Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ανταγωνισμοί και ρήγματα στην εξουσία Ταγίπ

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο  Νίκος Μούδουρος   
Η αναταραχή που επικράτησε σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας το βράδυ της 10ης Απριλίου 2020, με την ανακοίνωση της απαγόρευσης κυκλοφορίας σε 31 πόλεις της Τουρκίας, ήταν περισσότερο μια ένδειξη του «πανικού» και της αδυναμίας που χαρακτηρίζει την κυβέρνηση Έρντογαν το τελευταίο χρονικό διάστημα. Η κρίση της πανδημίας του κορωνοϊού με ό,τι αυτή φέρνει στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα της χώρας, επιβεβαιώνει ότι η εικόνα ενός πανίσχυρου Προέδρου αποκτά όλο και περισσότερες αποστάσεις από την πραγματικότητα.
Επιβεβαιώνει ότι η επιρροή του κυβερνώντος κόμματος και του συνασπισμού της εξουσίας περιορίζεται, δημιουργώντας κενά πεδία πάνω στα οποία εμφανίζονται «χαοτικές» εξελίξεις ανυπολόγιστων προσανατολισμών. Η ανακοίνωση της παραίτησης του υπουργού Εσωτερικών Σουλεϊμάν Σόιλου λίγες ώρες πριν από τη λήξη της απαγόρευσης κυκλοφορίας, αλλά και η μη αποδοχή της από τον ίδιο τον Έρντογαν, ήταν διαφωτιστικά γεγονότα της προαναφερθείσας κατάστασης.
Σε ιδεολογικό επίπεδο, η σχετική αδυναμία παραγωγής συγκεκριμένων αποφάσεων και η άμεση – αποφασιστική υλοποίηση τους από πλευράς της κυβέρνησης Έρντογαν, εκφράζεται περισσότερο στην «ανυπαρξία εχθρού» και στη δυσκολία αναπαραγωγής της πόλωσης σε επίπεδο πολιτισμικών ταυτοτήτων. Η προηγούμενη δεκαετία στην Τουρκία έδειξε με ξεκάθαρο τρόπο ότι ενώπιον δυσκολιών, αδιεξόδων και προβλημάτων, ο Έρντογαν μπορούσε με ιδιαίτερη ευκολία να «κατασκευάζει» εχθρούς ή και να προωθεί σε νέα πλαίσια την ύπαρξη πραγματικών απειλών.

 

Διαμέσου αυτής της πολιτικής μπορούσε να δημιουργεί ή να εντατικοποιεί κρίσεις, να συσπειρώνει την κοινωνική του βάση, κάποτε να την διευρύνει και να αναπαράγει την εξουσία του. Όταν ξέσπασε το κοινωνικό κίνημα της αντιπολίτευσης στο πάρκο Γκεζί το 2013, η απτή παρουσίαση του «εχθρού» που υποτίθεται ότι επιζητούσε την πραξικοπηματική ανατροπή της κυβέρνησης ήταν μια εύκολη υπόθεση: το κοσμικό και δυτικότροπο μέρος της μικροαστικής τάξης, η οργανωμένη Αριστερά και το συνδικαλιστικό κίνημα, τα μέρη του φοιτητικού κινήματος και της νεολαίας που βρέθηκαν στους δρόμους, παρουσιάστηκαν από την εξουσία ως ένας «όχλος πλιατσικολόγων» που στόχευαν στην ανατροπή της κυβέρνησης του «γνήσιου συντηρητικού, θεοσεβούμενου έθνους» της Τουρκίας.

 

