Ακολουθήστε μας

Διεθνή

H τραγωδία του αρμενικού έθνους: Η κοινή του μοίρα με τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας

Δημοσιεύτηκε στις

«Πού ήσουν, Θεέ μου;» (έργο του αρμενικής καταγωγής Γάλλου ζωγράφου Ζαν Παπάζ)

Άρθρο του καθηγητή Νεότερης Ιστορίας Ιωάννη Χασιώτη.

H αναλογία που παρουσιάζουν οι διώξεις των Ελλήνων της Ιωνίας και της Ανατολικής Θράκης στα 1913-14 και του ποντιακού ελληνισμού στα 1916-1922 με την μεγαλύτερης έκτασης και φρικαλεότητας Γενοκτονία των Αρμενίων του 1915-16, υπογραμμίζει την εκτίμηση ότι τελικά όλες αυτές οι τραγωδίες ήταν, παρά τις ποσοτικές τους διαφορές, όψεις του ίδιου νομίσματος.

Άλλωστε, η εκτίμηση αυτή ήταν διάχυτη κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Στις εκθέσεις τους για τη Γενοκτονία οι Έλληνες πρόξενοι συχνά δεν κάνουν διάκριση μεταξύ των διώξεων εναντίον του ενός και του άλλου στοιχείου, αφού πραγματοποιούνταν σχεδόν ταυτόχρονα και, μερικές φορές, σε απόλυτο συνδυασμό μεταξύ τους. Στις ίδιες εκθέσεις δεν περιέχονται μόνο γενικές πληροφορίες για τον κοινό σχεδόν χαρακτήρα των διώξεων, αλλά και σαφείς ακόμα δηλώσεις νεοτουρκικών κύκλων της πρωτεύουσας και της επαρχίας ότι αμέσως μετά το «τέλος» του αρμενικού ζητήματος, το καθεστώς θα προχωρούσε και στη «λύση» του ελληνικού του προβλήματος.

Από την πλευρά τους, άλλωστε, οι Τούρκοι με τις διώξεις επιδίωκαν να προκαλέσουν την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο εναντίον των Γερμανών για να την χρησιμοποιήσουν ακριβώς ως πρόσχημα όχι μόνο για να ανακτήσουν τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, αλλά και για να έχουν τη δυνατότητα να ολοκληρώσουν την εκδίωξη των ελληνικών πληθυσμών, με τον ίδιο τρόπο που είχαν επιχειρηματολογήσει και τους εκτοπισμούς και τη συνακόλουθη εξόντωση των Αρμενίων.

Πέρα εξάλλου από τις εκθέσεις των Ελλήνων (και πολλών ξένων) προξένων, υπάρχουν και ανάλογες πληροφορίες των Γερμανών διπλωματών.

Στις αρχές Οκτωβρίου λ.χ. του 1915, προτού δηλαδή φτάσει στο τέλος της η διαδικασία της Γενοκτονίας, ο Γερμανός ναυτικός ακόλουθος στην Κωνσταντινούπολη Humann διαβίβαζε στον πρεσβευτή στην Αθήνα Falkenhayn τις εκμυστηρεύσεις που του είχε κάνει ο Ενβέρ πασάς για την πρόθεση του Κομιτάτου να συμπληρώσει, κατά τη διάρκεια του Πολέμου, την Γενοκτονία των Αρμενίων με την ανάλογη εξόντωση και του ελληνικού στοιχείου.

Παρ’ όλα αυτά, από τις ελληνικές πηγές φαίνεται ότι σε όλη τη διάρκεια των διωγμών τους οι δύο εθνότητες υπέμειναν το Γολγοθά τους χωρίς αντιδράσεις: «Πάντες οι Αρμένιοι του βιλαετίου Αδάνων», γράφει ο Έλληνας πρόξενος στη Μερσίνα Π. Αδαμίδης στις 23 Σεπτεμβρίου 1915, «ανερχόμενοι περίπου εις 80 χιλιάδας, εξετοπίσθησαν εις Χαλέπιον και εκείθεν εις Μεσοποταμίαν… Κατ’ αρχάς μεν ούτοι εδείκνυον θάρρος και μεγάλην αυταπάρνησιν, αλλά τελευταίως πληροφορηθέντες ότι ελάχιστοι κατορθούσι να φθάσωσιν εις τα υποδεικνυόμενα μέρη, ως και τους άλλους εξευτελισμούς και ατιμώσεις, απεθαρρύνθησαν και τελείως κατέπεσεν το ηθικόν των. Εφωράθησαν […] γυναίκες, διαβιώσασαι εντίμως και εναρέτως μετά των συζύγων των, να εγκαταλείπωσιν αυτούς επί τη απλή ιδέα ότι ίσως θα ήτο δυνατόν να παραμείνωσιν ενταύθα. Κατόπιν τούτων δύναταί τις να φαντασθή οποίαι συγκινητικαί σκηναί διεδραματίζοντο καθ’εκάστην κατά την εντεύθεν αναχώρησίν των…».

«H εκ της Αμισσού και των πλησίον πόλεων και χωρίων έξωσις των Αρμενίων», γράφει σε έκθεσή του της 14ης Ιουνίου 1915 ο Έλληνας υποπρόξενος στη Σαμψούντα Μ. Αποστολόπουλος, «εξακολουθεί ανηλεής, συντελουμένη μετ’ ανηκούστου τραχύτητος… Πλείστοι Αρμένιοι, όπως αποφύγωσι τον όλεθρον, προσέρχονται εις τον μουσουλμανισμόν. Έν χωρίον παρά τον Ταρσαμπά, εξισλαμίσθη αθρόως. Εν Αμισώ εξισλαμίσθησαν μέχρι σήμερον εξήκοντα Αρμένιοι».

Την παθητική στάση των Ελλήνων την επέβαλλαν ο φόβος και οι αδυσώπητες ανάγκες της αυτοπροστασίας: «Οι ημέτεροι», επισημαίνει σε εμπιστευτική έκθεσή του στις 6 Ιουλίου 1915 ο Έλληνας πρόξενος στη Μερσίνα Π. Αδαμίδης, «έχουσι και ούτοι καταληφθεί υπό απεριγράπτου δέους, φοβούμενοι μήπως, εν περιπτώσει πολέμου μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, υποστώσι τα αυτά και χείρονα, πολλοί δε τούτων είχον ετοιμασθή να αναχωρήσωσιν… Εν περιπτώσει διακοπής σχέσεων και ο κατά των ημετέρων διωγμός προμηνύεται άγριος και αδυσώπητος».

Ανάλογες ήταν και οι προειδοποιήσεις του Έλληνα υποπρόξενου στο Ικόνιο N. Μπενετάτου, όπου γίνεται λόγος για τη διέλευση από εκεί των καραβανιών των εκτοπιζόμενων Αρμενίων:

«Οι ενταύθα Ελληνες»,υπογραμμίζει σε έκθεσή του της 6ης Αυγούστου 1915, «περιδεείς θεώνται τα γιγνόμενα, προαισθανόμενοι ότι η αυτή ίσως τύχη αναμένει και αυτούς. Διότι προ ολίγων ημερών εψιθυρίζετο μόνον, αλλ’ ήδη οι ενταύθα τουρκικοί κύκλοι αναφανδόν πλέον διακηρύττουν, ότι τους Αρμενίους θέλουσι ακολουθήσει οι Έλληνες».

«Ένα βράδυ», γράφει η Ανδρονίκη Μαστορίδου σε αυτοβιογραφικό της κείμενο για τα νεανικά της χρόνια στην πατρίδα της, την Άγκυρα, «έρχεται ο θείος μου αναστατωμένος, χλομός… Άρχισαν να διπλοκλειδώνουν τις πόρτες και τα παράθυρα… Στους δρόμους άκουγες βιαστικά βήματα να τρέχουν εδώ κι εκεί. Δεν αργήσαμε να μάθουμε πως μαζεύουν τους Αρμεναίους και ετοιμάζονται για σφαγή… Και τη νύχτα εκείνη και ως τα ξημερώματα παρακολουθούσαμε τη μεταφορά των δύστυχων ανθρώπων, που, αλίμονο, έμελλε να κατακρεουργηθούν από τα μαινόμενα ανθρωπόμορφα θηρία… [Αυτό το] εμάθαμε ύστερα από μια εβδομάδα από τον θείον μου Μιλτιάδη και τον πατέρα, που είδαν τα γεγονότα… Όταν ο πατέρας ερχόμενος [από το τσιφλίκι του] είδε τόσα σώματα κρεουργημένα φρικτά, πρησμένα, τα τσακάλια και τα κοράκια πεσμένα πάνω τους, έπαθε τέτοιο σοκ, αυτός ο γενναίος άνθρωπος, ώστε επί πέντε χρόνια ύπνο δεν είδαν τα μάτια του και στην εξορία του ακόμα…».

