Ακολουθήστε μας

Γενικά θέματα

Η 28η Οκτωβρίου του 1940

Δημοσιεύτηκε στις

asyrmatos-1940

Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940-41 (στην Ελλάδα αναφέρεται και
ως Πόλεμος του 40 ή Έπος του 40) ήταν η πολεμική σύγκρουση μεταξύ
Ελλάδας και συνασπισμού Ιταλίας και Αλβανίας, η οποία διήρκεσε από τις
28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι τις 31 Μαΐου 1941, όταν και ολοκληρώθηκε η
κατάληψη της χώρας.


Επίσημη έναρξη του Πολέμου θεωρείται η «επίδοση του τελεσιγράφου»,
ενώ μετά τις 6 Απριλίου 1941, με την Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, όπου
η Ελλάδα κλήθηκε να αντιμετωπίσει τέσσερις εισβολείς, συνεχίστηκε ως
Ελληνο-ϊταλο-γερμανικός πόλεμος, ή ορθότερα επί της ουσίας
Ελληνο-Ιταλο-αλβανο-γερμανο-βουλγαρικός πόλεμος.

Αίτια του πολέμου
Ο πόλεμος αυτός ήταν προϊόν της επεκτατικής πολιτικής του φασιστικού
καθεστώτος του Μπενίτο Μουσολίνι που είχε εγκαθιδρύσει στην Ιταλία και
που άρχισε να εκδηλώνεται με την έναρξη του Β” Π.Π. και ειδικότερα μετά
τη συνομολόγηση του Χαλύβδινου Συμφώνου. Στα μέσα του 1940, ο Μπενίτο
Μουσολίνι, έχοντας ως πρότυπο τις κατακτήσεις του Αδόλφου Χίτλερ, θέλησε
να αποδείξει στους Γερμανούς συμμάχους του Άξονα ότι μπορεί και ο ίδιος
να οδηγήσει την Ιταλία σε ανάλογες στρατιωτικές επιτυχίες. Η Ιταλία
είχε ήδη κατακτήσει την Αλβανία από την άνοιξη του 1939, καθώς και
πολλές βρετανικές βάσεις στην Αφρική, όπως τη Σομαλιλάνδη, το καλοκαίρι
του 1940, αλλά αυτές δεν ήταν επιτυχίες ανάλογες αυτών της ναζιστικής
Γερμανίας. Ταυτόχρονα ο Μουσολίνι επιθυμούσε να ισχυροποιήσει τα
συμφέροντα της Ιταλίας στα Βαλκάνια, που ένοιωθε ότι απειλούνταν από τη
γερμανική πολιτική από την στιγμή που η Ρουμανία είχε δεχθεί την
γερμανική προστασία για τα πετρελαϊκά της κοιτάσματα.

Η επίδοση και το «ΟΧΙ»
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ο Ιταλός Πρέσβης
στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε ιδιόχειρα στον Έλληνα Πρωθυπουργό
Ιωάννη Μεταξά, στην οικία του δεύτερου, στην Κηφισιά, τελεσίγραφο, με
το οποίο απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την
Ελληνοαλβανική μεθόριο, προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια
στρατηγικά σημεία του Ελληνικού Βασιλείου, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.),
για τις ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του για τη
μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική. Μετά την άρνηση του Πρωθυπουργού (το
περίφημο «όχι»), ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις άρχισαν τις
στρατιωτικές επιχειρήσεις εισβολής στην Ελλάδα.

Η αντεπίθεση
Ο Ελληνικός Στρατός αντεπιτέθηκε και ανάγκασε τον ιταλικό σε
υποχώρηση και μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου, σχεδόν το ένα τέταρτο του
εδάφους της Αλβανίας είχε καταληφθεί από τους Έλληνες. Η αντεπίθεση των
Ιταλών, το Μάρτιο του 1941, απέτυχε, με κέρδος μόνο μικρές εδαφικές
εκτάσεις στην περιοχή της Χειμάρρας[3]. Τις πρώτες μέρες του Απριλίου,
με την έναρξη της γερμανικής επίθεσης, οι Ιταλοί ξεκίνησαν και αυτοί νέα
αντεπίθεση. Από τις 12 Απριλίου, ο Ελληνικός Στρατός άρχισε να υποχωρεί
από την Αλβανία, για να μην περικυκλωθεί από τους προελαύνοντες
Γερμανούς. Ακολούθησε η συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, στις 20
Απριλίου και με τους Ιταλούς, τρεις μέρες αργότερα, οι οποίες περαίωσαν
τυπικά τον ελληνοϊταλικόγερμανικό πόλεμο.

Η πρώτη νίκη των συμμάχων
Η απόκρουση της ιταλικής εισβολής αποτέλεσε την πρώτη νίκη των
Συμμάχων κατά των δυνάμεων του Άξονα στη διάρκεια του Δεύτερου
Παγκοσμίου Πολέμου και ανύψωσε το ηθικό των λαών στη σκλαβωμένη Ευρώπη.
Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η νίκη των Ελλήνων επηρέασε την έκβαση
ολόκληρου του πολέμου, καθώς υποχρέωσε τους Γερμανούς να αναβάλουν την
επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης, προκειμένου να βοηθήσουν τους
συμμάχους τους Ιταλούς που έχαναν τον πόλεμο με την Ελλάδα. Η
καθυστερημένη επίθεση τον Ιούνιο του 1941, ενέπλεξε τις γερμανικές
δυνάμεις στις σκληρές συνθήκες του ρωσικού χειμώνα, με αποτέλεσμα την
ήττα τους στη διάρκεια της Μάχης της Μόσχας.

Παρασκήνιο
Οι ελληνοϊταλικές σχέσεις στις αρχές του 20ού αιώνα
Δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι η Ιταλία υπήρξε μία από τις Μεγάλες
Δυνάμεις παλαιότερα, που προσπαθούσε να αποκτήσει ηγεμονικό ρόλο στη
Μεσόγειο. Το δε φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι είχε συχνά διακηρύξει ή
υπονοήσει την πρόθεσή του να δημιουργήσει μια νέα «Ρωμαϊκή
Αυτοκρατορία», στο δόγμα «Mare Nostrum» που θα περιελάμβανε και την
Ελλάδα.
Η απόφαση του Μπενίτο Μουσολίνι να επιτεθεί στην Ελλάδα χωρίς τις
απαραίτητες δυνάμεις είχε δύο αιτίες: την βαθιά περιφρόνηση για τους
Έλληνες και την εμμονή του να αποδείξει στον Χίτλερ οτι και αυτός
μπορούσε να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα.
Ήδη από τη δεκαετία του 1910, τα ελληνικά και ιταλικά συμφέροντα
συγκρούονταν, τόσο στην Αλβανία, με το θέμα της Βορείου Ηπείρου, όσο και
στα Δωδεκάνησα, τα οποία αποτελούσαν μέρος της ιταλικής επικράτειας. Η
Αλβανία ήταν από τη δημιουργία της ένα προτεκτοράτο της Ιταλίας, έναντι
του οποίου η Ελλάδα προέβαλε το θέμα των εδαφών της Βορείου Ηπείρου
(Νότιας Αλβανίας), τα οποία δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει στα πλαίσια
της Μεγάλης Ιδέας, παρά την ύπαρξη εκεί συμπαγούς ελληνικής μειονότητας.
Περαιτέρω, η Ιταλία κατείχε τα Δωδεκάνησα από το τέλος του
ιταλο-τουρκικού πολέμου, το 1912, και παρότι το 1919 είχε υποσχεθεί την
παραχώρησή τους στην Ελλάδα (συμφωνία Βενιζέλου – Τιττόνι), εντούτοις
αργότερα υπαναχώρησε από την υπόσχεση αυτή. Μικροεπεισόδια μεταξύ των
στρατευμάτων των δύο κρατών είχαν σημειωθεί και μετά τη Συνθήκη των
Σεβρών, όταν μέρος της Μικράς Ασίας περί την πόλη της Σμύρνης είχε
αποδοθεί στην Ελλάδα, ενώ ιταλικές δυνάμεις βοηθούσαν τους Τούρκους
εθνικιστές στον αγώνα τους κατά της ελληνικής κατοχής των εδαφών αυτών.
Πέραν αυτών, η φασιστική Κυβέρνηση Μουσολίνι χρησιμοποίησε το συμβάν της
δολοφονίας του Ιταλού στρατηγού Ενρίκο Τελίνι στα ελληνοαλβανικά σύνορα
για να βομβαρδίσει και να καταλάβει την Κέρκυρα, το μεγαλύτερο από τα
Ιόνια νησιά. Τα Ιόνια νησιά αποτελούσαν άλλοτε (ως το 1797) βενετική
κτήση και παρέμεναν ακόμη στόχος του ιταλικού ιμπεριαλισμού. Ακολούθησε
μια περίοδος ομαλοποίησης των σχέσεων των δύο χωρών, ιδίως κατά τη
διακυβέρνηση Βενιζέλου (1928-1932), κατά τη διάρκεια της οποίας
υπογράφτηκε και το Σύμφωνο Φιλίας Ρώμης (1928), (γνωστό και ως Συμφωνία
Βενιζέλου – Μουσολίνι), μεταξύ των δύο κρατών στις (23 Σεπτεμβρίου
1928).
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έκανε σημαντικές προσπάθειες για την
ουσιαστική βελτίωση των σχέσεων της Ελλάδας με όλους τους γείτονές της.
Μετά την υπογραφή του Συμφώνου Ελληνοτουρκικής Φιλίας (1930) και του
Βαλκανικού Συμφώνου του 1934, η απειλή της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας
θεωρείτο ότι είχε εξαλειφθεί. Η Αλβανία ήταν εξαιρετικά αδύναμη για να
αποτελεί απειλή, ενώ το Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας δεν προέβαλε σοβαρές
αξιώσεις επί της Μακεδονίας. Για τους λόγους αυτούς, μόνη πραγματική
απειλή για την ελληνική εθνική ασφάλεια κατά τη δεκαετία του 1930
θεωρούνταν η Βουλγαρία και οι αξιώσεις που έτρεφε, ήδη από την εποχή της
Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου έναντι της Ανατολικής Μακεδονίας και της
Θράκης. Έτσι, όταν ο Ιωάννης Μεταξάς ανήλθε στην εξουσία το 1936, τέθηκε
σε εφαρμογή σχέδιο αναδιοργάνωσης των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και
της δημιουργίας ισχυρής αμυντικής γραμμής κατά μήκος των
ελληνοβουλγαρικών συνόρων. Η αμυντική γραμμή κατασκευάστηκε και
ονομάστηκε «Γραμμή Μεταξά».
Τα χρόνια που ακολούθησαν, η Κυβέρνηση Μεταξά έκανε μεγάλες
επενδύσεις για την αναδιοργάνωση του στρατού. Αγοράστηκαν νέα όπλα και
για τα τρία σώματα, ο στρατός αναβαθμίστηκε τεχνολογικά και οργανωτικά
και τις παραμονές του πολέμου δεν είχε καμία σχέση με την εικόνα
διάλυσης που παρουσίαζε στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Τέλος, έγιναν
σημαντικές προετοιμασίες για το ενδεχόμενο πολέμου, όπως η αποθήκευση
πολεμοφοδίων σε διάφορα σημεία της χώρας. Την περίοδο 1935-1939
παραγγέλθηκαν σημαντικές ποσότητες όπλων, τα οποία όμως παραδόθηκαν μόνο
εν μέρει ή δεν πρόλαβαν να παραδοθούν ποτέ.
Παρόλα αυτά, το 1940 ο Ελληνικός Στρατός είχε σοβαρές ελλείψεις σε
όλμους, μεταφορικά μέσα, αντιαεροπορικό και αντιαρματικό πυροβολικό. Στο
Ναυτικό και στην Αεροπορία, εκτός του πεπαλαιωμένου υλικού, η έλλειψη
εξοπλισμού ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Επίσης, το στελεχιακό δυναμικό του
στρατεύματος είχε αποδυναμωθεί από την απόταξη των αξιωματικών που
υποστήριζαν τον Βενιζέλο. Αυτοί οι αξιωματικοί θα μπορούσαν να
προσφέρουν στον αγώνα κατά της ιταλικής εισβολής, όπως αποδείχθηκε από
την μετέπειτα δράση τους στην Κατοχή. Όμως οι ελλείψεις αυτές δεν
επηρέασαν το αποτέλεσμα της αναμέτρησης στο βαθμό που θα περίμενε η
ιταλική ηγεσία, καθώς οι συνεχείς κλήσεις και ασκήσεις εφέδρων μετά το
1937 για τη στελέχωση στρατιωτικών μονάδων, η βρετανική συνδρομή σε
αεροπορικά μέσα (έστω και μικρή) και η επίταξη 150.000 κτηνών, όπως και
αυτοθυσία των χωρικών της Ηπείρου, για την μεταφορά στρατιωτικού υλικού,
έλυσαν πολλά από τα προβλήματα.

Διπλωματικές και στρατιωτικές εξελίξεις μεταξύ των ετών 1939-1940
Στις 7 Απριλίου 1939 ιταλικές δυνάμεις κατέλαβαν την Αλβανία. Έτσι η
Ιταλία απέκτησε ουσιαστικά κοινά χερσαία σύνορα με την Ελλάδα. Η πράξη
αυτή οδήγησε το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία να εγγυηθούν για την
εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας[14]. Ο Μεταξάς προσπάθησε να κρατήσει
την ουδετερότητα της Ελλάδας παρά την ιδεολογική του συγγένεια με το
φασισμό και το ναζισμό και τις οικονομικές σχέσεις που είχαν οικοδομηθεί
με τη Ναζιστική Γερμανία. Ήδη από τον Μάρτιο του 1939 η ελληνική
διπλωματία συγκέντρωνε πληροφορίες για τις προθέσεις των δύο δικτατόρων
στα Βαλκάνια και τον Αύγουστο του 1939 γίνεται γνωστό ότι οι προθέσεις
για την Ελλάδα του “Χαλύβδινου Συμφώνου” Ιταλίας – Γερμανίας ήταν η
κατάληψη και ο διαχωρισμός: το ανατολικό τμήμα η Γερμανία το προόριζε ως
δώρο στην Βουλγαρία εάν της επέτρεπε την ελεύθερη διάβαση στο Αιγαίο
και το Δυτικό στην Αλβανία η οποία θα χρησιμοποιόταν από τους Ιταλούς
σαν κατοχική αστυνομική δύναμη. (Βλέπε βιβλίο: The British Labour
Government and the Greek Civil War, Θανάσης Σφήκας, Αγγλία 1994). Τα
γεγονότα επαληθεύτηκαν απολύτως μετακατοχικά. Έτσι ο Μεταξάς αποφάσισε
να στραφεί ολοκληρωτικά προς το Αγγλικό στρατόπεδο το οποίο εννοούσε
εξάλλου και ο αγγλόφιλος Βασιλιάς Γεώργιος Β΄, ο οποίος παρείχε μεν
στήριξη στο «καθεστώς της 4ης Αυγούστου» αλλά οι σχέσεις του με τον
Μεταξά είχαν ψυχρανθεί σημαντικά όταν ο δικτάτωρ προσπαθούσε να βρει
τρόπο να εξασφαλίσει μια ουδετερότητα την οποία για ένα διάστημα όντως
διαπραγματεύτηκε με τους Γερμανούς μέσω της ελληνικής πρεσβείας στη
Μαδρίτη και τον αρχηγό της Γερμανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών
Βίλχελμ φον Κανάρις, σημαντικού φίλου του φρανκικού καθεστώτος που
σύχναζε στην Ισπανία. Ο φον Κανάρις, πάντως, παρέθετε πολύ αόριστες
εγγυήσεις που δεν έπεισαν τελικά τον Μεταξά, παρόλο που μερίδα των
Ελλήνων διπλωματών του πρότειναν να τις αποδεχτεί. Ο ποιητής και τότε
διπλωμάτης Γιώργος Σεφέρης αναφέρει ότι μερικοί από αυτούς τους
διπλωμάτες ήταν έτοιμοι να πιστέψουν οτιδήποτε προκειμένου να αποφύγουν
την εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο και ότι οι γερμανικές εκείνες
«εγγυήσεις» δεν μιλούσαν καν για ουδετερότητα της Ελλάδας (Βλέπε αναφορά
στο προηγούμενο βιβλίο του Θανάση Σφήκα)
Ο Χίτλερ με προσωπικές του διπλωματικές κινήσεις μεταξύ Μάη και
Ιουλίου 1939, στις οποίες δεν συμμετείχε καν η Ιταλία, εξασφάλισε την
συμμαχία Ουγγαρίας, Ρουμανίας και Βουλγαρίας. Ο Μουσολίνι είχε θεωρήσει
αρχικά τα ρουμανικά πετρέλαια σαν δικό του μελλοντικό λάφυρο στα
Βαλκάνια και εξοργίστηκε από τις εξελίξεις. Ετοιμάζοντας λοιπόν τις
δικές του κινήσεις πήρε απόφαση να επέμβει στα Βαλκάνια ήδη απ τις 11
Αυγούστου και η απόφαση για πόλεμο είχε παρθεί: «Ο Μουσολίνι συνεχίζει
να μιλά για επίθεση-αστραπή κατά της Ελλάδας στα τέλη Σεπτεμβρίου». Στο
μεταξύ, το αρχικό πλάνο για επίθεση στη Γιουγκοσλαβία μπήκε στο αρχείο,
λόγω της γερμανικής αντίθεσης και της έλλειψης των αναγκαίων μεταφορικών
μέσων.
Όταν ο Χίτλερ την 1η Σεπτεμβρίου 1939 επιτίθεται στην Πολωνία, σε μια
σαφή κίνηση για τις επιδιώξεις του στα ανατολικά, ο Μουσολίνι έμαθε τα
γεγονότα εκ των υστέρων και όχι σαν συνεργαζόμενος – σύμμαχος με την
Γερμανία, κάτι τον οποίο τον εξόργισε έντονα. Στις 12 Οκτωβρίου 1940 οι
Γερμανοί κατέλαβαν τις πετρελαιοπηγές της Πραχόβας της Ρουμανίας. Το
γεγονός αυτό, το οποίο και πάλι δεν είχε πληροφορηθεί από πριν, εξόργισε
τον Μουσολίνι, ο οποίος το θεώρησε ως «επέμβαση» των συμμάχων του
Γερμανών στη νοτιοανατολική Ευρώπη, μια περιοχή που η Ιταλία ήταν, μαζί
με την Γερμανία, συνεγγυητής της εδαφικής ακεραιότητας. Τρεις μέρες
αργότερα συνεκάλεσε σύσκεψη στη Ρώμη για να συζητηθεί, όχι μόνο η
κατάληψη της Ηπείρου, της Κέρκυρας, της Κεφαλλονιάς και της Ζακύνθου (σε
πρώτη φάση), όπως προέβλεπε το σχέδιο πολέμου Emergenza G, αλλά η
κατάκτηση ολόκληρης της Ελλάδας (σε δεύτερη φάση ή ταυτόχρονα). Μόνον ο
αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Πιέτρο Μπαντόλιο, προέβαλλε
αντιρρήσεις, σημειώνοντας την ανάγκη να συγκεντρωθεί δύναμη τουλάχιστον
20 μεραρχιών πριν την εισβολή, καθώς εκείνη την περίοδο μόνο εννέα
μεραρχίες βρίσκονταν στην Αλβανία. Όμως, ο Διοικητής των δυνάμεων στην
Αλβανία, Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα (άτομο πάντως που χρωστούσε την
θέση του στην υποταγή του στο κόμμα ), υποστήριξε ότι μόνο 3 μεραρχίες
αρκούσαν, και αυτές μάλιστα αφού θα έχει ήδη ολοκληρωθεί η πρώτη φάση
του σχεδίου, δηλαδή η κατάληψη της Ηπείρου. Ο Μουσολίνι καθόρισε ως
ημερομηνία έναρξης της εισβολής την 26η Οκτωβρίου και ήλπιζε πως η
εκκαθάριση της Ηπείρου θα γινόταν ως τις 10 με 15 Νοεμβρίου. Ο Υπουργός
Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο, ο οποίος υποστήριξε ότι θα μπορέσουν να
βασιστούν και στην υποστήριξη προσωπικοτήτων της Ελλάδας, οι οποίοι θα
εξαγοράζονταν εύκολα, ανέλαβε να βρει ένα «casus belli» (αιτία
πολέμου)α[›]. Την επόμενη εβδομάδα, ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Βόρις Γ”
προσεκλήθη να λάβει μέρος στην επιχείρηση ενάντια στην Ελλάδα, αλλά
εκείνος αρνήθηκε, επειδή η Γερμανία εκείνη την στιγμή δεν ευνοούσε
καθόλου ένα Βαλκανικό μέτωπο.
Στην Ιταλία είχε ήδη ξεκινήσει από νωρίς μια επιχείρηση προπαγάνδας
κατά της Ελλάδας, ενώ παράλληλα είχε μπει σε εφαρμογή σχέδιο προκλητικών
ενεργειών εις βάρος της Ελλάδας, όπως η πτήση ιταλικών αεροσκαφών εντός
του ελληνικού εναέριου χώρου, επιθέσεις αεροσκαφών σε ελληνικά πλοία,
με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό και βύθιση του καταδρομικού «Έλλη» στο
λιμάνι της Τήνου, κατά τη διάρκεια του εορτασμού του Δεκαπενταύγουστου
από ιταλικό υποβρύχιο. Παρά την αδιαμφισβήτητη ενοχή των Ιταλών, η
Ελληνική Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το πλοίο βυθίστηκε από πλοίο «αγνώστου
εθνικότητας». Παρά το ότι με αυτό τον τρόπο διατηρήθηκε τύποις η
ουδετερότητα, εντούτοις ο ελληνικός λαός είχε αρχίσει ήδη να υποψιάζεται
τους πραγματικούς ενόχους.

Αξίζει λοιπόν να σημειωθεί, ότι συνεπώς ο πόλεμος αυτός δεν ήταν
ολότελα αιφνίδιος. Η επίδοση του τελεσιγράφου αναμενόταν ήδη από ημέρα
σε ημέρα, η δε ημερομηνία αυτή της επίδοσης θεωρούνταν η πλέον πιθανή
δεδομένου ότι αποτελούσε εθνική επέτειο του φασισμού στην Ιταλία από το
1925 (βλ. 28 Οκτωβρίου) Αλλά και από ένα δίκτυο πληροφοριών που είχε
αναπτυχθεί τότε, σε συνδυασμό με διάφορα γεγονότα (βλ. ιταλικές
προκλήσεις παρακάτω) προμήνυαν με βεβαιότητα σχεδόν την επερχόμενη
πολεμική σύγκρουση, κι έτσι η Ελλάδα βρέθηκε έτοιμη τουλάχιστον να
προβάλει αξιόλογη αντίσταση.

Το ιταλικό τελεσίγραφο και η ελληνική αντίδραση
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα,
Εμανουέλε Γκράτσι, παρέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά τελεσίγραφο του
Μουσολίνι. Με αυτό, ο Ντούτσε ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση
ιταλικών στρατευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα
«στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας. Ο Μεταξάς αρνήθηκε
το τελεσίγραφο με τα λόγια: «Alors, c’est la guerre» (γαλλικά:«Λοιπόν,
έχουμε πόλεμο»)β[›]. Η απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο θεωρείται από
αρκετούς ιστορικούς αποτέλεσμα πίεσης της κοινής γνώμης, κατ” άλλους
προσωπική ενέργεια και απόφαση. Ορισμένοι πάλι σύγχρονοι ιστορικοί
πιστεύουν ότι η απόφαση του Μεταξά ήταν αποτέλεσμα της εξωτερικής
πολιτικής της κυβέρνησης, αφού η Ελλάδα προετοιμαζόταν χρόνια για
επικείμενη επίθεση εχθρικών δυνάμεων. Τίποτα φυσικά δεν αποκλείει την
συνύπαρξη και των τριών εξηγήσεων.

Εντός ολίγων ωρών, ξεκίνησε η ιταλική επίθεση, ενώ ο Μεταξάς απηύθυνε
διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό[23], στο οποίο κατέληγε με τα εξής
λόγια: « Ὅλον τό Ἔθνος ἄς ἐγερθῆ σύσσωμον. Ἀγωνισθῆτε διά τήν Πατρίδα,
τάς γυναίκας, τά παιδιά σας καί τάς ἱεράς μας παραδόσεις. Νύν ὑπέρ
πάντων ὁ ἀγών. » Κατόπιν αυτού, ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους
τραγουδώντας πατριωτικά τραγούδια και αντι-ιταλικά συνθήματα, ενώ
διαδηλώσεις νέων εισέβαλαν σε ιταλικά γραφεία και επιχειρήσεις.
Εκατοντάδες εθελοντές σε ολόκληρη την επικράτεια, άνδρες και γυναίκες,
έσπευδαν στα στρατολογικά γραφεία για να καταταγούν[24]. Ολόκληρο το
έθνος ενώθηκε ενάντια στην ιταλική επιθετικότητα. Ακόμη και ο
φυλακισμένος ηγέτης του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Νίκος
Ζαχαριάδης, έγραψε ανοικτή επιστολή, ζητώντας από το λαό να αντισταθεί,
παρότι εξακολουθούσε να ισχύει το Σύμφωνο Μολότωφ – Ρίμπεντροπ (περί μη
επίθεσης μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Γερμανίας), παραβαίνοντας έτσι την
εκ Μόσχας κομματική γραμμή. Εντούτοις, σε δύο μεταγενέστερα γράμματά
του κατηγορούσε το Μεταξά ότι έβαζε τη χώρα σε έναν ιμπεριαλιστικό
πόλεμο και καλούσε τους Έλληνες στρατιώτες να λιποτακτήσουν και να
ανατρέψουν το καθεστώς Μεταξά.

Οι δυνάμεις και τα σχέδια των αντιπάλων
Το ιταλικό σχέδιο πολέμου, το επονομαζόμενο Emergenza G («Επείγουσα
Ελλάς»), προέβλεπε την κατάληψη της χώρας σε τρεις φάσεις. Η πρώτη ήταν η
κατάληψη της Ηπείρου και των Ιονίων Νήσων. Στη δεύτερη φάση θα
καταλαμβάνονταν η Δυτική Μακεδονία. Με την ενίσχυση νέων δυνάμεων που θα
αποβιβάζονταν στην Ήπειρο και στα νησιά, θα ακολουθούσε η προέλαση προς
την Θεσσαλονίκη και την Αθήνα με σκοπό την κατάκτηση της χώρας. Το
σχέδιο είχε συνταχθεί με την ελπίδα της ουδετερότητας της
Γιουγκοσλαβίας.
Το μέτωπο στην Νότια Αλβανία είχε μήκος περίπου 150 χιλιομέτρων και
βρισκόταν σε μια εξ ολοκλήρου ορεινή περιοχή, η οποία επιπροσθέτως ήταν
εξαιρετικά δύσβατη, λόγω του φτωχού οδικού δικτύου της. Η οροσειρά της
Πίνδου χώριζε το θέατρο επιχειρήσεων στα δύο: αυτό της Ηπείρου και
εκείνο της Δυτικής Μακεδονίας.
Την παραμονή της επίθεσης στην Ελλάδα στην Ανώτατη Στρατιωτική
Διοίκηση Αλβανίας, υπό τον στρατηγό Βισκόντι Πράσκα, υπάγονταν οι εξής
ιταλικές δυνάμεις[26]:
Στην Ήπειρο, το XXV Σώμα Στρατού «Τσαμουριά» (Ciamuria) υπό τον στρατηγό Κάρλο Ρόσσι (Carlo Rossi) που διέθετε,
– την 23η Μεραρχία Πεζικού «Φερράρα» (Ferrara) υπό τον στρατηγό
Τζαννίνι (Zannini), ανεπτυγμένη στις περιοχές Μέρτζανη-Πρεμέτη και
Γεωργουτσάδες- Αργυρόκαστρο και με δύναμη 21.000 ανδρών.
– την 51η Μεραρχία Πεζικού «Σιένα» (Siena) υπό τον στρατηγό Γκαμπούτι
(Gabutti), ανεπτυγμένη στις περιοχές Κονίσπολη-Δέλβινο-Άγιοι Σαράντα
και με δύναμη 12.500 ανδρών
– την 131 Τεθωρακισμένη Μεραρχία «Κένταυρος» (Centauro), μειωμένης
δύναμης, υπό τον στρατηγό Μάλλι (Magli) ανεπτυγμένη στις περιοχές
Τεπελένι- Αργυρόκαστρο με δύναμη 2.200 ανδρών και 40 αρμάτων.
– την Μεραρχία Ιππικού, ενισχυμένη με μονάδες πυροβολικού και
πεζικού, υπό τον στρατηγό Ριβόλτα (Rivolta) ανεπτυγμένη στην περιοχή
Κονισπόλεως.
Η συνολική δύναμη του XXV Σώματος έφτανε τους 42.000 άνδρες και
περιλάμβανε 22 τάγματα πεζικού, 61 πυροβολαρχίες (18 βαριές), 90 άρματα,
3 συντάγματα και μία επιλαρχία ιππικού και 2 τάγματα όλμων.
Στην Βορειοδυτική Μακεδονία και τη γιουγκοσλαβική μεθόριο, το XXVI
Σώμα Στρατού «Κορυτσά» (Corizza) υπό τον στρατηγό Γαβριήλ Νάσσι
(Gabrielle Nasci) που διέθετε
– την 29η Μεραρχία Πεζικού «Πιεμόντε» (Piemonte) υπό τον στρατηγό
Γκραττορόλα (Grattorola) ανεπτυγμένη ανατολικά της Κορυτσάς και δύναμης
12.500 ανδρών.
– την 49η Μεραρχία Πεζικού «Πάρμα» (Parma) υπό τον στρατηγό Νάλντι
(Naldi) ανεπτυγμένη δυτικά της Κορυτσάς και με δύναμη 9.300 ανδρών
– την 19η Μεραρχία Πεζικού «Βενέτσια» υπό τον στρατηγό Μπονίνι
(Bonini) ανεπτυγμένη από την λίμνη Πρέσπα εως το Ελβασάν και είχε δύναμη
10.000 ανδρών.
– την 53η Μεραρχία Πεζικού «Αρέτζο» υπο τον στρατηγό Φερόνε (Ferone)
ανεπτυγμένη στην περιοχή της Σκόδρας, με δύναμη 12.000 ανδρών.
– ως εφεδρεία του Σώματος υπήρχε ένα Τάγμα Βερσαλλιέρων της 131ης
Τεθωρακισμένης Μεραρχίας με 50 άρματα στην περιοχή της Ερσέκας.
Συνολικά το XXVI Σώμα διέθετε 44.000 άνδρες και περιλάμβανε 32
τάγματα, 47 πυροβολαρχίες (οι 5 βαριές), 60 άρματα, ένα σύνταγμα
ιππικού,
μία ίλη και 4 τάγματα όλμων.

Η διάταξη του Ιταλικού και του Ελληνικού στρατού τον Οκτώβριο του 1940
Ανάμεσα στα δύο Σώματα Στρατού, στην περιοχή Ερσέκα- Λεσκοβίκι, την
3η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» υπο τον στρατηγό Τζιρότι (Girotti), η
οποία είχε δύναμη 10.800 ανδρών και σύνθεση 5 τάγματα, 6 ορειβατικές
πυροβολαρχίες και μια ίλη ιππικού.
Τις παραπάνω δυνάμεις συνέδραμε η Ιταλική Βασιλική Πολεμική Αεροπορία
(Regia Aeronautica), η οποία διέθεσε στο μέτωπο της Αλβανίας 179
καταδιωκτικά, 225 βομβαρδιστικά και 59 αναγνωριστικά, συνολικά δηλαδή
463 αεροσκάφη.

Η επιτυχής εφαρμογή του σχεδίου στηρίζονταν στην αιφνιδιαστική
εισβολή με ταχυκίνητα μέσα, με σκοπό να προλάβει την επιστράτευση και
συγκέντρωση του Ελληνικού Στρατού. Ο Υφυπουργός των Στρατιωτικών
Στρατηγός Σοντού, διαβεβαίωσε τον Μουσολίνι ότι σε μια βδομάδα ο
Ιταλικός Στρατός θα ήταν στα Ιωάννινα και σε 15 με 20 μέρες θα ήταν στην
Πρέβεζα[28].
Σύμφωνα λοιπόν με το σχέδιο των Ιταλών από τις 9 Μεραρχίες που
διέθεταν στην Αλβανία 2 διατέθηκαν για προκάλυψη προς την Γιουγκοσλαβία,
2 στην περιοχή της Κορυτσάς για ενεργητική άμυνα, 3 για την κύρια
ενέργεια κατά της Ηπείρου και 2 για την κάλυψη της κύριας ενέργειας. Οι
δυνάμεις της κύριας ενέργειας ήταν ισχυρότερες έναντι των ελληνικών, σε
πυροβολικό, πεζικό και τεθωρακισμένα, όμως το ορεινό έδαφος της Ηπείρου,
οι αντιαρματικές οχυρώσεις και οι στενοί δρόμοι μείωναν την ιταλική
υπεροχή. Ενώ λοιπόν οι κατευθύνσεις ενέργειας του ιταλικού στρατού, και
ιδιαίτερα προς το τομέα Ηπείρου, ήταν ορθές, οι δυνάμεις που διατέθηκαν
για αυτό τον σκοπό ήταν ανεπαρκείς. Πιθανόν, δύο παράγοντες συνέβαλαν σε
αυτό, η υποτίμηση του αντιπάλου από απόψεως υλικής ισχύς και ηθικού και
η υπερτίμηση της ικανότητας της αεροπορίας και των αρμάτων μάχης [29].

Οι ελληνικές δυνάμεις και το σχέδιο άμυνας
Μετά την κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς, το Ελληνικό Γενικό
Επιτελείο κατάρτισε το σχέδιο «ΙΒ» («Ιταλία-Βουλγαρία», για την
αντιμετώπιση μιας ταυτόχρονης συνδυασμένης επίθεσης από Ιταλία και
Βουλγαρία. Το σχέδιο προέβλεπε επιβραδυντικές αμυντικές ενέργειες στην
περιοχή της Ηπείρου, με βαθμιαία υποχώρηση στη φυσικά οχυρή γραμμή
Άραχθος – Μέτσοβο – Αλιάκμονας – Βέρμιο, διατηρώντας την πιθανότητα μιας
περιορισμένης επίθεσης στη Δυτική Μακεδονία. Το σχέδιο αναθεωρήθηκε δύο
φορές στη συνέχεια, το «ΙΒα», προέβλεπε την άμυνα στη γραμμή των
συνόρων και το «ΙΒβ», το οποίο προέβλεπε άμυνα κάπου ενδιάμεσα, μεταξύ
συνόρων και γραμμής υποχώρησης. Στον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο,
διοικητή της VIII Μεραρχίας, παραχωρήθηκε ελευθερία κινήσεων και
αποφάσεων ανάλογα με την κατάσταση που θα διαμορφωνόταν στο πεδίο της
μάχης.

Ο διοικητής της VIII Μεραρχίας αποφάσισε ότι δεν θα παραχωρούσε
αμαχητί εθνικό έδαφος και οργάνωσε την κύρια αμυντική τοποθεσία βόρεια
των Ιωαννίνων στην περιοχή Ελαίας – Καλπακίου και κατά μήκος του ποταμού
Καλαμά, παρά τις διαταγές του Γενικού Επιτελείου, που υπογράμμιζαν ότι
κύρια αποστολή των δυνάμεων του ήταν η κάλυψη της Δυτικής Μακεδονίας και
η φρούρηση της διάβασης του Μετσόβου και των οδών προς Αιτωλοακαρνανία.

Οι κύριες ελληνικές δυνάμεις στην περιοχή όπου εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση, αριθμούσαν συνολικά περίπου 35.000 άνδρες και ήταν:

Στην Ήπειρο η VIIIη Μεραρχία Πεζικού,υπό τον υποστράτηγο Χαράλαμπο
Κατσιμήτρο, είχε προεπιστρατευθεί και ενισχυθεί με το στρατηγείο της III
Ταξιαρχίας, υπό τον Συνταγματάρχη Δημήτριο Γιατζή και με μερικές ακόμη
μονάδες πεζικού και πυροβολικού. Συνολικά διέθετε 4 διοικήσεις
συνταγμάτων, 15 τάγματα, 16 πυροβολαρχίες, 15 ουλαμούς πυροβολικού
συνοδείας, 2 τάγματα πολυβόλων, 1 πολυβολαρχία βαρέων πολυβόλων και 1
μεραρχιακή μονάδα αναγνωρίσεως. Επιπλέον το 39ο Σύνταγμα Ευζώνων της III
Μεραρχίας είχε επιστρατευθεί και στις 27 Οκτωβρίου κινούταν προς την
Ήπειρο.

Στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής
Μακεδονίας (ΤΣΔΜ), υπό τον αντιστράτηγο Ιωάννη Πιτσίκα, που σε αυτό
υπάγονταν
– Το Β΄ Σώμα Στρατού, υπό τον αντιστράτηγο Δημήτριο Παπαδόπουλο, που
αποτελούνταν από τις I (υποστράτηγος Δημήτριος Βραχνός) και IX
(υποστράτηγος Χρήστος Ζυγούρης) Μεραρχίες Πεζικού, την V Ταξιαρχία
Πεζικού και το ΙΧα Συνοριακό Τομέα.
– Το Γ΄ Σώμα Στρατού, υπό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου, που
αποτελούνταν από τις X (υποστράτηγος Χρήστος Κίτσος) και XI
(συνταγματάρχης ΠΒ Γεώργιος Κώτσαλος) Μεραρχίες Πεζικού, την IV
Ταξιαρχία Πεζικού και τους IX, X και XI Συνοριακοί Τομείς.
Το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων τις X Μεραρχίας ήταν στην Βέροια,
στην Έδεσσα και τα Γιαννιτσά, ενώ της XI Μεραρχίας στην περιοχή της
Θεσσαλονίκης. Την παραμονή της ιταλικής επίθεσης το ΤΣΔΜ ανέπτυξε στα
αλβανικά σύνορα 22 τάγματα πεζικού και 22 και 1/2 πυροβολαρχίες.
Στην περιοχή της Πίνδου, ανάμεσα στο ΤΣΔΜ και την VIII Μεραρχία, το
«Απόσπασμα Πίνδου», υπό τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη, που
διέθετε το 51ο Σύνταγμα Πεζικού (2 τάγματα),μια ορειβατική πυροβολαρχία
των 75 χιλ., έναν ουλαμό Πυροβολικού Συνοδείας των 65 χιλ. και έναν
ουλαμό ιππικού.

Οι Έλληνες είχαν μικρό πλεονέκτημα στο ότι οι μεγάλες μονάδες τους
(μεραρχίες) περιελάμβαναν 30% περισσότερο πεζικό (τρεις σχηματισμούς
συνταγμάτων έναντι δύο ιταλικών) και ελαφρώς περισσότερο πυροβολικό και
τουφέκια έναντι των ιταλικών [31], αλλά δεν είχαν καθόλου άρματα μάχης,
ενώ οι Ιταλοί μπορούσαν να βασιστούν και στην απόλυτη υπεροπλία τους
στον αέρα έναντι της μικρής τότε Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας.
Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος του οπλισμού του Ελληνικού Στρατού
αναγόταν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ή προερχόταν από χώρες όπως η
Γερμανία (σύμμαχος της Ιταλίας) αλλά και το Βέλγιο, η Αυστρία ή η
Γαλλία, οι οποίες βρίσκονταν υπό κατοχή, πράγμα το οποίο είχε αρνητικές
επιπτώσεις στην προμήθεια ανταλλακτικών και πολεμοφοδίων. Παρά ταύτα,
πολλοί Έλληνες αξιωματικοί ήταν βετεράνοι μιας δεκαετίας συνεχών,
σχεδόν, πολεμικών συγκρούσεων (Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13, Α” Παγκόσμιος
Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-22) και ο Ελληνικός Στρατός, παρά
τα περιορισμένα μέσα του, είχε αναδιοργανωθεί σε μεγάλο βαθμό κατά τη
δεκαετία του 1930. Τέλος, το ηθικό των Ελληνικού Στρατού, αντίθετα με
τις προσδοκίες των Ιταλών, ήταν υψηλότατο, με τους άνδρες έτοιμους να
αποκρούσουν την ιταλική επίθεση και να «πάρουν εκδίκηση για την Τήνο».
Μετά τον Πόλεμο, πολλοί Ιταλοί αξιωματικοί παρομοίαζαν την ελληνική
αντίσταση στην Ήπειρο με αυτή των Τούρκων στα Δαρδανέλια στον Α΄
Παγκόσμιο Πόλεμο, και κάποιοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να την
αποδώσουν και στη συμμετοχή προσφύγων (περίπου 25%) από την ανταλλαγή
πληθυσμών του 1923.

Φάσεις επιχειρήσεων
Αρχική ιταλική επίθεση (28 Οκτωβρίου 1940 – 13 Νοεμβρίου 1940)
Κύρια λήμματα: Μάχη της Πίνδου και Μάχη Ελαίας – Καλαμά

Πρώτη Ιταλική επίθεση
28 Οκτωβρίου – 13 Νοεμβρίου 1940.
Οι Ιταλοί επιτέθηκαν το πρωί της 28ης Οκτωβρίου και τα τμήματα
προκάλυψης στη γραμμή των συνόρων συμπτύχθηκαν και κατέλαβαν νέες θέσεις
άμυνας στα μετόπισθεν στα πλαίσια του επιβραδυντικού αγώνα. Οι
μεραρχίες «Φερράρα» και «Κένταυρος» κινήθηκαν προς την περιοχή του
Καλπακίου (στη θέση Ελαία), το «Παραλιακό Συγκρότημα» προωθήθηκε κατά
μήκος της ακτής και η Μεραρχία «Σιένα» κινήθηκε στα νοτιοανατολικά του
Καλπακίου προκειμένου να διαβεί τον ποταμό Καλαμά. Οι Ιταλοί συνάντησαν
σημαντικές δυσκολίες στην προώθηση τους λόγω των καταστροφών στο οδικό
δίκτυο και στις γέφυρες και των συνεχών βροχοπτώσεων που είχαν
μετατρέψει τις ημιονικές οδούς σε βούρκο και τα ρυάκια σε ορμητικούς
χειμάρρους.
Η σύμπτυξη των τμημάτων προκάλυψης ολοκληρώθηκε τη νύκτα της 29ης
προς 30η Οκτωβρίου και στις 31 Οκτωβρίου όταν το ιταλικό Γενικό
Επιτελείο ανακοίνωνε ότι: «οι μονάδες μας συνεχίζουν να προελαύνουν στην
Ήπειρο και έφτασαν στον ποταμό Καλαμά, σε πολλά σημεία. Αντίξοες
καιρικές συνθήκες και ενέργειες των υποχωρούντων εχθρών δεν επιβραδύνουν
την προέλαση των δυνάμεών μας», οι δυνάμεις των Μεραρχιών «Φερράρα» και
«Κένταυρος» άρχισαν να συγκεντρώνονται στην περιοχή της κύριας
αμυντικής τοποθεσίας στο Καλπάκι. Οι αντίξοες καιρικές συνθήκες στη
θάλασσα δεν επέτρεψαν την προσχεδιασμένη απόβαση στην Κέρκυρα.

Την 1η Νοεμβρίου, το ιταλικό Γενικό Επιτελείο έδινε προτεραιότητα στο
μέτωπο της Αλβανίας έναντι αυτού της Αφρικής αλλά στο χρονικό διάστημα
από 2 μέχρι 9 Νοεμβρίου οι επανειλημμένες προσπάθειες να διασπαστεί η
κύρια αμυντική τοποθεσία συνετρίβησαν από τις δυνάμεις της 8ης
Μεραρχίας, οπότε στις 9 Νοεμβρίου οι επιθέσεις διακόπηκαν και οι
ιταλικές δυνάμεις στην Ήπειρο υποχώρησαν και έλαβαν θέσεις άμυνας,
απειλούμενες από την αντεπίθεση των ελληνικών δυνάμεων από την περιοχή
της Πίνδου.
Η μεγαλύτερη απειλή για τις ελληνικές θέσεις διαγράφηκε από την
διείσδυση των 11.000 ανδρών της Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια» στην
Πίνδο με κατεύθυνση το Μέτσοβο και τη διάβαση της Κατάρας, η οποία
απειλούσε να διαχωρίσει τις ελληνικές δυνάμεις της Ηπείρου από εκείνες
της Δυτικής Μακεδονίας. Η «Τζούλια» αρχικά σημείωσε επιτυχίες, καθώς
κατάφερε να απωθήσει τις λιγοστές δυνάμεις του Αποσπάσματος Πίνδου του
συνταγματάρχη Δαβάκη, που είχε την ευθύνη για την άμυνα της περιοχής. Οι
ολιγομελείς φρουρές στα φυλάκια κατά μήκος των συνόρων γρήγορα
ανατράπηκαν από τους αλπινιστές και το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου, το
σύνολο των δυνάμεων του Δαβάκη αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν υπό το βάρος
της ιταλικής επίθεσης. Οι αλπινιστές συνέχισαν τις επιθέσεις τους την
επόμενη μέρα και η κατάσταση για τις ελληνικές δυνάμεις έγινε
απελπιστική. Το σύνολο των ανδρών του Αποσπάσματος Πίνδου είχαν
προωθηθεί στην πρώτη γραμμή και ο Δαβάκης αναγκάστηκε να ζητήσει την
βοήθεια των κατοίκων της περιοχής για τον ανεφοδιασμό τους. Μέσα από
δύσβατα, ολισθηρά και ανεμοδαρμένα μονοπάτια, γέροντες, γυναίκες και
παιδιά, μέσα στη νύχτα, στο τσουχτερό κρύο, στο χιόνι και στη λάσπη
μετέφεραν στους μαχητές που κρατούσαν τις κορυφές των υψωμάτων
πυρομαχικά, εφόδια και τρόφιμα και βοηθούσαν στη μεταφορά των τραυματιών
στα μετόπισθεν. Ήταν η συμμετοχή του άμαχου πληθυσμού της περιοχής στο
«Έπος της Πίνδου».

Το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο διέγνωσε έγκαιρα την απειλή και
κατηύθηνε αμέσως όλες τις μονάδες που επιστρατεύονταν στην απειλούμενη
περιοχή. Στις 31 Οκτωβρίου εκδηλώθηκε η πρώτη αντεπίθεση των Ελλήνων, η
οποία σημείωσε μικρή επιτυχία. Οι Ιταλοί κατόρθωσαν στις 3 Νοεμβρίου να
καταλάβουν τη Βοβούσα, ένα χωριό 20 χιλιόμετρα βόρεια του Μετσόβου, αλλά
οι δυνάμεις τους δεν ήταν αρκετές για να διαφυλάξουν το αριστερό άκρο
της προώθησης τους, στο οποίο αντεπιτέθηκαν οι ελληνικές δυνάμεις που
είχαν σπεύσει στην περιοχή.
Ο συνταγματάρχης Δαβάκης δεν είχε την τύχη να συμμετέχει στην
ελληνική αντεπίθεση, μια και στις 2 Νοεμβρίου, εκτελώντας προσωπικά
αναγνώριση στην περιοχή του υψώματος του Προφήτη Ηλία Φούρκας
τραυματίστηκε σοβαρά από εχθρικά πυρά και διακομίστηκε στο νοσοκομείο
Κοζάνης και στην συνέχεια στην Αθήνα. Οι ελληνικές δυνάμεις περικύκλωσαν
αυτές της «Τζούλια» που εγκατέλειψαν τη Βοβούσα, στις 4 Νοεμβρίου.
Μέχρι την 7η Νοεμβρίου διεξήχθησαν ανηλεείς μάχες στην περιοχή μέσα σε
αντίξοες καιρικές συνθήκες και οι αλπινιστές της «Τζούλια», που είχαν
αποκοπεί από τα μετόπισθεν τους, πολέμησαν σκληρά για την επιβίωσή τους.
Στις 8 Νοεμβρίου ο διοικητής της «Τζούλια», στρατηγός Μάριο Τζιρότι,
διέταξε να υποχωρήσουν νότια του όρους Σμόλικα κατά μήκος της βόρειας
όχθης του Αώου προς την Κόνιτσα, όπου είχε προωθηθεί η 47η Μεραρχία
«Μπάρι», η οποία αρχικά προοριζόταν για την απόβαση στην Κέρκυρα. Μέχρι
τις 13 Νοεμβρίου οι ελληνικές δυνάμεις είχαν ανακαταλάβει τις συνοριακές
διαβάσεις της Πίνδου, με εξαίρεση την περιοχή της Κόνιτσας, που κατείχε
η μεραρχία «Μπάρι» μέχρι την 16η Νοεμβρίου. Αυτό ήταν και το τέλος της
«Μάχης της Πίνδου».

Στη Δυτική Μακεδονία, ενόψει της έλλειψης δραστηριότητας από ιταλικής
πλευράς και προκειμένου να ανακουφιστεί το μέτωπο της Πίνδου, το
ελληνικό Γενικό Επιτελείο στις 31 Οκτωβρίου προώθησε στην περιοχή το Γ”
Σώμα Στρατού (10η και 11η Μεραρχία Πεζικού και Ταξιαρχία Ιππικού) υπό
τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου με την εντολή να επιτεθεί στην
Αλβανία, επίθεση η οποία λόγω προβλημάτων ανεφοδιασμού αναβλήθηκε για
τις 14 Νοεμβρίου.
Η απροσδόκητη ελληνική αντίσταση κατέλαβε εξ απήνης το ιταλικό Γενικό
Επιτελείο, το οποίο περίμενε ένα «στρατιωτικό πικ-νικ». Αρκετές μονάδες
στάλθηκαν εσπευσμένα στην Αλβανία, ενώ τα αρχικά σχέδια για επικουρικές
επιθέσεις σε ελληνικά νησιά ματαιώθηκαν. Εξοργισμένος από την
αποτελμάτωση της επιχείρησης, ο Μουσολίνι στις 9 Νοεμβρίου ανασχημάτισε
τη Διοίκηση Αλβανίας, αντικαθιστώντας τον Πράσκα με τον Ουμπάλντο Σόντου
(Ubaldo Soddu), τέως υφυπουργό Πολέμου. Ο νέος διοικητής, αμέσως μετά
την ανάληψη των καθηκόντων του, διέταξε τις δυνάμεις του να διακόψουν
κάθε επιθετική ενέργεια και να λάβουν θέσεις άμυνας. Ήταν πλέον ξεκάθαρο
ότι η ιταλική εισβολή είχε αποτύχει.

Ελληνική αντεπίθεση και ακινητοποίηση (14 Νοεμβρίου 1940 – 8 Μαρτίου 1941)
Κύριο λήμμα: Μάχη Μόροβα-Ιβάν
Ελληνική αντεπίθεση
14 Νοεμβρίου 1940 – Μάρτιος 1941.
Οι ελληνικές εφεδρείες άρχισαν να φτάνουν στο μέτωπο στις αρχές
Νοεμβρίου, ενώ η αδράνεια της Βουλγαρίας επέτρεψε στο ελληνικό Γενικό
Επιτελείο να μεταφέρει την πλειονότητα των μονάδων από τα
ελληνοβουλγαρικά σύνορα και να τις αναπτύξει στο αλβανικό μέτωπο. Έτσι, ο
Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος κατόρθωσε να πετύχει αριθμητική
υπεροχή έναντι των Ιταλών ως τα μέσα Νοεμβρίου, πριν εξαπολύσει
αντεπίθεση. Έντεκα μεραρχίες πεζικού, δύο Ταξιαρχίες Πεζικού και η
Μεραρχία Ιππικού υπό τον Υποστράτηγο Γεώργιο Στανωτά αντιμετώπιζαν
δεκαπέντε ιταλικές μεραρχίες πεζικού και μια τεθωρακισμένη μεραρχία.

Το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας και το Γ” Σώμα Στρατού,
ενισχυμένα με μονάδες από ολόκληρη τη Βόρειο Ελλάδα, εξαπέλυσαν επίθεση
στις 14 Νοεμβρίου, με κατεύθυνση την Κορυτσά. Μετά από σκληρή μάχη στην
οχυρωμένη μεθόριο, οι Έλληνες τη διέσπασαν στις 17 Νοεμβρίου και μπήκαν
στην Κορυτσά στις 22. Λόγω της αναποφασιστικότητας του ελληνικού Γενικού
Επιτελείου, οι Ιταλοί βρήκαν χρόνο να αναδιοργανωθούν και να μην
καταρρεύσουν τελείως παρόλο που στο στράτευμά τους είχε ήδη ξεσπάσει
κρίση με παραιτήσεις υψηλόβαθμων στρατιωτικών.
Η επίθεση από τη Δυτική Μακεδονία συνδυάστηκε με γενική επίθεση σε
ολόκληρο το μήκος του Μετώπου. Το Α” και Β” Σώμα Στρατού προέλασαν στην
Ήπειρο, και μετά από σκληρή μάχη κατόρθωσαν να καταλάβουν τους Αγίους
Σαράντα, το Πόγραδετς και το Αργυρόκαστρο ως τις αρχές Δεκεμβρίου και τη
Χειμάρρα την παραμονή των Χριστουγέννων. Είχε πλέον καταληφθεί
ουσιαστικά ολόκληρη η Βόρεια Ήπειρος. Στις 10 Ιανουαρίου 1941, πριν την
έλευση της βαρυχειμωνιάς, καταλήφθηκε και το στρατηγικής σημασίας
οχυρωμένο πέρασμα της Κλεισούρας. Αλλά οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν να
προωθηθούν προς το Βεράτιο, ενώ απέτυχε και η επίθεσή τους προς την
Αυλώνα. Στη μάχη για την Αυλώνα, οι Ιταλικές μεραρχίες «Λύκοι της
Τοσκάνης», «Τζούλια», «Πινερόλο» και «Πουστέρια» υπέστησαν μεγάλες
απώλειες, αλλά στα τέλη Ιανουαρίου η ελληνική προέλαση σταμάτησε. Οι
Έλληνες σταμάτησαν λόγω αριθμητικής υπεροχής, πλέον, των Ιταλών, και
λόγω της απομάκρυνσής τους από τα κέντρα ανεφοδιασμού.
Στο μεταξύ, ο στρατηγός Σοντού αντικαταστάθηκε στα μέσα Δεκεμβρίου
από τον Ούγκο Καβαλλέρο (Ugo Cavallero). Στις 4 Μαρτίου, με την απειλή
της γερμανικής επέμβασης έκδηλη, οι Βρετανοί έστειλαν τις πρώτες τους
ενισχύσεις και πολεμοφόδια στους Έλληνες. Συγκεκριμένα, έστειλαν
τέσσερις μεραρχίες, εκ των οποίων δύο τεθωρακισμένες, που αριθμούσαν
57.000 στρατιώτες υπό τις διαταγές του στρατηγού Χένρι Ουίλσον (Henry
Wilson).

Εαρινή ιταλική επίθεση (9 Μαρτίου 1941 – 23 Απριλίου 1941)
Κύριο λήμμα: Ιταλική Εαρινή Επίθεση
Δεύτερη Ιταλική επίθεση
9 Μαρτίου – 23 Απριλίου 1941
Η στασιμότητα συνεχίστηκε, παρά τις επιμέρους εχθροπραξίες, καθώς και
οι δυο αντίπαλοι ήταν πολύ αδύναμοι για να ξεκινήσουν νέα μεγάλη έφοδο.
Οι Έλληνες ήταν σε ακόμη μειονεκτικότερη θέση καθώς, έχοντας
απογυμνώσει τα βόρεια σύνορά τους από όπλα και άνδρες για να κρατήσουν
το αλβανικό μέτωπο, ήταν υπερβολικά ευάλωτοι σε μια πιθανή γερμανική
επίθεση μέσω Βουλγαρίας.
Οι Ιταλοί, από την άλλη πλευρά, θέλοντας να πετύχουν μια νίκη στο
αλβανικό μέτωπο πριν την επιβεβλημένη, πλέον, γερμανική εμπλοκή,
συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους για μια νέα επίθεση με την κωδική
ονομασία «Primavera» (Άνοιξη). Συγκέντρωσαν δεκαεπτά μεραρχίες έναντι
των δεκατριών ελληνικών και υπό την επίβλεψη του Μουσολίνι προσωπικά,
επιτέθηκαν ενάντια στο στενό της Κλεισούρας. Η επίθεση διήρκεσε από τις 9
ως τις 20 Μαρτίου, αλλά απέτυχε να απωθήσει τους Έλληνες, κερδίζοντας
περιορισμένες μόνο περιοχές, όπως βόρεια της Χειμάρρας και μικρές
εκτάσεις περί το Μπεράτι. Έκτοτε και μέχρι τη γερμανική επίθεση στις 6
Απριλίου, οι επιχειρήσεις αποκλιμακώθηκαν. Η σημαντικότερη μάχη της
«εαρινής επίθεσης» ήταν η μάχη του υψώματος 731.

Γερμανική επίθεση

Η γερμανική επίθεση του 1941
Προβλέποντας τη γερμανική επίθεση, οι Βρετανοί και μερικοί Έλληνες
ζητούσαν την υποχώρηση από την Ήπειρο, ώστε να εξοικονομηθούν δυνάμεις
που θα μπορούσαν να αποκρούσουν του Γερμανούς. Παρά ταύτα, το εθνικό
συναίσθημα δεν επέτρεπε να εγκαταλειφθούν ευαίσθητες εθνικά περιοχές που
κατακτήθηκαν με τόσο κόπο. Έτσι, παρά τη στρατιωτική λογική,
απορρίφθηκε η ιδέα οπισθοχώρησης έναντι των «ηττημένων» Ιταλών και ο
μεγαλύτερος όγκος των ελληνικών δυνάμεων παρέμενε βαθιά στην Αλβανία,
ενώ οι Γερμανοί πλησίαζαν. Ο στρατηγός Ουίλσον χλεύασε αυτό το
«φετιχιστικό δόγμα του να μη δοθεί ούτε μια σπιθαμή γης στους Ιταλούς»
και που οδήγησε στο να μείνουν μόνο έξι από τις εικοσιμία ελληνικές
μεραρχίες να αντιμετωπίσουν τη γερμανική επίθεση.
Από τις 6 Απριλίου, οι Ιταλοί ξεκίνησαν εκ νέου την επίθεσή τους στην
Αλβανία, μαζί με την επιχείρηση «Μαρίτα» των Γερμανών. Οι αρχικές
επιθέσεις είχαν μικρό αποτέλεσμα, αλλά στις 12 Απριλίου το ελληνικό
Γενικό Επιτελείο, θορυβημένο από την ταχύτατη προέλαση των Γερμανών,
διέταξε την οπισθοχώρηση από την Αλβανία. Οι Ιταλοί κατέλαβαν την
Κορυτσά στις 14 Απριλίου και έφτασαν στις λίμνες Πρέσπες στις 19. Στις
22 Απριλίου έφτασαν στα ελληνο-αλβανικά σύνορα στο χωριό Περάτη και
πέρασαν σε ελληνικό έδαφος την επόμενη μέρα.
Στο μεταξύ, στις 18 Απριλίου το μηχανοκίνητο γερμανικό σύνταγμα
Σωματοφυλακή SS «Αδόλφος Χίτλερ» (Leibstandarte «Adolf Hitler»)
κάμπτοντας την τοπική αντίσταση, κατέλαβε το πέρασμα του Μετσόβου,
αποκόπτοντας έτσι τον Ελληνικό Στρατό Ηπείρου από τα μετόπισθεν. Την
επόμενη μέρα οι Γερμανοί κατέλαβαν τα Ιωάννινα, ολοκληρώνοντας την
απομόνωση του ελληνικού στρατού που υποχωρούσε από την Αλβανία. Έχοντας
επίγνωση της κρίσιμης κατάστασης, ο αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου,
σε συμφωνία με άλλους στρατηγούς, αλλά χωρίς την εξουσιοδότηση του
Στρατάρχη Παπάγου, αντικατέστησε τον Αντιστράτηγο Πιτσίκα και προσέφερε
συνθηκολόγηση στον Ζεπ Ντίτριχ (Sepp Dietrich) στις 20 Απριλίου, κυρίως
για να αποφύγει ατιμωτική παράδοση στους Ιταλούς. Οι όροι της παράδοσης
θεωρήθηκαν τιμητικοί, καθώς ο ελληνικός στρατός δε θα αιχμαλωτιζόταν,
ενώ οι αξιωματικοί θα επιτρεπόταν να διατηρήσουν το ξίφος τους. Ο
Μουσολίνι εξοργίστηκε από τη μονομερή αυτή παράδοση και μετά από πολλές
διαμαρτυρίες στον Χίτλερ, η τελετή συνθηκολόγησης επαναλήφθηκε στις 23
Απριλίου, για να παρευρεθούν και εκπρόσωποι της ιταλικής πλευράς.
Στις 24 Απριλίου τα ιταλικά στρατεύματα επιτέθηκαν μαζί με τα
γερμανικά στην Αττική, κοντά στην Αθήνα, ενώ οι ηττημένοι Βρετανοί
ξεκίνησαν την αποχώρησή τους. Παράλληλα, η Βουλγαρία εισέβαλε στην Θράκη
και κατέλαβε μια περιοχή γύρω από την Ξάνθη. Στις 3 Μαΐου, μετά την
κατάληψη και της Κρήτης, έγινε μια θεαματική ιταλο-γερμανική παρέλαση
στην Αθήνα για να εορταστεί η νίκη του Άξονα. Μετά τη νίκη επί της
Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας, ο Μουσολίνι ξεκίνησε να κομπάζει για τη
νέα ιταλική Mare Nostrum («η θάλασσά μας», αναφερόμενος στη Μεσόγειο).

Ναυτικές επιχειρήσεις
Κατά την έναρξη των εχθροπραξιών, το Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό
αποτελούνταν από το ήδη παλαιό θωρηκτό «Αβέρωφ», 10 αντιτορπιλικά (εκ
των οποίων 4 παλαιά), αρκετές τορπιλακάτους και 6 παλαιά υποβρύχια.
Στις αρχές του πολέμου περιορίστηκε στην προστασία των θαλάσσιων
μεταφορών στο Αιγαίο πέλαγος, τόσο για την ολοκλήρωση της επιστράτευσης
της χώρας, όσο και για τον ανεφοδιασμό της. Τα ελληνικά σκάφη
αντιμετώπιζαν συνεχώς τον κίνδυνο επιθέσεων από ιταλικά αεροσκάφη και
υποβρύχια, που επιχειρούσαν έχοντας ως βάση τα Δωδεκάνησα.
Ακολούθησαν περιορισμένες επιθετικές ενέργειες ενάντια σε ιταλικά
σκάφη στα Στενά του Οτράντο. Τα αντιτορπιλικά προέβησαν σε τρεις
θαρραλέες, αλλά άκαρπες νυχτερινές επιδρομές (14-15 Νοεμβρίου 1940,
15-16 Δεκεμβρίου 1940 και 4-5 Ιανουαρίου 1941). Οι ελληνικές επιτυχίες
ήρθαν από τα υποβρύχια, τα οποία κατόρθωσαν να βυθίσουν μερικά ιταλικά
μεταγωγικά. Από την ιταλική πλευρά, παρότι ο ιταλικός στόλος υπέστη
σημαντικές ζημιές από το Βρετανικό Πολεμικό Ναυτικό κατά την Επιδρομή
στον Τάραντα, τα ιταλικά αντιτορπιλικά και καταδρομικά συνέχισαν να
επιχειρούν, καλύπτοντας τις νηοπομπές εφοδιασμού μεταξύ Ιταλίας και
Αλβανίας. Τέλος, στις 28 Νοεμβρίου, μια ναυτική μοίρα βομβάρδισε την
Κέρκυρα, ενώ στις 18 Δεκεμβρίου και στις 4 Μαρτίου, έβαλαν κατά
ελληνικών παράλιων θέσεων στην Αλβανία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί και η
επιτυχία στα τέλη του 1940 του ελληνικού υποβρυχίου «Παπανικολής» με
κυβερνήτη τον τότε πλωτάρχη Μιλτιάδη Ιατρίδη, το οποίο βύθισε ανοιχτά
του Αυλώνα δύο έμφορτα ιταλικά μεταγωγικά. Στην ίδια περιοχή στις 29
Δεκεμβρίου 1940 βυθίστηκε αύτανδρο το υποβρύχιο Πρωτεύς με κυβερνήτη τον
Μιχαήλ Χατζηκωνσταντή. Σημαντική δράση, επίσης, είχαν και τα άλλα
υποβρύχια του στόλου (Κατσώνης, Νηρεύς, Τρίτων).
Από τον Ιανουάριο του 1941, το κύριο μέλημα του ελληνικού ναυτικού
ήταν η κάλυψη των νηοπομπών από και προς την Αλεξάνδρεια, σε συνεργασία
με το βρετανικό ναυτικό. Καθώς στις αρχές Μαρτίου ξεκίνησε η μεταφορά
του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, ο ιταλικός στόλος αποφάσισε να
επιτεθεί εναντίον του. Καλά πληροφορημένοι όμως οι Βρετανοί, κατόρθωσαν
να αμυνθούν με επιτυχία ενάντια στους Ιταλούς στη Ναυμαχία του
Ακρωτηρίου Ταίναρου στις 28 Μαρτίου.
Με την έναρξη της γερμανικής επίθεσης, στις 6 Απριλίου, η κατάσταση
άλλαξε άρδην. Η γερμανική υπεροπλία από αέρος προξένησε μεγάλες απώλειες
σε ελληνικά και βρετανικά πλοία, ενώ η κατάληψη της κυρίως Ελλάδας και
αργότερα της Κρήτης από την Βέρμαχτ σήμανε το τέλος των συμμαχικών
ναυτικών επιχειρήσεων στον ελληνικό χώρο μέχρι την Εκστρατεία των
Δωδεκανήσων το 1943.

Απολογισμός
Με την πτώση της Κρήτης το Μάιο του 1941, ολόκληρη η Ελλάδα βρέθηκε
υπό τον απόλυτο έλεγχο των δυνάμεων του Άξονα. Για τα επόμενα τρία
χρόνια υπέστη τη σκληρή Κατοχή από τις δυνάμεις της Γερμανίας, της
Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής υπήρξε
εκτεταμένη Αντίσταση, η οποία απελευθέρωσε τις περισσότερες ορεινές
περιοχές ως το 1944. Συγχρόνως, ελληνικές χερσαίες δυνάμεις και πλοία
συνέχιζαν τον πόλεμο μαζί με τους Βρετανούς στη Βόρειο Αφρική, ακόμη και
στην ίδια την Ιταλία. Με τη γερμανική υποχώρηση από τα Βαλκάνια, τον
Οκτώβριο-Νοέμβριο του 1944, η χώρα απελευθερώθηκε, αλλά πολύ σύντομα
έπεσε στη δίνη ενός πολύνεκρου εμφύλιου πολέμου.

Επιπτώσεις στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Παρά την τελική νίκη των δυνάμεων του Άξονα κατά της Ελλάδας, η
αρχική ελληνική νίκη κατά των Ιταλών είχε μεγάλη επίπτωση στην έκβαση
του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η
αναγκαστική γερμανική επέμβαση στα Βαλκάνια καθυστέρησε την «επιχείρηση
Μπαρμπαρόσσα», ενώ προκάλεσε απώλειες σε αεροσκάφη και αλεξιπτωτιστές
κατά τη Μάχη της Κρήτης. Αναφέρεται ότι ο Αδόλφος Χίτλερ, σε συνομιλία
του με την Λένι Ρίφενσταλ (Leni Riefenstahl), είπε με πικρία ότι «εάν οι
Ιταλοί δεν είχαν επιτεθεί στην Ελλάδα και δε χρειάζονταν τη βοήθειά
μας, ο πόλεμος θα είχε πάρει διαφορετική τροπή. Θα είχαμε αποφύγει το
ρωσικό χειμώνα κατά αρκετές εβδομάδες και θα είχαμε καταλάβει το
Λένινγκραντ και τη Μόσχα. Δε θα υπήρχε Μάχη του Στάλινγκραντ»[42]. Άλλοι
ιστορικοί, όπως ο Antony Beevor, υποστηρίζουν ότι δεν καθυστέρησε η
ελληνική αντίσταση την επίθεση του Άξονα στη Σοβιετική Ένωση, αλλά η
αργή κατασκευή αεροδρομίων στην Ανατολική Ευρώπη. Παρά ταύτα, είναι
κοινός τόπος ότι η ανάγκη κατάληψης της Ελλάδας, η ανάγκη να κατασταλεί η
Αντίσταση και να προστατευτεί η χώρα από ενέργειες των Συμμάχων,
κράτησε στην Ελλάδα πολυάριθμες γερμανικές και ιταλικές μονάδες καθ” όλη
τη διάρκεια του πολέμου.
Από την άλλη πλευρά, όμως, η ελληνική αντίσταση χρειάστηκε, στην
τελική της φάση την επέμβαση των Συμμάχων. Η απόφαση να σταλούν
βρετανικά στρατεύματα στην Ελλάδα ήταν πρωτίστως πολιτική και όχι
στρατιωτική. Εκ των υστέρων, η αποστολή δυνάμεων από τη Μέση Ανατολή
στην Ελλάδα σε ένα τόσο κρίσιμο σημείο, χαρακτηρίστηκε από τον στρατηγό
Άλαν Μπρουκ (Alan Brooke) ως μια «αδιαμφισβήτητη στρατηγική γκάφα»,
καθώς οι δυνάμεις αυτές, από τη μία αποδείχθηκαν ανεπαρκείς να ανακόψουν
τους προελαύνοντες Γερμανούς, ενώ από την άλλη θα μπορούσαν να είχαν
παίξει αποφασιστικό ρόλο στο μέτωπο της Βόρειας Αφρικής, όπου η συμβολή
τους θα μπορούσε να είχε οδηγήσει στη νίκη πολύ ενωρίτερα. Το γεγονός
αυτό κατά τους Άγγλους δικαιολογείται απ” το ότι εκείνη την στιγμή, αντί
να εξαλείψουν για πάντα την Ιταλική παρουσία στην Β. Αφρική , έδωσαν
καιρό στον Ρόμμελ να ετοιμάσει την εισβολή του, την οποία αργότερα
πλήρωσαν ακριβά. Η πολιτική πρωτοβουλία εντούτοις χρεώνεται στον
Τσώρτσιλ ο οποίος ενθουσιάστηκε με την ιδέα ενός λαού που νικά τον Άξονα
και που θα μπορούσε να αποβεί ένα μελλοντικό εφαλτήριο για μια επίθεση
στα πλευρά των Γερμανών. Δυστυχώς όμως οι Αγγλικές δυνάμεις δεν ήταν
αρκετές να περιφρουρήσουν όλη την Αυτοκρατορία , πράγμα που ήταν γνωστό
στο Αγγλικό Επιτελείο ήδη απ το 1938, οπότε η κατά τα άλλα γενναία
επέμβαση των Άγγλων στο πλευρό της Ελλάδας είχε το χαρακτηριστικό του
“πολύ λίγο και πολύ αργά” για τα τότε δεδομένα.
Ο Χίτλερ τηλεφωνεί στον Μουσολίνι:
«Μπενίτο, δεν είσαι ακόμα στην Αθήνα;»
«Δε σε ακούω Αδόλφε»
«Λέω, ακόμα δεν είσαι στην Αθήνα;»
«Δε σε ακούω!! Θα τηλεφωνείς από μακριά. Στο Λονδίνο είσαι;»
Ανέκδοτο που κυκλοφορούσε στην Κατεχόμενη Γαλλία το χειμώνα 1940-41
Πολύ σημαντικό επίσης ήταν και το ηθικό παράδειγμα, σε μια εποχή όπου
μόνο η Βρετανική Αυτοκρατορία αντιστεκόταν στις δυνάμεις του Άξονα,
μιας μικρής χώρας η οποία, όχι μόνο αντιστεκόταν με τόλμη ενάντια σε
μια, υποτίθεται παντοδύναμη, φασιστική Ιταλία, αλλά κατήγαγε και
σημαντικές νίκες. Η αξία του ηθικού παραδείγματος τονιζόταν και στους
διθυραμβικούς επαίνους που η Ελλάδα λάμβανε την εποχή εκείνη.
Ο Γάλλος στρατηγός Ντε Γκωλ ήταν επίσης μεταξύ εκείνων που επαίνεσαν
την υπερηφάνεια της ελληνικής αντίστασης. Σε επίσημο μήνυμά του για την
25η Μαρτίου, ο Ντε Γκωλ εξέφραζε το θαυμασμό του για την ελληνική
αντίσταση:
Στο όνομα του κατεχόμενου, πλην ακόμη ζωντανού γαλλικού λαού, η
Γαλλία επιθυμεί να χαιρετίσει τον πόλεμο του ελληνικού λαού για την
ελευθερία του. Η 25η Μαρτίου 1941 βρίσκει την Ελλάδα στην κορυφή ενός
ηρωικού αγώνα και στην κορυφή της δόξας της. Η Ελλάδα δεν έχει δει
τέτοιο μεγαλείο και τέτοια δόξα, σαν αυτή που σήμερα απολαμβάνει, από
τον καιρό της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας.
Η στοίχιση της Ελλάδας με τους Συμμάχους συνετέλεσε στο να της δοθούν
τα κατεχόμενα από την Ιταλία, αλλά κατοικούμενα από Έλληνες Δωδεκάνησα,
το 1947, με τη λήξη του Πολέμου.

Επέτειος του Ελληνοϊταλικού πολέμου
Το λεγόμενο «Έπος του Σαράντα» και οι μεγάλες νίκες που ο ελληνικός
στρατός κατήγαγε σε βάρος των Ιταλών, καθιερώθηκε να γιορτάζονται κάθε
χρόνο στις 28 Οκτωβρίου, την ημέρα της επίδοσης του ιταλικού
τελεσιγράφου και της άρνησης του Πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά να
συναινέσει.
Κάθε χρόνο αυτή τη μέρα γίνεται στη Θεσσαλονίκη, συνήθως παρουσία του
Προέδρου της Δημοκρατίας και άλλων επισήμων, μεγάλη στρατιωτική
παρέλαση, η οποία συμπίπτει με τον εορτασμό της απελευθέρωσης της πόλης
κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και τη μνήμη του πολιούχου της Αγίου
Δημητρίου. Στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις γίνονται επίσης στρατιωτικές
αλλά και μαθητικές παρελάσεις, ενώ δημόσια και ιδιωτικά κτίρια υψώνουν
την ελληνική σημαία. Παρελάσεις, στρατιωτικές και μαθητικές για τον
εορτασμό της επετείου, γίνονται επίσης και στην Κύπρο.
Κοντά στην επέτειο του όχι, τηλεόραση και ραδιόφωνο προβάλλουν
επετειακές εκπομπές μνήμης και κάνουν ιδιαίτερη μνεία στην
«τραγουδίστρια της νίκης» Σοφία Βέμπο, η οποία με τα πατριωτικά της
τραγούδια εμψύχωνε τους στρατιώτες και μετέδιδε τον ενθουσιασμό της
προέλασης των ελληνικών δυνάμεων στη Βόρεια Ήπειρο.

Συμπεράσματα του πολέμου
Η πολύ χαμηλή επίδοση των ιταλικών δυνάμεων στις μάχες του αλβανικού
μετώπου μπορεί να αποδοθεί σε πολλούς λόγους, που όλοι μπορούν να
θεωρηθούν συμπτώματα της γενικότερης κακοδαιμονίας του ιταλικού στρατού
κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο στρατηγός Σεμπαστιάνο Βισκόντι
Πράσκα, στα απομνημονεύματά του, αποδίδει την αποτυχία της εκστρατείας
κυρίως στην κακή οργάνωση, στις προσωπικές ίντριγκες, στη διαφθορά και
στην έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των υψηλών κλιμακίων των ιταλικών
Ενόπλων Δυνάμεων. Από την άλλη πλευρά όμως, ο ίδιος ο Πράσκα θεωρείται
ένας από τους κύριους υπευθύνους για την υποεκτίμηση της δύναμης του
ελληνικού στρατού και τη συνεπακόλουθη πανωλεθρία του ιταλικού στρατού
στα βουνά της Ηπείρου.

Οι ιταλικές δυνάμεις αντιμετώπισαν αδιαμφισβήτητα προβλήματα
τακτικής, καθώς επέδειξαν ιδιαίτερη αδυναμία στο πεζικό. Αντιθέτως,
είχαν σαφή υπεροχή στο πυροβολικό και στους όλμους από τους Έλληνες, ενώ
είχαν απόλυτη υπεροπλία στην αεροπορία, την οποία όμως δεν κατόρθωσαν
να εκμεταλλευτούν στο έπακρο. Το χαμηλό κίνητρο, σε σχέση με τους
Έλληνες, καθώς και το ανάγλυφο του πεδίου των μαχών, το οποίο βοηθούσε
την ελληνική άμυνα, έπαιξαν επίσης ρόλο στην τελική έκβαση.

Παρά ταύτα, οι Ιταλοί έχασαν κυρίως σε επίπεδο στρατηγικής, πράγμα
για το οποίο ήταν ευθέως υπεύθυνος ο Μουσολίνι και το Γενικό Επιτελείο
Στρατού. Ούτε έναν μήνα πριν την εισβολή στην Ελλάδα, την 1η Οκτωβρίου, ο
Μουσολίνι διέταξε την αποστράτευση του μισού ιταλικού στρατού, ένα
μέτρο το οποίο έγινε αποδεκτό από το Γενικό Επιτελείο, παρότι ο
στρατηγός Μάριο Ροάτα προειδοποίησε ότι ο στρατός θα γινόταν μη
λειτουργικός για αρκετούς μήνες. Εκτός αυτού, η συνεχής υποεκτίμηση της
ελληνικής ετοιμότητας είχε καταδικάσει την εκστρατεία σε αποτυχία
εξαρχής. Όπως έγραψε ο Ιταλός ιστορικός Ρέντζο Ντε Φελίτσε: «Η
στρατιωτική υπεροχή (αριθμητική και τεχνική) ήταν πάντοτε, τους πρώτους
μήνες του πολέμου, με την πλευρά των Ελλήνων. Οι Έλληνες ήταν πολύ καλά
πληροφορημένοι (από τη βρετανική κατασκοπεία) για τις ιταλικές προθέσεις
και είχε επιστρατεύσει σχεδόν 350.000 άνδρες ως τις πρώτες μέρες του
Νοεμβρίου.

Οι Ιταλοί είχαν μόνον οκτώ μεραρχίες στην Αλβανία (δύο εκ των οποίων
ήταν στραμμένες προς το γιουγκοσλαβικό στρατό) τον Οκτώβριο του 1940,
ενώ οι Έλληνες είχαν αρχικά 14 μεραρχίες, κατάλληλα εκπαιδευμένες για
πόλεμο σε ορεινό πεδίο μάχης. Η αρχική ιταλική επίθεση διεξήχθη από
105.000 στρατιώτες έναντι σχεδόν 350.000 Ελλήνων: να γιατί δεν είναι
παράδοξο που μετά από μια βδομάδα η μεραρχία Julia σταμάτησε και σχεδόν
περικυκλώθηκε. Είναι αδύνατον να καταλάβει κανείς, από στρατιωτική
άποψη, γιατί το Commando Supremo δεν αντέδρασε ενάντια σε μια εκστρατεία
εξαρχής καταδικασμένη σε αποτυχία». Μια άλλη αξιοσημείωτη αποτυχία της
ιταλικής πλευράς είναι η μη επίθεση στα Ιόνια νησιά ή την Κρήτη, τα
οποία αποτελούσαν αυτονόητους και σχετικά ανυπεράσπιστους στόχους, και
οι οποίοι θα αποτελούσαν ισχυρές προωθημένες βάσεις για το ιταλικό
ναυτικό και την αεροπορία στη Μεσόγειο.

http://www.cna.gr/2014/10/27/i-28i-oktovriou-tou-1940/

Γενικά θέματα

Η πετρελαϊκή «μάχη» που ενώνει Τραμπ-Πούτιν και δισεκατομμυριούχους του Κόλπου

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Η συμφωνία, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων της Lukoil σε διάφορες χώρες.

Σύμφωνα με τους «New York Times», στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμερικανό επενδυτή Τοντ Μπόελι, στην οποία συμμετέχουν επίσης επενδυτικοί όμιλοι από τη Μέση Ανατολή. Στην προτεινόμενη συμφωνία συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση, μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC).

 Στο τραπέζι των συνομιλιών Τραμπ-Πούτιν

Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με οκτώ πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης που επικαλούνται οι «New York Times», συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία στο πλαίσιο των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Το ζήτημα της Lukoil φέρεται να τέθηκε από τον Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη συνάντησή του με τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Κρεμλίνο, στις 5 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρώσος πρόεδρος πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας ως ένδειξη ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά.

Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να απάντησαν ότι θα εργαστούν για την προώθηση της συμφωνίας, τόσο ως ένδειξη «καλής θέλησης» προς το Κρεμλίνο όσο και με στόχο τη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας.

Η ενδεχόμενη συμφωνία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον για τους υποψήφιους αγοραστές. Η έγκρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, αυξάνοντας παράλληλα την αξία τους.

 Οι διασυνδέσεις των επενδυτών

Στην κορυφή της κοινοπραξίας βρίσκεται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και γνωστός υποστηρικτής του Τραμπ. Στο επενδυτικό σχήμα συμμετέχουν επίσης επιχειρηματικοί όμιλοι από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Οι «New York Times» επισημαίνουν ότι ορισμένοι από τους επενδυτές διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ.

Μεταξύ αυτών είναι οι αδελφοί Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ από το Κατάρ, οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου στην Αλβανία.

Στην κοινοπραξία συμμετέχει επίσης επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο ίδιος συνδέεται με επενδύσεις στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ.

Παράλληλα, επενδυτικό ταμείο που συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν αποτελεί σημαντικό μέτοχο της εταιρείας private equity που ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.

 Τα ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων

Οι διασυνδέσεις αυτές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο προσωπικές επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να διασταυρώνονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μια συμφωνία που συνδέεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Οι «New York Times» αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ένδειξη πως ο Γουίτκοφ ή ο Κούσνερ πρόκειται να αποκομίσουν προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμφωνία. Ωστόσο, η υπόθεση έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών και προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ.

Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ανησυχητικές» και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο προσωπικά συμφέροντα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών.

Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Γουίτκοφ απέρριψε οποιοδήποτε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός διαπραγματευτής δεν λαμβάνει μισθό και καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα των ταξιδιών του στο πλαίσιο της αποστολής του για λογαριασμό του Τραμπ.

Η κούρσα για τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil

Η Lukoil είχε θέσει προς πώληση τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων. Αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και μεγάλοι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι.

Τον Ιανουάριο, η επενδυτική εταιρεία Carlyle είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.

Στη συνέχεια, ο όμιλος υπό τον Μπόελι εμφανίστηκε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές των περιουσιακών στοιχείων.

Η αξία των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil είχε υπολογιστεί από την ίδια την εταιρεία σε περίπου 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους. Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.

 Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης

Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στην προτεινόμενη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation, η οποία επενδύει και παρέχει χρηματοδότηση για έργα στο εξωτερικό.

Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, να εξυπηρετήσει στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς.

Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται την έγκριση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

 Η ενεργειακή διάσταση

Στο υπό διαπραγμάτευση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και άλλες ενεργειακές υποδομές και πρατήρια καυσίμων σε διάφορες χώρες.

Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη Μόσχα ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Ο Ρώσος οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ έχει επίσης εμπλακεί στη διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τους «New York Times», έχει δηλώσει ότι ο διάλογος ΗΠΑ-Ρωσίας συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων και η ενέργεια.

Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει, πάντως, ανοικτή και δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αμερικανικών αρχών και της ρωσικής πλευράς.

skpress.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Πώς μια «Ελληνίδα» έγινε το «θεμέλιο» της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουγγαρίας

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Πριν λίγο καιρό επισκεφθήκαμε την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, ένα από τα πλέον σημαντικά μουσεία της χώρας, στο οποίο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο η εξέλιξη της ουγγρικής εικαστικής τέχνης από τον 11ο αιώνα μέχρι σήμερα. Βρίσκεται στο Βασιλικό Ανάκτορο του Κάστρου της Βούδας και ιδρύθηκε το 1957 με βάση κυρίως τις ουγγρικές συλλογές του Μουσείου Καλών Τεχνών. Η συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 110.00 έργα.

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Το έργο του με τίτλο «Ελληνίδα», φιλοτεχνημένο το 1845, θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία της συλλογής της Ουγγρικής Εθνικής Πινακοθήκης. Είναι το πρώτο έργο που σηματοδότησε την έναρξη της συστηματικής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής στα εθνικά ιδρύματα.⁠ Είναι επίσης το πιο γνωστό και εμβληματικό έργο του ζωγράφου.

Οι διαστάσεις του είναι 77Χ61,5 cm περίπου. Το μοντέλο δεν είναι Ελληνίδα, αλλά η σύζυγος του Marastoni, η Giovanna Bianchi, με καταγωγή από τη Βενετία. Ο ζωγράφος την απεικόνισε με παραδοσιακή (ή φανταστική) ελληνική φορεσιά της εποχής, σύμφωνα με τη μόδα του ρομαντισμού. Η εικόνα συνδυάζει εξωτισμό, ελαφρύ ερωτισμό και ιδανική ομορφιά.

Η ιστορία

Το 1845 η Pest Art Society — η πρώτη καλλιτεχνική εταιρεία στην Ουγγαρία — αγόραζε κάθε χρόνο ένα έργο από την ετήσια έκθεσή της για να το δωρίσει στο Ουγγρικό Εθνικό Μουσείο, το οποίο τότε περιλάμβανε και την πινακοθήκη.

Η «Ελληνίδα» του Marastoni ήταν αυτό που επέλεξαν και δώρισαν τον Νοέμβριο του 1845. Έτσι, καταγράφηκε ως το πρώτο έργο στη συλλογή ζωγραφικής του μουσείου.⁠ Το Εθνικό Μουσείο είχε ήδη κάποιες δωρεές, αλλά η συστηματική συλλογή ουγγρικής τέχνης ξεκινάει ουσιαστικά με αυτό το έργο. Η Εθνική Πινακοθήκη κληρονόμησε αυτή τη συλλογή από το Εθνικό Μουσείο.

Η επιλογή του προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αποτέλεσε το «πρώτο καλλιτεχνικό σκάνδαλο» της εποχής, λόγω του ερωτισμού που απέπνεε το μοντέλο. Ωστόσο ο πίνακας αυτός ήταν και ιδιαίτερα δημοφιλής, κάτι που ενίσχυσε την εθνική συζήτηση για την τέχνη.⁠

Σήμερα, το έργο παραμένει εμβληματικό και εκτίθεται συχνά ως αφετηρία της συλλογής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Πινακοθήκη. Συμβολίζει το πώς η ουγγρική τέχνη χτίστηκε με συνεισφορές από ξένους καλλιτέχνες που ενσωματώθηκαν στη χώρα, όπως ο Marastoni.

Η δημιουργία της Πινακοθήκης

Αν κάνετε περίπατο στην οδό Deák Ferenc στο κέντρο της πόλης ίσως αξίζει κάποιες φορές να σηκώσετε το βλέμμα πάνω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Το βλέμμα σας θα συναντήσει όχι μόνο κλασικές προσόψεις, αλλά και αναμνηστικές πλάκες, όπως για παράδειγμα εκείνη στον αριθμό 21, όπου αναγράφεται: «Η Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής – ιδρυθείσα από τον Jakab Marastoni».

Η Πέστη του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά πολυπολιτισμική πόλη. Γερμανοί, Ούγγροι, Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες ζούσαν εδώ δίπλα-δίπλα ειρηνικά. Ο καθένας καλλιεργούσε τον δικό του πολιτισμό, αλλά ένα πράγμα τους ένωνε: όλοι ήθελαν να είναι και Ούγγροι και επιδίωκαν να υπηρετήσουν τον ουγγρικό πολιτισμό με τις δραστηριότητές τους.

Εκείνη την εποχή ο Marastoni υπέβαλε την αίτησή του για την ακαδημία ζωγραφικής στο Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, όταν ιδρύθηκε εντός του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου ο Σύλλογος Εθνικής Πινακοθήκης, ένα «τμήμα που συνέλεγε αποκλειστικά ουγγρική ζωγραφική».

Όλα αυτά συνέβησαν το 1845 και αυτή η μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα μπορεί να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εκείνη τη χρονιά το Εθνικό Μουσείο ήθελε να τιμήσει δεόντως την πεντηκοστή επέτειο της ανάληψης καθηκόντων του αρχιδούκα Ιωσήφ της Αυστρίας.

Ο σύλλογος που έφερε το όνομα του αρχιδούκα εγκρίθηκε τελικά από το Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών τον Σεπτέμβριο του 1845. Η Εθνική Πινακοθήκη του αρχιδούκα Ιωσήφ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως το πρώτο εθνικό ίδρυμα που συνέλεγε ουγγρικούς πίνακες.

Η πινακοθήκη δέχθηκε δωρεές έργων τόσο από συλλόγους, όσο και από ιδιώτες, και ανάμεσά τους το σημαντικότερο ήταν το έργο του Jakab Marastoni «H Ελληνίδα», το οποίο δωρήθηκε στην πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1845 από την Καλλιτεχνική Εταιρεία της Πέστης. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορία της μουσειακής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής ξεκίνησε με την «Ελληνίδα».

Αλλά γιατί μια Ελληνίδα; Το σύγχρονο (όχι αρχαίο) ελληνικό θέμα εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ζωγραφική με την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δεκαετία του 1820. Φυσικά, οι συμπάθειες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού προς τους Έλληνες άσκησαν επιρροή και στην ουγγρική τέχνη.

Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Ελληνίδες, αποτελούσαν συχνά θέμα στην ουγγρική ζωγραφική του 19ου αιώνα, και κατά μία έννοια η «Ελληνίδα» κατέληξε να αντιπροσωπεύει ένα εξωτικό θέμα αρωματισμένο με ερωτισμό.

Και αν σήμερα βρίσκουμε την «Ελληνίδα» να αποκαλύπτει ανοιχτά την ομορφιά και τη γοητεία της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για θέμα μόδας. Και όσο κι αν μας γνέφει σαγηνευτικά αυτή η όμορφη γυναίκα, με την ιστορική έννοια το έργο αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα της ουγγρικής μουσειολογίας.

Ο ζωγράφος

Ο Jakab Marastoni (Giacomo Marastoni) γεννήθηκε το 1804 στη Βενετία και σπούδασε στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών.

Ταξίδεψε στη Βιέννη στις αρχές της δεκαετίας του 1830, πέρασε από τη σημερινή Μπρατισλάβα το 1833 και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πέστη το 1836. Έγινε περιζήτητος πορτρετίστας μεταξύ αριστοκρατικών και αστικών οικογενειών, αλλά και κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων.⁠

Το 1846 ίδρυσε την Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής στην Πέστη – την πρώτη ιδιωτική σχολή αποκλειστικά για ζωγραφική στην Ουγγαρία. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται σημαντικοί Ούγγροι καλλιτέχνες όπως ο Károly Lotz, ο Mihály Zichy, ο Soma Orlai Petrich κ.ά. Το 1846 έγινε Επίτιμος Πολίτης της Πέστης.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την δαγκεροτυπία ήταν ο πρώτος επαγγελματίας αυτής της τεχνικής στην Ουγγαρία. Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική και η σχολή του έκλεισε λίγο μετά.

tovima.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Ούμαρ Κρέμλεφ: Ο άνθρωπος του Πούτιν που «εισέβαλε» στον αμερικανικό αθλητισμό

Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο.

Όταν «πάτησε» τα 28 κι έχοντας, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, καταδίκες για εκβιασμό και ξυλοδαρμό, είδε τις φιλοδοξίες του για καριέρα στην πυγμαχία να σβήνουν εξαιτίας της έλλειψης πειθαρχίας και θέλησε να κάνει μια νέα αρχή για να ανεβεί τα σκαλοπάτια της ρωσικής κοινωνίας.

Και για να πετύχει αυτή του την επιδίωξη, δεν θα μπορούσε να διαλέξει καταλληλότερο επώνυμο από το Κρεμλέφ – ουσιαστικά, «ο άνθρωπος του Κρεμλίνου». Όπως και στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, αυτό ήταν ένα όνομα που έμελλε να συνδεθεί με φήμη, πλούτο και αντιπαραθέσεις.
Ο Ρόμπερτ Γκαρσία, ο κορυφαίος Δημοκρατικός στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, έθεσε το εύλογο ερώτημα: «Τι πήρε ως αντάλλαγμα; Χρειαζόμαστε απαντήσεις» και το ζευγάρι των νεόνυμφων έσπευσε να απαντήσει: «Η φιλία δεν προϋποθέτει πολιτικά κίνητρα. Η γενναιοδωρία δεν συνοδεύεται αυτομάτως από κάποια ατζέντα. Και μερικές φορές ένα γαμήλιο δώρο είναι απλώς ένα γαμήλιο δώρο», προσφέροντας στη συνέχεια να επιστρέψει τα χρήματα.

Ο 43χρονος μεγάλωσε στο Σερπούχοφ, μια πόλη περίπου 120.000 κατοίκων, 60 μίλια νότια της Μόσχας και 5.729 μίλια ανατολικά του Little Pipe Cay, του νησιού στις Μπαχάμες που νοίκιασε για τον γιο του Αμερικανού προέδρου. Γεννημένος από μητέρα Τατζίκα σε μουσουλμανική οικογένεια, «παντρεύτηκε» αρχή τον ρόλο του αουτσάιντερ.

Στράφηκε από μικρός στην πυγμαχία, όμως έχει παραδεχτεί σε συνέντευξή του ότι σταμάτησε στα 19 του, επειδή δεν διέθετε την απαιτούμενη πειθαρχία. Ακόμη και την ημέρα ενός αγώνα μπορούσε να βρεθεί σε νυχτερινό κέντρο ως τις τέσσερις τα ξημερώματα. Με μεγάλα χέρια και τη σωματική διάπλαση πυγμάχου βαρέων βαρών, ο Κρεμλέφ πέρασε τα επόμενα χρόνια αναζητώντας τον δρόμο που του ταίριαζε. Παρέμεινε, πάντως, στον κόσμο της πυγμαχίας, εργαζόμενος ως διοργανωτής αγώνων.

Σύμφωνα με το ρωσικό ερευνητικό μέσο Proekt, καταδικάστηκε για εκβιασμό το 2004 και για ξυλοδαρμό το 2007, αν και οι ακριβείς συνθήκες των υποθέσεων παραμένουν ασαφείς. Ο ίδιος δεν έχει αρνηθεί τις καταδίκες.

Οι Night Wolves εμφανίστηκαν την περίοδο της Περεστρόικα, της οικονομικής αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1980, ως μια ομάδα μοτοσικλετιστών και φίλων της ροκ μουσικής. Επικεφαλής τους ήταν ο Αλεξάντερ Ζαλντοστάνοφ, γνωστός ως «Χειρουργός», στενός φίλος του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Μέσα σε αυτόν τον ετερόκλητο κόσμο που ο Κρεμλέφ άρχισε να καλλιεργεί τις σχέσεις που θα τον μετέτρεπαν από πυγμάχο σε ισχυρό παράγοντα της ρωσικής κοινωνίας. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν με τον Αλεξέι Ρουμπέζνι, υποστράτηγο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας (FSO) ψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων, με τον οποίο έγιναν αχώριστοι.

Το 2016, ο Ρουμπέζνι ήταν πλέον επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασφαλείας του Προέδρου και ο Κρεμλέφ είχε αποκτήσει, με αυτό τον τρόπο, πρόσβαση στον Πούτιν. Έκτοτε, η καριέρα του απογειώθηκε.

Ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία και το 2017 ανέλαβε την ηγεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας. Όμως η ορεξη του Κρεμλέφ είχε ανοίξει και δεν χόρταινε. Η Association Internationale de Boxe Amateur (AIBA – Διεθνής Ομοσπονδία Ερασιτεχνικής Πυγμαχίας) βρισκόταν τότε σε βαθιά κρίση, αντιμέτωπη με καταγγελίες διαφθοράς που οδήγησαν το 2019 στην αρχική αναστολή της από τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως φορέα που είχε την ευθύνη της ολυμπιακής πυγμαχίας.

Ο Κρεμλέφ υποσχέθηκε σαρωτικές μεταρρυθμίσεις και την εξόφληση χρέους που υπολογιζόταν στα 16 εκατ. δολάρια, με στόχο ο οργανισμός να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας. Έτσι, το 2020 κέρδισε με άνεση την ψηφοφορία για την προεδρία, ενώ το γεγονός ότι μιλούσε από ελάχιστα έως καθόλου αγγλικά δεν αποτέλεσε εμπόδιο. Και όπως έκανε με τον ίδιο του τον εαυτό, και σε αυτή την περίπτωση έκανε το restart με τον ίδιο τρόπο: άλλαξε το όνομα του οργανισμού σε International Boxing Association (IBA).

Ακολούθησε συνεργασία της IBA με την Gazprom, τον ρωσικό κρατικό ενεργειακό κολοσσό, με συνέπεια το χρέος να μηδενιστεί και τα χρηματικά έπαθλα να αυξηθούν. «Γιατί να μην μπορούν οι ερασιτέχνες πυγμάχοι να πληρώνουν τα στεγαστικά τους δάνεια και να στηρίζουν τις οικογένειές τους;» είχε δηλώσει τότε ο Κρεμλέφ.

Το 2022, η IBA ήρε περιορισμούς που είχαν επιβληθεί νωρίτερα την ίδια χρονιά και επέτρεψε σε Ρώσους και Λευκορώσους πυγμάχους να αγωνίζονται με τις εθνικές σημαίες και τους ύμνους τους, ενώ απέκλεισε από τις τάξεις της την Ουκρανική Ομοσπονδία Πυγμαχίας. Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ψήφισε – με αφορμή τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία – υπέρ της αφαίρεσης από την IBA της ιδιότητας της παγκόσμιας ομοσπονδίας του αθλήματος.

Ο Κρεμλέφ γίνεται ο «σκιώδης δήμαρχος»

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο οι πυγμάχοι του Κρεμλέφ που πληρώνονταν καλά. Το 2019, μια εταιρεία του απέκτησε το δικαίωμα να γίνει ο μοναδικός διαχειριστής της εθνικής λοταρίας της Ρωσίας. Σε ένα μοτίβο που θα επαναλαμβανόταν αρκετές φορές, η λοταρία έγινε σύντομα χορηγός της IBA.

Τα επόμενα χρόνια, ο Κρεμλέφ απέκτησε μερίδια σε τρεις από τις μεγαλύτερες στοιχηματικές εταιρείες της Ρωσίας, τις Fonbet, Liga Stavok και Pari. Ρωσικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναφέρει ότι οι συμφωνίες αυτές είχαν την υποστήριξη του Αντρέι Κόστιν, του υπό κυρώσεις χρηματοδότη και προέδρου της συνδεδεμένης με το Κρεμλίνο τράπεζας VTB, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί «τραπεζίτης-κουμπαράς του Πούτιν».

Οι εταιρείες αυτές φαίνεται ότι είχαν συνολικά έσοδα περίπου 625 δισ. ρούβλια (5,5 δισ. λίρες) το 2023, ενώ η Liga Stavok αποτελεί πλέον βασικό εταίρο της IBA.

Ο Κρεμλέφ είχε επίσης αποκτήσει σταδιακά τον έλεγχο της Tsupis, μιας εταιρείας πληρωμών που συνδέει τους παίκτες με τις στοιχηματικές εταιρείες και εισπράττει προμήθεια από κάθε ποντάρισμα. Το 2021, ο Πούτιν εξέδωσε διάταγμα κατά της απάτης, το οποίο παραχώρησε στην Tsupis μονοπώλιο σε αυτή την εξαιρετικά επικερδή δραστηριότητα. Την ίδια περίοδο, οι φορείς που ρύθμιζαν την αγορά στοιχημάτων πέρασαν επίσης υπό τον έλεγχο του Κρεμλέφ και ενοποιήθηκαν σε έναν κοινό εποπτικό οργανισμό, με αρκετά μέλη του διοικητικού συμβουλίου να προέρχονται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, από το δίκτυό του στον χώρο της πυγμαχίας.

Στη γενέτειρά του, το Σερπούχοφ, καθώς εξελισσόταν σε ολιγάρχη, ο Κρεμλέφ απέκτησε το προσωνύμιο «σκιώδης δήμαρχος», έχοντας συγκεντρώσει ένα εντυπωσιακό χαρτοφυλάκιο ακινήτων. Κάποια από αυτά φέρεται να περιήλθαν στην κατοχή του μετά την αναδιανομή περιουσιακών στοιχείων του φυλακισμένου πρώην δημάρχου Αλεξάντερ Σεστούν.

Πηγές αναφέρουν ότι απέκτησε γεωργικές εκτάσεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ένα λιμάνι, ένα εμπορικό κέντρο και ένα ξενοδοχείο, ενώ το 2024, ο Κρεμλέφ φέρεται να επωφελήθηκε και από απαλλοτρίωση. Τον Φεβρουάριο, το Κρεμλίνο κατέσχεσε τη Rolf, τη μεγαλύτερη αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της Ρωσίας, από τον Σεργκέι Πετρόφ, τον εξόριστο ιδιοκτήτη της και πρώην βουλευτή της αντιπολίτευσης και μέχρι τον Σεπτέμβριο, η εταιρεία είχε περάσει στον Κρεμλέφ μέσω συμφωνίας ύψους 35 δισ. ρουβλίων.

Σε ανακοίνωσή της, η Rolf παρουσίασε τον Κρεμλέφ ως νέο ιδιοκτήτη της, χαρακτηρίζοντάς τον «στρατηγικό επενδυτή, ο οποίος θα επιτρέψει στην εταιρεία να διατηρήσει τη μοναδική εταιρική κουλτούρα της και να διευρύνει το φάσμα των δραστηριοτήτων της, με έμφαση στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και την προσέλκυση νέων συνεργατών και πελατών».

Ένας από αυτούς τους νέους συνεργάτες, σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιεύματα του Proekt, ήταν η IBA.

Η πίστη στον Πούτιν

Έχοντας συγκεντρώσει προσωπική περιουσία που υπολογίζεται έως και σε 300 εκατ. λίρες και αναλαμβάνοντας παράλληλα και άλλα αξιώματα – μεταξύ αυτών την προεδρία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ταβλιού – ο Κρεμλέφ δεν έκρυβε ποτέ τις πολιτικές του συμπάθειες.

«Χάρη σε έναν άνθρωπο, σήμερα υπάρχουν πραγματικά κάθε είδους ευκαιρίες να κερδίσεις χρήματα και να επιδιώξεις περισσότερα», είχε δηλώσει σε βιντεοσκοπημένη συνέντευξη το 2024, την οποία εντόπισε ο Guardian. «Αυτός ο άνθρωπος, φυσικά, είναι ο πρόεδρός μας, Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν».

Λίγους μήνες αργότερα, η Ουκρανία του επέβαλε κυρώσεις, χωρίς να βρίσκεται, ωστόσο, υπό κυρώσεις από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τον Απρίλιο, ο Πούτιν απένειμε στον Κρεμλέφ το Παράσημο της Φιλίας, ενώ λίγες ημέρες πριν από τον γάμο του Τραμπ Τζούνιορ, ο Κρεμλέφ συνόδευσε τον Ρώσο πρόεδρο σε επίσκεψη στην Κίνα, επιμένοντας πάντως ότι δεν βρισκόταν εκεί με επίσημη ιδιότητα.

Τα οφέλη για την οικογένειά του

Όπως συμβαίνει συχνά με τις οικογένειες ισχυρών και εύπορων πατριαρχών, και οι συγγενείς του Κρεμλέφ φαίνεται ότι επωφελήθηκαν από την άνοδό του. Το 2024, η ρωσική Novaya Gazeta ανέφερε ότι είχε παραχωρήσει στην τότε 21χρονη σύζυγό του, Αναστάσια Λεστσίνσκαγια, ένα κουρείο και ένα καφέ στο Σερπούχοφ, καθώς και πολυτελή αυτοκίνητα. Μάλιστα, αψηφώντας πλήρως τους νόμους, οι Porsche, Lamborghini και Aston Martin που φέρεται να της ανήκαν έχουν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συγκεντρώσει περίπου 50 κλήσεις από την τροχαία της περιφέρειας της Μόσχας.

Η Λεστσίνσκαγια ήταν γνωστή δημιουργός στο TikTok και το ένα από τα δύο μέλη του διδύμου «twinsrussian».

Ωστόσο, η δίδυμη αδελφή της είναι εκείνη που έχει προσελκύσει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η Εκατερίνα Λεστσίνσκαγια διευθύνει τη φιλοπουτινική οργάνωση Healthy Fatherland, ένα αθλητικό και πατριωτικό κίνημα στο οποίο το Κίεβο έχει επιβάλει κυρώσεις για τον φερόμενο ρόλο του στην απαγωγή, την απέλαση και την αναγκαστική μεταφορά παιδιών από την Ουκρανία. Η ίδια έχει επίσης συναντηθεί επανειλημμένα με τον Ρώσο πρόεδρο.

Και φαίνεται πως αυτή ακριβώς η σύνδεση του Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ ήταν που ώθησε τη Μελάνια Τραμπ – η οποία έχει μεσολαβήσει σε συμφωνίες με Ρώσους αξιωματούχους για την επιστροφή Ουκρανών παιδιών – να πάρει αποστάσεις από τον γάμο του θετού γιου της, με εκπρόσωπό της να δηλώνει: «Η κυρία Τραμπ δεν έχει και δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τον κ. Κρεμλέφ».

Ασαφής ο τρόπος σύνδεσης του Τραμπ Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ
Ο Τραμπ Τζούνιορ, όμως, έχει. Το πώς ακριβώς ο γιος του Αμερικανού προέδρου μπήκε στον κύκλο του Κρεμλέφ παραμένει ασαφές. Εκπρόσωπος του γιου του Αμερικανού προέδρου δήλωσε ότι οι δύο άνδρες, αμφότεροι λάτρεις του κυνηγιού, γνωρίστηκαν μέσω κοινού φίλου και «δέθηκαν χάρη στην αγάπη τους για την πυγμαχία και τις δραστηριότητες στη φύση».

Επιπλέον, ο Τραμπ Τζούνιορ είχε επαφή με την πυγμαχία από μικρή ηλικία, λόγω της δραστηριότητας του πατέρα του ως διοργανωτή αγώνων. Στα δέκα του χρόνια είχε παρακολουθήσει από κοντά τον Μάικ Τάισον να διαλύει τον Μάικλ Σπινκς μέσα σε μόλις 91 δευτερόλεπτα στο Trump Plaza Hotel του Ατλάντικ Σίτι.

Ο κοινός φίλος μέσω του οποίου γνωρίστηκαν δεν έχει κατονομαστεί, ωστόσο αμφότεροι διατηρούν στενές σχέσεις με έναν Τούρκο επιχειρηματία, τον Κάαν Καρακάγια. Ο Καρακάγια φέρεται, μάίστα, να ήταν παρών σε ένα αμφιλεγόμενο κυνηγετικό ταξίδι στη Μογγολία το 2019, κατά το οποίο ο Τραμπ Τζούνιορ πυροβόλησε και σκότωσε ένα απειλούμενο πρόβατο.

Τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, σε εκδήλωση της IBA στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία παρευρέθηκε και ο Μάνι Πακιάο, παγκόσμιος πρωταθλητής σε οκτώ διαφορετικές κατηγορίες βάρους, ο Κρεμλέφ ανακοίνωσε τον διορισμό του Καρακάγια ως εκπροσώπου της οργάνωσης στην Τουρκία.

«Ο Κάαν υπήρξε μια γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, ένας φίλος που φέρνει τους ανθρώπους κοντά», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ.

«Ηγέτης και φίλος»

Ο Τραμπ Τζούνιορ παρευρέθηκε στην ίδια εκδήλωση της IBA και κάθισε δίπλα στον Κρεμλέφ πάνω στη σκηνή. Οι δύο άνδρες φαίνεται ότι διατηρούσαν ήδη τότε φιλική σχέση, παρά τα περιορισμένα αγγλικά του Ρώσου, ενώ ο Κρεμλέφ, σε μια ιδιαίτερα θερμή αναφορά, δήλωσε ότι ήταν «υπερήφανος που βρίσκεται εδώ με τον φίλο μου» και υποσχέθηκε ότι εκείνος και ο Τραμπ Τζούνιορ θα «προστατεύσουν τη διαφάνεια στην πυγμαχία και θα ανοίξουν τον δρόμο για την επόμενη γενιά».

Από την πλευρά του, ο Τραμπ Τζούνιορ επαίνεσε τον 43χρονο για το γεγονός ότι «επανέφερε την καθαρότητα της πυγμαχίας» και «αποκατέστησε την πραγματική δικαιοσύνη» στο άθλημα – μια αναφορά, όπως φαίνεται, στην πολιτική της IBA να μην επιτρέπει σε βιολογικούς άνδρες να αγωνίζονται στη γυναικεία πυγμαχία. «Είμαι υπερήφανος που αποκαλώ τον Ούμαρ όχι μόνο ηγέτη αλλά και φίλο», είχε δηλώσει, σύμφωνα με δελτίο Τύπου της IBA που είχε τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Ούμαρ Κρεμλέφ και Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ ενώνουν τις δυνάμεις τους».

Η θέση του για την πυγμάχο Ιμάν Κελίφ

Η IBA βρέθηκε ακόμη περισσότερο στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού το 2024, γεγονός που δημιούργησε μια ευκαιρία την οποία ο Κρεμλέφ μπορούσε να αξιοποιήσει.

Στους Αγώνες, η ΔΟΕ χρησιμοποίησε δική της μονάδα πυγμαχίας για τη διοργάνωση του τουρνουά, καθώς η IBA είχε ήδη αποβληθεί. Η διοργάνωση, ωστόσο, βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης όταν επετράπη στην Αλγερινή πυγμάχος Ιμάν Κελίφ να αγωνιστεί στην κατηγορία των 66 κιλών γυναικών, μολονότι είχε αποκλειστεί από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της προηγούμενης χρονιάς επειδή δεν είχε περάσει εξετάσεις επαλήθευσης φύλου.

Κι ενώ η IBA του Κρεμλέφ είχε αποκλείσει την Κελίφ από τις διοργανώσεις της, η ΔΟΕ της επέτρεψε να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες με βάση το γεγονός ότι στο διαβατήριό της αναγράφεται ως γυναίκα. Ακολούθησε διεθνής αντιπαράθεση, με την Κελίφ να κερδίζει ομόφωνα όλους τους αγώνες της και να κατακτά τελικά το χρυσό μετάλλιο.

«Είναι ξεκάθαρα καθορισμένο: ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες, ο ανδρικός αθλητισμός για άνδρες. Ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ στο TalkSPORT, μεταφέροντας, μάλιστα, το μήνυμα αυτό στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, στέλνοντας ανοιχτή επιστολή 1.100 λέξεων στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε πρόσφατα υπογράψει εκτελεστικό διάταγμα που απαγόρευε στις τρανς γυναίκες να αγωνίζονται στις γυναικείες κατηγορίες αθλημάτων.

Στην επιστολή, ο Κρεμλέφ έγραφε: «Είναι ζωτικής σημασίας όλοι οι αθλητές να αγωνίζονται επί ίσοις όροις και η θέση σας στο ζήτημα αποτελεί σημαντικό βήμα προς την επίτευξη αυτού του στόχου», ενώ επιτέθηκε και στη ΔΟΕ, λέγοντας: «Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή και η σημερινή ηγεσία της έχουν, δυστυχώς, οδηγήσει το Ολυμπιακό Κίνημα σε παρακμή με τις κοντόφθαλμες ενέργειές τους και την κακή διοίκηση».

Ο Κρεμλέφ έριξε επίσης στον Αμερικανό πρόεδρο άλλο ένα «τυράκι». «Το τελευταίο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Πυγμαχίας της IBA στις Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιήθηκε το 2007 στο Σικάγο. Ενδιαφερόμαστε πολύ να επαναφέρουμε τη διοργάνωση στη χώρα σας και είμαστε περισσότερο από έτοιμοι να συνεργαστούμε προς αυτή την κατεύθυνση» έγραψε, ενώ έκλεισε την επιστολή του παραλλάσσοντας δύο από τις αγαπημένες φράσεις του Τραμπ: «Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτά τα σημαντικά ζητήματα. Προσβλέπουμε με μεγάλη αισιοδοξία στην πιθανότητα να συνεργαστούμε για να κάνουμε ξανά σπουδαίο το Ολυμπιακό Κίνημα, να προωθήσουμε το άθλημα της πυγμαχίας και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των αθλητών σε ολόκληρο τον κόσμο».

Η αντιπαράθεση με τους Σαουδάραβες

Το 2025, η IBA ανέβασε ακόμη περισσότερο στροφές. Σύμφωνα με πληροφορίες της Telegraph, στην Κωνσταντινούπολη η ομάδα του Κρεμλέφ προσέφερε στον γνωστό Βρετανό πυγμάχο Τάισον Φιούρι αμοιβή 50 εκατ. λιρών προκειμένου να αγωνιστεί σε μία από τις διοργανώσεις της IBA. Ο Φιούρι, ωστόσο, επέλεξε να υπογράψει συμφωνία τριών αγώνων με τον Τούρκι Αλ-Σέιχ, αξιωματούχο της κυβέρνησης της Σαουδικής Αραβίας.

Ο Κρεμλέφ αποτελεί, ουσιαστικά, τον ισχυρότερο promoter του αθλήματος στην Ανατολική Ευρώπη, αποτελώντας άμεση πρόκληση για την επιρροή του Αλ-Σέιχ και των Σαουδαράβων στην πυγμαχία και για τον έλεγχό τους σε ορισμένους από τους σημαντικότερους αγώνες του αθλήματος.

Άνθρωποι από τον χώρο της πυγμαχίας περιγράφουν τον Κρεμλέφ ως «μια χαρισματική προσωπικότητα που εμφανίζεται σε εκδηλώσεις και διοργανώσεις περιστοιχισμένος από μια πολυάριθμη ομάδα συνεργατών, σχεδόν σαν αρχηγός κράτους». Οι ομιλίες του είναι συχνά φορτισμένες συναισθηματικά και δυναμικές, με επαναλαμβανόμενες αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η πυγμαχία μπορεί να αλλάξει τις ζωές των νέων ανθρώπων.

«Συχνά δεν έχει ιδιαίτερη έκφραση στο πρόσωπό του, κι όμως αποπνέει μια ευγένεια και μια ταπεινότητα», δήλωσε άνθρωπος του χώρου.

Το περασμένο καλοκαίρι, η IBA λάνσαρε και δικό της πρωτάθλημα πυγμαχίας χωρίς γάντια. Οι πρώτοι αγώνες πραγματοποιήθηκαν στη Μόσχα, όμως ήταν το ντεμπούτο στις ΗΠΑ, στο Μαϊάμι, το φετινό καλοκαίρι που τράβηξε την προσοχή.

Συμπαρουσιαστής της εκδήλωσης ήταν ο Άντριου Τέιτ, ο Βρετανός πρώην kickboxer και αυτοαποκαλούμενος μισογύνης, ο οποίος δεν ανέβηκε ποτέ στη σκηνή, καθώς συνελήφθη έξω από τον χώρο της διοργάνωσης. Ο Τέιτ και ο αδελφός του, Τρίσταν, βρίσκονται αντιμέτωποι με έκδοση στη Βρετανία, όπου αντιμετωπίζουν συνολικά 59 κατηγορίες, μεταξύ των οποίων βιασμό, αδικήματα που συνδέονται με εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και άσεμνες εικόνες παιδιού. Και οι δύο αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία.

Γλυκάθηκε με το Παγκόσμιο Κύπελλο και το UFC Freedom στον Λευκό Οίκο

Ωστόσο, δύο άλλες διοργανώσεις του καλοκαιριού φαίνεται ότι ενέπνευσαν περισσότερο τον Κρεμλέφ: το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA υπό τον Τζάνι Ινφαντίνο και το UFC Freedom 250 του Ντέινα Γουάιτ, που φιλοξενήθηκε σε κήπο του Λευκού Οίκου.

«Ο Κρεμλέφ είδε πώς ο Ντέινα και ο Ινφαντίνο κατάφεραν να πάρουν αυτό που ήθελαν», δήλωσε παράγοντας του αθλητισμού. «Θέλει κι αυτός ένα κομμάτι από αυτή την πίτα».

«Και το να έχεις πρόσβαση στον Ντον Τζούνιορ είναι μια καλή αρχή», πρόσθεσε η ίδια πηγή.

Μάλλον πέρασε τα όρια και το «πληρώνει»

Στην προσπάθειά του, όμως, να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στον παγκόσμιο αθλητισμό, ο Κρεμλέφ ίσως να πέρασε τα όρια. Η Ομοσπονδπια της οποίας ηγείται, απέχει πολύ από το να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας, καθώς τι χάσμα με τη ΔΟΕ δεν γεφυρώνεται, και η ζημιά που προκάλεσε το «εξαιρετικά γενναιόδωρο γαμήλιο δώρο» του – όπως το χαρακτήρισαν ο κύριος και η κυρία Τραμπ Τζούνιορ – φαίνεται ότι βαρύνει κυρίως τον ίδιο.

Παρότι στο νησί στις Μπαχάμες βρίσκονταν μόλις περίπου 50 άνθρωποι, ο Κρεμλέφ είχε φτάσει συνοδευόμενος από μεγάλη ομάδα Ρώσων, οι οποίοι απομονώνονταν από τους υπόλοιπους και μιλούσαν μεταξύ τους, σύμφωνα με το ProPublica. Η παρουσία και η συμπεριφορά τους είχε προκαλέσει, μάλιστα, απορίες στους άλλους καλεσμένους.

Και ύστερα τραβήχτηκε μια ομαδική φωτογραφία, όπου το ξυρισμένο κεφάλι του Κρεμλέφ διακρίνεται μισοκρυμμένο στο πίσω μέρος, ενώ στο κέντρο βρίσκονται η Ιβάνκα Τραμπ, ο Τζάρεντ Κούσνερ, η Τίφανι Τραμπ και άλλοι.

«Τι σκεφτόταν;» σχολίασε στην Telegraph πρόσωπο από κύκλους Ρώσων ολιγαρχών. «Είναι ένας μπράβος που κατάφερε να βρεθεί στη σωστή πλευρά του προέδρου και ενθουσιάστηκε υπερβολικά».

Πρώτα ήταν η Μελάνια Τραμπ που πήρε αποστάσεις. Στη συνέχεια, εκπρόσωπος του Έρικ Τραμπ, αδελφού του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, δήλωσε για τον Κρεμλέφ: «Ο Έρικ δεν έχει απολύτως καμία ιδέα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και δεν έχει ακούσει ποτέ το όνομά του». Και μετά ήρθε το τελειωτικό χτύπημα από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ: «Δεν έχω ιδέα ποιος είναι ο Ούμαρ. Δεν τον έχω ξανακούσει ποτέ».

protothema.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO14 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός15 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις15 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO15 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO15 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή