Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Το τέλος της μικρής μας πόλης, της Θεσσαλονίκης

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Παντελής Σαββίδης

Μου προκάλεσε κατάπληξη η ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ ότι τρία από τα καλύτερα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης και, ίσως, της Ελλάδας αποκλείστηκαν από εμφυτεύσεις διαδερμικών αορτικών βαλβίδων. Και, είναι, μόνο, τα νοσοκομεία που απαξιώθηκαν; Τα τελευταία χρόνια, καθώς είδα τα πράγματα με μια αποστασιοποιημένη, από την καθημερινότητα, ματιά διαπίστωσα πως το σύνολο της πολιτικής, οικονομικής, και κοινωνικής ηγέτιδας τάξης της χώρας έχει κάνει μια επιλογή:

Οτιδήποτε συμβεί στη χώρα θα έχει ως κέντρο του το λεκανοπέδιο της Αττικής.

Ακόμη και όταν, κάτω από την πίεση τρομερά δύσκολων περιστάσεων, η ηγετική ομάδα της χώρας, που είναι διακομματική, αναγκάστηκε να καθιερώσει κάποια προνόμια για να γίνουν επενδύσεις στη Θράκη, να βρει απασχόληση ο κόσμος και να μην εγκαταλείψει τις εστίες του, δόθηκαν παραπλήσια προνόμια στη Βοιωτία, ώστε τα αγαπημένα παιδιά του συστήματος, να βρουν καταφύγιο στην αθηναϊκή υπερορία του γειτονικού νομού. Το πρόβλημα της Θράκης είναι δευτερεύον. Αυτό ήταν το βασικό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας, αυτό παραμένει μέχρι και σήμερα που ο κόσμος αλλάζει αλλά στην Ελλάδα δεν γίνεται αντιληπτή καμιά αλλαγή. Όλα, πάλι, θα περιστραφούν γύρω από τις ίδιες αντιλήψεις. Αυτό το μοντέλο επιχείρησε να αμφισβητήσει, μετά την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων, μια ομάδα επιχειρηματιών της Θεσσαλονίκης αλλά απέτυχε. Το αθηναϊκό κατεστημένο αποδείχθηκε ισχυρό και με τα Μέσα Ενημέρωσης που διέθετε τους διέβαλε ακόμη και ως αποσχιστές.

Το μοντέλο ταρακούνησε λίγο τη δεκαετία του ’60 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όταν έγιναν και οι τελευταίες μεγάλες επενδύσεις στη Θεσσαλονίκη με την Esso Pappas, την ΕΘΥΛ κλπ. Η πόλη έχει να δει σοβαρή επένδυση από τότε.

Αυτό το μοντέλο ανάπτυξης σημαίνει ένα άκρως συγκεντρωτικό εθνικό κράτος του οποίου η πρωτεύουσα λειτουργεί ως μητρόπολη μιας αποικίας.

Ό,τι συμβαίνει στη χώρα, πρέπει να εξυπηρετεί  την πρωτεύουσα. Και από αυτήν τη λογική και κίνηση θα αναπτύσσεται, όσο αναπτύσσεται, και η λοιπή χώρα. Συσσωρεύθηκε γύρω από το κέντρο της πρωτεύουσας ό,τι πιο αντιπαραγωγικό και παρασιτικό υπήρχε στη χώρα που προσπαθούσε να κερδίσει κομμάτι της πίτας ομνύοντας κομματικούς όρκους, διατεθειμένο να μπει σε μια λογική απόλυτης διαφθοράς. Αυτός ο τρόπος λειτουργίας ήταν αδύνατον να δώσει οικονομική δυναμική στη χώρα. Ήταν θνησιγενής. Και, όμως, παρά το γεγονός ότι φαινόταν το αδιέξοδό του, η ιθύνουσα τάξη επέμενε σ’ αυτόν. Και συνεχίζει να επιμένει.  Επέμενε, ακόμη και όταν η κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων των Βαλκανίων ευνοούσε την ανάπτυξη ενός άλλου κέντρου, πέραν του λεκανοπεδίου. Ενώ ήταν μαθηματικώς επιβεβαιωμένο ότι η χώρα θα ευνοείτο εάν αναπτυσσόταν ένας ακόμη πόλος στο βορρά, προτιμήθηκε από την ιθύνουσα τάξη να χαθεί η ευκαιρία παρά να γίνει οποιαδήποτε αποκέντρωση πολιτικής ή οικονομικής ισχύος.

Και ενώ, λοιπόν, αυτά συνέβαιναν τη δεκαετία του ’90, νάσου και η Ευρωπαϊκή Ένωση που επέβαλε καταμερισμό εργασίας μεταξύ των κρατών μελών της με την Ελλάδα να στερείται του δικαιώματος σοβαρής εκβιομηχάνισης. Με τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν, η πίτα μίκρυνε και δεν αρκούσε ούτε για το κέντρο. Τι να περίσσευε και για την αποικία;

Η κεντρομόλος δύναμη αυξήθηκε και το σύνολο, σχεδόν, των παραγωγικών δυνάμεων συγκεντρώθηκε στο λεκανοπέδιο.

Στην πρώτη, πειραματική φάση της παγκοσμιοποίησης, στην Ελλάδα έπρεπε να δημιουργηθεί ένα μεγάλο διεθνές αεροδρόμιο και επελέγη η Αθήνα. Ένα μεγάλο λιμάνι και επελέγη ο Πειραιάς. Εν πάση περιπτώσει, ό,τι υπαγορευόταν από διεθνή κέντρα ότι έπρεπε να δημιουργηθεί εδημιουργείτο στην Αθήνα. Ήρθαν και οι Ολυμπιακοί και η απόσταση κέντρου και περιφέρειας έγινε ένα τεράστιο χάσμα. Όταν υπάρχει τέτοια διαφορά είναι ευνόητο πως ο ισχυρός πόλος θα προσελκύσει και τον υπόλοιπο κόσμο που έμεινε στην ελληνική περιφέρεια.

Η εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης έθεσε και άλλα ερωτήματα, όπως οι διεθνείς πόλεις στις οποίες θα έχει τη βάση της μια υπερεθνική ελίτ η οποία κινείται διαρκώς αλλά έχει τις πόλεις αυτές ως σημείο αναφοράς. Οι πόλεις αυτές θα είναι περί τις σαράντα και δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτές καμιά ελληνική. Αντιθέτως περιλαμβάνεται η Κωνσταντινούπολη.

Αν συνεχιστεί η επιλογή των παγκόσμιων πόλεων, η αθηναϊκή ιθύνουσα τάξη θα επιδιώξει, και είναι λογικό, να καταστήσει την ελληνική πρωτεύουσα μία από αυτές . Αυτό σημαίνει ότι κάθε ικμάδα που απέμεινε στην ελληνική κοινωνία πρέπει να μετακομίσει στο λεκανοπέδιο. Που σημαίνει πως πάση θυσία, ό,τι γίνεται στην Ελλάδα πρέπει να συμβαίνει στην Αθήνα. Έτσι, αρχίζει η αποδόμηση περιφερειακών θεσμών κάθε είδους που όταν αφέθηκαν να αναπτυχθούν, αναπτύχθηκαν με ιδιαίτερο δυναμισμό.

Το πρόβλημα, τώρα, είναι τι κάνουμε. Αλλά γι’ αυτό σε επόμενο άρθρο.

http://www.pontos-news.gr/article/209668/telos-tis-mikris-mas-polis

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ρούμπιο στην Πνύκα: Τι μας είπε για την Ελλάδα και τη Δύση — και τι δεν μας είπε, αλλά άφησε να εννοηθεί

Δημοσιεύτηκε

στις

Του Θεόδωρου Ατματζίδη

Ο Ρούμπιο δεν επέλεξε τυχαία την Πνύκα για να απευθυνθεί στην Ευρώπη και στον δυτικό κόσμο. Από τον χώρο που συνδέθηκε με την αθηναϊκή δημοκρατία, αναγνώρισε ότι η αρχαία Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για τον δυτικό πολιτισμό, όχι μόνο εξαιτίας των πολιτικών της ιδεών, αλλά και λόγω των αξιών, του καθήκοντος, της τιμής και της προθυμίας των ανθρώπων της να υπερασπιστούν όσα θεωρούσαν σημαντικά. Η Ελλάδα, όπως ανέφερε, παραμένει ένα πρότυπο συμμάχου για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το μήνυμά του, ωστόσο, δεν ήταν απλώς ένας ιστορικός έπαινος. Ο Ρούμπιο μίλησε για μια Δύση που βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, προειδοποιώντας ότι η επόμενη δεκαετία θα επηρεάσει την πορεία του επόμενου αιώνα. Αναφέρθηκε στην ανάγκη ενίσχυσης της εθνικής ισχύος, της αμυντικής ικανότητας, της βιομηχανικής παραγωγής και της τεχνολογικής υπεροχής. Κάλεσε, ουσιαστικά, την Ευρώπη να εγκαταλείψει τον εφησυχασμό και να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια και το μέλλον της.

Εδώ βρίσκεται, κατά την εκτίμησή μου, το βαθύτερο νόημα της ομιλίας του: η Ελλάδα που γέννησε ιδέες και αξίες τις οποίες θαυμάζει ακόμη ο κόσμος αποτελεί ένα σημαντικό ιστορικό κεφάλαιο. Η Ελλάδα του σήμερα, όμως, και μαζί της η Ευρώπη, καλούνται να αποδείξουν στην πράξη ότι μπορούν να υπερασπιστούν όσα κληρονόμησαν. Η ιστορία προσφέρει κύρος και ταυτότητα· δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση ασφάλειας.

Ο Ρούμπιο αναγνώρισε με σαφήνεια τη διαχρονική συμβολή της Ελλάδας. Ο προβληματισμός όμως είναι στο τι συνεπάγεται αυτή η αναγνώριση στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον, όπου οι πόλεμοι, ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων, οι απειλές κατά των θαλάσσιων οδών και η αμφισβήτηση της διεθνούς τάξης διαμορφώνουν ένα ολοένα πιο απαιτητικό περιβάλλον ασφαλείας.

Τώρα που κάθισε η σκόνη μετά την επίσκεψη του Ρούμπιο, είναι σκόμιμο να εξετάσουμε πώς μπορούμε να κάνουμε μια γρήγορη και ψύχραιμη αποτίμησή της:

  • τι ειπώθηκε,
  • τι συμφωνήθηκε,
  • τι δεν ειπώθηκε και
  • ποιες πρακτικές συνέπειες μπορεί να έχει για την Ελλάδα.

Τι δεν μας είπε — και τι πρέπει να εξετάσουμε

Στην ομιλία της Πνύκας δεν διατυπώθηκε κάποια νέα, συγκεκριμένη αμερικανική εγγύηση για την αντιμετώπιση των απειλών που αφορούν ειδικά την Ελλάδα. Δεν παρουσιάστηκε δημόσια ένα νέο πλαίσιο αντιμετώπισης πιθανής ελληνοτουρκικής κρίσης ούτε δόθηκαν συγκεκριμένες δεσμεύσεις για το πώς θα αντιδρούσε η Ουάσιγκτον σε περίπτωση αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας.

Αυτό σημαίνει ότι παρόλο που υπάρχουν διμερείς συμφωνίες, αμυντική συνεργασία και δίαυλοι στρατηγικού διαλόγου, πρέπει να διακρίνουμε την πολιτική αναγνώριση και τη συμμαχική συνεργασία από τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις που αφορούν την αντιμετώπιση μιας κρίσης.

Εξάλλου, οι ΗΠΑ διαμορφώνουν την πολιτική τους με βάση τα δικά τους εθνικά συμφέροντα. Η Ελλάδα αποτελεί σημαντικό σύμμαχο, προσφέρει στρατηγικές υποδομές και διευκολύνσεις, συμβάλλει στην ασφάλεια της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και διαθέτει κρίσιμη γεωγραφική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο. Όλα αυτά ενισχύουν τη σημασία της για την Ουάσιγκτον, αλλά δεν καταργούν την ανάγκη η Αθήνα να διαμορφώνει τη δική της στρατηγική και να διατηρεί αξιόπιστη αποτρεπτική ικανότητα.

Η ίδια η επίσκεψη, άλλωστε, συνοδεύτηκε από συγκεκριμένες ανακοινώσεις για την ελληνοαμερικανική συνεργασία στην άμυνα, στην ασφάλεια και στην ανταλλαγή πληροφοριών για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Συνεπώς, η ουσία είναι ανάμεσα στις υπαρκτές συμφωνίες και στις πρόσθετες εγγυήσεις που δεν ανακοινώθηκαν δημόσια.

Για την Ελλάδα, αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα μας δεν βρίσκεται αντιμέτωπη μόνο με τις ευρύτερες απειλές που απασχολούν τη Δύση. Έχει και συγκεκριμένες εθνικές προτεραιότητες: την προστασία της κυριαρχίας της, την αποτροπή στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, την ασφάλεια της Κύπρου, την προστασία των θαλάσσιων και ενεργειακών υποδομών και τη διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας των Ενόπλων Δυνάμεων.

Η αμερικανική στρατηγική προσέγγιση δεν μπορεί να θεωρείται ότι ταυτίζεται αυτόματα με όλες τις ελληνικές προτεραιότητες. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρεί τις σχέσεις της με τους συμμάχους και τους περιφερειακούς εταίρους της, ενώ η Αθήνα οφείλει να διασφαλίζει ότι οι δικές της ανησυχίες λαμβάνονται ουσιαστικά υπόψη. Γι’ αυτό και η αξία της συμμαχίας κρίνεται όχι μόνο από τις δημόσιες δηλώσεις, αλλά και από το αποτέλεσμα της διπλωματίας, της αμυντικής συνεργασίας και της διαχείρισης συγκεκριμένων κρίσεων.

Η Ελλάδα οφείλει να μετατρέψει το ιστορικό κεφάλαιο σε στρατηγική ισχύ

Το μήνυμα της Πνύκας πρέπει, επομένως, να λειτουργήσει και ως αφορμή για έναν δικό μας απολογισμό. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι αμυντικές της δυνατότητες και ο ρόλος της στις περιφερειακές ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές δημιουργούν σημαντικές ευκαιρίες. Αυτές, όμως, αποκτούν πραγματική αξία μόνο όταν εντάσσονται σε έναν συνεκτικό σχεδιασμό εθνικής ασφάλειας.

Απαιτούνται ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα, σύγχρονη αμυντική βιομηχανία, επένδυση στην τεχνολογία, αποτελεσματικές υπηρεσίες πληροφοριών, προστασία κρίσιμων υποδομών και ουσιαστικός συντονισμός εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Απαιτείται, επίσης, να αξιοποιούμε τη στρατηγική μας θέση με τρόπο που να ενισχύει μετρήσιμα την εθνική ασφάλεια και την οικονομία, χωρίς να συγχέουμε τη γεωπολιτική αξία της χώρας με την αυτόματη εξασφάλιση των συμφερόντων της.

Ο Ρούμπιο μας θύμισε τι υπήρξε η Ελλάδα και πόσο βαθιά επηρέασε τον δυτικό κόσμο. Το σημερινό όμως ερώτημα είναι τι είμαστε σήμερα και τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε για να διατηρήσουμε τη θέση μας σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού και κινδύνων.

Οι σύμμαχοι μπορούν να αναγνωρίσουν την ιστορία μας, να συνεργαστούν μαζί μας και να επενδύσουν στη στρατηγική μας σημασία. Την ευθύνη, όμως, για την υπεράσπιση των εθνικών μας συμφερόντων δεν μπορούμε να την εκχωρήσουμε σε κανέναν. Η ιστορική κληρονομιά αποκτά σύγχρονο νόημα όταν συνοδεύεται από ισχύ, ετοιμότητα, στρατηγική συνέπεια και την πολιτική βούληση να υπερασπιστούμε όσα θεωρούμε ζωτικά για τη χώρα.

Αυτό είναι, τελικά, το ουσιαστικό μήνυμα που αξίζει να κρατήσουμε από την ομιλία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην Πνύκα: ο θαυμασμός για το παρελθόν έχει αξία, αλλά η ασφάλεια και η θέση ενός κράτους στο διεθνές σύστημα καθορίζονται από τις επιλογές και τις πράξεις του στο παρόν.!!

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ο δρόμος του Τραμπ, το Ιράν, τα γαλλικά δάνεια και οι νέες συνδέσεις στον Καύκασο

Η προοπτική σιδηροδρομικής σύνδεσης με το Καπάν, τα γαλλικά δάνεια για μεταρρυθμίσεις και στέγαση εκτοπισμένων και οι επαφές με την Τεχεράνη για το TRIPP κυριαρχούν στο δελτίο «Η φωνή της Αρμενίας», με τη Λιάνα Μανουκιάν. Στην ατζέντα περιλαμβάνονται επίσης οι αιχμές προς ρωσικά μέσα ενημέρωσης, η πυρηνική ενέργεια, ο τουρισμός και η υγειονομική επιτήρηση.

Δημοσιεύτηκε

στις

Την προοπτική επέκτασης της σιδηροδρομικής γραμμής μέχρι το Καπάν έθεσε ο πρωθυπουργός της Αρμενίας Νικόλ Πασινιάν, απαντώντας στην Εθνοσυνέλευση σε ερώτηση του βουλευτή Αρτούρ Χατσατριάν για την απρόσκοπτη εσωτερική συγκοινωνία της χώρας μέσω αζερικού εδάφους.

Ο Πασινιάν υπενθύμισε ότι η αντίστοιχη γραμμή λειτουργούσε κατά τη σοβιετική περίοδο, με τη διαδρομή από το Μεγρί προς το Καπάν να περνά από το Αζερμπαϊτζάν. Υπογράμμισε τη σημασία της για το συγκρότημα χαλκού και μολυβδαινίου του Ζανγκεζούρ και τη μεταλλευτική μονάδα του Καπάν, αλλά και για την αποσυμφόρηση των οδικών μεταφορών.

Παρουσίασε, ωστόσο, την επέκταση ως μελλοντική προοπτική, συνδεδεμένη με τη θεσμική και κοινωνική εδραίωση της ειρήνης. Στην παρούσα φάση, το ζήτημα αφορά την αποκατάσταση της παλαιάς γραμμής μέσω Μεγρί. Ανέφερε ακόμη ότι η σιδηροδρομική πρόσβαση μέσω Αζερμπαϊτζάν έχει ήδη επιτρέψει εισαγωγές και δημιουργεί δυνατότητες εξαγωγών.

Παράλληλα, ο Γαλλικός Οργανισμός Ανάπτυξης υπέγραψε χρηματοδοτική συμφωνία που υπερβαίνει τα 270 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με τη γαλλική πρεσβεία, το πρώτο δάνειο, ύψους 250 εκατ. ευρώ, στηρίζει μεταρρυθμίσεις στη δημοσιονομική διαχείριση. Το δεύτερο, ισοδύναμο με 23 εκατ. ευρώ και εκφρασμένο σε αρμενικά ντραμ, αφορά τη στέγαση ευάλωτων οικογενειών, ιδιαίτερα εκτοπισμένων από το Ναγκόρνο Καραμπάχ. Οι συνολικές δεσμεύσεις του οργανισμού προς την Αρμενία υπερβαίνουν πλέον τα 850 εκατ. ευρώ.

Στο διπλωματικό πεδίο, ο υπουργός Εξωτερικών και Διεθνούς Εμπορίου Αραράτ Μιρζογιάν υποστήριξε ότι το Ιράν αντιμετωπίζει θετικά τη διαφάνεια της αρμενικής πλευράς για το έργο TRIPP, την προθυμία της να συζητήσει τα επιμέρους ζητήματα και τις οικονομικές δυνατότητες των υποδομών.

Ο υπουργός διευκρίνισε ότι η εκτίμησή του βασίζεται στις συζητήσεις που είχε στην Τεχεράνη. Απέρριψε την εικόνα έντασης που, κατά τον ίδιο, προβάλλουν ορισμένα μέσα ενημέρωσης και αντιπολιτευόμενοι κύκλοι. Υπογράμμισε επίσης τη σημασία των σχέσεων με το Ιράν, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς των διεθνών κυρώσεων, ενώ ανέφερε ότι εξετάζονται τεχνικές λύσεις για τις καθυστερήσεις στις εμπορευματικές μεταφορές στην ιρανική τελωνειακή ζώνη.

Σε ξεχωριστή τοποθέτησή του, ο Μιρζογιάν άσκησε κριτική σε ρωσικά μέσα ενημέρωσης και πολιτικούς κύκλους, κατηγορώντας τους ότι παρουσιάζουν με ιδιαίτερα αρνητικά χρώματα τις εξελίξεις γύρω από την Αρμενία. Ως αντίβαρο, επικαλέστηκε την παρουσία αρμενικών προϊόντων σε αγορές όπως το Τουρκμενιστάν, το Ομάν, η Ρουμανία και η Πολωνία.

Στην ενέργεια, παρουσιάστηκαν οι εργασίες για την παράταση λειτουργίας της δεύτερης μονάδας του αρμενικού πυρηνικού σταθμού, με τη συμμετοχή της Rosatom και αρμενικών φορέων. Η σχετική δημοσίευση της Δημόσιας Ραδιοφωνίας της Αρμενίας αναφέρει επιβεβαίωση ασφαλούς λειτουργίας έως το 2031 και εργασίες εκσυγχρονισμού με προοπτική λειτουργίας έως το 2036.

Στον τουρισμό, το δελτίο καταγράφει την υποψηφιότητα της Αρμενίας για τον τίτλο «Κορυφαίος προορισμός πολιτιστικής κληρονομιάς στον κόσμο 2026», με επίκεντρο την ιστορία, τα μνημεία και τις παραδόσεις της.

Η ενημέρωση ολοκληρώνεται με τις δηλώσεις της υπουργού Υγείας Αναΐτ Αβανεσιάν για την παρακολούθηση αναφορών περί πιθανής πνευμονικής πανώλης στη Ρωσία. Η υπουργός ανέφερε ότι, εφόσον απαιτηθεί, μπορούν να εφαρμοστούν αυξημένοι έλεγχοι και θερμομέτρηση των αφίξεων, σε συντονισμό με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Παράλληλα, παρακολουθούνται οι εστίες Έμπολα σε αφρικανικές χώρες. Το δελτίο αφορά την ετοιμότητα των αρχών και δεν ανακοινώνει κρούσμα πανώλης στην Αρμενία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO13 λεπτά πριν

Ρούμπιο στην Πνύκα: Τι μας είπε για την Ελλάδα και τη Δύση — και τι δεν μας είπε, αλλά άφησε να εννοηθεί

Του Θεόδωρου Ατματζίδη Ο Ρούμπιο δεν επέλεξε τυχαία την Πνύκα για να απευθυνθεί στην Ευρώπη και στον δυτικό κόσμο. Από...

GEOPOLITICO43 λεπτά πριν

Ο δρόμος του Τραμπ, το Ιράν, τα γαλλικά δάνεια και οι νέες συνδέσεις στον Καύκασο

Η προοπτική σιδηροδρομικής σύνδεσης με το Καπάν, τα γαλλικά δάνεια για μεταρρυθμίσεις και στέγαση εκτοπισμένων και οι επαφές με την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Δεν αρκεί απλά να περάσει το καλώδιο – Τι διακυβεύεται στο Αιγαίο

Ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών προειδοποιεί για την τουρκική επιδίωξη αλλαγής συνόρων και ζητά εθνικό σχέδιο, ουσιαστικά ευρωπαϊκά αντίμετρα και έμπρακτη...

Άμυνα2 ώρες πριν

Ελλάδα–Ινδία: Ανοίγει ο δρόμος για αμυντική συνεργασία και ναυπηγεία – Η στρατηγική σημασία του IMEC

Στο επίκεντρο της συνάντησης του Έλληνα υφυπουργού Ναυτιλίας Στέφανου Γκίκα με τον γραμματέα Άμυνας της Ινδίας Rajesh Kumar Singh βρέθηκαν...

Δημοφιλή