Στις 29 Μαΐου, θυμάται ο Κωνσταντίνος Καλογερίδης από το Ερζιγκιάν, «εδόθη η διαταγή να μη μείνει ούτε ένας Αρμένιος μέσα στην πόλη. Και οι αστυνόμοι και χωροφύλακες ξεχύθηκαν στους αρμενικούς μαχαλάδες και ανάγκαζαν με το ξύλο και τις κοντακιές των όπλων όλους τους Αρμενίους να φύγουν… Οι Αρμένιοι εγέμισαν τον δρόμον της εξόδου και προχωρούσαν προς τα στενά του Κεμάχ μπογαζί. Δεν άκουγες τίποτε άλλο από ένα γενικό μοιρολόι, με πύρινα δάκρυα. Οι Τούρκοι χωροφύλακες που τους συνόδευαν, αλλά και οι Τούρκοι κάτοικοι, δεν παρέλειψαν να τους ξυλοφορτώσουν και να τους γιουχαΐσουν… Σε λίγο οι χωροφύλακες τραβήχτηκαν στην πλαγιά του Ουνού και άρχισαν μαζί με τους τσέτες και τους Κούρδους ένα πυκνό τουφεκίδι. Μόλις έπεσαν σκοτωμένοι οι πρώτοι Αρμένιοι, άρχισαν τα πλήθη να αναταράζονται. Με κραυγές οδύνης έφευγαν προς τα όπισθεν. Αλλά τότε συνάντησαν τους Τούρκους της πόλεως Ερζιγκιάν, οι οποίοι με όπλα και χαντζάρια τους ακολουθούσαν. Επέπεσαν τότε εναντίον του πλήθους και τους χτυπούσαν αλύπητα. Προς της καταστάσεως αυτής όλες οι ωραίες Αρμένισσες έπεσαν στο ποτάμι [Ευφράτη]. Όλη η επιφάνεια του ποταμού γέμισε Αρμένισσες… Οι Τούρκοι έσφαζαν αράδα, αλλά οι Αρμένιοι ήσαν πολλοί και με την ορμή τους τρέχοντας, έσπασαν τη ζώνη των Τούρκων και μπήκαν στην πεδιάδα. Τότε επί πολλές ημέρες γινόταν ένα αλύπητο κυνηγητό […], όπου έβρισκαν Αρμένη, τον έσφαζαν… Σε λίγες μέρες έγινε και μία εκκαθαριστική επιχείρησις: Επειδή πολλά μωρά ζούσαν ακόμη και περιφέρονταν δίπλα στους σκοτωμένους γονείς τους, έστειλαν τους τσέτες […] να τα μαζέψουν και να τα φονεύσουν. Μάζεψαν χιλιάδες παιδιά και τα έφεραν στις όχθες του Ευφράτου. Εκεί τα έπιαναν από τα πόδια και χτυπούσαν το κεφάλι τους σε πέτρα. Κι ενώ το παιδί σπαρταρούσε ακόμη, το έριχναν στο ποτάμι…».

Κάτω από τις συνθήκες αυτές θα ήταν σήμερα άδικο να αποτιμήσουμε τις τυχόν ευθύνες για την επιλογή της απραξίας ή και της σιωπής της μιας εθνότητας κατά τη διάρκεια των παθημάτων της άλλης.

Εξάλλου, την περίοδο εκείνη έλειπε η δυνατότητα αποτελεσματικής παρέμβασης της αρμενικής και της ελληνικής ηγεσίας προς την Υψηλή Πύλη. Το Αρμενικό Πατριαρχείο είχε ουσιαστικά κλείσει μετά την εξορία του πατριάρχη Ζαβέν, και οι Αρμένιοι εκπρόσωποι στο οθωμανικό Κοινοβούλιο, μαζί με τους πνευματικούς ταγούς του αρμενικού στοιχείου της Αυτοκρατορίας, είχαν εξουδετερωθεί από τις πρώτες κιόλας μέρες των διώξεων. Από το άλλο μέρος, και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αποψιλωμένο από τις παραδοσιακές του προνομίες και με προκαθήμενο τον γέροντα και ανήμπορο Γερμανό Ε΄, δεν ήταν σε θέση να διαμαρτυρηθεί ούτε καν για τις διώξεις του δικού του ποιμνίου. Αλλά και η Ελλάδα περνούσε την ίδια ακριβώς εποχή (με την απόλυση του Βενιζέλου από τον βασιλιά Κωνσταντίνο) στη δίνη του Εθνικού Διχασμού.

Παρ’ όλα αυτά, μέσα στο ζοφερό εκείνο κλίμα του γενικού τρόμου, δεν έλειψαν οι λαμπρές εξαιρέσεις: Πέρα από τις επανειλημμένες επίσημες και ανεπίσημες διαμαρτυρίες επώνυμων εκκλησιαστικών αξιωματούχων (όπως λ.χ. του μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθου) προς τις τουρκικές Αρχές και τους τοπικούς παράγοντες του νεοτουρκικού Κομιτάτου, έχουμε τις προσπάθειες ανώνυμων ανθρώπων να ανακουφίσουν με ποικίλους τρόπους τους διωκόμενους συνανθρώπους τους ή ακόμα και να τους σώσουν, άλλοτε κρύβοντάς τους στα σπίτια τους και άλλοτε φυγαδεύοντάς τους σε ασφαλέστερα μέρη.

Στις 2 Ιουλίου 1915 ο Έλληνας υποπρόξενος Αμισού Αποστολόπουλος πληροφορούσε τους προϊσταμένους του ότι «επιτόπιος Αρχή διά κήρυκος ειδοποίησε ότι πάντες οι κρύπτοντες Αρμενίους οφείλουσι να παραδώσωσι τούτους, άλλως θα απελαθώσι και αυτοί. Μέχρι σήμερον ουδείς συνεμορφώθη προς την πρόσκλησιν ταύτην…».

Ιωάννης Χασιώτης
Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας ΑΠΘ

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Newsroom6 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις15 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις45 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Δημοφιλή