe – XIXe siècles, Panthéon, Sorbonne, Παρίσι 1991, σσ. 79 κ.έ.
[18]Γ. Καραμπελιάς, Μια υπονομευμένη Άνοιξη, στις ρίζες της Οικονομικής εξάρτησης, ΕΕ, Αθήνα 2013, σσ. 49-56· Σ. Λιάκος, Η καταγωγή των Αρμονίων (τουπίκλην Βλάχων), Θεσ/νίκη 1965, σσ. 168-169.
[19]Χατζηστέργιουτσέλιγκουμάρι / κά τού Γράμμουστιάλτουνούάρι./Άρι κάσα κά παλάτι,/ κουπίιντίόινιμισουράτι/άρισιντόιάτςμπινάτςαλούι,/σούντκάχίλιιάλβιμτoυλoύι…
[20]Κ Αδάμ–A. Πισιώτη-Αδάμ, «Οδοιπορικό…», ό.π.
[21]Κ. Αδάμ–A.Πισιώτη-Αδάμ, «Οδοιπορικό στη Γράμμουστα», ό.π.· Α. Κουκούδης, Οι Μητροπόλεις.., τ. 2, ό. π· Α. Κολτσίδας, Ιστορία της Βωβούσας, ό.π.
[22]Νικόλαος Δημ. Σιώκης «Το Λινοτόπι και οι ζωγράφοι του», 5-4-2002, http://www.vlahoi.net/politismos/to-linotopi-kai-oi-zografoi-tou
Πηγή: Άρδην
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας