Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Εκατό χρόνια Λυσσαρίδης

Δημοσιεύτηκε στις

Δρ Λάμπρος Γ. Καούλλας

Η πολιτική επιρροή του Γιατρού στη γένεση και την εξέλιξη του Κυπριακού Κράτους – Αν και διαφώνησε με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου το 1959, εντούτοις στάθηκε δίπλα από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, εκφράζοντας τις διαφωνίες του εσωτερικά, για να μη δίνει λαβές διχόνοιας

Στις 13 Μαΐου, ο γεννηθείς το 1920 στα Λεύκαρα, Βάσος Λυσσαρίδης, έκλεισε έναν αιώνα ζωής. Για να συνειδητοποιήσουμε τα χρονικά μεγέθη, ο Γιατρός είναι μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Μίκη Θεοδωράκη, τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β’, τον Henry Kissinger και τον μακαρίτη τον φίλο του τον Fidel Castro. Μυήθηκε στην ΕΟΚΑ όταν ήταν ήδη 35 ετών, τη στιγμή που η πλειοψηφία των αγωνιστών ήταν έφηβοι και νεαροί ενήλικες, με λίγους να είναι άνω των 30.

Ο Βάσος Λυσσαρίδης αναντίλεκτα άφησε το στίγμα του στην κυπριακή Ιστορία ως ένας εκ των πρωταγωνιστών της. Άποψή μου είναι ότι δεν έχει αποτιμηθεί πλήρως η πραγματική πολιτική επιρροή του στην ίδια την εξέλιξη του Κυπριακού Κράτους. Μπορεί ο ίδιος, πέρα από βουλευτής, να μην υπηρέτησε ποτέ σε θέση της εκτελεστικής εξουσίας (με εξαίρεση τις φορές που αντικαθιστούσε ως Προεδρεύων τους Σπύρο Κυπριανού και Γιώργο Βασιλείου ως Πρόεδρος της Βουλής, 1986-91), αλλά οι ιδεολογικά φορτισμένες του τοποθετήσεις καθόριζαν πολλές φορές την ατζέντα. Άλλωστε, όπως κάποτε μου είπε και ο ίδιος, «η πολιτική είναι η τέχνη της επανάληψης».

Ο πολιτικός Λυσσαρίδης

Σύμφωνα με τον ίδιο, η πρώτη πολιτική επιρροή ήταν τα κηρύγματα του Μητροπολίτη Νικόδημου Μυλωνά και τα Οκτωβριανά του 1931, ενώ στο Παγκύπριο Γυμνάσιο μαζί με την προσδοκία της Ελλάδας και της Ένωσης διάβαζε το απαγορευμένο «Αλφαβητάρι του Κομμουνισμού» του Nikolai Bukharin.

Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών επί Ιωάννη Μεταξά, συμμετείχε στην εθνικοτοπική του ΕΑΜ Κύπρου και πέρασε ξυστά από το ΑΚΕΛ. Ως μέλος της Πανσπουδαστικής Επιτροπής Κυπριακού Αγώνα και της Συντονιστικής Επιτροπής Κυπριακών Σωματείων βοήθησε στην υποδοχή της «Κυπριακής Πρεσβείας» στην Αθήνα το 1946 και το 1947. Όπως γράφει ο Καθηγητής Ιστορίας Πέτρος Παπαπολυβίου στο άρθρο «Τα νεανικά χρόνια του Βάσου Λυσσαρίδη» («Φιλελεύθερος», 10/05/2020): «Τα μέλη της Πρεσβείας (μητροπολίτης Πάφου Λεόντιος, Δημητρός Δημητρίου, Ιωάννης Κληρίδης και Ζήνων Ρωσσίδης) είδαν όλη την πολιτική ηγεσία, από τον βασιλιά Γεώργιο μέχρι το ΕΑΜ. Καθώς είχε αρχίσει ο Εμφύλιος, δεν δόθηκε άδεια για οργάνωση συλλαλητηρίου για το Κυπριακό, ούτε συγκέντρωσης σε κλειστή αίθουσα, όμως ο Λυσσαρίδης ήταν ανάμεσα στη μικρή οργανωτική ομάδα που υποδέχθηκε και ξεπροβόδισε την “Πρεσβεία”. Αναμείχθηκε, επίσης, στην έκδοση ενός σημαντικού βιβλίου-ύμνου στην Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, με πανέμορφη εικονογράφηση και τίτλο “Κύπρος. Το χρονικό της”, που εξέδωσε στην Αθήνα το 1947 η Ομάδα Κυπρίων Διανοουμένων και Καλλιτεχνών “Ευαγόρας”».

