Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η εκδημοκρατισμένη Τουρκία του Ερντογάν δεν γυρίζει πίσω

Δημοσιεύτηκε στις

Του Daniel Pipes

Από το 2002 που ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανέλαβε πρωθυπουργός της χώρας με το κόμμα ΑΚΡ της Τουρκίας, ένα μεγάλο debate έχει ξεκινήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με το αν η Τουρκία μπορεί να είναι ακόμα σύμμαχος. 

Στην πραγματικότητα, λόγω νοσταλγίας και ορθολογικής σκέψης, το debate έληξε με την προφανή άποψη πως η Τουρκία δεν είναι πλέον σύμμαχος. Το θέμα αυτό έκλεισε με αίσιο τρόπο, με την κοινή αποδοχή πως πλέον τα μέλη του ΝΑΤΟ δεν αποτελούν ”οικογένεια” πλέον. 

Πλέον, ένα νέο debate ξεκινάει: θα συνεχίσει μακροπρόθεσμα η Τουρκία να είναι εχθρική ως προς τα δυτικά συμφέροντα μακροπρόθεσμα ή θα ξαναγυρίσει σε μία φιλοδυτική πολιτική; Θα μπορούσε να παρομοιαστεί αυτή η περίοδος για την Τουρκία (από πολιτικής απόψεως) με την άνοδο στην εξουσία του Necmettin Erbakan το 1996-1997 ή με αυτήν του Mohammed Mursi στην Αίγυπτο το 2012-2013, ή ακόμα και με την Ιρανική Επανάσταση. 

Οι γνώμες στην Ουάσινγκτον είναι διχασμένες. Σε γενικές γραμμές ο Λευκός Οίκος, το Υπουργείο Άμυνας και η επιχειρηματικές ελίτ πιστεύουν πως η Τουρκία μακροπρόθεσμα θα επιστρέψει στα δυτικά της πρότυπα. Περιμένουν πως αυτό το ατυχές διάλειμμα της Τουρκίας θα τελειώσει και θα επιστρέψει στην δημοκρατική της πορεία. Παρ’αυτά το Κογκρέσο και οι περισσότεροι αναλυτές διαφωνούν με αυτήν την άποψη.

Για να κατανοήσουμε αυτήν την συζήτησε πρέπει να επιστρέψουμε στις παλιές καλές μέρες. Η ένταξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ συνέβη το διάστημα του 1952. Οι βασικές αλλαγές της Τουρκικής κοινωνίας συνέβησαν από το 1952 μέχρι το 2002. Οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας εξελίχθηκαν χωρίς εμπόδια (αν εξαιρέσουμε την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974). Η Ουάσινγκτον ηγούντο και η Άγκυρα ακολουθούσε.

Είχα την τύχη να περάσω μία εβδομάδα καλεσμένος  στο Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας τον Οκτώβριο του 1992, έχοντας ως κυρίαρχη ανάμνηση την διαδικασία λήψης αποφάσεων στην Τουρκική πολιτική σκηνή. Η Τούρκοι αξιωματούχοι λάμβαναν την πολιτική τους κατεύθυνση μέσω της συσκευής fax στα γραφεία τους, η οποία εντολή ερχόταν από τα γραφεία της Ουάσινγκτον. Η Τουρκία παρείχε υποστήριξη στα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή, λειτουργώντας ως προστασία έναντι της Σοβιετικής Ένωσης. 

Δύο εξελίξεις αμαύρωσαν αυτήν την χρονική περίοδο. Η πρώτη ήταν η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και η δεύτερη ήταν η ένταξη των Τουρκικών κομμάτων σε αέναους κύκλους διαφθοράς και παρανομίας. Οι πάλαι κάποτε ανίκανοι Ισλαμιστές εκμεταλλεύτηκαν αυτές τις αλλαγές και ανήλθαν στην εξουσία το 1996. 

Από το 1992 στο 2002, η Ουάσινγκτον διέταζε και η Άγκυρα ακολουθούσε

Οι εκλογές στην Τουρκία το 2002 ήταν ιδιαίτερα άγριες και επαναστατικές. Το κόμμα ΑΚΡ βγήκε από το πουθενά και εποφελήθη από την ιδιαιτερότητα του τουρκικού συντάγματος, το οποίο θέσπιζε ως όριο ψήφων για ένταξη στο κοινοβούλιο το ποσοστό 10% επί των συνολικών ψήφων. Η ανομοιότητα αυτή επέτρεψε στο ΑΚΡ να ελέγξει τα δύο τρίτα του κοινοβουλίου. Το προαναφερθέν σοκ κατέστρεψε της αντιπολίτευση, η οποία συνέχισε τις πολιτικές ήττες μέχρι την άνοδο του δημάρχου Κωνσταντινουπόλεως στην εξουσία το 2019.

Όσο για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ η καμπή ήρθε μετά ακριβώς από την άνοδο του ΑΚΡ στην εξουσία. Στη 1 Μαρτίου 2003 το τουρκικό κοινοβούλιο αρνήθηκε στα αμερικανικά στρατεύματα να χρησιμοποιήσουν τα τουρκικά εδάφη ως βάση για τον αμερικανικό πόλεμο εναντίον του Ιράκ. Ο πρόεδρος Τζορτ Μπους παρά την απόρριψη, συνέχισε τις έντονες διπλωματικές σχέσεις με τον Ερντογάν, τον οποίο βοήθησε προσωπικά, παρέχοντάς του νομική προστασία σε μία υπόθεση περί απαγορεύσεως της επανεκλογής σε εκλογική διαδικασία. Ο πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα αποκάλεσε τον Ερντογάν ως έναν από τους 5 αγαπημένους του ηγέτες. Ο Ντόναλντ Τραμπ αρκείται μόνο στο να τον κολακεύει και να τον κατευνάζει.

Τρεις πρωθυπουργοί των ΗΠΑ κρίθηκαν ανίκανοι να προβλέψουν το φονταμενταλιστικό μέλλον της Τουρκίας

Οι συνεχείς φιλίες του Τούρκου προέδρου με τους ηγέτες των ΗΠΑ οδήγησε σε μία πάγια ”φιλική” πολιτική από μέρους των ΗΠΑ προς την Τουρκία. Παρομοίως το Υπουργείο Άμυνας και το State Department συνέχισαν να διατηρούν πολύ καλές σχέσεις, καθώς η Τουρκική οικονομία χρησιμοποιούσε σε μεγάλο βαθμό τα αμερικανικά εξοπλιστικά προγράμματα. 

Υπό αυτό το πνεύμα, οι διμερείς σχέσεις συνέχισαν για πολύ καιρό, μέχρις ότου εμφανίσθη ένας Ισλαμιστής Τούρκος πολιτικός ο οποίος κατέχει όλες τις εξουσίες στα χέρια του: ο στρατός, οι μυστικές υπηρεσίες, η αστυνομία, οι δικαστές, οι δημοσιογράφοι, οι τράπεζες, τα ΜΜΕ και το εκπαιδευτικό σύστημα είναι υπό την εξουσία του. Επιπρόσθετα έχει δημιουργήσει και έναν προσωπικό στρατό, την SADAT, διαπράττοντας μία πράξη η οποία θα μπορούσε να τον οδηγήσει στην φυλακή. Ενώ η δημοτικότητα του Ερντογάν αυξάνεται, πολλές φορές οδηγεί σε φυλάκιση πληθώρα  πολιτικών αντιπάλων και δημοσιογράφων που εμποδίζουν το έργο του.

Δεν έχει συμβεί μόνο η άνοδος του Ερντογάν και του ΑΚΡ στην εξουσία, αλλά έχει γίνει και μία συλλογικότερη επανάσταση η οποία μας θυμίζει αυτήν της Ιρανικής Ισλαμικής Επανάστασης. Βιώνουμε μία αργή μετάλλαξη της Τουρκίας σε μία Ιρανικού τύπου κρατική οντότητα. Πιο δυτική, λιγότερο δραματική και λιγότερο βίαιη. 

Η εχθρικότητά της προς την Δύση έχει αυξηθεί ραγδαία. Η αγορά των Ρωσικών συστημάτων S-400 έχει εκνευρίσει τα μέλη του Κογκρέσου, οδηγώντας την Τουρκία εκτός προγράμματος F-35. Μετά από χρόνιες απορρίψεις, το 2019 ο Λευκός Οίκος αναγνώρισε την γενοκτονία των Αρμενίων με 405 ψήφους υπέρ και 11 κατά. 