Περίπου η ίδια πόλωση με διαφορετικούς πρωταγωνιστές και ιδεολογικούς κώδικες εμφανίστηκε τόσο στην περίοδο που ακολούθησε τις εκλογές του 2015, αλλά ιδιαίτερα στην περίοδο που ακολούθησε την πραξικοπηματική απόπειρα του Ιουλίου του 2016. Σήμερα όμως με την πανδημία του κορωνοϊού, η εξουσία αντιμετωπίζει περισσότερες δυσκολίες στην συγκεκριμενοποίηση ενός «εχθρού», η παρουσία και η δράση του οποίου θα βοηθήσει στην πολιτική κινητοποίηση της κοινωνικής της βάσης.
Σε πολιτικό επίπεδο η κρίση της πανδημίας, αλλά και οι δραματικές συνέπειες που προκαλεί στην οικονομία της Τουρκίας, μετατρέπονται σε αφορμές δημόσιας έκφρασης δύο βασικών ζητημάτων που στιγματίζουν το πολιτικό σύστημα της χώρας, ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία. Το πρώτο είναι η λειτουργία των δομών λήψης αποφάσεων στο πλαίσιο της υπερσυγκέντρωσης της εκτελεστικής εξουσίας στο πρόσωπο του Έρντογαν και οι συνέπειες που άφησε πίσω του το συγκεκριμένο μοντέλο προεδρικού συστήματος που υιοθέτησε η χώρα. Το ζήτημα της εφαρμογής απαγόρευσης κυκλοφορίας ήταν τελικά ζήτημα αντιπαραθέσεων μεταξύ διαφορετικών δομών και σωμάτων, τα οποία προσέκρουαν στην αρχική άρνηση του Προέδρου να δώσει βάρος στον κοινωνικό αποκλεισμό και όχι στη συνέχιση της οικονομικής δραστηριότητας.

 

Πληροφορίες του Τύπου υπογράμμιζαν ότι το επιστημονικό συμβούλιο για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού μαζί με τον υπουργό Υγείας επέμεναν από την πρώτη στιγμή σε μια καθολική απαγόρευση κυκλοφορίας. Την ίδια θέση εξέφραζε και η αντιπολίτευση. Όμως η περιθωριοποίηση της Εθνοσυνέλευσης από τη μια και η μέθοδος διακυβέρνησης μέσα από την απόλυτη αφοσίωση στο προεδρικό γραφείο από την άλλη, εμπόδισαν την προώθηση μιας τέτοιας προσέγγισης. Το πρώτο αποτέλεσμα της εν λόγω αντιπαράθεσης ήταν ο πανικός που προκλήθηκε μετά την γραπτή ανακοίνωση για εφαρμογή της πρώτης απαγόρευσης κυκλοφορίας μόλις δύο ώρες πριν από την έναρξη ισχύς της στις 10 Απριλίου.   
Το δεύτερο και ίσως σημαντικότερο ζήτημα που στιγματίζει την πορεία της Τουρκίας στο πολιτικό επίπεδο των εξελίξεων που προκαλεί η πανδημία, είναι η εντατικοποίηση των ανταγωνισμών εντός του μπλοκ εξουσίας. Παράλληλα με την εντατικοποίηση, χαρακτηριστική είναι πλέον και η ευκολία με την οποία εκφράζονται δημοσίως οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των μερών του συνασπισμού εξουσίας. Επίκεντρο της δημόσιας έκφρασης αυτών των ανταγωνισμών ήταν η γνωστή απόφαση του Σόιλου να παραιτηθεί και η άρνηση του Έρντογαν να αποδεχτεί την παραίτηση.

 

Στη βάση της συγκεκριμένης εξέλιξης, οι αδυναμίες που επιδεικνύονται από την κυβέρνηση Έρντογαν στο δύσκολο περιβάλλον της πανδημίας μπορούν να ερμηνευθούν και ως μια από τις πολλές πτυχές της κρίσης κράτους που συνεχίζεται στη χώρα τα τελευταία χρόνια. Υπό αυτή την έννοια, οι εξελίξεις γύρω από το πρόσωπο του υπουργού Εσωτερικών στην Τουρκία δεν αποτελούν μια «αντίδραση της στιγμής», ούτε και ένα απλό περιστατικό το οποίο «θα προσπεράσουν» τα γεγονότα. Αντίθετα, τα γεγονότα που συμπυκνώθηκαν τόσο έντονα το βράδυ της Κυριακής στις 12 Απριλίου, έχουν τέτοια ποιοτικά χαρακτηριστικά που θα επηρεάσουν την πορεία της διακυβέρνησης Έρντογαν τουλάχιστον μέχρι και τις επόμενες κρίσιμες εκλογές που είναι προγραμματισμένες για το 2023.
 
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ;

 

Η πανδημία του κορωνοϊού λοιπόν έπληξε την Τουρκία ακριβώς στο εξής χαρακτηριστικό σημείο καμπής: Από τη μια πλευρά οι αρνητικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης του 2018-2019 δεν είχαν ξεπεραστεί πλήρως. Από την άλλη η αδυναμία της αντιπολίτευσης να προβάλει ένα ολοκληρωμένο εναλλακτικό πρόγραμμα δεν μπορούσε να καλύψει πλήρως ούτε και να αναβάλει τη δημόσια αποκάλυψη των εσωτερικών ανταγωνισμών στην κρατική ελίτ. 
Έτσι η αιφνιδιαστική παραίτηση Σόιλου και η αποκάλυψη ότι αυτή έγινε χωρίς την προηγούμενη έγκριση και γνώση του Τούρκου Προέδρου, ήρθε για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη εξαιρετικά ευαίσθητων ισορροπιών που καθόλου δεν μαρτυρούν την παλιά και αδιαμφησβήτητη παντοκρατορία του Έρντογαν.

 

Το ιστορικό της κρίσης κράτους

 

Η κρίση κράτους στην Τουρκία άρχισε να διαφαίνεται από τα τέλη του 2007 και εκφράστηκε στη σκληρή αντίθεση τού τότε κεμαλικού κατεστημένου ενάντια στην προεδρική υποψηφιότητα του Αμπντουλάχ Γκιουλ. Τα γεγονότα που ακολούθησαν τότε ήταν ενδεικτικά: Η γνωστή διαδικτυακή παρέμβαση του στρατού, η απάντηση της κυβέρνησης ΑΚΡ με πρόωρες εκλογές, η υπόθεση απαγόρευση λειτουργίας του κυβερνώντος κόμματος στο Συνταγματικό Δικαστήριο και τελικά τα δύο δημοψηφίσματα συνταγματικών αλλαγών του 2007 και το 2010 μέσα από τα οποία ο Έρντογαν κατάφερε να περιορίσει αισθητά την (παλιά) κεμαλική καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. 
Όμως είναι γεγονός ότι η κρίση αυτού του είδους στην Τουρκία, κορυφώθηκε με την εξέγερση του Γκεζί το 2013 και σταδιακά απέκτησε περισσότερο βάθος, εξαιτίας της οικονομικής αποσταθεροποίησης που ακολούθησε. Σε αυτή την πρώτη πιο ολοκληρωμένη κρίση κράτους, το ξεκάθαρο αποτέλεσμα ήταν η αμφισβήτηση τής μέχρι τότε καθολικής ηγεμονίας του μπλοκ εξουσίας της λεγόμενης «Νέας Τουρκίας». Λίγους μήνες μετά, τον Δεκέμβριο του 2013, καταγράφηκε και η πρώτη μεγάλη διάσπαση με την έναρξη του «πολέμου» μεταξύ του ΑΚΡ και του δικτύου Γκιουλέν, λόγω της αποκάλυψης των σκανδάλων διαφθοράς των υπουργών της κυβέρνησης.

 

Τον Ιούνιο του 2015 η κρισιακή κατάσταση της εξουσίας αποτυπώθηκε στα αποτελέσματα των γενικών εκλογών, με τα οποία για πρώτη φορά το ΑΚΡ δεν μπορούσε να σχηματίσει μονοκομματική κυβέρνηση. Ενώπιον του κινδύνου ενός ανεπιθύμητου διαμοιρασμού της εκτελεστικής εξουσίας που θα οδηγούσε ίσως στην ακύρωση των προοπτικών για το προεδρικό σύστημα, ο Ερντογάν επέλεξε την ενεργοποίηση της ένοπλης αντιπαράθεσης με το ΡΚΚ και τον εξαναγκασμό της κοινωνίας σε ένα φαύλο κύκλο πόλωσης και σοβινισμού.
Από το 2015 και μετά, ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι το ΑΚΡ και το Ερντογάν είχαν επιλέξει την καταστολή και την ενίσχυση του αυταρχισμού ως τα κύρια εργαλεία ξεπεράσματος της κρίσης κράτους. Η χώρα οδηγήθηκε σε ένα ιδιότυπο καθεστώς εξαίρεσης, ενώ την ίδια στιγμή ο Ερντογάν προχώρησε σε μια συνολική αναθεώρηση των πολιτικών του συμμαχιών εντός και εκτός κράτους. Η βάση των πολιτικών του συμμαχιών ήταν η εξέλιξη του κουρδικού προβλήματος και η «ανάγκη» περιορισμού της περιφερειακής επιρροής του κουρδικού κινήματος. Έτσι τα πρώτα σημάδια εναγκαλισμού του ΑΚΡ με το Κόμμα της Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ) του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, απέκτησαν ένα πιο συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο.
Η απόπειρα πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου του 2016, μπορεί να θεωρηθεί ως η κορυφαία και πιο βίαιη έκφραση του ανταγωνισμού εντός του μπλοκ εξουσίας. Την ίδια στιγμή, η πραξικοπηματική απόπειρα αποτέλεσε και την επισημοποίηση της αλλαγής των πολιτικών συμμαχιών, των κομματικών συνασπισμών, αλλά και του πολιτικού προσωπικού στις κρατικές δομές εξουσίας. Από τότε μέχρι σήμερα, σε διαφορετικά στάδια και εκφράσεις, το ΑΚΡ και το ΜΗΡ είναι οι βασικές κομματικές εκφράσεις της νέας σύνθεσης της εξουσίας. 
Όπως έδειξαν τα πρόσφατα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών του 2019, σε συνθήκες οικονομικής πίεσης και αποσταθεροποίησης, η κρίση κράτους δεν μπορούσε να ξεπεραστεί με την ένταση του αυταρχισμού και την καταστολή της αντιπολίτευσης. Ο συνδυασμός της αυταρχικότητας και της οικονομικής κρίσης, τουλάχιστον στη συγκυρία των δημοτικών εκλογών, προκάλεσαν τη σχετική συρρίκνωση της εκλογικής βάσης του νέου μπλοκ εξουσίας. Την ίδια στιγμή βοήθησαν στην ευκολότερη έκφραση της εσωτερικής αντιπολίτευσης στο ΑΚΡ, η οποία πήρε τη μορφή δημιουργίας δύο νέων κομμάτων από τον Νταβούτογλου και τον Μπαμπατζιάν. Συνεπώς ο συνδυασμός των προαναφερθέντων γεγονότων ουσιαστικά έθεσε σε λειτουργία έναν παράλληλο «μηχανισμό απωλειών» του Ερντογάν. Η λειτουργία αυτού του μηχανισμού με τη σειρά της αμφισβήτησε σε μεγάλο βαθμό την επιρροή και την αυτονομία που απολάμβανε προηγουμένως ο πρόεδρος της Τουρκίας, ως ο απόλυτος ρυθμιστής και επιδιαιτητής των διαφορετικών μερίδων του συνασπισμού εξουσίας.

 

Η παραίτηση Σόιλου και η «απάντηση» του Τούρκου ΠροέδρουΌπως είναι γνωστό ο Σουλεϊμάν Σόιλου δεν προέρχεται από το ισλαμικό κίνημα της Τουρκίας. Τα πρώτα του βήματα στην πολιτική έγιναν με την ένταξη του στην νεολαία του Κόμματος του Ορθού Δρόμου το 1987. Το 1999 εκλέγηκε επικεφαλής του κόμματος στην Κωνσταντινούπολη και ξεχώρισε ως ένας από τους έμπιστους της Τανσού Τσιλλέρ. Μετά τις εκλογές του 2007 αναλαμβάνει πρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος που ήταν η μετονομασία του Ορθού Δρόμου. Όμως λόγω της αποτυχίας του στις δημοτικές εκλογές του 2009 αποχωρεί από την κομματική ηγεσία.

Το 2010 εκδιώχθηκε γιατί στήριξε το «ναι» στο δημοψήφισμα του Σεπτεμβρίου, κάτι που συνέβαλε στην ανοιχτή συνεργασία του με τον Ερντογάν. Τελικά εντάχθηκε στο ΑΚΡ και αποτέλεσε μια από τις σοβαρότερες προσπάθειες διεύρυνσης των συμμαχιών του κυβερνώντος κόμματος προς τα παραδοσιακά στρώματα της τουρκικής δεξιάς. Το 2015 διορίστηκε υπουργός Εργασίας υπό την πρωθυπουργία Νταβούτογλου και τον επόμενο χρόνο ανέλαβε το υπουργείο Εσωτερικών. 

Η κρίσιμη συγκυρία τότε έδειξε και την ικανότητα του Σόιλου να απευθυνθεί με τη δραστηριότητα του σε εθνικιστικές δυνάμεις που προηγουμένως δεν μπορούσε να επηρεάσει το ΑΚΡ. Η θητεία του στο υπουργείο εσωτερικών στιγματίστηκε από τις μαζικές συλλήψεις στελεχών του φιλοκουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών μεταξύ των οποίων και ο Ντεμιρτάς. Ήταν από τους πρωταγωνιστές στις αποφάσεις εκδιώξεις των εκλεγμένων Κούρδων δημάρχων και διορισμού κρατικών επιτρόπων. Γενικά θεωρείται ένας από τους πιο γνήσιους εκπροσώπους της παραδοσιακής τουρκικής δεξιάς, η οποία δεν δυσκολεύεται να προσαρμόσει τις πολιτικές της θέσης αναλόγως της βαρύτητας που έχουν τα διαφορετικά ρεύματα σκέψης αυτής της ιδεολογίας στην Τουρκία. Από τον συντηρητισμό στον εθνικισμό και από εκει στην προώθηση της θρησκείας, ο Σόιλου κατάφερε να αποκτήσεις προσβάσεις σε ένα ευρύτερο τμήμα των ψηφοφόρων της εξουσίας. 

Η λειτουργικότητα του Σοϊλού στην διαδικασία οικοδόμησης διαφορετικών συμμαχιών του Έρντογαν είναι τελικά αυτή που του χάρισε και το πεδίο απόκτησης μιας σχετικά αυτόνομης επιρροής. Και ήταν ακριβώς αυτή η επιρροή που του επέτρεψε να ρισκάρει καταθέτοντας την παραίτηση του δημοσίως και χωρίς συνεννόηση με τον Έρντογαν. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι πριν ακόμα ο Έρντογαν να απορρίψει την παραίτηση του, ο πρώτος που έσπευσε να στηρίξει δημοσίως τον υπουργό εσωτερικών ήταν ο Μπαχτσελί. Επιπλέον, η λαϊκή κινητοποίηση που καταγράφηκε υπέρ της παραμονής Σοϊλού, ήταν ενδεικτική ότι εντός της κοινωνικής βάσης της εξουσίας εκφράζονται πλέον πιο εύκολα τα διαφορετικά συμφέροντα. Το δεδομένο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν αναλογιστεί κανείς ότι η παραίτηση του υπουργού εσωτερικών ήταν μια από τις πολλές κινήσεις που χαρακτηρίζουν την υπόγεια του αντιπαράθεση με τον υπουργό οικονομικών Μπεράτ Άλμπαϊρακ. 

Μεγάλη σημασία βεβαίως έχει και η κίνηση Έρντογαν να μην αποδεχθεί την παραίτηση του υπουργού του και να τον καλέσει να συνεχίσει στα καθήκοντα του. Ο Πρόεδρος της Τουρκίας διαθέτει ένα συγκεκριμένο πολιτικό υπόβαθρο και ύφος που χαρακτηρίζουν τις αποφάσεις του για τέτοια θέματα.

Ο Έρντογαν δεν αποδέχεται την ήττα. Ούτε καν την έκφραση συμβολισμών που να παραπέμπουν στην υποψία ήττας του. Τέτοιες εξελίξεις, όπως η δημόσια ομολογία λανθασμένης πολιτικής επιλογής ή χειρισμών από έναν υπουργό, για τον Έρντογαν είναι ισοδύναμη με την «απώλεια ενός τούβλου από το μεγάλο τείχος της άμυνας» της εξουσίας του. Είναι ισοδύναμη με μια ρωγμή, το άνοιγμα της οποίας μπορεί να αποδεχθεί αποφασιστικό για και γενικότερη οπισθοχώρηση της δύναμης του.

Ο Πρόεδρος της χώρας δεν αποδέχεται ποτέ αυτόνομες παραιτήσεις. Όπως δείχνει το πρόσφατο παρελθόν με τον Νταβούτογλου, οι παραιτήσεις μπορούν να ισχύσουν μόνο μετά από την δίκη του επιβολή. Συνεπώς θα μπορούσε να σημειωθεί ότι η επιστροφή Σοϊλού στο υπουργικό ενισχύει τον ίδιο. Αλλά η στιγμιαία του αυτονόμηση δεν θα είναι κάτι που θα ξεχάσει εύκολα ο Έρντογαν.

Αναλόγως των συνεπειών που αφήσει πίσω της η κρίση της πανδημίας, φαίνεται ότι οι δυναμικές που απελευθερώθηκαν στα ανώτατα δόγματα της εξουσίας στην Τουρκία θα επηρεάσουν καθοριστικά την σύνθεση της μελλοντικής ηγεσίας της χώρας. Οι τελευταίες εξελίξεις δεν πρόκειται να αφήσουν ανεπηρέαστα τα δυο βασικά κόμματα της σημερινής διακυβέρνησης της Τουρκίας.

*Λέκτορας στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις26 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Δημοφιλή