Από τους ελλαδικούς πολιτικούς παράγοντες, τη στενότερη σχέση θα την έχει με τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον υιό του, Ανδρέα Παπανδρέου. Άλλωστε, το όνομα της ΕΔΕΚ (Ενιαία Δημοκρατική Ένωση Κέντρου) ήταν εμπνευσμένο από την Ένωση Κέντρου του Γεώργιου Παπανδρέου, ο οποίος είχε αντικομμουνιστικές και δημοκρατικές, σοσιαλιστικές ιδέες.

Αν και διαφώνησε με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου το 1959, εντούτοις στάθηκε δίπλα από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, παρά τις πολλές του διαφωνίες, τις οποίες εξέφραζε εσωτερικά για να μη δίνει λαβές διχόνοιας. Η άποψή του ήταν πως η όποια συνδρομή στη διχόνοια του Κυπριακού Ελληνισμού θα λειτουργούσε προβοκατόρικα για την επιβολή ομοσπονδιακής, διχοτομικής λύσης στο Κυπριακό, κάτι για το οποίο προειδοποιούσε σε ανύποπτο χρόνο πολύ πριν το 1974. Λόγω αυτής της στάσης, θα κατηγορείται ως «εξαπτέρυγο του Μούσκου» από μερίδα της αντιμακαριακής Δεξιάς. Από την άλλη, απόδειξη πως, παρά τις στενές προσωπικές τους σχέσεις -καθότι ήταν και ιατρός του- ο Μακάριος δεν άφησε ποτέ τον Λυσσαρίδη να γιγαντωθεί πολιτικά, αφού το δακτυλίδι της εξουσίας θα το αφήσει τελικά στη μακαριακή Δεξιά, μερίδα της οποίας θα τον κακολογήσει κιόλας πολλά χρόνια μετά θάνατον.

Μετά το 1974, ο Λυσσαρίδης θα κρατήσει ζωντανά τα συνθήματα «Δεν ξεχνώ και αγωνίζομαι», «Λευτεριά – επιστροφή» και «Όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους» με σταθερή αντιομοσπονδιακή γραμμή. Διαφώνησε με τις «Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου» Μακαρίου-Denktas και Κυπριανού-Denktas 1977-79 και θα κρατήσει αυτήν τη θέση παρά τις κατά καιρούς εκλογικές συμμαχίες με ΔΗΚΟ, ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ. Θα διαφωνήσει και με τις λεγόμενες «Ομόφωνες Αποφάσεις» του Εθνικού Συμβουλίου του 1989 για αποδοχή λύσης Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας. Ακόμα και σε εποχές που όλο το πολιτικό φάσμα αποδεχόταν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την ομοσπονδία, ο Λυσσαρίδης επικεντρωνόταν στην «ουσία» και όχι στην «ονοματολογία» για να αποφύγει την υιοθέτηση ρατσιστικής, διχοτομικής λύσης. Κορυφαία στιγμή αυτής της εθνικής θέσης ήταν η συμβολική ανάληψη της ηγεσίας της εκστρατείας του ΟΧΙ στο Σχέδιο Ανάν τον Απρίλιο του 2004.

Άλλο ένα παράδειγμα της πολιτικής διορατικότητάς του ήταν η προειδοποίηση για «Αλεξανδρεττοποίηση» της Κύπρου μέσα από μια νόθα λύση ομοσπονδίας. Ίσως ο ίδιος, 19 χρονών τότε, να θυμάται από τις εφημερίδες της εποχής την προσάρτηση της συριακής επαρχίας στην Τουρκία το 1939 μετά από εποικισμό και νόθευση των εκλογικών διαδικασιών.

Κλείνοντας έναν αιώνα βιολογικής και πολιτικής παρουσίας, τελικά αυτό που μένει ως η πιο έντονη ιδεολογικά σφραγίδα του Βάσου Λυσσαρίδη είναι μάλλον ο κυπροκεντρικός ελληνικός εθνικισμός του διανθισμένος με την υψηλή ρητορική τέχνη και την έγχρωμη ποίησή του. Η σύνθεση της σύμπλευσης με τον Μακάριο, της παραστρατιωτικής συνδρομής στο Κυπριακό Κράτος του «Ψηφίσματος 186» και του «Δικαίου της Ανάγκης» μεταξύ 1963-74 και οι σχέσεις και επαφές με τους Αδεσμεύτους, σφυρηλάτησαν ένα αυτόχθονο είδος «αριστερού εθνικισμού» («left-nationalism»). Στις γεωπολιτικές μυλόπετρες του Κυπριακού, ο λυσσαριδικός σοσιαλισμός επικεντρωνόταν πρώτα στην εθνικολαϊκή ανεξαρτησία και μετά στους εργατικούς αγώνες. Δεν είναι τυχαίο που είναι από τους πρώτους που ανέδειξαν πολιτικά τις επαναστάσεις του Ονήσιλου κατά των Περσών και των «χωργιατών» του Ρε Αλέξη κατά των Φράγκων, για να υπογραμμίσει πως η αντιστασιακή κυπριακή παράδοση στους ξένους κατακτητές προηγείται της καθόδου των Τούρκων στην περιοχή. Επίσης, παρά το ότι σοσιαλιστής, ουδέποτε υπέσκαψε την πανάρχαια Εκκλησία της Κύπρου. Ο σεβασμός του προς την ορθόδοξη παράδοση του Κυπριακού Ελληνισμού αντικατοπτρίζεται και στην ποίησή του. Σε ομιλία του στις 17 Ιουνίου του 2006, δύο χρόνια μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, είπε: «Δεν θα το ανεχθούμε, δεν θα προσυπογράψουμε τουρκοποίηση πανάρχαιων ελληνικών εδαφών».

Γι’ αυτό άλλωστε και μετά το πραξικόπημα και την εισβολή δεν κράτησε κακίες, ούτε διαιώνισε τη διχόνοια, όπως έκαναν άλλες κομματικές ηγεσίες που επένδυσαν σε αυτή. Σε μια ομιλία του στα Κοκκινοχώρια αμέσως μετά τα γεγονότα του 1974, σε μια περιοχή που το κλίμα ήταν εναντίον του, είπε το περίφημο «δεν υπάρχουν προδότες λαοί, αλλά προδομένοι λαοί».

Η πολιτική γραμμή και σκέψη του Βάσου Λυσσαρίδη φαίνεται να κινείτο κατά καιρούς σε διάφορα σημεία του φάσματος μεταξύ σοσιαλισμού και εθνικισμού, αριστεράς και πατριωτισμού, βενιζελικού-παπανδρεϊκού κέντρου και μαρξιστικής-λενινιστικής συγκεντρωτικής δημοκρατίας, σοσιαλδημοκρατίας και μπααθισμού. Οι κομμουνιστές τον κατηγόρησαν ως «εθνικοσοσιαλιστή» και οι εθνικόφρονες ως «κουμμουνιστή».

Αυτό είναι κάτι που θα αντικατοπτριστεί και στην εξωτερική διπλωματία που θα ασκήσει ως πολιτικός παράγοντας. Η σκέψη του, πολύ χονδρικά, συμπυκνώνεται στο «σοσιαλισμός και πατριωτισμός είναι δίδυμες έννοιες» (30/04/2004).

Ο λυσσαριδισμός είναι το απαύγασμα ενός αιώνα έντονης πολιτικής πράξης και παρουσίας και όχι μια προκατασκευασμένη πολιτική θεολογία.

1b.jpg

Ο στρατιωτικός Λυσσαρίδης

Τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια έχει ανθίσει η έρευνα γύρω από την περίοδο 1963-64, από πολλές, μάλιστα, οπτικές γωνίες. Χωρίς φόβο και πάθος και με σεβασμό στα δεδομένα της εποχής, έχουν φωτιστεί πολλές άγνωστες πτυχές, πέρα από την προπαγάνδα ένθεν και ένθεν της Γραμμής Κατάπαυσης του Πυρός, αλλά και μεταξύ των κυπριακών κομματικών μηχανισμών.

Ο Λυσσαρίδης μυήθηκε στην ΕΟΚΑ και δημιούργησε εντός της την «Οργάνωση Αριστερών Εθνικοφρόνων» ή «Οργάνωση Αριστερών Πατριωτών», με την έγκριση του Αρχηγού Γεώργιου Γρίβα-Διγενή. Κάκιζε το ΑΚΕΛ για προδοσία της εργατικής τάξης και καλούσε τις αριστερές μάζες να στηρίξουν τον κυπριακό αντιαποικιακό αγώνα. Ήταν παράλληλα γιατρός αγωνιστών. Μετά την ανεξαρτησία, εκπροσωπούσε την αριστερή τάση του ΕΔΜΑ και του μετέπειτα Πατριωτικού Μετώπου.

Οι Κύπριοι Έλληνες στη ζυριχική Κυπριακή Δημοκρατία είχαν να αντιμετωπίσουν την τουρκοκυπριακή ΤΜΤ, που είχε σκοπό να προκαλέσει εισβολή της Τουρκίας για την επιβολή της διχοτόμησης. Για την άμυνά τους, δημιουργήθηκαν διάφοροι παραστρατιωτικοί σχηματισμοί, οι γνωστές «ομάδες», με μεγαλύτερη την «Οργάνωση» του Υπουργού Εσωτερικών Πολύκαρπου Γιωρκάτζη. Υπήρχαν επίσης «γριβικές ομάδες», οι ομάδες του «Παγκύπριου Συνδέσμου Αγωνιστών» και «ομάδες Σαμψών». Μια από τις πιο μάχιμες ομάδες ήταν οι «Κοκκινοσκούφηδες», γνωστές και ως «Λόχοι Λυσσαρίδη» υπό την στρατιωτική ηγεσία των αγωνιστών της ΕΟΚΑ Δώρου Ηλία και του αδελφού του, Λάκη Ψημολοφίτη. Παρά τη στενή σχέση του με τον Μακάριο, ο Λυσσαρίδης για διάφορους πολιτικούς και προσωπικούς λόγους δεν ήταν μέρος της Οργάνωσης, ούτε είχε εμπλοκή στη σύνταξη του λεγόμενου «Σχεδίου Ακρίτας».

Ωστόσο, οι «Κοκκινοσκούφηδες» θα συνεργαστούν με τις υπόλοιπες ομάδες και την ΕΛΔΥΚ για την αντιμετώπιση της Τουρκανταρσίας και θα πολεμήσουν σε περιοχές μέσα και γύρω από τη Λευκωσία, στο πλαίσιο του «χαώδους οικοδομήματος ασφάλειας» της περιόδου. Με την εκλογή του Γεώργιου Παπανδρέου τον Φεβρουάριο του 1964 εντείνονται οι προσπάθειες για δημιουργία της «Εθελοντικής Εθνοφρουράς», ως πρώτου σταδίου ενοποίησης των παραστρατιωτικών σχηματισμών υπό την ομπρέλα της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής. Στις Ομάδες Λυσσαρίδη είχαν προσχωρήσει και εθελοντές από τον χώρο του ΑΚΕΛ, με την ανοχή ή και ενθάρρυνση της ηγεσίας τους, ιδιαίτερα μετά που επεκτάθηκαν οι συγκρούσεις.

Οι εθελοντές του Λυσσαρίδη θα ορκιστούν και αυτοί ως «ειδικοί αστυφύλακες», όπως και των άλλων ομάδων, και θα υπαχθούν στο «Γενικό Επιτελείο». «Κοκκινοσκούφηδες» θα εκπαιδευτούν από Ελλαδίτες αξιωματικούς για να αποτελέσουν την πρώτη μονάδα «εθελοντικών ΛΟΚ» και θα δώσουν ηρωικές μάχες ως «Νόμιμες Δυνάμεις του Κράτους» στον Άγιο Ιλαρίωνα του Πενταδακτύλου στα τέλη Απριλίου του 1964.

Με τη δημιουργία με νόμο της Εθνικής Φρουράς τον Ιούνιο του 1964, τον οποίο υπερψήφισε στη Βουλή ο Λυσσαρίδης, οι ομάδες του θα ενταχθούν στον νέο κυπριακό τακτικό στρατό, την ίδια εποχή που ξεκινά και η μυστική κάθοδος της Ελληνικής Μεραρχίας.

Ο Λυσσαρίδης διαφωνεί ανοιχτά με την πραξικοπηματική άνοδο των Συνταγματαρχών στην εξουσία στην Ελλάδα, ωστόσο θεωρεί λανθασμένη και επικίνδυνη την αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας μετά τα γεγονότα της Κοφίνου τον Νοέμβριο του 1967.

Η στροφή του Μακαρίου από το «ευκταίο» στο «εφικτό» θα οξύνει τις ελληνοκυπριακές πολιτικές αντιπαραθέσεις, οι οποίες από τη λεκτική βία θα εξελιχθούν και σε φυσική βία. Ο Λυσσαρίδης, που το 1969 όταν δημιουργούνται πολιτικά κόμματα θα δημιουργήσει την ΕΔΕΚ, θα παραμείνει στο πλευρό τού Μακαρίου και θα κατηγορηθεί ως μέρος της κρατικής «αντιβίας».

