Διεθνή
Ιλλυρία και Αλβανοί: Οι αλβανικές αρχαιολογικές ανασκαφές στη Βόρειο Ήπειρο
Σύντομη ιστορία της Ιλλυρίας – Η ιλλυρική γλώσσα – Σχέσεις Ιλλυριών και Αλβανών – Η περίφημη «ιλλυρική» επιγραφή που αποδείχθηκε… ελληνική – Τα αρχαία ελληνικά φύλα στην Ήπειρο – Οι ανασκαφές των Αλβανών αρχαιολόγων στη Βόρειο Ήπειρο και τα αρχαιοελληνικά ευρήματά τους
Κι ενώ από την ελληνική κυβέρνηση, υπάρχουν ήπιες αντιδράσεις (;), κάποιοι στη γειτονική χώρα φροντίζουν να ρίχνουν λάδι στη φωτιά και να πυροδοτούν εντάσεις. Πρόσφατα παραδείγματα, ο ηθοποιός Λαέρτης Βασιλείου (Laerti Vasili στην Αλβανία), ο οποίος εκτός από όσα απαράδεκτα είπε για τον Κωνσταντίνο Κατσίφα, ανέφερε ότι οι Αλβανοί είναι αρχαίος λαός που ζει στα δικά του εδάφη, ο πολιτικός μαθουσάλας Σαλί Μπερίσα, που ζήτησε να καταργηθεί ο εορτασμός του «Όχι» στη Βόρειο Ήπειρο(μήπως θέλει να γιορτάζουμε το «ναι» των συμπατριωτών του, που βρέθηκαν ξαφνικά ανάμεσα στους νικητές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου;), και διάφοροι άλλοι. Για ην τεκμηρίωση της πανάρχαιας παρουσίας τους στην περιοχή, οι Αλβανοί υποστηρίζουν ότι είναι απόγονοι των Ιλλυριών. Όταν βέβαια οι συνομιλητές τους δεν γνωρίζουν περί Ιλλυρίας, είναι πολύ εύκολο να πεισθούν. Ή όταν οι Αλβανοί παρουσιάζουν ως αποδείξεις για όσα λένε, διάφορες μελέτες κάποιων κατευθυνόμενων «επιστημόνων», σίγουρα ορισμένοι δέχονται τις απόψεις τους. Ας δούμε όμως, με ατράνταχτα επιστημονικά στοιχεία, την ιστορία της Ιλλυρίας και την πραγματικότητα για την ιλλυρική γλώσσα, της οποίας ΚΑΝΕΝΑ δείγμα κειμένου δεν έχει έρθει στο φως μέχρι σήμερα

Η ιστορία της Ιλλυρίας
Η Ιλλυρία, είναι περιοχή της δυτικής Βαλκανικής Χερσονήσου, τα όρια της οποίας δεν μπορούν να καθοριστούν με σαφήνεια καθώς οι Ιλλυριοί δεν είχαν σταθερή κοινωνική και πολιτική δομή.
Ως πυρήνας πάντως της Ιλλυρίας, θεωρείται μια ευρεία παραλιακή ζώνη της Αδριατικής που τα ακρότατα όριά της, προσδιορίζονταν από την Ήπειρο προς νότο και τον ρου του Μοράβα και του μέσου Δούναβη προς τα βορειοανατολικά.
Η ασάφεια αυτή των ορίων, έδωσε στη νεότερη εποχή σε διάφορες εθνικιστικές ομάδες και μεγαλοΐδεατικές τάσεις, αφορμές για πολιτική εκμετάλλευση.

Στους ιστορικούς χρόνους, τα πράγματα γίνονται ασαφή, καθώς οι πηγές παρέχουν ελάχιστα και αποσπασματικά στοιχεία.
Κάποιοι δέχονται ότι οι Ιλλυριοί είχαν ενιαίο κράτος, άλλοι όμως όχι. Και αν όντως υπήρχε κράτος των Ιλλυριών, αυτό δεν μπορεί να τοποθετηθεί γεωγραφικά με απόλυτη ακρίβεια. Αόριστα αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς ως έδαφος του κράτους αυτού, την περιοχή του Ριζονικού Κόλπου και της Λαβεάτιδος λίμνης.
Αγνοούνται επίσης η θέση και η ονομασία της πρωτεύουσας του ιλλυρικού κράτους. Αναφέρεται ανώνυμα, χωρίς όμως κανένα πρόσθετο στοιχείο που θα επέτρεπε τον εντοπισμό της. Σημαντική ήταν στην ανάπτυξη της Ιλλυρίας, η παρουσία των ελληνικών πόλεων στις ακτές της ανατολικής Αδριατικής. Οι Έλληνες της Απολλωνίας, της Επιδάμνου και των βορειότερων πόλεων-εμπορικών σταθμών όπως Τραγύριον ή Τραγούριον (Tragir-Trak), Λισσός (Issa Vis-Lissa), Φάρος (Lessina-Stari Grand), Κέρκυρα Μέλαινα (Korcula-Curzola) Επέτιον (Stobrec, κοντά στο Spalato-Split), καθιστούν εντονότερη την παρουσία τους από τον 6Ο π.Χ. αιώνα και διεισδύουν στα ενδότερα τη χερσονήσου, φτάνοντας στην Παννονία και τη Δακία. Από τον 5ο – 4Ο π.Χ. αι., οι Ιλλυριοί εξελίσσονται σε μια υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη.

Προβλήματα από αυτούς, αντιμετώπισαν κυρίως η Ήπειρος και η Μακεδονία. Ο Μέγας Αλέξανδρος τους κατατρόπωσε και τους υπέταξε.
Αργότερα, οι Ιλλυριοί επικράτησαν των Αιτωλών, ενώ η βασίλισσα Τεύτα εισβάλει στη σπουδαία ηπειρωτική πόλη Φοινίκη (230 π.Χ.). Μετά από έκκληση των ελληνικών πόλεων, επεμβαίνουν οι Ρωμαίοι οι οποίοι υποτάσσουν τους Ιλλυριούς, που σιγά σιγά εξαφανίζονται από το προσκήνιο (και το παρασκήνιο) της ιστορίας…
Η ιλλυρική γλώσσα
Κι ενώ η αρχαιολογική σκαπάνη φέρνει συνεχώς στην επιφάνεια στοιχεία για τον πολιτισμό των Ιλλυριών, δεν έχει ανακαλύψει ακόμα κανένα δείγμα κειμένου της ιλλυρικής γλώσσας.
Στην περιοχή Πούκα της Αλβανίας, σε πρώιμο βυζαντινό νεκροταφείο της περιοχής, μεταξύ άλλων ευρημάτων, ανακαλύφθηκαν τρία δαχτυλίδια με την επιγραφή ΚΕΒΟΗΘΗΑΝΝ (1898). Επειδή ο χώρος ανασκαφής βρίσκεται μεταξύ Σκούταρι-Σκόδρας και Χρυσόπολης, περιοχής ιλλυριόφωνης κατά την αρχαιότητα, η επιγραφή θεωρήθηκε για τουλάχιστον τριάντα χρόνια ιλλυρική.
Τελικά, προς απογοήτευση των Αλβανών, μετά από συνεξέταση και συσχέτιση όλων των ευρημάτων στον ίδιο χώρο, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για ελληνική επιγραφή των βυζαντινών χρόνων (6ος-7ος αι.), που αναγράφει:
Κ(ύρι)ε βοήθη Άνν(α)!

Κάνουμε εδώ μια παρένθεση. Κάτι ανάλογο συνέβηκε με το, λεγόμενο, δαχτυλίδι του Εζέροβο, που ανακαλύφθηκε το 1912, στο βορειότερο τμήμα της αρχαίας Θράκης, μεταξύ Χάσκοβο και Φιλιππούπολης στη Βουλγαρία. Αρχικά, υποστηρίχθηκε ότι το αρχαίο κείμενο που είναι χαραγμένο στην πλάκα χρυσού, είναι δείγμα αρχαίας σλαβικής ή βουλγαρικής γλώσσας. Τόσο όμως Έλληνες (Κ. Κουρτίδης, Μ. Αποστολίδης) όσο και ξένοι επιστήμονες (Merlingen, Ribezzo, Seure, Kretschumer), απέρριψαν κατηγορηματικά αυτή την εκδοχή.
Ο κορυφαίος Έλληνας γλωσσολόγος, κύριος Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, σε δημοσίευσή του με τίτλο «Παρατηρήσεις στην Επιγραφή του Εζέροβου») περιοδικό «Θρακικά Χρονικά», τ. 34, σελ. 88-89, 1978), όσο και ο διαπρεπής συνάδελφός του, πανεπιστημιακός Χαράλαμπος Σπυρίδης, απέδειξαν ότι όσα γράφονται στο δαχτυλίδι αποτελούν μια αρχαία εκδοχή της ελληνικής γλώσσας.
Μάλιστα, ο κύριος Σπυρίδης, μετά από 25 χρόνια ερευνών, παρουσίασε το 2014, εμπεριστατωμένη μελέτη σύμφωνα με την οποία το δαχτυλίδι του Εζέροβο χρονολογείται από το 403 π.Χ., το φορούσε κάποιος ιερέας των Καβείρων και πιθανότατα, όσα αναγράφονται σ’ αυτό να είναι μια σειρά από νότες που δίνουν μια αρχαία θρακική μελωδία…
Επανερχόμαστε στην αρχαία ιλλυρική γλώσσα. Αν και αρχαίοι συγγραφείς κάνουν λόγο για χρήση της (π.χ. Πολύβιος 2,6,4) από την Τεύτα, δεν είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται για την ελληνική γλώσσα που ομιλούνταν εκείνη την εποχή (β’ μισό 3ου π.Χ. αι.) έως τη Δακία.
Η ιλλυρική γλώσσα εντάσσεται στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και ακριβέστερα στην ομάδα satem. Εκεί βασίζεται ιδιαίτερα ο αλβανικός ισχυρισμός ότι η αλβανική γλώσσα είναι συνέχεια της ιλλυρικής και συνεπώς οι Αλβανοί είναι απόγονοι των Ιλλυριών. Όμως, όπως τονίζουν διακεκριμένοι επιστήμονες, στην ίδια ομάδα satem ανήκουν η θρακική και η δακική γλώσσα. Η απουσία από την αλβανική γλώσσα όρων ιχθυωνυμικών και ναυτικής ζωής δεν συνηγορεί ούτε για την αυτοχθονία ούτε για την ιλλυρική τους καταγωγή.

Σύμφωνα με τον Αχιλλέα Γ. Λαζάρου, βαθύτατο γνώστη της ιστορίας των Βαλκανίων και ρωμανιστή «η κοιτίδα των Αλβανών τοποθετείται στην ενδοχώρα της Χερσονήσου του Αίμου και προς τον θρακοκρατούμενο χώρο. Η αλβανική γλώσσα ανάγεται στη θρακική ή σε ιλλυροθρακικό υπόστρωμα που σημαίνει και αντίστοιχη θέση της αρχικής πατρίδας των Αλβανών».
Τα ελληνικά φύλα της αρχαίας Ηπείρου
Ο Στράβων στο ονομαστό του βιβλίο ”Γεωγραφικά” περιγράφει ότι οι ηπειρωτικές φυλές ήταν 11: 1) Μολοσσοί, 2) Αμφίλοχοι, 3)Αθαμάνες, 4)Αίθικες, 5)Τύμφαλοι, 6)Ορέσται, 7)Ατιντάνες, 8)Παρωραίοι ή Παραυαίοι, 9)Χάονες, 10)Κασσωπαίοι και 11) Θεσπρωτοί. Ο Θεόπομπος αναφέρει επιπλέον τρία: τους Κεστρινούς, τους Τριφύλες και τους Εθνέστες.
Κατά τους ιστορικούς όμως, τα φύλα που κατοικούσαν στην Ήπειρο κατά την αρχαιότητα ήταν περισσότερα καθώς αναφέρονται σε ψηφίσματα και νομίσματα αρκετά ακόμα. Με τις ανασκαφές στη Δωδώνη το 1953 βρέθηκε μια μαρμάρινη πλάκα που περιείχε δύο ψηφίσματα στα χρόνια του βασιλιά Νεοπτόλεμου (370-368 π.Χ.). Σ’ αυτά αναφέρονται και άλλα ηπειρώτικα φύλα, τα οποία έζησαν απομονωμένα για πολλά χρόνια σε ορεινές περιοχές ή συγχωνεύτηκαν με τα μεγαλύτερα ηπειρωτικά φύλα, κυρίως των Μολοσσών. Αυτά ήταν:
Οι Τάλαρες στην Πίνδο, οι Ονόπερνοι στη Θεσπρωτία, οι Όμφαλες στη Χαονία, οι Αμύμωνες στην Κασσωπία, οι Γενουαίοι στην Τύμφη (Γκαμήλα), οι Κέλαιθοι στην περιοχή της Θεσπρωτίας, οι Τριπολίτες επίσης στη Θεσπρωτία, οι Αρκτάνες στις ανατολικές περιοχές της Ηπείρου, οι Πείαλες στις ανατολικές περιοχές της Ηπείρου, οι Άβαντες στην περιοχή των εκβολών του Αώου, οι Αργυρίνοι στην περιοχή των Κεραυνίων, οι Δωδωναίοι, οι Ελεάτες, οι Έλινοι και οι Χειμέριοι φύλα της Θεσπρωτικής φυλής.
Από τη μυθολογία και τις παραδόσεις των προϊστορικών χρόνων διασώθηκαν και τα ονόματά των παρακάτω φύλων.

Οι Έλλοποι, οι Σελλοί και οι Ελλοί. Από κάποιους οι Σελλοί και οι Ελλοί που κατοικούσαν στην περιοχή της Δωδώνης ταυτίζονται.
Αναφέρονται επίσης ως ηπειρωτικές φυλές οι Δρύοπες και οι Περραιβοί. Τέλος αναφέρεται και η φυλή των Γραικών, το όνομα της οποίας δόθηκε από τους Ρωμαίους σε όλους τους Έλληνες αλλά είναι πανάρχαιο. Κατά τον Αριστοτέλη η φυλή των Γραικών είναι ελληνική από τους χρόνους του κατακλυσμού του Δευκαλίωνα.
Η φυλή των Γραικών κατοικούσε κατά τους μυθικούς χρόνους στην Ήπειρο γύρω από τη Δωδώνη ως την περιοχή του Αχελώου.
Από τα 14 κυριότερα ελληνικά φύλα που ζούσαν στην Ήπειρο τα σημαντικότερα ήταν οι Θεσπρωτοί, οι Μολοσσοί και οι Χάονες.
Σε ένα τμήμα της Βορείου Ηπείρου κατοικούσαν και οι Ατιντάνες. Συγκεκριμένα ζούσαν στην περιοχή του Πωγωνίου (ορισμένα χωριά του οποίου δόθηκαν κατά απαράδεκτο τρόπο στην Αλβανία, και με το θέμα αυτό θα ασχοληθούμε στο μέλλον).
Στο μεγαλύτερο όμως κομμάτι της Βορείου Ηπείρου κατοικούσαν οι Χάονες.
Η φυλή των Χαόνων ζούσε στο βορειοδυτικό τμήμα της σημερινής Βορείου Ηπείρου όπως ορίζεται από τον ποταμό Πόβλα στις νοτιοδυτικές ακτές ,που πηγάζει από το όρος Μουργκάνα (στη σημερινή ελληνοαλβανική μεθόριο) και τον ποταμό Αώο τις βόρειες ακτές. Περιλαμβάνει την εδαφική έκταση των επαρχιών Δελβίνου, Χιμάρας και Αυλώνα της σημερινής Αλβανίας. Κατείχε ακόμα και την εδαφική έκταση της περιοχής γύρω από τους Φιλιάτες της Θεσπρωτίας της αρχαίας Κεστρίνης.
Κυριότερες πόλεις των Χαόνων ήταν οι εξής: Το Βουθρωτό, η αρχαιότερη πόλη της Χαονίας ο Ογχησμός ή Αγχίασμος (σημ. Άγιοι Σαράντα), η Φοινίκη, πρωτεύουσα της Χαονίας, ο Ωρικός, λιμάνι στον Κόλπο του Αυλώνα, η Αμαντία, ανατολικά του Κόλπου του Αυλώνα, στη μέση της κοιλάδας των ποταμών Αώου και Σιούσιτσα, στο σημερινό χωριό Πλιότσα και η Αντιγόνεια, ανατολικά του Αργυρόκαστρου στη δεξιά όχθη του ποταμού Δρίνου, στο χωριό Γέρμα.
Η αλβανική Αρχαιολογική Υπηρεσία
Η αλβανική Αρχαιολογική Υπηρεσία είναι οργανωμένη από το 1976 υπό το Κέντρο των Αρχαιολογικών Ερευνών των Τιράνων που υπάγεται στην Ακαδημία των Επιστημών και είναι αρμόδιο για την αρχαιολογική έρευνα και τα μουσεία σε όλη τη χώρα. Διαιρείται σε τρία τμήματα:
Α) Προϊστορικό, β) Ιλλυρικό και γ) Μεσαιωνικό.
Οι ελληνορωμαϊκές αρχαιότητες, φυλάσσονται στο «Ιλλυρικό» τμήμα και οι χριστιανικές στο «Μεσαιωνικό». Το κέντρο ενδιαφέροντος του αλβανικού κράτους είναι η εθνογένεση των Ιλλυριών και επίσης «το πρόβλημα της συνέχειας Ιλλυριών και Αλβανών» τους οποίους η επίσημη αλβανική θέση, θεωρεί αυτόχθονες από την εποχή του Χαλκού (2.000 π.Χ.).
Οι ανασκαφές των Αλβανών αρχαιολόγων και τα ευρήματά τους
Από το 1973 ως το 1983 Αλβανοί αρχαιολόγοι (ανάμεσά τους και Βορειοηπειρώτες), έκαναν ανασκαφές σε διάφορες περιοχές της χώρας που χαρακτηρίζονται «ιλλυρικές». Τα ευρήματα των ανασκαφών αυτών ήταν σχεδόν αποκλειστικά ελληνικά όπως θα δούμε.
Ας δούμε συνοπτικά μερικά απ’ αυτά.
1) Στην περιοχή Σκόδρας (ανασκαφές Α. Κοka 1980 και 1983), τα προϊστορικά ευρήματα παρουσιάζουν χαρακτηριστικά που παρατηρούνται στο Αιγαίο, ενώ τα ευρήματα των πλούσιων τάφων του 6ου-5ου π.Χ. αι., περιείχαν αρχαϊκά ελληνικά αγγεία και ποικίλα κοσμήματα.
2) Στην περιοχή του ποταμού Ματ (ανασκαφές D. Kurti 1975, 1978 και 1980), ανάμεσα στα ποικίλα ευρήματα των πολυάριθμων ταφικών τύμβων, ξεχωρίζουν μυκηναϊκής εποχής ξίφη και εγχειρίδια τύπου γνωστού από την περιοχή του Αιγαίου.

3) Στο Δυρράχιο, την αρχαία ελληνική αποικία Επίδαμνο, βρέθηκαν πολυάριθμα κτερίσματα σε 135 τάφους, μεταξύ των οποίων κοσμήματα και πήλινα αγγεία κορινθιακής και ιωνικής τεχνοτροπίας. Νοτιοανατολικά του Δυρραχίου, βρέθηκε μεγαλοπρεπής βασιλική με ναό του αρχάγγελου Μιχαήλ, που αναφέρει η Άννα Κομνηνή. Νοτιοδυτικά του ποταμού Γενούσου, συνεχίστηκαν οι ανασκαφές (N. Ceka, 1973-1974) και βρέθηκαν κορινθιακά και πλήθος άλλων αγγείων.
4) Στην περιοχή του Φίερι, όπου βρισκόταν η αρχαία ελληνική πόλη Βύλλις, αποκαλύφθηκε αρχαίο θέατρο του 3ου π.Χ. αιώνα και μέρη σταδίου. Επειδή η διάταξη του θεάτρου και του σταδίου, θυμίζει τη Δωδώνη στους Αλβανούς αρχαιολόγους, στις θεωρίες τους η Δωδώνη… γίνεται ιλλυρική!

5) Σημαντικά είναι τα ευρήματα στην αρχαία Απολλωνία, που την καθιστούν την σημαντικότερη από τις 30 Απολλωνίες του αρχαίου κόσμου.

6) Στην περιοχή του Βερατίου, ανασκάφηκαν οι αρχαίες ελληνικές πόλεις Αντιπάτρεια (H. Spahin 1973-78) και Διμάλλη.
Στην Αντιπάτρεια, τα πρώτα ευρήματα χρονολογούνται από τον 6ο π.Χ. αι. Η νεότερη πόλη, χτισμένη από τον Πύρρο, χαρακτηρίζεται από τους Αλβανούς «Illyrian/Albanian City».

Σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, έχουμε επίσης από τις περιοχές του Πόγραδετς, της Κορυτσάς, της Κολόνιας, της Πρεμετής, των Αγίων Σαράντα, και φυσικά του Βουθρωτού και της Φοινίκης, με τα οποία θα επανέλθουμε, αν χρειαστεί.
Και τέλος, οι ανασκαφές κοντά στο Αργυρόκαστρο, αποκάλυψαν τη θέση της Αντιγόνειας, πόλης που ιδρύθηκε από τον Πύρρο.
Είναι χαρακτηριστικό επίσης, ότι σε πολλά αγάλματα και άλλα ευρήματα, είχαν χρησιμοποιηθεί παριανά μάρμαρα, δείγμα και αυτό της ελληνικότητας των ευρημάτων.

Παρά τις προσπάθειες των Αλβανών να εμφανιστούν ως πανάρχαιοι κάτοικοι της περιοχής όπου ζουν σήμερα, κάτι τέτοιο δεν τεκμηριώνεται επιστημονικά. Και αν ζούσαν στη σημερινή Αλβανία από την αρχαιότητα, γιατί δεν υπάρχουν, έστω ελάχιστα εργαλεία, αγάλματα κλπ., που να φέρουν την σφραγίδα τους; Με το να βαφτίζονται «ιλλυρικά-αλβανικά», τα αρχαία ελληνικά ευρήματα, προκαλείται απλώς μια θυμηδία στους σοβαρούς, και όχι τους κατευθυνόμενους, επιστημονικούς κύκλους. Έτσι, η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία γι’ αυτούς, προέρχεται από την Άννα Κομνηνή (11ος-12ος αι.), όταν αναφέρεται όπου αναφέρεται ο «κομισκόρτης ο εξ Αρβάνων». Και περιμένουμε, με πραγματικό ενδιαφέρον, οποιαδήποτε αντίθετη τεκμηριωμένη επιστημονική άποψη, για όσα γράψαμε…
Πηγές: ΦΩΤΙΟΣ Μ. ΠΕΤΣΑΣ, «ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΥΘΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ ΩΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΜΙΑΧ, ΙΩΑΝΝΙΝΑ 1993.
ΚΩΣΤΑ Ν. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΗΠΕΙΡΟΥ», ΙΩΑΝΝΙΝΑ 1995
ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ «ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ-ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ», λήμματα «Ιλλυρία», «Ιλλυρική γλώσσα», του διακεκριμένου Βαλκανιολόγου-Ρωμανιστή Αχιλλέα Γ. Λαζάρου.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