Η Αμερικανική πολιτική σκηνή περιμένει ένα φιλικότερο ως προς την Δύση πρόσωπο, μετά την έξοδο του Ερντογάν από την εξουσία. Ο Τούρκος πρόεδρος είναι 66 χρονών και πάσχει από αρκετές χρόνιες ασθένειες. Από αμερικανικής πλευράς αναμένεται μία άνοδος των δεξιών και των ακροδεξιών εθνικιστικών κομμάτων στις επόμενες τουρκικές εκλογές.

Εν κατακλείδι, η τουρκική εξωτερική πολιτική δεν πρέπει να στηριχθεί στο γεγονός πως η Τουρκία ίσως μελλοντικά στραφεί στις αγκάλες της Δύσης. Η δυτική Τουρκία χάθηκε, ακριβώς όπως και το Ιράν. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ πρέπει να σχεδιάσει μία πολιτική σύμφωνα με την οποία θα κληθεί να κατευνάσει την Άγκυρα στο σύντομο μέλλον, καθώς η οξύτητα στις μεταξύ τους σχέσεις θα αυξηθεί. 

Παρουσιάζουμε 8 πολιτικές προτάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να κατευνάσουν και να περιορίσουν τα καταστρεπτικά για την Δύση αποτελέσματα της Τουρκικής πορείας.

  1. Η καταγγελία, η καταδίκη και η τιμωρία όλων των παράνομων πράξεων της Άγκυρας έναντι του Ιράκ, της Συρίας και της Κύπρου. Ο Τουρκικός Στρατός κλείνει την δίοδο νερού τόσο σε ιρακινά όσο και σε συριακά εδάφη με σκοπό να εξωθήσει τους Κούρδους από τις περιοχές τους, ενώ παράλληλα απειλεί για παράνομη γεώτρηση εντός της Κυπριακής ΑΟΖ.
  2. Η δημόσια πολιτική στήριξη του Fethullah Gülen, πρώην σύμμαχο και νυν εχθρό του Ερντογάν.
  3. Να κληθούν εκπρόσωποι των Γκιουλενιστών και των Κούρδων σε σημαντικές πολιτικοοικονομικές συνεδριάσεις στην Ουάσινγκτον.
  4. Αποσταθεροποίηση Τουρκικής οικονομίας. Για παράδειγμα η οικονομική πλήξη από μέρους των ΗΠΑ των τουρκικών οικονομικών τομέων της ενέργειας, του δημόσιου χρέους και της παράνομης συνεργασίας στον τομέα του πετρελαίου με το ISIS. 
  5. Ένταξης της Τουρκίας στον κατάλογο χωρών Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act (CAATSA) ως προς απάντηση στην  αγορά των S-400. 
  6. Μετακίνηση των πυρηνικών κεφαλών από το Incirlik και μετακίνηση της νατοϊκής βάσης. 
  7. Μεταφορά των αμερικανικών στρατευμάτων από την Τουρκία πίσω στις ΗΠΑ. 
  8. Έξοδος της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ και χρήση του όρου rogue state πριν από τον προσδιορισμό της Τουρκίας, τόσο στα νατοϊκά, όσο και στα αμερικανικά έγγραφα.

Λοιπόν ας το κάνουμε

Μετάφραση Χωριανόπουλος Άγγελος

πηγή: www.meforum.org

 

 

 

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις15 λεπτά πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

GEOPOLITICO30 λεπτά πριν

Από την Τουρκία τα 60 νέα λεωφορεία των ΜΑΤ!

Ερωτήματα για την προμήθεια 60 λεωφορείων Mercedes-Benz που, σύμφωνα με δημοσίευμα, κατασκευάζονται στην Τουρκία και προορίζονται για τις ειδικές μονάδες...

Αναλύσεις45 λεπτά πριν

Καμπουρίδης: Τι συμβαίνει με Τουρκία και Αλίεφ

Η προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει την επιρροή της στο Μπακού, ο παράγοντας Ισραήλ και οι επιπτώσεις στις τουρκικές επιδιώξεις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;

Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της...

Δημοφιλή