Όπως γράφει ο Δρ Λεόντιος Ιεροδιακόνου, πρώην Υπουργός Συγκοινωνιών στις κυβερνήσεις Κληρίδη, στο βιβλίο του «Τεθλασμένη Πορεία» (2003): «Όταν ιδρύθηκε η ΕΔΕΚ, η Ελλάδα βρισκόταν κάτω από τη δικτατορία της στρατιωτικής Χούντας. Οι πολιτικές ομάδες και αργότερα τα κόμματα που ιδρύθηκαν στον χώρο της Δεξιάς ή συνεργάζονταν ή αδιαφορούσαν ή – και στις περιπτώσεις που διαφωνούσαν – σιωπούσαν. Το ΑΚΕΛ, ενώ ήταν εναντίον της Χούντας, δεν την πολεμούσε ανοικτά και οργανωμένα. Η μόνη πολιτική δύναμη που στρεφόταν ανοικτά και οργανωμένα εναντίον της Χούντας ήταν η ΕΔΕΚ. Ταυτόχρονα η Χούντα, μέσω των προεκτάσεών της στην Κύπρο – ιδιαίτερα με τον έλεγχο που ασκούσε στην Εθνική Φρουρά – επέστρεφε την πολεμική εναντίον της ΕΔΕΚ. Αυτή η εξέλιξη απετέλεσε μιαν άλλη σοβαρή αιτία που η ΕΔΕΚ άρχισε να προσελκύει νέους – σε μικρότερο βαθμό και πιο ώριμους – από τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς και του ΑΚΕΛ, το οποίο δεν τους πρόσφερε πρακτική διέξοδο αντίστασης προς τη Χούντα. Όπως έχουμε δει, το 1971 έρχεται ο Γρίβας στην Κύπρο και ιδρύει την ΕΟΚΑ-Β’. Είναι γεγονός ότι σχεδόν όλες οι πολιτικές δυνάμεις τάχθηκαν εναντίον της παράνομης δράσης της ΕΟΚΑ-Β’ και των μεθόδων του χρησιμοποιούσε. Όμως την πιο μαχητική στάση τηρούσε η ΕΔΕΚ, η οποία είχε οργανώσει και μυστικές παραστρατιωτικές ομάδες. Είναι επίσης γεγονός ότι παραστρατιωτικές παρακρατικές ομάδες ίδρυσαν και δεξιοί μακαριακοί παράγοντες. Όμως και πάλι η ΕΔΕΚ επωμιζόταν το μεγαλύτερο βάρος. Και βέβαια για έναν αριστερό ήταν πιο φυσικό να ενταχθεί στις ομάδες της ΕΔΕΚ. Το ΑΚΕΛ δεν ήθελε το ίδιο να δημιουργήσει δικές του ένοπλες ομάδες. Πρότειναν στον Μακάριο να του διαθέσουν όσα άτομα ήθελε, με τον όρο όμως να τους χρησιμοποιήσει επίσημα το κράτος, είτε προς ενίσχυση της αστυνομίας είτε σ’ ένα είδος πολιτοφυλακής είτε άλλως πώς».

Μια πτυχή που πραγματικά αξίζει διερεύνησης είναι ο ρόλος των λυσσαριδικών παραστρατιωτικών σχηματισμών στο πλευρό του Μακαρίου. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο της δράσης της ΕΟΚΑ-Β’, γιατί ο Μακάριος ενθάρρυνε την ύπαρξη αυτών των ένοπλων ομάδων, τη στιγμή που το νόμιμο κράτος θα μπορούσε θεωρητικά να αντιμετωπίσει την κατάσταση με θεσμοθετημένα Σώματα Ασφαλείας; Για την Εθνική Φρουρά, που ελεγχόταν σε μεγάλο βαθμό από Ελλαδίτες αξιωματικούς προσκείμενους στο καθεστώς της 21ης Απριλίου, είναι κατανοητό. Μήπως όμως ο Μακάριος δεν εμπιστευόταν πλήρως ούτε τους αστυνομικούς θεσμούς που δημιουργήθηκαν επί προεδρίας του, λόγω διάβρωσης από την ΕΟΚΑ-Β’, γι’ αυτό και είχε τους λυσσαριδικούς ως άτυπο «εφεδρικό πέραν του Εφεδρικού»; Ίσως ο Μακάριος να είχε τις ίδιες ανησυχίες που είχε και την περίοδο 1962-63, όταν ενθάρρυνε την δημιουργία πολλών «ομάδων»…

Ένα μικρό παράδειγμα για τη σχέση αυτών των παρακρατικών ομάδων με το κράτος βρίσκουμε στο βιβλίο της Μάρως Αδαμίδου «Βάσος Λυσσαρίδης – Εκ Βαθέων: Απολογισμός ζωής και αγώνων» (2018). Ο Γιατρός αναφέρει πως ο Μακάριος «στηριζόταν πάνω στις δυνάμεις της ΕΔΕΚ σε ώρα κρίσης» και, παρά τις πιέσεις της χουντικής ΚΥΠ και Ελλαδιτών αξιωματικών στον Μακάριο, ο τελευταίος δεν αποκήρυττε τον Λυσσαρίδη. Ενδιαφέρουσα είναι και η αναφορά του πως στο αποχαιρετιστήριο γεύμα του στη Λευκωσία, ο χουντικός Πρέσβης Κωνσταντίνος Παναγιωτάκος «επαίνεσε τους κομμουνιστές για τη στάση τους και ζήτησε από τον Μακάριο να βάλει τον Λυσσαρίδη σε λοιμοκαθαρτήριο».

Τον Φεβρουάριο του 1972, προφανώς μετά την αποκάλυψη στρατιωτικών πραξικοπηματικών σχεδίων από Κύπριους αξιωματικούς της ΕΦ με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Τάσο Μάρκου, ο Λυσσαρίδης αναφέρει πως ο Μακάριος τον κάλεσε στο Προεδρικό για να τον βολιδοσκοπήσει εάν οι εθελοντές του είναι έτοιμοι να προβάλουν ένοπλη αντίσταση. Υπήρχαν ελάχιστα όπλα, «όσα κράτησαν με ατομική πρωτοβουλία μερικοί αγωνιστές του 1963-64 μετά την Τουρκανταρσία». Επιπλέον, ο Μακάριος «έστειλε οπλισμό με εντολή οι εθελοντές να καταταγούν ως άμισθοι έκτακτοι αστυνομικοί». Ο Γιατρός αναφέρει πως «το σχέδιο του Μακαρίου ήταν κάθε αστυνομικό αυτοκίνητο να επανδρώνεται από έναν αστυνομικό και δύο δικούς μας αγωνιστές γιατί γνώριζε ότι υπήρχε μεγάλη διάβρωση στην Αστυνομία».

Βέβαια, κατά την πραξικοπηματική και μεταπραξικοπηματική περίοδο, μεγάλο βάρος της αντίστασης έπεσε στους ώμους των ομάδων την ΕΔΕΚ, πέραν της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και της στρατιωτικοποιημένης αστυνομικής Τακτικής Εφεδρικής Μονάδας. Υπήρξαν μάλιστα πεσόντες, όπως ο Κόκος Φωτίου και ο Δώρος Λοΐζου. Το ΑΚΕΛ δεν συμμετείχε οργανωμένα στην αντίσταση και σύμβολο της κομμουνιστικής απουσίας έχει γίνει η περίφημη ιστορία με το «γλυκό καρυδάκι» που κέρασαν μέλη του κόμματος στους πραξικοπηματίες που αναζητούσαν τον γιο τους για συμμετοχή σε ομάδες της ΕΔΕΚ.

Μετά την εισβολή ο Λυσσαρίδης θα επιμένει στη δημιουργία «Λαϊκής Πολιτοφυλακής» και ισχυρής αμυντικής θωράκισης, ενώ ρίχνει το ιστορικό σύνθημα «κάθε σπίτι και κάστρο, κάθε πατριώτης και στρατιώτης». Η ιδέα του κάστρου είχε να κάνει με την άμυνα και όχι με την επίθεση.

Στις Προγραμματικές Θέσεις του Σοσιαλιστικού Κόμματος ΕΔΕΚ για τις βουλευτικές εκλογές του 1981, κάτω από τον τίτλο «Η γραμμή του συνετού αγωνιστικού ρεαλισμού» αναφέρεται πως η Τουρκία έχει σε πρώτο στάδιο στόχο τη «νομιμοποίηση της κατοχής και την αναγνώριση χωριστού κράτους και σε δεύτερο την ολική κατάληψη της Κύπρου». Για να γίνουν ανέφικτοι οι στόχοι προτείνει:

«Με συνέπεια στους στόχους μας και με προάσπιση της κρατικής υπόστασης της ΚΔ. Με σταθερή προσήλωση και εμμονή στις αποφάσεις του ΟΗΕ. Με σωστή διεθνοποίηση, που θα τοποθετεί το Κυπριακό ως θέμα εισβολής-κατοχής και καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με τη σύνδεση του θέματός μας με τα εθνικά συμφέροντα άλλων χωρών. Με τη σωστή αμυντική θωράκιση. Με πολιτοφυλακή, που θ’ αξιοποιεί το πατριωτικό ανθρώπινο δυναμικό. Με τη δημιουργία του σωστού αγωνιστικού κλίματος. Με τη στράτευση της οικονομίας για την εξυπηρέτηση του λαού και του αγώνα. Με τη συσπείρωση όλων των τίμιων πατριωτών, που δεν είναι διατεθειμένοι να ξεγράψουν πατρίδα και δικαιώματα, σ’ ένα ευρύ Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας».

Η ιδέα τού «κάθε σπίτι και κάστρο» θα λάβει εν μέρει σάρκα και οστά με τη χορήγηση και κατ’ οίκον φύλαξη όπλων και πυρομαχικών στους εθνοφύλακες το 1989 με Υπουργό Άμυνας τον Ανδρέα Αλωνεύτη, επί Προεδρίας Γιώργου Βασιλείου. Θα επεκταθεί και στους εφέδρους με Υπουργό Άμυνας τον Γιαννάκη Ομήρου, επί Προεδρίας Γλαύκου Κληρίδη.

Παράλληλα, με διεθνοποίηση του Κυπριακού, πρωταγωνίστησε στη συμπόρευση με τη μεταπολιτευτική Ελλάδα στην υιοθέτηση του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου. Στήριξε τον Γλαύκο Κληρίδη το 1998 με την προϋπόθεση της εγκατάστασης των ρωσικών πυραύλων S-300 και αποχώρησε από τη συγκυβέρνηση όταν ματαιώθηκε η έλευσή τους.

Σε μια ομιλία του στο Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2008, είπε: «Αν το ν’ αγωνίζεσαι για εθνική επιβίωση, για αξιοπρέπεια, για ελευθερία είναι εθνικισμός, δηλώνω ένοχος».

Στις 31 Μαρτίου 2017, ο Βάσος Λυσσαρίδης τιμήθηκε στην Πρεσβεία της Ελλάδος από την Ελληνική Πολιτεία και τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Στην παρουσία του Ελλαδίτη Αρχηγού ΓΕΕΘΑ και του Κύπριου ΥΠΑΜ, παρέλαβε τη Διαμνημόνευση Αστέρα Αξίας και Τιμής από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας Πάνο Καμμένο «για την προσφορά όλως διακεκριμένων υπηρεσιών προς το έθνος και τον κυπριακό λαό, τόσο κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου όσο και στον υπόλοιπο πολιτικό του βίο». Στην ομιλία του ο Ελλαδίτης ΥΕΘΑ ανέφερε «αποφασίσαμε να κάνουμε το ελάχιστο μπροστά σε αυτά που εσείς κάνατε για την πατρίδα και για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις», προσθέτοντας: «Είναι πολλά, τα οποία τα γνωρίζει όλος ο ελληνικός λαός, αλλά είναι ακόμα περισσότερα αυτά που προσφέρατε εσείς για την πατρίδα, για το έθνος και για τις Ένοπλες Δυνάμεις που δεν θα τα μάθει ποτέ κανείς».

Ο διπλωματικός Λυσσαρίδης

Με την εισβολή της στην Ουγγαρία το 1956, ο Λυσσαρίδης απογοητεύτηκε από την ΕΣΣΔ, ωστόσο παρέμεινε σταθερά φίλα προσκείμενος προς αυτήν και αντίθετος προς το ΝΑΤΟ. Ήταν προσωπικός φίλος με πολλούς ηγέτες εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων σε Αφρική, Μέση Ανατολή, Καραϊβική, Λατινική Αμερική και Ασία, οι οποίοι έβλεπαν με δέος τον αγώνα της ΕΟΚΑ (βλ. «Σημερινή», 05/04/2020, «Περί “φασισμού”, “ναζισμού” και “ρατσισμού” της ΕΟΚΑ»). Καλλιέργησε ιδιαίτερα στενές σχέσεις με ηγέτες όπως τους Yasser Arafat, Στρατηγό Hafez al-Assad, Συνταγματάρχη Muammar Ghaddafi, Fidel Castro, Nelson Mandela, Eduardo Mondlane και Amilcar Cabral.

Όπως είπε σε ομιλία του στο ΣΙΜΑΕ στις 15 Οκτωβρίου 2005: «Η εμπειρία της ΕΟΚΑ δόθηκε στους αγωνιστές της Αφρικής και αξιοποιήθηκε στο έπακρον. Η Κύπρος ήταν μια μορφή αρχηγείου αυτού του αγώνα. Όλοι οι ηγέτες της Αφρικής πέρασαν απ’ εδώ. Γκαμπράλ του PAIGC της Γουϊνέας Μπισσάου και Πράσινου Ακρωτηρίου που δολοφονήθηκε πριν την ανεξαρτησία, Νέτο, του MPLA και μετέπειτα προέδρος της Αγκόλα, Τάμπο, προέδρος του ANC της Νότιας Αφρικής, Μαρσελίνο της Μοζαμβίκης, ο Σάμ Νουτζόμε αργότερα πρόεδρος της Ναμίμπια και δεκάδες άλλοι. Η προσπάθεια υποτίμησης του αγώνα της ΕΟΚΑ είναι ακατανόητη. Όχι μόνο για τα όσα πρόσφερε στον λαό μας, αλλά και για όσα πρόσφερε σε άλλους λαούς». Και πρόσθεσε: «Μεταφέρω με κάθε σεβασμό προς την αλήθεια τη σημασία που απέδιδαν οι πρωταγωνιστές της απελευθέρωσης της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής, Λατινικής Αμερικής και Ασίας στον δικό μας εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα, που τον θεωρούσαν πρόδρομο του δικού τους αγώνα».

Αμέσως μετά την ανεξαρτησία υπήρξε μέλος και αντιπρόεδρος του Κινήματος Αφρικανο-ασιατικής Αλληλεγγύης (AAPSO), «που αποτελούσε ως ένα βαθμό τη λαϊκή έκφραση του κινήματος των Αδεσμεύτων». Πρωτοστάτησε στον αγώνα κατά του απαρτχάιντ στη Νότιο Αφρική. Αυτές οι σχέσεις και επαφές έδιναν επιρροή στο Κίνημα των Αδεσμεύτων, με αποτέλεσμα η Κύπρος να αποκτήσει πολύτιμους φίλους στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.

Στην πολιτική του πορεία θα αναπτύξει στενές σχέσεις και επαφές με άλλους λαούς, ιδιαίτερα με τους Αρμένιους και τους Κούρδους. Τον Οκτώβριο του 2012 παρασημοφορήθηκε από τον Πρόεδρο της Νοτίου Αφρικής και τον Δεκέμβριο του 2014 από τον Πρόεδρο της Αρμενίας. Επίσης, αγωνιστές της ΕΟΚΑ που καλλιέργησαν σχέσεις με Ιρλανδούς του IRA στις αγγλικές φυλακές μεταξύ 1956-59 και μετά προσχώρησαν στην ΕΔΕΚ, θα φέρουν τον Λυσσαρίδη σε επαφή με το ιρλανδικό κίνημα.

Ο πολιτιστικός Λυσσαρίδης

Η σύζευξη της πολιτικής γραμμής του με τον πολιτισμό φαίνεται συμβολικά από μια εκδήλωση του «Ιδρύματος Λυσσαρίδη» στις 16 Νοεμβρίου 2013, στη Δημοσιογραφική Εστία στη Λευκωσία, με θέμα τον «Παγκόσμιο Ελληνισμό». Χαιρετισμούς απηύθυναν ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β’, ο Πρέσβης της Ελλάδος Βασίλης Παπαϊωάννου και ο Πρόεδρος της Βουλής και Πρόεδρος της ΕΔΕΚ Γιαννάκης Ομήρου. Μετά το καλωσόρισμα του ίδιου του Βάσου Λυσσαρίδη και μουσική με αρχαία όργανα και αρχαιοελληνικούς ύμνους, έγιναν οι εξής ομιλίες: Νίκος Σοφιανός – «Πορεία Μεγάλου Αλεξάνδρου και ο Ελληνισμός στην Ασία», Αικατερίνη Ζορέβλιεβα – «Ελληνισμός Καυκάσου, Κριμαίας, Αζοφικής, Μαύρης Θάλασσας», Χαράλαμπος Συμεωνίδης – «Ο Ελληνισμός Πόντου και Μέσης Ανατολής», Θεόδωρος Μαυρογιάννης – «Ο Ελληνισμός στην Ευρώπη», Βάσος Καραγιώργης – «Ο Ελληνισμός στην Κύπρο», Μητροπολίτης Κένυας Μακάριος Τηλλυρίδης – «Ο Ελληνισμός στην Αφρική», Ηλίας Ηλιάδης – «Ο Ελληνισμός στην Αμερικανική Ήπειρο». Η επιλογή τίτλου, θεματολογίας και ομιλητών μιλά από μόνη της.

Η πολιτική και ιστορική παρακαταθήκη που αφήνει ο Βάσος Λυσσαρίδης, ακόμα και ως αποτέλεσμα της σχέσης του με φίλους και εχθρούς, είναι πολύ μεγάλη και σίγουρα δεν χωρεί στα στεγανά του κομματικού σχηματισμού που δημιούργησε. Μια αντικειμενική και πλήρης αποτίμησή της θα συμπληρώσει πολλά κενά στη βαθύτερη κατανόηση της σύγχρονης κυπριακής Ιστορίας.

*Αστυνομικές Σπουδές, Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή