Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το γεωπολιτικό δυναμικό στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και οι επιλογές τής Ελλάδας

Δημοσιεύτηκε στις

Χρήστος Γκουγκουρέλας, Δικηγόρος

Αν αράδιαζε κάποιος, σε μια λίστα, ονόματα χωρών, όπως το Αζερμπαϊτζάν, η Κύπρος, το Ιράκ, το Κατάρ, το Κόσοβο, η Σομαλία, το Σουδάν, η Αλβανία, η Βοσνία και η Συρία και ρωτούσε τι κοινό είχαν αυτές οι χώρες μεταξύ τους (;), πόσοι, άραγε, από εμάς θα θυμόνταν ότι αυτές οι χώρες (πλην της Σομαλίας, που είχε μόνο ‘‘καλούς δεσμούς’’) ήταν κάποτε βιλαέτια της πάλαι ποτέ πανίσχυρης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας; Και αν αλλάξει ‘‘χρόνο’’ στο ερώτημά του, μετατοπιζόμενος στο παρόν και ρωτήσει τι κοινό έχουν αυτές οι χώρες σήμερα(;), πέραν της αναμφισβήτητης αλήθειας ότι διαβιούν στα εδάφη τους μουσουλμανικοί πληθυσμοί, πόσοι από εμάς θα είχαν υπόψη τους ότι η σύγχρονη Τουρκία:

Στο Αζερμπαϊτζάν, διαθέτει κτίρια και στρατιωτικές υποδομές στην στρατιωτική πόλη Gizil Sherg, ενώ στο στρατιωτικό αεροδρόμιο Haci Zeynalabdin έχει δικό της αεροδιάδρομο.

Στην Κύπρο και στο βόρειο κατεχόμενο κομμάτι του νησιού, έχει εγκατεστημένα στρατεύματα, τα οποία αποκαλεί ‘‘Τουρκικές Ειρηνευτικές Δυνάμεις Κύπρου’’.

Στο Ιράκ έχει εγκαταστήσει αποκλειστικά δική της κεντρική στρατιωτική βάση με 2.000 άτομα προσωπικό, ενώ στο ‘‘Ιρακινό Κουρδιστάν’’ και δη στις επαρχίες Erbil και Dohuk έχει πάνω από 20(!) βάσεις πολέμου και αντικατασκοπείας.

Στο Κατάρ έχει δημιουργήσει μόνιμη αεροπορική βάση με προσωπικό 5.000 ατόμων, όσο, πάνω-κάτω, μια κωμόπολη δηλαδή.

Στο Κόσοβο διενεργεί συνεχώς κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με τους Κοσοβάρους, ενώ, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, η τουρκική στρατιωτική παρουσία είναι ισχυρότατη.

Στη Βοσνία έχει αναπτύξει στενές διπλωματικές σχέσεις και στρατιωτική συνεργασία. Έχει δωρίσει 10 τανκς τύπου Τ-55 και πολεμικό υλικό αξίας 2 εκατ. δολαρίων.

Στην Αλβανία, χρησιμοποιεί τον ναύσταθμο, στον Αυλώνα, με το όνομα ‘‘Πασαλιμάνι’’ (Pasha Liman) ως χώρο στάθμευσης, ‘‘καταφύγιο’’ και ‘‘ορμητήριο’’ των τουρκικών υποβρυχίων σ’ όλη την Μεσόγειο.

Στη Σομαλία και στην πρωτεύουσα Mogadishu διατηρεί τη στρατιωτική βάση ‘‘TURKSOM’’, στην οποία υπηρετούν τουλάχιστον 200 οπλίτες, ενώ η βάση αυτή λειτουργεί ταυτοχρόνως και ως στρατιωτικό πανεπιστήμιο, δηλαδή ως χώρος διδαχής πολεμικής στρατηγικής αλλά και ως μονάδα εκπαίδευσης σε πολεμικές μεθόδους και στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Στο Σουδάν και στη νήσο Suakin, το λιμάνι της οποίας θεωρείται επί αιώνες ένα από τα πιο σημαντικά της Αφρικής, λειτουργεί πλήρως εξοπλισμένη στρατιωτική βάση (https://www.worldbulletin.net/africa/sudan-s-suakin-reveal-the-location-for-turkish-military-base-h207207.html ).

Στη Συρία έχει πλήρως εξοπλισμένες πολεμικές βάσεις στις πόλεις Al-Bab, Al-Rai, Akhtarin, Jarablus, Atme, Darat και Izza.

Μετά από τις άνω αναμφισβήτητες αναφορές προκύπτει όχι μόνο το σχετικό (περί των αναφορών) ερώτημα αλλά μια πληθώρα άλλων ερωτημάτων για τον Έλληνα αναγνώστη: Γιατί, λοιπόν, η Τουρκία έχει στρατιωτικές βάσεις σε άλλες δέκα χώρες του Πλανήτη ενώ η Ελλάδα όχι; Γιατί η Τουρκία πρεσβεύει το δόγμα των 2,5 πολέμων ενώ η Ελλάδα μιλά μόνο για την ειρήνη; Γιατί η Τουρκία δαπανά 22 δισ. δολάρια τον χρόνο σε εξοπλισμούς ενώ η Ελλάδα oύτε 5 δισ.; Γιατί τον Οκτώβριο του 2019 η Τουρκία εισέβαλε στη Συρία ενώ η Ελλάδα δεν θέλει και ούτε καν διανοείται βέβαια να πειράξει ‘‘αλλότρια εδάφη’’; Γιατί η Τουρκία ονειρεύεται τη δημιουργία και διατήρηση του λεγόμενου παντουρανικού τόξου ενώ στην Ελλάδα για το μόνο τόξο που μιλάμε είναι εκείνο της αρχαίας θεάς Αρτέμιδος;

 Γιατί η Τουρκία χτίζει τζαμιά από το Μπισκέκ του Κιργιστάν μέχρι τα Τίρανα της Αλβανίας (το μεγαλύτερο στην Ευρώπη) και από την Άκκρα της Γκάνας μέχρι το Μέριλαντ των ΗΠΑ ενώ η Ελλάδα μένει άπραγη στη λεγόμενη ‘‘πολιτιστική-θρησκευτική’’ διπλωματία; Γιατί η Τουρκία φιλοδοξεί να καταστεί πρωτοπόρος ή και ηγέτης του σουνιτικού κόσμου ενώ η Ελλάδα κοιτά μόνο το που την συμφέρει να ‘‘δορυφοροποιηθεί’’; Γιατί η Τουρκία θα έχει (με τη βοήθεια των Ρώσων) πυρηνικό εργοστάσιο στο Akkuyu και ήδη ‘‘φυλά’’ τις πυρηνικές βόμβες των Αμερικανών στο Incirlik ενώ η Ελλάδα ξεκίνησε δειλά μόλις τα τελευταία χρόνια να ψάχνεται ενεργειακά; Γιατί η Τουρκία χτίζει ουρανοξύστες 42 ορόφων στα Σκόπια (Sky City Towers I- IV), ολόκληρες οικοδομικές συνοικίες στην Πρίστινα (πρωτεύουσα του Κοσόβου) και λειτουργεί (ως operator) από το αεροδρόμιο του Κράλιεβο στη Σερβία μέχρι τον νέο οδικό άξονα Αλβανίας – Σερβίας (μέσω Κοσόβου) ενώ η Ελλάδα το μόνο που ονειρεύεται είναι δανεικά και επιδοτήσεις από τις ‘‘γνωστές πηγές’’;

   Περαιτέρω, αν επικεντρωθεί κάποιος αποκλειστικά στο επίπεδο των μεταξύ μας  διμερών ελληνοτουρκικών σχέσεων, είναι και άλλα πολλά τα ερωτήματα: Γιατί η Τουρκία μιλά ανοιχτά για αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης ενώ η Ελλάδα όχι; Γιατί η Τουρκία θεωρεί casus belli την επέκταση των χωρικών υδάτων μας από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια ενώ η Ελλάδα ‘‘σουφρώνει’’ συγκαταβατικά; Γιατί η Τουρκία έχει κάνει ‘‘σουρωτήρι’’ τον εθνικό εναέριο χώρο μας ενώ η Ελλάδα απλά ‘‘αναχαιτίζει μονίμως’’ και δεν κάνει ακριβώς το ίδιο στην άλλη πλευρά του Αιγαίου; Γιατί η Τουρκία υπέγραψε το πρόσφατο τουρκολιβυκό σύμφωνο αποπειρώμενη έτσι να αποστερήσει από συγκεκριμένα νησιά μας την υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ τους ενώ η Ελλάδα παρακολουθεί διαμαρτυρόμενη;

Γιατί η Τουρκία διαλαλεί ότι στην (Δυτική) Θράκη ζει τουρκική (και όχι απλά μουσουλμανική) μειονότητα ενώ η Ελλάδα πάσχισε και ίδρωσε να απελευθερώσει 2 στρατιωτικούς της που, υποτίθεται, τόλμησαν να ‘‘πατήσουν’’ σε τουρκικό έδαφος (Ανατολική Θράκη); Γιατί η Τουρκία παρότρυνε και υποβοήθησε ‘‘μετανάστες’’ να εισβάλλουν στην Ελλάδα από τον Έβρο ενώ η Ελλάδα δεν παρακινεί κανέναν να εισέλθει στην Τουρκία; Γιατί η Τουρκία ‘‘γκριζάρει’’ αδιαλείπτως το Αιγαίο ενώ η Ελλάδα δεν αμφισβητεί εδάφη τουρκικής επικυριαρχίας; Γιατί η Τουρκία κατέθεσε χάρτες στον ΟΗΕ με συγκεκριμένες συντεταγμένες των κατά το δοκούν θαλασσίων  ζωνών της ενώ η Ελλάδα απλά επικαλείται ‘‘ρηματικώς’’ τα εκ του διεθνούς δικαίου δικά της δικαιώματα;

Η βασική εκκίνηση στις απαντήσεις σε όλα τα παραπάνω κομβικά και απολύτως θεμελιώδη ερωτήματα είναι η νοηματική αποσαφήνιση της έννοιας του ‘‘Γεωπολιτικού Δυναμικού’’ και η καταγραφή και αποδοχή της διαφοράς που  αυτό παρουσιάζει, όσον αφορά τις δύο χώρες. Ως ‘‘Γεωπολιτικό Δυναμικό’’, λοιπόν, ορίζεται ‘‘η ιστορικο-κοινωνική παρουσία ενός συλλογικού υποκειμένου που με την πολιτική και λοιπή δυναμική του γεμίζει ορισμένο γεωγραφικό χώρο’’.

Εφαρμόζοντας τον ορισμό αυτόν στις δύο χώρες, βλέπουμε πως η Τουρκία αποτελεί σήμερα τον ‘‘ιστορικό κληρονόμο’’ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που διαλύθηκε πριν έναν αιώνα. Η χώρα συμμετέχει στους G 20 (τη σύμπραξη των 20 ισχυρότερων χωρών του Κόσμου), είναι η δεύτερη στρατιωτική δύναμη στο ΝΑΤΟ και φιλοδοξεί να εκλαμβάνεται ως ο επί ξηράς και θάλασσας (σύμφωνα με τους σχεδιασμούς του στρατηγήματος της ‘‘Γαλάζιας Πατρίδας’’) επικυρίαρχος της ευρύτερης περιοχής. Η Τουρκία εμφανίζεται σήμερα στο διεθνές προσκήνιο ως μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη που ‘‘μιλά απευθείας’’ και ως αυτόβουλος γεωπολιτικός παράγων με τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την ΕΕ, όντας παράλληλα και στυλοβάτης του Ισλαμισμού, ως πολιτισμικού προτύπου. Γι’ αυτό και εκτιμάται ως χώρα που ενέχει χειμαρρώδες γεωπολιτικό δυναμικό με εγγενή προοπτική εξάπλωσης.

Το γεωπολιτικό δυναμικό, αντιστοίχως, της Ελλάδας, το περιγράφει in essence ο μέγιστος Παναγιώτης Κονδύλης στο Επίμετρο του βιβλίου του ‘‘Θεωρία Πολέμου’’ (Γεωπολιτικές και Στρατηγικές Παράμετροι ενός Ελληνοτουρκικού πολέμου, σελ. 384): ‘‘Το ελληνικό έθνος ήταν κατά πολύ ευρύτερο από το κράτος, απλωνόταν από την Ουκρανία ως την Αίγυπτο κι από τις παρακαυκάσιες χώρες ως τις ακµαίες παροικίες των Βαλκανίων και της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης. Το κράτος ζητούσε να επεκταθεί, για να κλείσει µέσα του τουλάχιστον όσα τµήµατα του έθνους βρίσκονταν εκάστοτε στις παρυφές του… Έκτοτε αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση, που διαρκεί ως σήµερα. Το έθνος συνέπεσε εν τέλει µε το κράτος όχι γιατί το κράτος διευρύνθηκε, αλλά γιατί το έθνος ακρωτηριάσθηκε και συρρικνώθηκε, γιατί αφανίσθηκε ή εκτοπίσθηκε ο ελληνισµός της Ρωσσίας (µετά το 1919), της Μ. Ασίας (µετά το 1922), των Βαλκανίων καί της Μέσης Ανατολής (ιδίως µετά το 1945). Ακολούθησε η εκδίωξη του ελληνισµού από την Κωνσταντινούπολη (1955) καί την βόρειο Κύπρο (1974), ενώ σήµερα παρευρισκόµαστε µάρτυρες της αποσύνθεσης και της μαζικής φυγής του ελληνισµού της Βορείου Ηπείρου. Πρόκειται για µιαν εξαιρετικά πυκνή αλυσίδα εθνικών καταστροφών µέσα σε διάστηµα ελάχιστο από ιστορική άποψη – εβδομήντα µόλις χρόνια’’.

Η Ελλάδα, συνεπώς, είναι μεν μια χώρα με τεράστια Ιστορία και πολιτιστική κληρονομιά, που όμως το γεωγραφικό αποτύπωμα της εθνικής της υπόστασης, γνώρισε, κατά τα παραπάνω, στα χρόνια σχηματισμού της κρατικής δομής της, σοβαρή συρρίκνωση. Έτσι σήμερα, η πληθυσμιακή γήρανση και η μονομερώς προσανατολισμένη, ‘‘ταλαιπωρημένη’’ οικονομία της σε συνδυασμό με τις χρόνιες παθογένειες και αγκυλώσεις του πολιτικού της συστήματος έχουν αμβλύνει τον πυρήνα ισχύος του γεωπολιτικού δυναμικού της, οδηγώντας τη χώρα σε σχεδόν καθολική εξάρτηση από την ‘‘προστατευτική ομπρέλα’’ του λεγόμενου ‘‘Δυτικού Κόσμου’’ και των διεθνών, θεσμικών μηχανισμών και μορφωμάτων του και άρα και σε εξάρτηση αφενός από τα διακυβεύματα των πολιτικών, οικονομικών και στρατηγικών προταγμάτων του (Δυτικού Κόσμου) στη δεδομένη γεωγραφική γειτονιά μας και αφετέρου (σε εξάρτηση) από την οικονομική αρωγή του.    

Αν είναι όμως έτσι τα πράγματα, τότε, σε σχέση με την Τουρκία, ποιες είναι οι επιλογές για την εθνική πορεία της Ελλάδας και δη οι πραγματικές επιλογές της, έτσι όπως αυτές αναφύονται από τον υπαρκτό συσχετισμό δυνάμεων, την ισχύ του φορτίου του γεωπολιτικού δυναμικού και τον ευρύτερο διεθνή ρόλο και το ιστορικο-πολιτικό εκτόπισμα των δύο χωρών; Ποιες είναι οι τω όντι αληθινές επιλογές της, ‘‘απαλλαγμένες’’ από τις όποιες εθνικές ψευδαισθήσεις και τις συμπλεγματικές αυταρέσκειες αυστηρά ελληνοκεντρικών ιδεασμών;

Η πρώτη επιλογή της Ελλάδας είναι να προσπαθήσει να ανέλθει επίπεδο, δηλαδή να γίνει ή να έχει τη φιλοδοξία να γίνει περιφερειακή δύναμη. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την Τουρκία από το ίδιο επίπεδο ή σχεδόν από το ίδιο επίπεδο ισχύος. Για να γίνει αυτό, ωστόσο, θα απαιτούνταν ένα εξαιρετικό μεγαλόπνοο εθνικό σχέδιο στρατηγικής που θα ξεδίπλωνε τα συγκεκριμένα βήματα και τα στάδια κτήσης μιας όλο και αυξανόμενης γεωπολιτικής ισχύος, αλλά και ογκώδεις δαπάνες στον αμυντικό τομέα από τη μια, έτσι ώστε η χώρα να είναι στρατιωτικά υπερπλήρης και ίσως ‘‘απειλητική’’ ή έστω ‘‘εκφοβιστική’’ για  τους γύρω, όπως και πολύ δυνατή και σταθερή οικονομία από την άλλη, που να δίνει τη δυνατότητα πολύπλευρης διείσδυσης στις γειτονικές χώρες, κυρίως της Βαλκανικής και λιγότερο της Μέσης Ανατολής, με στόχο τον σοβαρό επηρεασμό των πολιτικών εξελίξεων και γεωοικονομικών στρατηγημάτων στις χώρες αυτές. Πάνω απ’ όλα όμως η επιλογή αυτή θα απαιτούσε τη σμίλευση και άσκηση ‘‘διαδιεθνικής διπλωματίας επιρροής και επιβολής’’ με απαιτητική διεκδικητική ατζέντα, η οποία (διπλωματία) προϋποθέτει την έγερση ενός πρωτοφανούς, για τα 200 χρόνια ιστορίας του νεοελληνικού κράτους τουλάχιστον, ‘‘εθνικού αλλά και εθνοκεντρικού αναθεωρητισμού’’.

Η δεύτερη επιλογή είναι η αποδοχή του ήδη υπάρχοντος status της χώρας, που περιγράφηκε παραπάνω και πάνω-κάτω προσδίδει, στο πλαίσιο του περιφερειακού συσχετισμού δυνάμεων και της πορείας της παγκόσμιας διακυβερνησιμότητας, το περίγραμμα των σύγχρονων εθνικών διαστάσεων. Ο ρόλος της χώρας σ’ αυτήν τη επιλεγόμενη ρότα θα ήταν η διατήρηση των κεκτημένων και η βελτίωση, μέσα από μικρούς και σταθερούς βηματισμούς, του γεωπολιτικού δυναμικού της και της σημασίας που αυτή έχει για την παγκόσμια κοινότητα και κυρίως για τις Υπερδυνάμεις του πλανήτη. Υπ’ αυτό το οργανόγραμμα, ο ρόλος της χώρας είναι όχι τόσο de natura αμυντικογενής αλλά λιγότερο ‘‘επιθετικός’’ και πάντως ‘‘συντηρητικός’’. Το δε πλαίσιο (είναι) γνωστό και δεδομένο: σύμπλευση στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, που θεωρούνται ο ‘‘ομφάλιος πολιτικός και πολιτιστικός λώρος’’ με αυτό που καλείται ‘‘Δυτικός Κόσμος’’, διακρατικές συμμαχίες στον ευρύτερο περιφερειακό ορίζοντα, ενώ ζητούμενο θα ήταν η ενδυνάμωση της φωνής της χώρας, η σταδιακή βελτίωση της θέσης της και η ενίσχυση της σημασίας, άρα και του βαθμού επηρεασμού της στις κινήσεις επί του εγγύς γεωπολιτικού περιβάλλοντος. Η συγκεκριμένη στρατηγική, πάντως, δεν συνεπάγεται κάποια ‘‘μετάπλαση’’ του εθνικού οράματος ή του εθνικού ταυτοποιητικού ρόλου.

Η τρίτη επιλογή, όσο κι αν ακούγεται παράξενη ή αρχικά ακατάληπτη, είναι η ‘‘φαινομενικά ευέλικτη αμφισημία’’ με βασικό κριτήριο τον Χρόνο. H χώρα δεν θα διακηρύττει μεγαλοφώνως, ούτε θα διευκρινίζει, αν κινείται για να καταστεί περιφερειακή δύναμη ή αν προσπαθεί απλά να προστατεύσει τα εθνικά της συμφέροντα στο δεδομένο χωροχρονικό γεωπολιτικό πλαίσιο. ‘‘Κόκκινη γραμμή’’ στην πολιτική της θα συνεχίσει να είναι η διαφύλαξη της εθνικής και γεωγραφικής ακεραιότητας, η εθνική αξιοπρέπεια και η απαλοιφή του όποιου ενδοτισμού.  Υπ’ αυτό το πλαίσιο, η χώρα θα επικαλείται το διεθνές δίκαιο, θα καλλιεργεί και επιρρωνύει συμμαχίες και συστρατεύσεις, θα πρωτοστατεί στον διπλωματικό ακτιβισμό αλλά θα προσδοκά το όποιο όφελος να το φέρει βασικά ο Χρόνος. Η Τουρκία με τις σοβαρές αντιθέσεις της, με τον πολιτισμικό κατακερματισμό της, τα πολλά ανοιχτά μέτωπα, τη γεωστρατηγική υπερκινητικότητα, τον μεγαλοϊδεατισμό και νέο-οθωμανικό σουρεαλισμό της, που υποσκάπτεται από την υποβόσκουσα αντιμαχία κεμαλισμού και μετριοπαθούς ισλαμισμού, μπορεί, στο βάθος του Χρόνου, να βρεθεί ενώπιον αντικειμενικών συνθηκών που θα την οδηγήσουν όχι στο να καταρρεύσει ή αποσυντεθεί αλλά ίσως, δραστικά και απότομα, να ‘‘ξεθυμάνει’’ ιστορικά και γεωπολιτικά.

Η πρώτη επιλογή θέλει πάντως πολύ χρόνο και είναι (δεδομένα) παντελώς αβέβαιο (για τους ρασιοναλιστές, ουσιαστικώς, αδύνατο) αν κάποτε θα μπορούσε να υλοποιηθεί. Δια τούτο, ένας συνδυασμός, ανάλογα με τα δεδομένα της χωροχρονικής πραγματικότητας και τις ειδικότερες εξελίξεις στη συνεχώς ανανεούμενη και σχεδόν απρόβλεπτη αλληλουχία του παγκόσμιου παιγνίου, της δεύτερης και τρίτης επιλογής, ίσως να αποτελούν και τις ουσιαστικές, ρεαλιστικές ‘‘διεξόδους’’, που έχει η Ελλάδα στον γεωπολιτικό καμβά των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Εθνικό-συσπειρωτικός και κεντρικά στρατηγικός στόχος πρέπει να είναι ο ‘‘μη πόλεμος’’, η κατάρτιση ολοκληρωτικού σχεδίου και η αξιοποίηση του Χρόνου. Στο στρατηγικό βάθος και στο βάθος του χώρου (το βάθος του χώρου που κατάπιε τα ελληνικά στρατεύματα το 1922) της Τουρκίας, η Ελλάδα έχει να αντιτάξει το ‘‘βάθος του χρόνου’’, το οποίο πρέπει να χειριστεί πολύ έξυπνα και πολύ διπλωματικά. Αρωγός δε στην επίτευξη του άνω κομβικού στόχου θα μπορούσε να είναι η δημιουργία της δικής μας ‘‘θαλάσσιας πατρίδας’’, με ‘‘όπλα’’ αφενός τις νέες τρομακτικές προοπτικές της μετανεωτερικότητας (4η βιομηχανική επανάσταση, κοινωνία της πληροφορίας, καινοτομία) και αφετέρου τη Ναυτιλία και τη Διασπορά. Διότι, όπως έγραψε πρόσφατα ο Καθηγητής Γιώργος Πρεβελάκης (ίδετε το άρθρο ‘‘Οι αναγκαίες ριζικές αναθεωρήσεις’’): ‘‘Χωρίς την απαραίτητη ριζοσπαστική προσπάθεια κινδυνεύουμε να βιώσουμε μια δεύτερη τουρκική εκδίκηση για το 1821. Η πρώτη έναν αιώνα μετά την επανάσταση, μας στέρησε από τη μικρασιατική ακτή. Η δεύτερη, μετά δύο αιώνες, απειλεί τον θαλασσινό μας ορίζοντα.’’

Κατερίνη, 9/6/2020

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW

LLM IN EUROPEAN LAW

Cer. LSE in Business, International

                                             Relations and the political science          

 

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο συνοδεύει ο Χάρτης της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως είχε διαμορφωθεί κατά την ακμή της (1683 μ.Χ).

 

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή