Ακολουθήστε μας

Διεθνή

«Πόλεμος» για τη Λιβύη: Η σημασία της Σύρτης και οι φόβοι της Τουρκίας

Δημοσιεύτηκε στις

Οι πολεμικές απειλές της Αιγύπτου φαίνεται να ανησυχούν την Άγκυρα περισσότερο από όσο θα ήθελε η ίδια να παραδεχτεί, ειδικά εάν συνδυαστούν με τις κινήσεις των Ρώσων και των Γάλλων, αλλά με την προς το παρόν «συγκρατημένη» στάση των ΗΠΑ

Γιώργος Σκαφιδάς

Συγκλίνουσες πληροφορίες θέλουν την Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ή, πιο σωστά, τις υποστηριζόμενες από την Τουρκία και το Κατάρ ομάδες των μισθοφόρων που πολεμούν στη Λιβύη υπέρ της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας (GNA) του Φαγέζ αλ Σάρατζ να ετοιμάζονται να ρισκάρουν ακόμη και το ενδεχόμενο μιας σύγκρουσης με την Αίγυπτο του Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι και τις δυνάμεις του υποστηριζόμενου από το Κάιρο Λιβυκού Εθνικού Στρατού (LNA).

Ο Αιγύπτιος πρόεδρος έχει από την πλευρά του στείλει το μήνυμα ότι η Σύρτη (η οποία σήμερα ελέγχεται από δυνάμεις του Λιβυκού Εθνικού Στρατού υπό τον Χαλίφα Χάφταρ) αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για το Κάιρο, όπως άλλωστε και η επίσης ελεγχόμενη από τον LNA αεροπορική βάση της αλ Τζούφρα περίπου 300 χιλιόμετρα νοτίως της Σύρτης. Ο ίδιος έχει μάλιστα απειλήσει ανοιχτά από τις 20 Ιουνίου, επικαλούμενος λόγους εθνικής ασφαλείας, ακόμη και με στρατιωτική επέμβαση της Αιγύπτου στη Λιβύη εάν οι υποστηριζόμενες από την Τουρκία δυνάμεις επιχειρήσουν να εισβάλουν σε Σύρτη και αλ Τζούφρα. Σημειώνεται, άλλωστε, ότι είναι η Αίγυπτος – και όχι η Τουρκία – εκείνη που μοιράζεται κοινά σύνορα μήκους… 1.200 χιλιομέτρων με τη Λιβύη. Σημειώνεται, επίσης, ότι ήταν η Αίγυπτος του Σίσι εκείνη που στις 6 Ιουνίου παρουσίασε την επονομαζόμενη Διακήρυξη του Καΐρου (Cairo Declaration): ένα πλάνο για την ειρήνευση και την πολιτική διευθέτηση της λιβυκής κρίσης, που χαιρετίστηκε μεν από όλους (Ρωσία, Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία, Ελλάδα, Κύπρο, Βρετανία, Γερμανία, χώρες του Συνδέσμου Αραβικών Κρατών)… πλην όμως όχι και από την Τουρκία.

Ο Ιμπραχίμ Καλίν, ως εκπρόσωπος του Τούρκου προέδρου Ερντογάν, έσπευσε να διαμηνύσει από την πλευρά του (επίσης στις 20 Ιουνίου) ότι για να μπορέσει να υπάρξει μια «βιώσιμη εκεχειρία» στη Λιβύη, θα πρέπει προηγουμένως… οι δυνάμεις του Λιβυκού Εθνικού Στρατού (LNA) να αποχωρήσουν από την πόλη-λιμάνι της Σύρτης και την αεροπορική βάση της αλ Τζούφρα. Ακριβώς το ίδιο είχε ζητήσει και ο υπουργός Εσωτερικών της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας (GNA), Φάτι Μπασάγκα, μιλώντας στο αμερικανικό πρακτορείο Bloomberg πίσω στα μέσα Ιουνίου.

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, βέβαια, αντιδρούν αποφασιστικά όχι μόνο οι γείτονες Αιγύπτιοι – που δηλώνουν μάλιστα έτοιμοι ακόμη και να επέμβουν στρατιωτικά – αλλά και οι Ρώσοι, όπως άλλωστε και οι Γάλλοι, τα Εμιράτα κ.ά. Η προγραμματισμένη για τις 14 Ιουνίου επίσκεψη των Ρώσων υπουργών Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, και Άμυνας, Σεργκέι Σοϊγκού, στην Κωνσταντινούπολη λέγεται πως αναβλήθηκε τελευταία στιγμή για ακριβώς αυτόν το λόγο: επειδή οι Τούρκοι εμφανίζονταν αποφασισμένοι να προχωρήσουν με την πολιορκία της Σύρτης σε πείσμα των ρωσικών εκκλήσεων για κατάπαυση του πυρός.

Στην προσπάθεια να νομιμοποιήσουν την εκβιαστική ανάμειξή τους στον λιβυκό εμφύλιο, οι Τούρκοι επικαλούνται τα μνημόνια συναντίληψης που υπέγραψαν τον Νοέμβριο του 2019, όχι στην Τρίπολη αλλά εντός των τουρκικών συνόρων, με την αναγνωρισμένη μεν από τον ΟΗΕ πλην όμως όχι δημοκρατικά εκλεγμένη Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (GNA) του Φαγέζ αλ Σάρατζ.

Όταν πιέζονται, δε, από τους Ρώσους ή άλλες μη-δυτικές δυνάμεις, τότε τρέχουν να διεκδικήσουν ρόλο «εκπροσώπου» του ΝΑΤΟ στη βόρεια Αφρική, εκμεταλλευόμενοι τόσο την παρουσία φιλότουρκων αξιωματούχων εντός των ΗΠΑ όσο και τη στάση του Γενικού Γραμματέα της Συμμαχίας, Γενς Στόλτενμπεργκ, που έχει εμφανιστεί κατ’ επανάληψη να μεροληπτεί υπέρ της Άγκυρας. «Τουρκία και ΗΠΑ μπορούν μαζί να φέρουν μια θετική αλλαγή στη Λιβύη», θα δήλωνε στις 19 Ιουνίου ο Τούρκος αντιπρόεδρος Φουάτ Οκτάι κατά τη διάρκεια αμερικανοτουρκικού webinar, απηχώντας έτσι μια θέση που είχαν εκφράσει δημοσίως τις προηγούμενες ημέρες τόσο ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν όσο και ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου. 

Οι Αμερικανοί σε λιβυκό έδαφος… αλλά όχι στην Τρίπολη 

Οι Αμερικανοί πάντως από την πλευρά τους, επιλέγουν τουλάχιστον προς το παρόν να παρουσιάζονται ίσως περισσότερο συγκρατημένοι μπροστά από τις κάμερες από όσο θα επιθυμούσε η Τουρκία. Αμερικανική αντιπροσωπεία, αποτελούμενη από τον πρεσβευτή των ΗΠΑ στη Λιβύη Ρίτσαρντ Νόρλαντ και τον επικεφαλής της Στρατιωτικής Διοίκησης των ΗΠΑ στην Αφρική (AFRICOM) στρατηγό Στίβεν Τάουνσεντ, επισκέφθηκε στις 22 Ιουνίου τη Λιβύη για να συναντηθεί με την ηγεσία του GNA, χωρίς όμως να μεταβεί στην Τρίπολη (όπως είχαν κάνει για παράδειγμα περίπου μια εβδομάδα πριν, στις 17 Ιουνίου, οι Μεβλούτ Τσαβούσογλου, Μπεράτ Αλμπαϊράκ και Χακάν Φιντάν από την πλευρά της Τουρκίας) αλλά αρκετά δυτικότερα, στη Ζουάρα, με τους αναλυτές να εγείρουν ερωτηματικά ως προς την επιλογή της τοποθεσίας.

Προβληματισμό θα προκαλούσε, ωστόσο, και η ανακοίνωση που εξέδωσε για την κατάσταση στη Λιβύη την ίδια ημέρα το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (NSC) των ΗΠΑ καλώντας σε άμεση κατάπαυση του πυρός και επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, μια ανακοίνωση στο πλαίσιο της οποίας οι Αμερικανοί επικαλούνται μάλιστα ως χρήζουσα υποστήριξης και την Πρωτοβουλία του Καϊρου (Cairo Initiative) προς μεγάλη απογοήτευση προφανώς της ίδιας της Άγκυρας που είχε επιλέξει νωρίτερα να απορρίψει την επίμαχη αιγυπτιακή πρωτοβουλία.  

Τούρκοι αναλυτές θα επιχειρούσαν, ενδεχομένως θορυβημένοι σε έναν βαθμό από τις εξελίξεις, να αποδομήσουν ως «αδύναμη» και εκ των προτέρων «καταδικασμένη σε ήττα» μια ενδεχόμενη στρατιωτική επέμβαση της Αιγύπτου στη Λιβύη. Προκειμένου να αιτιολογήσουν τη θέση τους, θα επικαλούνταν σειρά από μάλλον αυθαίρετα επιχειρήματα, υποστηρίζοντας για παράδειγμα ότι οι αιγυπτιακές ένοπλες δυνάμεις είναι λιγότερο μάχιμες από τις τουρκικές (λες και υπάρχουν σήμερα στη Λιβύη αμιγώς τουρκικές δυνάμεις), ότι η αιγυπτιακή οικονομία αντιμετωπίζει προβλήματα (λες και η τουρκική δεν αντιμετωπίζει), αλλά και ότι το Κάιρο δεν μπορεί να εμπλακεί στη Λιβύη επειδή έχει παράλληλα ένα άλλο ανοιχτό μέτωπο με την Αιθιοπία στα νοτιοανατολικά, πλην όμως όχι πολεμικό… αλλά υδροηλεκτρικό-υδρευτικό (σχετικό με το καλούμενο Μεγάλο Φράγμα στον Νείλο). Κάποιοι, μάλιστα, θα έφταναν στο σημείο ακόμη και να υποστηρίξουν ότι η Αίγυπτος δεν μπορεί να εμπλακεί επειδή είναι… μακριά από τη Λιβύη (λες και η Τουρκία είναι κοντά). Στον αντίποδα ωστόσο, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς το ακριβώς αντίθετο: ότι είναι δηλαδή τα drones της Τουρκία εκείνα που δυσκολεύονται πλέον να πετάξουν προς τη Σύρτη και την αλ Τζούφρα, τόσα χιλιόμετρα μακριά από την Τρίπολη και την αλ Βατίγια.

Αιγυπτιακή νομιμοποίηση μέσω Τομπρούκ 

Παράλληλα, θα διατυπωνόταν και το επιχείρημα ότι η Αίγυπτος δεν έχει την απαιτούμενη νομιμοποίηση για να εμπλακεί στρατιωτικά στο μέτωπο της Λιβύης (λες και η Τουρκία την είχε). Ως προς αυτό το τελευταίο, όμως, υπάρχει και η αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία… όπως η Τουρκία άντλησε «νομιμοποίηση» από την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (GNA), έτσι και η Αίγυπτος θα μπορούσε να πάρει το πράσινο φως από το δημοκρατικά εκλεγμένο Κοινοβούλιο της Λιβύης (HoR) του Ακίλα Σαλέχ που έχει την έδρα του στο Τομπρούκ στα ανατολικά της χώρας.    

Σημειωτέον ότι στην παρούσα φάση το Μπαχρέιν, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εμφανίζονται να παίρνουν εμφατικά θέση στο πλευρό της Αιγύπτου, όπως άλλωστε και τα περισσότερα από τα άλλα μέλη του Συνδέσμου Αραβικών Κρατών. Μάλιστα η κίνηση του Σίσι να ζητήσει και την έκτακτη σύγκλιση του συμβουλίου των υπουργών Εξωτερικών του Αραβικού Συνδέσμου θα ερμηνευόταν από κάποιους ως… δυνητικός προάγγελος μιας πολεμικής σύρραξης, υπό τη σκιά και των δημοσιευμάτων που θέλουν το σιιτικό Ιράν να συμπαρατάσσεται με την Τουρκία στο μέτωπο της Λιβύης.  

Εάν πιεστεί ο Σίσι, θα χτυπήσει 

Καταξιωμένοι ακαδημαϊκοί με βαθιά γνώση του αιγυπτιακού τοπίου, όπως ο Γεζίντ Σαγίντ του «Carnegie Middle East Center» εκτιμούν ότι το ενδεχόμενο να δούμε μια αιγυπτιακή στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη, και μάλιστα με την ανοχή Αμερικανών και Ευρωπαίων, όντως «αυξάνεται», χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι οι Αιγύπτιοι θα χρειαστεί να φτάσουν έως και τη Σύρτη ή την αλ Τζούφρα. Αυτό που θα μπορούσαν να κάνουν είναι σε πρώτη φάση να περάσουν τα ανατολικά σύνορα της Λιβύης τεστάροντας έτσι τις αντιδράσεις του αντιπάλου και εν συνεχεία να πορευθούν αναδιαμορφώνοντας τη στρατηγική τους ανάλογα με τις εξελίξεις στο έδαφος. «Το πρωταρχικό ενδιαφέρον της Αιγύπτου στη Λιβύη είναι να προστατέψει τη δική της ασφάλεια στα σύνορα. Δεν εμπιστεύεται την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας και βλέπει την ανάμειξη της Τουρκίας ως σοβαρή απειλή», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Σαγίντ, απορρίπτοντας μάλιστα την άποψη ότι η Αίγυπτος απλώς εξυπηρετεί την ατζέντα των Εμιράτων ή της Σαουδικής Αραβίας με το επιχείρημα ότι οι Αιγύπτιοι επέλεξαν για παράδειγμα να μην εμπλακούν στον εμφύλιο της Υεμένης αν και τους είχε ζητηθεί.

Η Λιβύη ωστόσο δεν είναι Υεμένη, υπό την έννοια ότι βρίσκεται ακριβώς δίπλα στην Αίγυπτο. Αλλά και σε καθαρά (γεω)πολιτικό επίπεδο, εάν η Λιβύη περνούσε υπό τον έλεγχο της Τουρκίας και των υποστηριζόμενων από την Άγκυρα Αδελφών Μουσουλμάνων (που διατηρούν ισχυρή παρουσία και εντός της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας του Φαγέζ αλ Σάρατζ), οι κίνδυνοι για τον εχθρό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι αυτομάτως θα… πολλαπλασιάζονταν, χωρίς να συνυπολογίσει κανείς και τα κυκλωτικά απέναντι στην Αίγυπτο επεκτατικά ανοίγματα της Τουρκίας προς Σουδάν, Ερυθρά Θάλασσα, Αιθιοπία και Σομαλία.

Πηγές με βαθύτερη γνώση του παρασκηνίου υπογραμμίζουν ότι το Κάιρο προφανώς και δεν θα ήθελε, εάν είχε την επιλογή, να βρεθεί να πολεμά στο μέτωπο της Λιβύης ενάντια σε δυνάμεις υποστηριζόμενες από την Τουρκία. Ταυτόχρονα ωστόσο, λέγεται πως το Κάιρο όντως θα τολμούσε μια στρατιωτική κλιμάκωση… εάν έκρινε ότι ο αντίπαλος δεν του αφήνει άλλη επιλογή. Σε μια τέτοια περίπτωση μάλιστα λέγεται ότι η Αίγυπτος ίσως να είχε και τη στήριξη μέρους των λιβυκών φυλών που έχουν αποδειχθεί περισσότερο ισχυρές στο έδαφος από όσο θα φανταζόταν ένας εξωτερικός παρατηρητής. «Αξίζει επίσης να υπενθυμιστεί ότι στην επαρχία Ματρούχ, κοντά στα σύνορα με τη Λιβύη, υπάρχει μια μεγάλη αιγυπτιακή στρατιωτική βάση που έχει πάρει το όνομά της από τον πρώτο πρόεδρο της Αιγύπτου, Μοχάμεντ Ναγκίμπ», γράφει από την πλευρά του ο Ιβάν Μποχάροφ του «Russian International Affairs Council», προσθέτοντας άλλο ένα στοιχείο.

Συγκρατημένες ανησυχίες από την πλευρά της Τουρκίας      

Ωστόσο, μια περισσότερο άμεση από την πλευρά της Αιγύπτου στρατιωτική εμπλοκή στη Λιβύη ίσως να υποχρέωνε και την Τουρκία επίσης σε μεγαλύτερη εμπλοκή. Θα μπορούσε, άραγε, να αντέξει κάτι τέτοιο το καθεστώς Ερντογάν; Μια άμεση επέμβαση της Αιγύπτου θα λειτουργούσε επίσης εκ των πραγμάτων υπέρ του LNA στο έδαφος, εξασφαλίζοντας έτσι μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών στις δυνάμεις εκείνες των οποίων σήμερα ηγείται ο Χαλίφα Χάφταρ.

Η Άγκυρα φαίνεται πάντως να ανησυχεί περισσότερο από όσο θα ήθελε η ίδια να παραδεχτεί… εάν κρίνουμε από τις κινήσεις της τουρκικής ηγεσίας: το τηλεφώνημα που έκανε ο πρόεδρος Ερντογάν στον εμίρη του Κατάρ σεΐχη Ταμίμ μπιν Χαμάντ αλ Θάνι στις 20 Ιουνίου αμέσως έπειτα από τις πολεμικές απειλές του Σίσι, τη δήλωση του ερντογανικού Τούρκου βουλευτή (και αρθρογράφου της Yeni Şafak) Γιασίν Ακτάι ότι η Αλγερία (την οποία ο Φαγέζ αλ Σάρατζ επισκέφθηκε προ ημερών, για δεύτερη φορά φέτος) δεν πρόκειται να σταθεί στο πλευρό της Αιγύπτου ενάντια στην Τουρκία κ.ά.  

Οι επαφές, ωστόσο, συνεχίζονται παράλληλα σε πολλά μέτωπα. Ενδεικτική η επίσκεψη που πραγματοποίησε ο πρόεδρος της Τυνησίας, Καΐς Σαγιέντ, στις 22 Ιουνίου στο Παρίσι, μια επίσκεψη στο πλαίσιο της οποίας εκείνος είχε και την πρώτη επί γαλλικού εδάφους συνάντησή του με τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν. Ο Ερντογάν λέγεται πως τον περασμένο Δεκέμβριο είχε προσεγγίσει τον Σαγιέντ με το αίτημα να επιτραπεί στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις να χρησιμοποιούν το έδαφος της Τυνησίας ως εφαλτήριο για τις επιχειρήσεις τους στη Λιβύη, αίτημα που όμως δεν έγινε αποδεκτό από την τυνησιακή πλευρά.  

Γιατί είναι σημαντική η Σύρτη;

Η πρώτη γραμμή των μαχών του λιβυκού εμφυλίου έχει πλέον μεταφερθεί προς τα ανατολικά, από τα περίχωρα της Τρίπολης την οποία πολιόρκησε επί σειρά μηνών ο Λιβυκός Εθνικός Στρατός (LNA) χωρίς αποτέλεσμα, προς τη Σύρτη.  

«Οι Τούρκοι γλυκάθηκαν από τις νίκες τους στην δυτική Λιβύη και θέλουν να προχωρήσουν στον κεντρικό τομέα της χώρας και να ελέγξουν τον λιμένα της Σύρτης. Από εκεί εξάγεται ο κύριος όγκος των λιβυκών υδρογονανθράκων. Για τον έλεγχο του λιμένος ενδιαφέρονται ΗΠΑ, Ρωσία (που σήμερα τον ελέγχει), Γαλλία και Ιταλία (που σήμερα εξυπηρετούνται από αυτόν)», σημειώνει σε πρόσφατο άρθρο του ο ακαδημαϊκός και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Άγγελος Συρίγος.

«Παίρνοντας τη Σύρτη, θα μπορούσε κανείς εύκολα να καταλάβει μια παράκτια έκταση 350 χιλιομέτρων έως τη Βεγγάζη, πλούσια σε αγωγούς, διυλιστήρια, τερματικούς σταθμούς και εγκαταστάσεις αποθήκευσης (σ.σ. ενέργειας)», σημειώνει από την πλευρά του ο Τούρκος αναλυτής-δημοσιογράφος Φεχίμ Τάστεκιν, υπογραμμίζοντας μάλιστα ότι με βάση τη Σύρτη μπορεί κανείς να ελέγχει και άλλους λιμένες της λιβυκής ακτογραμμής (Ρας Λανούφ, Μάρσα ελ Μπρέγκα, Ζουεϊτίνα κ.ά.), λιμένες στους οποίους καταλήγει πλήθος αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η επίμαχη γεωγραφική έκταση, η γνωστή και ως «πετρελαϊκή ημισέλινος» («oil crescent»), φιλοξενεί άλλωστε στα «αμπάρια» της και το μεγαλύτερο μέρος των λιβυκών αποθεμάτων σε υδρογονάνθρακες. Σημειωτέον ότι η Λιβύη είναι η χώρα με τα μεγαλύτερα πετρελαϊκά αποθέματα σε ολόκληρη την Αφρική αλλά και το νούμερο 6 στην κατάταξη των αφρικανικών χωρών με τα μεγαλύτερα αποθέματα φυσικού αερίου.    

Παζάρια για τις βάσεις 

Οι Τούρκοι από την πλευρά τους έχουν καταστήσει σαφές ότι ενδιαφέρονται να αποκτήσουν μόνιμες στρατιωτικές βάσεις στη Λιβύη: αεροπορική βάση στην αλ Βατίγια και ναυτική βάση στη Μισράτα. Λέγεται επίσης ότι θα ενδιαφέρονταν και για την αεροπορική βάση της Γκαρνταμπίγια που βρίσκεται κοντά στη Σύρτη αλλά και ότι θα ήταν ενδεχομένως διατεθειμένοι να διαπραγματευτούν με τους Ρώσους «παραχωρώντας» στη Μόσχα την αεροπορική βάση της αλ Τζούφρα με αντάλλαγμα τον λιμένα της Σύρτης. Για τη Σύρτη, ωστόσο, ενδιαφέρονται, τόσο οι Ρώσοι (που ιδανικά θα ήθελαν, εκτός από τις βάσεις που διατηρούν σε Ταρτούς και Λαττάκεια στη Συρία, να αποκτήσουν βάσεις και στη Λιβύη, ενισχύοντας έτσι σημαντικά την παρουσία τους στην Ανατολική Μεσόγειο, σε απόσταση μάλιστα… αναπνοής και από τη βάση των Αμερικανών στη Σούδα) όσο και οι Γάλλοι που δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να δουν την Τουρκία να φτάνει τόσο «βαθιά» εντός της Μεσογείου.  

Υπό το βάρος των επεισοδιακών εξελίξεων κυκλοφορούν ωστόσο και σενάρια (μάλλον μακρινά και δύσκολα υλοποιήσιμα) που θέλουν τη Λιβύη κάποια στιγμή να χωρίζεται στα δύο. Ακόμη και σε μια τέτοια περίπτωση ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: Ποιος θα πάρει τη Σύρτη;

Πηγή: Έθνος

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή