Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Κόλαφος του CNN για τον Τραμπ: «Θύμα» του Πούτιν και του Ερντογάν – Έκανε «bullying» σε Μέρκελ και Μέι

Δημοσιεύτηκε στις

«Ο Πούτιν τον “έπαιζε στα δάχτυλα”»  – «Ο Ερντογάν τον έπαιρνε τηλέφωνο και δύο φορές την εβδομάδα» – «Έλεγε ανόητη και χαζή» την Μέρκελ και την Μέι – Γιατί οργιζόταν με τον Μακρόν

Μάριος Καλογερόπουλος

Δημοσίευμα-κόλαφο για τον Ντόναλντ Τραμπ ανήρτησε το CNN παρουσιάζοντας τον Αμερικανό πρόεδρο όχι μόνο ως «συνεχώς απροετοίμαστο» για συζητήσεις που αφορούν σοβαρά θέματα αλλά και ως θύμα του Βλαντιμίρ Πούτιν και του Ταγίπ Ερντογάν.

Το δημοσίευμα του CNN επικαλείται εκατοντάδες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του Τραμπ με ηγέτες ξένων κρατών υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία αυτά δικαιολογούν την άποψη δύο πρώην υπουργών, δύο συμβούλων εθνικής ασφαλείας και του πρώην επικεφαλής του επιτελείου του ότι «αποτελεί κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ».

Δύο πηγές που επικαλείται το CNN λένε για τον Τραμπ ότι είναι «παραληρηματικός» όσον αφορά τις συναλλαγές του με τους ξένους ηγέτες. Όπως λένε, μάλιστα, αντί η κατάσταση να βελτιώνεται με την πάρθοδο του χρόνου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ συνεχίζει να πιστεύει ότι θα μπορούσε είτε να σαγηνεύσει είτε να εκφοβίσει είτε να χειραγωγήσει σχεδόν κάθε ηγέτη προκειμένου να υποταχθεί στη θέλησή του «ενώ συχνά προωθεί στόχους που αφορούν την προσωπική του ατζέντα αντίθετα με ό,τι οι ανώτεροι σύμβουλοί του θεωρούν εθνικά συμφέρον για τις ΗΠΑ».

Το CNN επισημαίνει, μάλιστα, ότι τα περισσότερα τηλεφωνήματα του Τραμπ με άλλον ηγέτη είναι με τον Ερντογάν «ο οποίος ορισμένες φορές τηλεφωνούσε δύο φορές την εβδομάδα στον Λευκό Οίκο και συνδεόταν απευθείας με τον Τραμπ με διαταγή του Αμερικανού προέδρου».

Στον αντίποδα ήταν η σχέση του Τραμπ με ηγέτες συμμαχικών χωρών όπως η Βρετανία και η Γερμανία. Στην Τερέζα Μέι ο Τραμπ, σύμφωνα με το CNN, έλεγε ότι είναι αδύναμη και δεν είχε θάρρος ενώ στην Άνγκελα Μέρκελ έλεγε ότι είναι «ανόητη».

Στα τηλεφωνήματα που επικαλείται το αμερικανικό δίκτυο ο Τραμπ παρουσιάζεται να καυχιέται για τα πλούτη του, την εξυπνάδα του και τα «μεγάλα επιτεύγματά του ως πρόεδρος» μιλώντας σε ηγέτες χωρών όπως ο Σαουδάραβας Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν και ο Βορειοκορεάτης Κιμ Γιονγκ Ουν. Στους δύο αυτούς, μάλιστα, φέρεται να καυτηριάζει την «ηλιθιότητα» των προκατοχών του στον Λευκό Οίκο.

Την ίδια τακτική εμφανίζεται να εφαρμόζει ο Τραμπ και όταν μιλάει με τον Βλαντιμίρ Πούτιν και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στους οποίους κακολογούσε τον Τζορτζ Μπους και τον Μπαράκ Ομπάμα υποστηρίζοντας ότι οι απευθείας συνομιλίες μαζί του θα ήταν πολύ πιο αποδοτικές από ό,τι συνέβαινε επί των προηγούμενων αμερικανικών κυβερνήσεων.

«Δεν ήξεραν την τύφλα τους» ήταν μια από τις χαρακτηριστικές ατάκες του Τραμπ για τους προκατόχους του.

Όπως και στο αποκαλυπτικό βιβλίο του Τζον Μπόλτον, ο Τραμπ εμφανίζεται από τις πηγές που επικαλείται το CNN να μπλέκει τις προσωπικές του υποθέσεις – κυρίως όσον αφορά την επανεκλογή του αλλά και την εκδίκηση αντιπάλων του – με το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ.

Τo CNN που δεν αποκαλύπτει τις πηγές του εξηγεί ότι το ρεπορτάζ αποτελεί αποτέλεσμα συνεντεύξεων με περισσότερους από 10 αξιωματούχους που είτε ήταν παρόντες σε τηλεφωνήματα του Τραμπ είτε είχαν πρόσβαση σε απομαγνητοφωνήσεις.

Κληθείς να σχολίασει το δημοσίευμα εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου είπε ότι «ο πρόεδρος Τραμπ είναι ένας παγκόσμιας κλάσης διαπραγματευτής που συνεχώς προωθεί τα συμφέροντα της Αμερικής σε παγκόσμιο επίπεδο. Από τη διαπραγμάτευση με την Κίνα μέχρι την υποχρέωση των συμμάχων στο ΝΑΤΟ να δίνουν περισσότερα χρήματα και την νίκη επί του Ισλαμικού Κράτους, ο πρόεδρος Τραμπ έχει αποδείξει την ικανότητά του να προωθεί τα στρατηγικά αμερικανικά συμφέροντα».

Επιθετικός σε γυναίκες ηγέτες 

Οι πηγές που επικαλείται το CNN υποστηρίζουν οτι «η προδοτική» συμπεριφορά του Τραμπ προκύπτει από τα ξεσπάσματά του απέναντι σε συμμάχους, την άγνοια της ιστορίας και την απουσία προετοιμασίας.

Εκτός από την Μέι και την Μέρκελ ο Τραμπ έκανε bullying και μιλούσε υποτιμητικά και σε ηγέτες όπως ο Εμανουέλ Μακρόν, ο Τζάστιν Τριντό και ο Σκοτ Μόρισον «με τον ίδιο επιθετικό τόνο τον οποίο χρησιμοποιούσε για τους κυβερνήτες στις ενημερώσεις για τον κορωνοϊό».

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ ο πρόεδρος της Γαλλίας ήταν ο δεύτερος ηγέτης με τις περισσότερες τηλεφωνικές επαφές με τον Τραμπ τον οποίο προσπαθούσε να πείσει είτε για να κάνει στροφή σε θέματα είτε περιβάλλοντος είτε πολιτικής ασφαλείας.

Κατά τις πηγές του CNN τα τηλεφωνήματα αυτά τις περισσότερες φορές δεν είχαν αποτέλεμα με τον Τραμπ να εμφανίζεται συχνά εκνευρισμένος από τα αιτήματα του Μακρόν τον οποίο υπέβαλε σε λεκτικά «μαστιγώματα» για τη στάση της Γαλλίας όσον αφορά είτε το ΝΑΤΟ είτε τη μεταναστευτική της πολιτική.

Αλλά οι πιο ακραίες επιθέσεις γίνονταν σε γυναίκες πολιτικούς. Στις συζητήσεις με την Μέι και την Μέρκελ ο Αμερικανός πρόεδρος τις υποβάθμιζε με μια πηγή να περιγράφει τα τηλεφωνήματα ως εξής: «ορισμένα από όσα έχει πει στην Μέρκελ είναι απίστευτα. Την αποκαλούσε ανόητη και την κατηγορούσε ότι είναι στο τσεπάκι των Ρώσων».

Ηταν τέτοιο το επίπεδο της ρητορικής του Τραμπ ώστε Γερμανός αξιωματούχος είπε στο CNN ότι στο Βερολίνο λαμβάνονταν ειδικά μέτρα προκειμένου το περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων να μείνει κρυφό. Για το λόγο αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο, ο κύκλος των ανθρώπων που γνώριζαν τι έλεγε ο Τραμπ στη Μέρκελ είχε περιοριστεί «γιατί οι επαφές τους ήταν προβληματικές».

Το ίδιο προσβλητικός εμφανίζεται ο Τραμπ και απέναντι στην Τερέζα Μέι την οποία εμφανίζεται να χαρακτηρίζει «χαζή» και χωρίς τσαγνό όσον αφορά την προσέγγισή της στο θέμα του Brexit.

Παρά τις επιθέσεις, όμως, η Μέρκελ παρέμεινε απαθής, σύμφωνα με τις πηγές του αμερικανικού δικτύου, απαντώντας στον Τραμπ με στοιχεία ενώ αντίθετα η Μέι γινόταν νευρική «καθώς στόχος του Τραμπ ήταν να την εκφοβίσει».

Η σχέση με Πούτιν-Ερντογάν

Στο ειδικό κεφάλαιο του ρεπορτάζ του CNN για τα τηλεφωνήματα Τραμπ με Ερντογάν και Πούτιν, ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται απροετοιμάστος με αποτέλεσμα να τον εκμεταλλεύονται με διάφορους τρόπους οι ηγέτες Τουρκίας και Ρωσίας.

«Ο Πούτιν τον “έπαιζε στα δάχτυλα”» δηλώνει πηγή και παρομοιάζει τον Ρώσο πρόεδρο ως μάστερ στο σκάκι και τον πρόεδρο των ΗΠΑ ως ένα περιστασιακό παίχτη. «Ενώ ο Πούτι αποσταθεροποιεί τη Δύση ο Τραμπ κάθεται και πιστεύει ότι μπορεί να το παίζει επιχειρηματίας και σκληρός άνδρας τον οποίο ο πρόεδρος της Ρωσίας θα σέβεται» προσθέτει η ίδια πηγή.

Όπως λένε οι πηγές του CNN o Τραμπ με τη στάση του «αναβάθμιζε» τη Ρωσία βάζοντας την στο ίδιο επίπεδο με τις ΗΠΑ «χαρίζοντας το πλεονέκτημα που είχε κερδιθεί με δυσκολία κατά τον Ψυχρό Πόλεμο». «Τους έδωσε μια σανίδα σωτηρίας. Παίζει με κάτι που δεν κατανοεί και τους δίνει δύναμη που θα χρησιμοποιήσον επιθετικά» προσθέτει η ίδια πηγή.

Για τον Ερντογάν η μεγαλύτερη ανησυχία των Αμερικανών αξιωματούχων ήταν ότι μπορούσε να τον βρεί όπου και όποτε ήθελε παρακάμπνοτας κάθε δικλείδα ασφαλείας. «Ορισμένοι εργαζόμενοι στον Λευκό Οίκο έχουν πεισθεί ότι οι μυστικές υπηρεσίες της Τουρκίας στην Ουάσινγκτον παρακολουθούν το πρόγραμμα του Τραμπ και ενημερώνουν τον Ερντογάν για το πότε ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα είναι διαθέσιμος για ένα τηλεφώνημα» γράφει χαρακτηριστικά το CNN.

Ορισμένα από τα τηλεφωνήματα έγιναν, μάλιστα, την ωρα που ο Τραμπ έπαιζε γκολφ.

Δύο πηγές που επικαλείται το αμερικανικό δίκτυο περιγράφουν τον Τραμπ ως ανενημερώτο για το Συριακο και τα ζητήματα της Μέσης Ανατολής με αποτέλεσμα συχνά να αιφνιδιάζεται και να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις πολιτικές συζητήσεις με τον Ερντογάν.

Στις απομαγνητοφωνήσεις φαίνεται, επίσης, να επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί Μπόλτον για τη συζήτηση του 2018 στην οποία ο Τούρκος πρόεδρος έδωσε ένα υπόμνημα στον Τραμπ υποστηρίζοντας ότι μια τουρκική εταιρεία που ήταν υπό έρευνα στις ΗΠΑ ήταν αθώα.

«Ο Τραμπ τότε είπε στον Ερντογάν ότι θα το φροντίσει, εξηγώντας ότι οι εισαγγελείς αυτοί δεν ήταν δικοί του άνθρωποι αλλά του Ομπάμα, ένα πρόβλημα που έλυνε με την αντικατάστασή τους από δικούς του ανθρώπους» γράφει χαρακτηριστικά ο Μπόλτον.

Οι πηγές του αμερικανικού δικτύου, πάντως, υποστηρίζουν ότι όσα αναφέρονται στα τηλεφωνήματα δεν αποτελούν βάση για παραπομπή του Τραμπ στη δικαιοσύνη αλλά αντίθετα αποτελούν απόδειξη για το πόσο ακατάλληλος είναι ο πρόεδρος των ΗΠΑ για το αξίωμά του.

Πρώτο Θέμα

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις5 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Δημοφιλή