Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι διεθνείς σχέσεις

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Ευάγγελος Κοροβίνης

Σήμερα η έκταση και το πλάτος της νομοθεσίας και των θεσμών που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και των οργανώσεων που τα υπερασπίζονται, είναι τεράστια. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και κυρίως μετα το τέλος του ψυχρού πολέμου, η “γλώσσα” των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενσωματώθηκε σε πολλές διεθνείς συμβάσεις και χρησιμοποιήθηκε από διαφόρους θεσμούς και δικαστήρια, σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, περιορίζοντας σημαντικά την κυριαρχία των εθνών-κρατών.

Ευρύτερα και στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, η βεστφαλιανού τύπου κρατοκεντρική δομή του διεθνούς συστήματος έτεινε, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, να καταργηθεί και να αντικατασταθεί από διεθνή δίκτυα εξουσίας, τα οποία προσπαθούσαν να παρακάμψουν τα νομοθετικά σώματα των εθνών-κρατών.

Σε αυτό ακριβως το πλαίσιο πρέπει να ενταχθεί και η ιλιγγιώδης ανάπτυξη των Μ.Κ.Ο για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

***

Κρίσιμος καταλύτης για την πλανητική διάδοση της γλώσσας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ήταν η προεδρία Κάρτερ που άρχισε το1977.

Το νέο δόγμα της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έγινε προσπάθεια να ενοποιήσει ολες τις μερίδες των δημοκρατικών και να διασφαλίσει μιαν ηθική αναγέννηση της Αμερικής μετά το σκάνδαλο Γουέτεργκειτ. Η επίκληση όμως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ήταν κυρίως το βασικό ιδεολογικό οπλο της τελευταίας φάσης του ψυχρού πολέμου, ενάντια στην «αυτοκρατορία του κακού», τη Σοβιετική Ένωση. Η εργαλειοποίηση αυτή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνεχίσθηκε και μετα τη νίκη της Δύσης στον ψυχρό πόλεμο με τις «ανθρωπιστικές» επεμβάσεις του Κλίντον στην Γιουγκοσλαβία.

Παρα την οργανωτική αυτοτέλεια των Μ.Κ.Ο, που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα, θα μπορούσε να λεχθεί, ότι οι οργανώσεις αυτές βρίσκονται σε συμβιωτική σχέση με τα μεγάλα δυτικά κρατη. Και αυτό όχι μόνο γιατί χρηματοδοτούνται, για ορισμένες δράσεις τους από αυτά, αλλά κυρίως, γιατί μπορεί να γίνει λόγος για εκλεκτικές ιδεολογικές συγγένειες μεταξύ τους. Πράγματι και οι δύο πλευρές συμμερίζονται έναν ανιστορικό και αφηρημένο οικουμενισμό. Στα πλαίσια του οικουμενισμού αυτού, τα ανθρώπινα δικαιώματα αντιμετωπίζονται ως αυταπόδεικτες αλήθειες, ως ηθικά αξιώματα και ρυθμιστικά ιδεώδη, που δεσμεύουν τις κοινωνίες ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου. Το αποκομμένο από τους κοινωνικούς του δεσμούς (με την οικογένεια, την τάξη και το έθνος του) αδιαφοροποίητο άτομο ανάγεται σε κεντρικό υποκείμενο του εθνικού και του διεθνούς δικαίου. Η «γυμνή» ανθρώπινη ιδιότητα του υποκειμένου αυτού, στα πλαίσια του οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανάγεται σε απόλυτη αξία.

Η μόνη αποδεκτή συλλογικότητα είναι εδώ το ανθρώπινο είδος. Πρόκειται για μιαν απολίτικη στην ουσία της προσέγγιση, η οποία υποκρύπτει, πάνω από όλα, μια παράκαμψη των επιμέρους εθνικών κοινωνών ως πηγών νοήματος. Δεν είναι παράξενο λοιπόν, που στα πλαίσια αυτά, ως αδιαμφησβήτητοι φορείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο σύνολό τους (ατομικών, πολιτικών, κοινωνικοοικονομικών και πολιτισμικών), αντιμετωπίζονται ακόμα και οι παράτυποι μετανάστες, από πολλούς δικαιωματιστές.

Το κοινωνικό σώμα κάθε έθνους-κράτους θεωρείται ως προϊόν ενός συμβολαίου σταθερά και μόνιμα ανοιχτού στη συμμετοχή νέων συμβαλλομένων, απροσδιόριστου αριθμού και προέλευσης. Το κοινωνικό σώμα όμως κάθε χώρας δεν είναι ξέφραγο αμπέλι, αναπτύσσει και στηρίζεται σε αξιακά συστήματα, τα οποία συνδέουν τους πολίτες μεταξύ τους και με το τμήμα της γης που αποτελεί το έδαφος της κάθε επικράτειας, με τα συγκεκριμένα σύνορα της. Και αν αυτό ισχύει για όλα τα έθνη-κράτη, ισχύει και με το παραπάνω για τη χώρα μας, οπου οι λεγόμενες μεταναστευτικές ροες γίνονται απροκάλυπτα εργαλείο του τουρκικού επεκτατισμού.

***

Παρά την αλματώδη ανάπτυξη του κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, εκφράζεται από ορισμένους επιφανείς δικαιωματιστές μια αυξανόμενη αμφιβολία για την αποτελεσματικότητα του κινήματος.

Το κίνημα αυτό φαίνεται να αποδίδει μόνο στις κοινωνίες που δεν το έχουν μεγάλη ανάγκη. Δεν τα πάει όμως και τόσο καλα σε κράτη με ελλειμματικές η και σχεδόν ανύπαρκτες δομές. Ερωτηματικά εγείρονται επίσης, για τον τρόπο κάλυψης κοινωνικών αναγκών για στέγη και τροφή, υγεία και εκπαίδευση, στον φτωχό Νότο του πλανήτη, όταν οι Μ.Κ.Ο διεθνούς εμβέλειας ιεραρχούν, ως σημαντικότερα θέματα, την κατάργηση της θανατικής ποινής, την ελευθερία έκφρασης, την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης κ.ά. Όταν δηλαδή πριμοδοτούν την υποστήριξη των λεγόμενων αρνητικών η φιλελεύθερων δικαιωμάτων, έναντι των λεγομενων «θετικών» η «κολεκτιβιστικών». Τέλος, εκφράζονται αμφιβολίες κατά πόσον η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών και των ομοφυλοφίλων, είναι συμβατή με τον στόχο της σύναψης ευρύτερων συμμαχιών με κινήματα κατά της φτώχειας που εμπνέονται από τις κατά τόπους θρησκείες.

Τα ερωτηματικά αυτά και οι αμφιβολίες, παραπέμπουν σε δυο σχετικά πιο πρόσφατες εξελίξεις, που αφορούν την αρχιτεκτονική των διεθνών σχέσεων. Γίνεται λόγος για την παρακμή της Δυσης και την ανάδυση μη δυτικών ισχυρών δυνάμεων καθώς και για την αναβίωση των θρησκειών.

Όπως είδαμε, το κίνημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα άρχισε να αποκτά παγκόσμια δυναμική στη δεκαετία του 1970, ενώ το τέλος του ψυχρου πολέμου και οι δύο δεκαετίες μονοκρατορίας των Η.Π.Α που ακολουθησαν, έδωσαν μια νέα ισχυρή ώθηση σε αυτό το κίνημα. Σήμερα όμως η Αμερική δεν είναι πια παρά πρώτη μεταξύ περίπου ίσων μεγάλων δυνάμεων. Όπως έδειξε μάλιστα η στάση της απέναντι στην πανδημία του κορωνοϊού κατά βάσιν παραπαίει. Εξάλλου φαίνεται να παλινωδεί μεταξύ απονομωτισμού και μονομερών επιθετικών ενεργειών (π.χ. δολοφονία Σουλειμανί, επιβολή οικονομικών κυρώσεων προς πάσα κατεύθυνση κλπ.) Η Ευρώπη παρακμάζει και αυτή. Δεν μπορεί να προωθήσει μια συνεκτική εξωτερική πολιτική, ενώ νέες ισχυρές μη δυτικές δυνάμεις αναδύονται στο προσκήνιο.

Παράλληλα, ήδη από την δεκαετία του 1990, στην Ασία το κίνημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα αντιμετωπίσθηκε ως η τελευταία νεοαποικιοκρατική προσπάθεια της Δύσης να επιβάλλει με ιεραποστολικό ζήλο ξενόφερτους τρόπους ζωής. Η χρηματοπιστωτική κρίση των «τίγρεων» της Ασίας, που ξέσπασε το 1997, φάνηκε προς στιγμήν να επιβεβαιώνει τους επικριτές των ασιατικών αξιων. Το γνωστό δυτικό μάντρα, ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να συμβαδίζει επι μακρόν με τον αυταρχισμό. Μετά την γρήγορη ανόρθωση των οικονομιών της περιοχής, οι υπερασπιστές των ασιατικών κολεκτιβιστικών αξιών πέρασαν στην αντεπίθεση. Οι αξίες αυτές όχι μονον δεν ήταν υπεύθυνες για την κρίση, αλλά συνετέλεσαν αποφασιστικά στο ξεπέρασμα της, με τα ισχυρά δίκτυα αλληλοβοήθειας και την γρήγορη κινητοποίηση των αποταμιεύσεων και κεφαλαίων που εξασφάλισαν.

Κατά πολλούς δυτικούς (και δικαιωματιστές), η επίκληση των ασιατικών αξιών γίνεται για να καταπατηθούν τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα των λαών της περιοχής. Οσοι κάνουν λόγο για τις αξίες αυτές είναι απολογητές δικτατόρων… Όλα αυτά ηχούν ολοένα και πιο κακόηχα στα αυτιά των μεσαίων τάξεων της Ασίας, που αποτελούν το ακροατήριο στο οποίο φιλοδοξούν να βρουν απήχηση οι δικαιωματιστές.

Το ίδιο σκηνικό βλέπουμε σήμερα να επαναλαμβάνεται και με την πανδημία του κορωνοιού. Τα βέλη στρέφονται κατά της Κίνας, η οποία εγκαλείται για απόκρυψη του «πραγματικού» αριθμού θανάτων των κατοίκων της. Άλλοι πάλι αποδίδουν τα εντυπωσιακά αποτελέσματα, που επέδειξε η Κινα στην αντιμετώπιση της πανδημίας, στο ψηφιακό, αστυνομικό της κράτος. Υποτιμούν έτσι τη σημασία της ήρεμης, γαλήνιας και πειθαρχημένης στάσης του λαού της, απέναντι στην απειλή του ιου. Μιας στάσης που συνδέεται αποφασιστικά με την κομφουκιανή και ταοϊστική κληρονομιά της Κίνας.

Οι κοινωνικές και πολιτισμικές νόρμες λοιπόν, που έχουν στον πυρήνα τους τη θρησκευτική πίστη, δεν συνυπάρχουν εύκολα με την γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μια γλώσσα καταστατικά κοσμική, που εισπράττεται επιπλέον ως υποστηρίζουσα χαλαρά ήθη και αποκλίνοντες σεξουαλικούς τρόπους ζωής.

***

Μετά την σύντομη αυτή επισκόπηση της ανάδυσης και της προώθησης του κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στα πλαίσια των μεταβαλλόμενων διεθνών σχέσεων, σημειώνουμε ότι την τελευταία δεκαετία ιδίως, οι φιλόσοφοι διαιρέθηκαν σε δυο στρατόπεδα, σε ότι αφορά την εννοιολόγηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στην μια πλευρά βρίσκονται οι λεγόμενοι ορθόδοξοι θεωρητικοί. Αυτοί αντιμετωπίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα ως ηθικά δικαιώματα, τα οποία κατέχουμε επειδή «ανήκουμε στο ανθρώπινο είδος». Στην άλλη πλευρά βρίσκονται οι λεγόμενοι πολιτικοί θεωρητικοί. Αυτοί με τη σειρά τους θεωρούν, ότι τα δικαιώματα παίζουν έναν διακριτό ρολο στις διεθνείς σχέσεις, οικοδομώντας πρότυπα πολιτικής συμπεριφοράς και επιβάλλοντας όρια στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας. Ακόμη όμως και αν δεχθεί κανείς ότι τα δικαιώματα διαθέτουν έναν αφετηριακό ηθικό πυρήνα, φαίνεται να είναι στην πραγματικότητα «παιδιά του νόμου», όπως πρώτος υποστήριξε ο Μπένθαμ, ο πατέρας του νεωτερικού φιλοσοφικού ωφελιμισμού.

Το βαθύτερο πρόβλημα που τίθεται πάντως, σε ό,τι αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα, πέραν του αν είναι ηθικά η πολιτικά στην αφετηρία τους, είναι ότι τα σύγχρονα κράτη, αλλά και οι δικαιωματιστές, αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο ως απρόσωπο φορέα δικαιωμάτων. Αποσπούν τους ανθρώπους από τους κοινωνικούς τους δεσμούς και δεν αναδεικνύουν την ταυτότητα και την μοναδικότητά τους. Τα κράτη αλλά και οι δικαιωματιστές, δεν δουλεύουν με τους πραγματικούς ανθρώπους, αλλά με φανταστικούς φορείς τυποποιημένων αναγκών και τυποποιημένων δικαιωμάτων, που επιδέχονται τυποποιημένη ικανοποίηση.

Μόνον μια προσωποκεντρική προσέγγιση μπορεί να εξανθρωπίσει τα δικαιώματα. Αλλά αυτος ο εξανθρωπισμός, παραπέμπει στην υπέρβαση του νεωτερικού παραδείγματος, καθώς το απρόσωπο δικαίωμα είναι η ιδέα-κλειδί που συνόδευσε την ανάδυση και την αναπαραγωγή του.

Πηγές

Η απανθρωπία του δικαιώματος. Του Χρήστου Γιανναρά. Εκδόσεις Δόμος. 2006
Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο. Του Παναγιώτη Κονδύλη. Εκδόσεις Θεμέλιο. 1992.
Το ζωτικό σύνορο. Του Γιώργου Πρεβελάκη. Καθημερινή 15 Μαρτίου 2020.
Two concepts of Liberty. By Isaiah Berlin. Oxford University Press. 1969.
Challenges to the global human rights regime. Are human rights an effective language for social change? By stephen Hopgood.www.surjournal.org. 2014.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Η Σεμίραμις χτίζει την Βαβυλώνα”, 1861) είναι έργο του, γάλλου, Ενγκάρ Ντεγκά.

Πηγή: Αντίβαρο

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή