Διεθνή
Το επικείμενο απονενοημένο διάβημα του νεο-οθωμανισμού
του Θοδωρή Γιάνναρου
Η τουρκική προκλητικότητα, γενικά στην Ανατολική Μεσόγειο, ειδικά τους τελευταίους μήνες, έχει χτυπήσει κόκκινο.
Το έχουμε ως Ελλάς αναδείξει παντού -σε όλα τα διεθνή φόρα και τους διεθνείς οργανισμούς-, με συνέπεια να έχει καταδικαστεί ηχηρά αρκετές φορές, από τους πλέον ισχυρούς παίκτες στο Παγκόσμιο Σύστημα – τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία, την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και άλλες σημαντικές ευρωπαϊκές και μη χώρες.
Αν, υποθετικά τώρα, Ελλάδα και Τουρκία προσφύγουν για τα θέματα ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης, μέχρι να εκδοθεί μια απόφαση ή να συναφθεί μια διμερής συμφωνία, θα μπορούσαν τα κράτη να συμφωνήσουν σε μια προσωρινή λύση, που θα προβλέπει την από κοινού οικονομική ανάπτυξη των επίμαχων θαλάσσιων περιοχών. Από αυτή την προσωρινή λύση δεν θα προέκυπταν αξιώσεις και ούτε θα προκαταλάμβανε το αποτέλεσμα μια μεταγενέστερη διεθνής ή διμερής διευθέτηση. Τα κέρδη θα μοιράζονται ώσπου… κάποτε… ίσως… συμφωνηθεί μια δεσμευτική οριοθέτηση των ζωνών, αλλά στην πράξη, αυτή η κοινή διαχείριση μπορεί τελικά να γίνει και μόνιμη και υπ’ αυτές τις συνθήκες, απλά δεν μπορεί να τεθεί επί τάπητος, τουλάχιστον από την Ελλάδα.
Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη μεταξύ δύο “γειτόνων” ορίζεται από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας η συμφωνία μεταξύ των μερών, χωρίς όμως να διευκρινίζεται με σαφήνεια και το “πώς”. Έτσι, τα κράτη που θα συνάψουν τη μεταξύ τους συμφωνία, θα αποφασίσουν επίσης σχετικά με τη μεθοδολογία που θα ακολουθηθεί και τα αποτελέσματα στα οποία από κοινού θα καταλήξουν.
Φθάνοντας στο “διά ταύτα”… αρχικά, εάν τα δύο μέρη υποβάλουν την υπόθεση διαφωνίας τους στο διεθνές δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας ή σε ένα οποιοδήποτε άλλο διεθνές διαιτητικό δικαστήριο, τότε η απόφαση που θα ληφθεί και θα ανακοινωθεί επίσημα και δεσμευτικά, θα έχει ως γνώμονα την “αρχή της ευθυδικίας”.
Είναι σαφές ότι πάντα εξετάζεται η κάθε διαφωνία ως μεμονωμένη περίπτωση και αυτό διότι το διεθνές δίκαιο της θάλασσας δεν έχει σταθερή μεθοδολογία που να ισχύει για όλες τις διαφορές που αφορούν σε θαλάσσια σύνορα, ΑΟΖ ή Υφαλοκρηπίδα, παρόλο που η ισχύουσα νομοθεσία έχει αναπτύξει αρκετά σταθερά κριτήρια, τα οποία είναι διεθνώς αναγνωρισμένα, δεσμευτικά και δεν επιδέχονται παρερμηνείες.
Σχετικά όμως τώρα με τη δική μας περίπτωση, τίθεται το εύλογο ερώτημα… αν διαθέτουν τα νησιά μας ΑΟΖ, όπως διαθέτει η ηπειρωτική Ελλάδα, δηλαδή αυτό που ισχύει διεθνώς και είναι τα 200 ναυτικά μίλια…
Οι Τούρκοι ισχυρίζονται πως όχι… τα νησιά δεν δικαιούνται υφαλοκρηπίδας… ενώ εμείς με το δίκιο με το μέρος μας, υποστηρίζουμε από θέση ισχύος, ακριβώς το αντίθετο. Βλέπετε, μετά τη ανέλπιστη νίκη του στο Αφιόν Καραχισάρ, το 1922, ο Κεμάλ Ατατούρκ βιαζόταν τόσο πολύ να οριοθετήσει θεσμικά τη νέα Τουρκία, που υπέγραψε γρήγορα και χωρίς πολλή σκέψη την Συνθήκη της Λωζάνης καθορίζοντας τα σύνορα της νέας Τουρκίας. Έτσι, ο Ελευθέριος Βενιζέλος εξασφάλισε για την Ελλάδα τα νησιά του Αιγαίου, γεγονός που καταδίκασε την Τουρκία σε ένα ασφυκτικό στρατηγικό εναγκαλισμό και έκτοτε οι Τούρκοι προσπαθούν να απαλλαγούν από τον σφιχτό αυτό στρατηγικό εναγκαλισμό της Ελλάδος, χωρίς όμως περιθώρια επιτυχίας. Αυτός είναι και ο λόγος που μέσω του αστοιχείωτου και αγράμματου Ερντογάν προσπαθούν να αμφισβητήσουν τα πάντα… μπας και στο τέλος αποκομίσουν κάτι…
Η απάντηση όμως, η βασισμένη στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, αναφέρει πως “ΝΑΙ”, και σε κάθε περίπτωση, τα νησιά διαθέτουν και υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, υπό την προϋπόθεση πως πληρούν τα διεθνή standarts και τις προϋποθέσεις για τον “ορισμό” ενός νησιού, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία για τις θάλασσες. Με λίγα λόγια, εάν πρόκειται για μια φυσικά διαμορφωμένη περιοχή στεριάς, που εξέχει της επιφάνειας της θάλασσας, ακόμα και σε ακραίες συνθήκες παλίρροιας και διαφέρει φανερά και ευδιάκριτα από ένα απλό βράχο –αν π.χ. διαθέτει μόνιμους κατοίκους, μόνιμα κτίσματα, υποδομές κλπ. αν και η διάκριση μεταξύ νήσων και βράχων μπορεί σε κάποιες ελάχιστες περιπτώσεις να είναι σχετικά δύσκολη.
Τα αναγνωρισμένα νησιά που διαθέτουν τα διεθνώς αναγνωρισμένα χαρακτηριστικά, μπορούν όπως η ηπειρωτική χώρα να έχουν 200 ναυτικά μίλια ΑΟΖ και 200 ναυτικά μίλια υφαλοκρηπίδα. Οι βράχοι, από την άλλη πλευρά, μπορούν να διεκδικήσουν μόνο 12 ναυτικά μίλια χωρικά ύδατα, αλλά δεν μπορούν να διαθέτουν επίσημη ΑΟΖ και επίσης δεν μπορεί να διαθέτουν επίσημη και αναγνωρισμένη διεθνώς υφαλοκρηπίδα, εκτός βέβαια ορισμένων περιπτώσεων.
Στην περίπτωση δύο γειτονικών κρατών, όπως η Τουρκία και η Ελλάδα, όταν μια μικρή νησίδα του ενός κράτους βρίσκεται κοντά στα παράλια του άλλου, τότε θα πρέπει η οριοθέτηση των συνόρων να λαμβάνει υπόψη της την αρχή της ευθυδικίας, αλλά εδώ δεν τίθεται θέμα χάραξης συνόρων.
Σε ολόκληρο το πλανήτη, τα διεθνή διαιτητικά δικαστήρια, συνήθως δεν λαμβάνουν υπόψη τους τα μικρά νησιά ή τις βραχονησίδες όταν πρόκειται για χάραξη συνόρων μεταξύ δύο γειτονικών κρατών και βασίζουν την απόφασή τους αυτή στο γεγονός ότι πιθανόν θα προκαλούνταν μια δυσαναλογία, αλλά στη δική μας περίπτωση, τα σύνορα έχουν χαραχθεί με παγκόσμιες συμφωνίες εδώ και 100 χρόνια και είναι τα νότια σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν πρόκειται ποτέ ν’ αλλάξουν, όσο και αν αλυχτά ο Ερντογάν και το βαθύ τουρκικό κράτος απέναντι.
Αυτή όμως η διεθνής πρακτική σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί το γεγονός ότι “επί της αρχής” τα νησιά αυτά μπορούν και έχουν κάθε δικαίωμα να διεκδικήσουν οικονομική ζώνη που προβλέπεται από το διεθνές δίκαιο της θάλασσας. Όλα τα άλλα είναι ζητήματα που θα πρέπει να εξετασθούν για κάθε μεμονωμένη περίπτωση ξεχωριστά. Πάντως γενικά είναι εξαιρετικά σημαντικό το ζήτημα οι διεκδικήσεις μιας χώρας να μην επηρεάζουν την ΑΟΖ μιας άλλης χώρας και ειδικά αν τα νησιά και οι βραχονησίδες της άλλης χώρας αποτελούν αρχιπέλαγος, όπως ισχύει στο Αιγαίο Πέλαγος. Εδώ οι… “γαλάζιες πατρίδες” που οραματίζονται οι Τούρκοι εθνικιστές αποτελούν οθωμανικό τραγέλαφο… από δεύτερο και τρίτο χέρι και όνειρα θερινής νυκτός, χωρίς καμία ουσία και νομικό υπόβαθρο.
Τώρα σχετικά με την υπογραφή συμφώνου μεταξύ Σάρατζ και Ερντογάν για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου… Η Τουρκία… ή μάλλον ο Ερντογάν από μόνος του, παρά τις αντιδράσεις της τουρκικής κοσμικής αντιπολίτευσης, βγάζοντας ψεύτη και πλαστογράφο ακόμα και τον Κεμάλ Ατατούρκ, υπέγραψε Μνημόνιο Κατανόησης με την κυβέρνηση “μειοψηφίας” της Λιβύης και του εξαιρετικά “λίγου” και άβουλου Σάρατζ, με πρόθεση να τεθεί το μνημόνιο αυτό σε ισχύ, χωρίς την έγκριση όμως του Λυβικού Κοινοβουλίου, που είναι και το μοναδικό νόμιμα εκλεγμένο σώμα και μάλιστα κοινοβουλευτικό στη χώρα αυτή, κάτι που κάνει την όλη προσπάθεια των Τούρκων αν υπόσταση, παράνομη και άνευ οποιασδήποτε σοβαρότητας.
Ας το δούμε όμως λίγο πιο από κοντά και με περισσότερες λεπτομέρειες. Μόνο αν μια πράξη παράγει δεσμευτικό έννομο αποτέλεσμα τίθεται συνήθως εν ισχύ μετά την κατάθεσή της στον ΟΗΕ, όπου κατά κανόνα, κατατίθενται μόνο νόμιμες συμβάσεις διεθνούς δικαίου. Εάν λοιπόν αυτή η συνθήκη-μνημόνιο κατανόησης πράγματι επικυρωθεί ή όχι από το κοινοβούλιο της Λιβύης, είναι εσωτερικό ζήτημα της Λιβύης, στο οποίο ο οποιοσδήποτε Ερντογάν δεν έχει λόγο και μέχρι στιγμής δεν έχει κατατεθεί η επικυρωμένη σύμβαση από το Λιβυκό κοινοβούλιο σύμβαση στον ΟΗΕ, πράγμα που αποτελεί αδιάσειστη ένδειξη πως η κυβέρνηση της Λιβυκής κυβέρνησης θεωρεί ότι απαιτείται κοινοβουλευτική απόφαση: Ακόμα κι αν μια σύμβαση συνάφθηκε και έχει τεθεί σε ισχύ με έγκυρο τρόπο, δεν μπορεί να παράγει κανένα αποτέλεσμα σε βάρος τρίτων. Μια σύμβαση ανάμεσα στην Τουρκία και τη Λιβύη, η οποία αγνοεί εντελώς τα νόμιμα δικαιώματα της Ελλάδας σε θαλάσσιες ζώνες, δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα, τουλάχιστον, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα.
Μετά βεβαιότητος και κατηγορηματικά, οι ενδεχόμενες τουρκικές γεωτρήσεις εντός της ελληνικής ΑΟΖ δεν είναι σε καμία περίπτωση νομικά καλυμμένες. Και αυτό διότι ακόμα και αν το υπάρχον status quo θεωρείται μονομερώς αμφιλεγόμενο από τους Τούρκους, οι όποιες προσπάθειες για γεώτρηση υδρογονανθράκων στην ελληνική υφαλοκρηπίδα από μέρους τους δεν καλύπτονται σε καμία περίπτωση νομικά, και παρότι η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, αυτό δε σημαίνει πως δεν δεσμεύεται από αυτήν έστω και έμμεσα! Από την άλλη, λόγω του ότι μόνο τα κράτη που επικυρώνουν ή προσχωρούν σε μια συνθήκη είναι νομικά υποχρεωμένα να την εφαρμόζουν, η Τουρκία δεν έχει πρόσβαση στο Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας και ούτε στην Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Όρια της Υφαλοκρηπίδας, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά ευάλωτες, ακόμα και νομικά αίολες τις αξιώσεις της.
Μπορεί μεν τώρα, πολλοί από τους κανονισμούς της Σύμβασης Θαλασσίου Δικαίου, όπως οι θαλάσσιες ζώνες, η αρχή της ευθυδικίας και της ευθυκρισίας σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, να έχουν εθιμική ισχύ. Δηλαδή, οι κανονισμοί ισχύουν ανεξάρτητα από τη σύμβαση και δεσμεύουν και μη συμβαλλόμενα μέρη, όπως η Τουρκία, η οποία κάνει πως δεν το γνωρίζει, αν και συχνά-πυκνά επικαλείται… ψιθυρίζοντας νομικές ανακρίβειες, κανονισμούς της Σύμβασης για το Θάλασσιο Δίκαιο.
Το Διεθνές Δικαστήριο στη Χάγη, ή ένα άλλο οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο διαιτησίας, θα μπορούσαν σίγουρα να αναλάβουν την υπόθεση, υπό την προϋπόθεση πως θα συμφωνήσουν τα εμπλεκόμενα κράτη επ’ αυτού, χωρίς όμως να συμφωνήσουν σε προσωρινές λύσεις, μέχρι να εκδοθεί μια τελεσίδικη απόφαση ή να συναφθεί μια διμερής συμφωνία, διότι ως γνωστόν…. “ουδέν μονιμότερο του προσωρινού”… και με τους Τούρκους δεν μπορεί κανείς να έχει την παραμικρή εμπιστοσύνη, μιας και η “μπέσα” και οι “λόγοι τιμής” απουσιάζουν απο τη φιλοσοφία και την κουλτούρα αυτής της χώρας, από την πρώτη κιόλας μέρα που δημιουργήθηκε!
Η Ελλάδα σήμερα είναι σε μία θέση αρκετά ισχυρή, ίσως την ισχυρότερη σε σχέση με την Τουρκία, εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Από εκεί και πέρα, αυτό που έχει σημασία είναι ότι τα μηνύματα φτάνουν στην Τουρκία από παντού -από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τους ηγέτες των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών και των ΗΠΑ, ειδικά μετά την απόφαση του Ερντογάν, να πετάξει στα σκουπίδια το διάταγμα του Κεμάλ Ατατούρκ και να μετατρέψει την Αγιά Σοφιά σε τζαμί, προκαλώντας συνολικά τον πολιτισμένο κόσμο και ευθέως το σύνολο των Χριστιανών του πλανήτη. Ο Ερντογάν διέβη τον Ρουβίκωνα και τις “κόκκινες γραμμές” και προκαλεί μεν ευθέως τη “Χριστιανοσύνη” συγκροτώντας όμως παράλληλα ένα τεράστιο διεθνές μέτωπο αντιτουρκισμού και αντιοθωμανισμού στην χριστιανική Δύση, που σύντομα θα τον καταπιεί!
Οψόμεθα…
*Ο κ. Θοδωρής Γιάνναρος είναι Μοριακός Βιολόγος-Γενετιστής
email: theogiannaros@gmail.com, Twitter: @theogiannaros1, FaceBook: Theo Giannaros
capital.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
