Οικονομία
Τα πετρέλαια του Πρίνου, η “αφύπνιση” της Τουρκίας, το Χόρα και η πρόταση για προσφυγή στη Χάγη
31 Μαΐου 1975. Κωνσταντίνος Καραμανλής και Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ συναντιούνται στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες.
ΣΩΤΗΡΗΣ ΡΙΖΑΣ*
Το 1974 υπήρξε έτος καμπής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς εκτός από το Κυπριακό, αποκρυσταλλώθηκαν οι διαφωνίες μεταξύ Αθήνας και Αγκυρας σχετικά με θέματα που αφορούσαν το Αιγαίο: Ενα ζήτημα ήταν το εύρος των χωρικών υδάτων, επί του οποίου η Αθήνα δήλωνε ότι διατηρεί το δικαίωμα επέκτασης από τα 6 στα 12 μίλια, ενώ η Αγκυρα αντέτεινε ότι αυτό θα σήμαινε μετατροπή του Αιγαίου σε ελληνική λίμνη.
Συναφές ζήτημα ήταν το εύρος του εναερίου χώρου 10 μιλίων που διατηρούσε η Ελλάδα από το 1931. Επ’ αυτού η Αγκυρα διαμαρτυρήθηκε, με την έκδοση «NOTAM» τον Αύγουστο του 1974 αλλά και «εμπράκτως» με την παραβίαση της ζώνης πέραν των 6 μιλίων, ζητώντας την εναρμόνισή του με το εύρος των 6 μιλίων των χωρικών υδάτων. Επίσης, παρέμενε εκκρεμές το θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας.
Η Ελλάδα, βασιζόμενη στο διαμορφούμενο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, υποστήριζε ότι και τα νησιά διαθέτουν δικαίωμα υφαλοκρηπίδας, σε αντίθεση με την Τουρκία που επικαλείτο «ειδικές συνθήκες» στο Αιγαίο, στην ουσία την ύπαρξη διάσπαρτων νησιών και νησίδων.
Στο πλαίσιο αυτό η Αγκυρα επεδίωκε μια ρύθμιση πέραν του ισχύοντος δικαίου ώστε να διαχωρίσει την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου σε δύο ίσα μέρη, θεωρώντας τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου προέκταση της Ανατολίας. Η Αγκυρα χαρακτήριζε ακόμα τη στάθμευση ελληνικών μονάδων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και της Δωδεκανήσου παραβίαση των Συνθηκών της Λωζάννης του 1923 και των Παρισίων του 1947 που προέβλεπαν την αποστρατιωτικοποίησή τους.
Η συλλογιστική της Αγκυρας αντέστρεφε εντούτοις τη λογική σειρά των γεγονότων: Η Ελλάδα ασκούσε το δικαίωμα νόμιμης άμυνας που προέβλεπε ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών μετά την εμπειρία της κρίσης του Κυπριακού αλλά και τη συγκρότηση μιας τέταρτης τουρκικής στρατιάς στη Μικρά Ασία η οποία διέθετε και αποβατικές ικανότητες. Το ζήτημα, υποστήριζε η Αθήνα, μπορούσε να τεθεί όταν θα υποχωρούσε η ένταση.

Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ το 1975. Στη δεκαετία του 1970, οι σύνοδοι κορυφής υιοθετήθηκαν ως πάγια πρακτική της Συμμαχίας. Φωτ. ASSOCIATED PRESS
Η ελληνική στρατηγική μετά την εισβολή
Η δυναμική της εξέλιξης ήταν όμως αντίστροφη, καθώς η Αθήνα, μετά την κρίση του Κυπριακού και την τουρκική εισβολή και κατοχή του 36% του εδάφους της Μεγαλονήσου, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η πρωταρχική απειλή για την ασφάλειά της προερχόταν πλέον από την Ανατολή και προχωρούσε σε ένα πρόγραμμα εξοπλισμών που απέβλεπε στη συγκρότηση μιας αξιόπιστης αποτροπής στη Θράκη και, κυρίως, στο Αιγαίο. Υπήρχαν όμως παράλληλα σοβαροί στρατηγικοί, πολιτικοί και οικονομικοί λόγοι που επέβαλλαν την αναζήτηση μιας φόρμουλας για την επίλυση των διαφωνιών με την Αγκυρα. Οικονομικοί, διότι το πρόγραμμα των εξοπλισμών ήταν δαπανηρό, ιδίως από τη στιγμή κατά την οποία η έμφαση του προγράμματος αφορούσε την απόκτηση αεροναυτικών μέσων για την κάλυψη των ελληνικών αμυντικών αναγκών στο Αιγαίο. Η συνεχής ένταση συνεπώς θα σήμαινε κλιμάκωση των εξοπλισμών και διαρκή οικονομική αιμορραγία. Πολιτικοί λόγοι ευρύτερης εμβέλειας επέβαλλαν επίσης την αποκλιμάκωση. Η Αθήνα επεδίωκε την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και η σχετική διαδικασία θα υπονομευόταν αν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονταν σε διαρκή ένταση χωρίς να επιχειρείται η επίλυση των διαφωνιών ή έστω η εμπέδωση της ύφεσης στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών που παρέμεναν άλλωστε αναγκαίοι παράγοντες για τη λειτουργία της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.
Υπόμνημα Αβέρωφ
Ως προς το τελευταίο, πράγματι, ο υπουργός Εθνικής Αμύνης Ευάγγελος Αβέρωφ, στο υπόμνημά του προς τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή του τέλους Νοεμβρίου 1974, με το οποίο προσδιόριζε ως πρωταρχική απειλή ασφαλείας για την Ελλάδα την τουρκική αναθεωρητική πολιτική, συμπλήρωνε ότι ο από Βορρά κίνδυνος δεν είχε εκλείψει και επέβαλλε τη διατήρηση «κάποιων δεσμών» με το ΝΑΤΟ. Αυτό σήμαινε, μεταξύ άλλων, και προσπάθεια για στοιχειώδη εξομάλυνση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Υπήρχαν, τέλος, και στρατηγικοί λόγοι, καθώς η διαρκής ένταση θα μπορούσε να οδηγήσει σε θερμό επεισόδιο με άδηλη κατάληξη και ενδεχόμενες εδαφικές, οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις. Δεν είναι συνεπώς τυχαίο ότι η κυβέρνηση Καραμανλή, η οποία σχηματίστηκε μετά την ευρύτατη επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας στις κάλπες στις 17 Νοεμβρίου 1974, ενώ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πρωταρχική απειλή ασφαλείας προερχόταν από την Τουρκία, πρόβαλλε ταυτόχρονα και με επιμονή την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την επίλυση του θέματος της υφαλοκρηπίδας.

Πρώτο μέλημα της ελληνικής κυβέρνησης μετά την εισβολή στην Κύπρο και τις συνεχείς τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο ήταν η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων με νέα αεροπλάνα και οπλικά συστήματα.
Ακαρπες συζητήσεις με την Αγκυρα επί τρίμηνο
Η πρόταση υπεβλήθη στην Αγκυρα τον Ιανουάριο του 1975 και αποτέλεσε θέμα συζητήσεων μεταξύ των δύο κυβερνήσεων για ένα περίπου τρίμηνο. Η υπηρεσιακή κυβέρνηση του Σαντί Ιρμάκ δέχθηκε να συζητήσει την ιδέα, τονίζοντας όμως ότι τα προβλήματα μεταξύ των δύο χωρών αποτελούσαν κατά βάση αντικείμενο πολιτικών διαβουλεύσεων. Η αντίθεση στην προσφυγή στη Χάγη ήταν έντονη ιδίως μεταξύ του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και του στρατιωτικού κατεστημένου. Το πολιτικό περιβάλλον στην Τουρκία θα χειροτέρευε και γενικότερα αλλά και σε σχέση με την ελληνική πρόταση τον Μάρτιο του 1975 όταν την υπηρεσιακή κυβέρνηση Ιρμάκ θα διαδεχόταν κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον αρχηγό του Συντηρητικού Κόμματος της Δικαιοσύνης Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ. Στο νέο κυβερνητικό σχήμα συμμετείχαν το ισλαμικό κόμμα Εθνικής Σωτηρίας του Νετσμετίν Ερμπακάν και το ακραίο δεξιό κόμμα Εθνικιστικής Δράσης του Αρπασλάν Τουρκές. Η κυβερνητική αλλαγή συνοδευόταν από επανειλημμένες παραβιάσεις του ελληνικο εναέριου χώρου καθώς και από δηλώσεις Τούρκων επισήμων που αμφισβητούσαν τις βάσεις του εδαφικού καθεστώτος που είχε καθιερώσει η Συνθήκη της Λωζάννης στο Αιγαίο.
Λαμβανομένων υπόψη των θέσεων των δύο ελασσόνων εταίρων του κυβερνητικού συνασπισμού, οι ελπίδες ευόδωσης της προσπάθειας για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ήταν μόνο θεωρητικές. Αλλωστε, η τουρκική πλευρά υπενθύμιζε διαρκώς την ιδέα της συνεκμετάλλευσης του θαλάσσιου και υποθαλάσσιου πλούτου του Αιγαίου σε αντιδιαστολή προς την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας.
Ο διάλογος συνεχίζεται
Παρά ταύτα, ο υπουργός Εξωτερικών Ιχσάν Σαμπρί Τσαγκλαγιανγκίλ, έμπειρος πολιτικός και γνώστης των ελληνοτουρκικών προβλημάτων, συνέχιζε το διάλογο αν και επεσήμαινε ότι ήταν προτιμότερες οι συνομιλίες πολιτικής φύσης. Πράγματι, το ένα δεν απέκλειε το άλλο, καθώς για τη σύναψη συνυποσχετικού προϋποτίθεται μια συζήτηση κατ’ ανάγκη πολιτικής φύσης η οποία και θα προσδιορίσει το επίδικο αντικείμενο και θα θέσει με ακρίβεια το ερώτημα ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Το ερώτημα αυτό, προκειμένου να γίνει δεκτό προς συζήτηση από το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να τίθεται από κοινού από τους δύο αντιδίκους. Δεν γίνονται δηλαδή δεκτές μεμονωμένες προσφυγές.

Με την ανακάλυψη κοιτασμάτων πετρελαίου στη Θάσο (στη φωτ. ο Πρίνος) άρχισαν οι τουρκικές απειλές στο Β. Αιγαίο.
Θεμελιώδεις διαφορές προσέγγισης των δύο πλευρών
Στο πεδίο αυτό η Αθήνα ήταν σαφώς καλύτερα προετοιμασμένη από την Αγκυρα, όπως φάνηκε στη συνάντηση Μπίτσιου – Τσαγκλαγιανγκίλ στα μέσα Μαΐου του 1975. Η τουρκική αντιπροσωπεία ενοχλήθηκε από το γεγονός ότι η ελληνική πλευρά συνοδευόταν από υψηλού επιπέδου νομικούς, ειδικούς στο διεθνές δίκαιο και ιδίως στο δίκαιο της θάλασσας. Συνεπώς, όταν ο Καραμανλής συνάντησε τον Ντεμιρέλ στις 31 Μαΐου 1975, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, η τουρκική αποδοχή επί της αρχής της διαδικασίας αυτής ήταν περισσότερο τυπική παρά ουσιαστική. Στη διάρκεια του επόμενου τριμήνου η ελληνική πλευρά επρόκειτο να απευθυνθεί επανειλημμένα στην Αγκυρα, η οποία τελικά υπαναχώρησε στις αρχές Σεπτεμβρίου.
Η Αθήνα είχε επιδείξει τακτική ευλυγισία αποδεχόμενη μια παραλλαγή στη διαδικασία: Αν οι δύο πλευρές έφθαναν, έπειτα από διμερείς συνομιλίες, σε συμφωνία για την επίλυση της ουσίας της διαφοράς, τότε αυτή θα μπορούσε να υποβληθεί και να επικυρωθεί από το Διεθνές Δικαστήριο. Η υπόθεση αυτή αποτέλεσε τη βάση των αντιλήψεων των δύο χωρών και την πολιτική τους για τη δικαστική μέθοδο επίλυσης για περίπου μία εικοσιπενταετία, έως δηλαδή τη συμφωνία του Ελσίνκι τον Δεκέμβριο του 1999, όταν η προσφυγή στη Χάγη έγινε αποδεκτή ως πιθανή μέθοδος επίλυσης των διαφορών εφόσον αποτύγχαναν προηγουμένως οι διμερείς συνεννοήσεις. Η Ελλάδα εμφανιζόταν πεπεισμένη ότι το διαμορφούμενο δίκαιο της θάλασσας ευνοούσε τις θέσεις της, στην πραγματικότητα μπορούμε να υποθέσουμε ότι είχε διαμορφώσει τις θέσεις αυτές με βάση όσα προβλέπονταν σε αυτό το δίκαιο της θάλασσας, το οποίο θα αποκρυσταλλωνόταν με τη σύμβαση του 1982. Αντιθέτως, η Αγκυρα θεωρούσε ότι η διαμόρφωση αυτού του νέου σώματος κανόνων έτεινε να παγιώσει μια εις βάρος της κατάσταση, την οποία η τουρκική πολιτική υποτίθεται πως είχε αφήσει να διαμορφωθεί κατά τις προηγούμενες δεκαετίες.
Επρόκειτο για δύο διαφορετικές αντιλήψεις διεθνούς πολιτικής. Η πρώτη βασιζόταν σε ένα σύστημα κανόνων που διαμορφωνόταν σταδιακά στον μεταπολεμικό κόσμο και η άλλη σε μια αντίληψη γεωπολιτικού ανταγωνισμού βασισμένου στην ισχύ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 ήταν προφανές ότι οι δύο αυτές αντιλήψεις συνυπήρχαν σε μια ασταθή ισορροπία που μεταβαλλόταν πολύ αργά και ανεπαίσθητα υπέρ της πρώτης. Η προτίμηση της Ελλάδας προς το Δικαστήριο δεν ήταν αδικαιολόγητη. Η ελληνική εκδοχή προσφυγής στη Χάγη περιοριζόταν στην επίλυση ενός μόνο θέματος το οποίο, αν και αφορούσε κυριαρχικά δικαιώματα, εξακολουθούσε να αφήνει εκτός της δικαστικής κρίσης τον εναέριο χώρο και τα χωρικά ύδατα, θέματα που αφορούσαν ευθέως την κυριαρχία. Τα πλεονεκτήματα αυτά συνιστούσαν όμως θεμελιώδη μειονεκτήματα για την Αγκυρα, η οποία απέβλεπε σε αναθεώρηση του καθεστώτος του Αιγαίου ως προς τα ανωτέρω θέματα, καθώς δεν είχε ακόμα θέσει εδαφικά ζητήματα. Εν κατακλείδι, η διαφωνία για τη διαδικασία αντανακλούσε τις διαφορές επί της ουσίας και το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της διαφοράς δεν προκρίθηκε ως μέθοδος άρσης των ελληνοτουρκικών διαφωνιών.
* Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεότερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.
Καθημερινή
Οικονομία
Τουρκία: Η υπόθεση των επενδυτικών κεφαλαίων αγγίζει τον λαλίστατο και προκλητικότατο κατά της Ελλάδας Τσελίκ – Πολιτικό δίλημμα για τον Ερντογάν
Καταγγελίες για δισεκατομμύρια λίρες, ερωτήματα για σχέσεις κυβερνητικών στελεχών και πληροφορίες για λίστες δικαιούχων εντείνουν την πίεση στο AKP.
Νέες πολιτικές διαστάσεις προσλαμβάνει στην Τουρκία η υπόθεση των επενδυτικών κεφαλαίων, καθώς τα ερωτήματα της αντιπολίτευσης φτάνουν πλέον στον Ομέρ Τσελίκ, εκπρόσωπο του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), αλλά και προκλητικότατο ρητορικά εναντίον της Ελλάδας. Στο επίκεντρο βρίσκονται καταγγελίες για μεγάλα κέρδη, αποσύρσεις χρημάτων πριν από την αποκάλυψη της κρίσης και πιθανές διασυνδέσεις προσώπων της υπόθεσης με τον κυβερνητικό μηχανισμό.
Ο Ζεϊνέλ Εμρέ, εκπρόσωπος του Νέου Κόμματος, ζητά εξηγήσεις για τη σχέση του Τσελίκ με τον πρώην γραφειοκράτη Οσμάν Αρικάν Νατζάρ, ο οποίος, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Σοζτζού», φέρεται να αποκόμισε περίπου 20 δισ. τουρκικές λίρες από επενδυτικό κεφάλαιο και να αναχώρησε στο εξωτερικό.
Τα ερωτήματα προς τον Τσελίκ
Ο Εμρέ έθεσε δημόσια το ερώτημα εάν ο εκπρόσωπος του AKP έκανε πρόσφατα διακοπές με τον Νατζάρ στην Αλικαρνασσό και εάν επέστρεψαν μαζί στην Άγκυρα. Ζήτησε επίσης να διευκρινιστεί το εύρος της σχέσης τους και η θέση του Τσελίκ για τις επίμαχες συναλλαγές.
Παράλληλα, επισήμανε ότι ο επιχειρηματικός εταίρος του Νατζάρ, Αλί Γκιόλ, βρίσκεται υπό κράτηση στο πλαίσιο της έρευνας. Το ποσό των 20 δισ. λιρών που αποδίδεται στον Νατζάρ είναι περίπου εννεαπλάσιο των 2,2 δισ. λιρών που, σύμφωνα με τις προηγούμενες καταγγελίες, φέρονται να αποκόμισαν η πρώην υπουργός Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά και ο σύζυγός της.
Η αντιπολίτευση είχε ήδη θέσει ερωτήματα για την Καγιά και τον πρώην πρόεδρο του Συμβουλίου Κεφαλαιαγοράς, Ιμπραήμ Ομέρ Γκιονούλ. Η αναφορά στον Τσελίκ διευρύνει την πολιτική αντιπαράθεση, μεταφέροντάς την ακόμη πιο κοντά στην κορυφή της κυβερνητικής εκπροσώπησης.
Η φερόμενη προειδοποίηση της πρώην υπουργού
Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Ντενίζ Ζεϊρέκ, η Καγιά φέρεται να έχει διαμηνύσει σε πρόσωπα του περιβάλλοντός της ότι, εάν κληθεί από εισαγγελέα, θα αποκαλύψει όσα γνωρίζει.
Η φράση που της αποδίδεται, «Αν καώ, θα τους πάρω όλους μαζί μου», ενισχύει τα ερωτήματα για το εύρος της υπόθεσης. Ο πολιτικός αναλυτής Μουράτ Γετκίν διερωτάται εάν η φερόμενη αυτή στάση λειτουργεί ως πίεση προς την ηγεσία του AKP.
Κατά την περιγραφή του Γετκίν, μέχρι τον χρόνο δημοσίευσης της ανάλυσής του δεν είχε υπάρξει εισαγγελική κλήση της πρώην υπουργού ούτε σχετική καταγγελία από το Συμβούλιο Κεφαλαιαγοράς. Ο ίδιος αναφέρεται και στον βουλευτή του AKP Σερκάν Μπαϊράμ, ο οποίος επέκρινε την υπόθεση συνδέοντάς την με περικοπές δικαιωμάτων συνταξιούχων και ατόμων με αναπηρία, αλλά στη συνέχεια ανακάλεσε τη δήλωσή του.
Οι πληροφορίες για λίστες και η εσωκομματική πίεση
Στα πολιτικά παρασκήνια της Άγκυρας κυκλοφορούν, σύμφωνα με τον Γετκίν, πληροφορίες για καταλόγους προσώπων που φέρονται να επωφελήθηκαν από επενδυτικά κεφάλαια, κυρίως της εταιρείας Tera, πριν από τη δημοσιοποίηση σχετικών πληροφοριών.
Οι αναφορές κάνουν λόγο για χιλιάδες ονόματα, μια ξεχωριστή λίστα 50 προβεβλημένων προσώπων και 26 ονόματα με διασυνδέσεις στο AKP. Οι πληροφορίες αυτές παραμένουν ανεπιβεβαίωτες, όπως επισημαίνεται στην ίδια ανάλυση.
Ο Γετκίν διακρίνει τρεις στάσεις μέσα στο κυβερνών κόμμα. Μια ομάδα αποδίδει την κρίση σε υποτιθέμενη συνωμοσία της CIA και της Μοσάντ. Μια δεύτερη ζητά να διερευνηθούν οι καταγγελίες και να απομακρυνθούν όσοι αποδειχθεί ότι εμπλέκονται. Η τρίτη, την οποία περιγράφει ως πολυπληθέστερη, περιμένει την τελική τοποθέτηση του Ερντογάν.
Μέχρι πού θα φτάσει η έρευνα;
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε δηλώσει στις 29 Σεπτεμβρίου ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές πρέπει να καθαρίσουν από τέτοιες πρακτικές. Παράλληλα, ο αρθρογράφος της «Χουριέτ» Αμπντουλκαντίρ Σελβί του αποδίδει τη θέση ότι όσοι αποκόμισαν παράνομα κέρδη θα πρέπει να επιστρέψουν τα χρήματα.
Το πολιτικό ερώτημα είναι εάν η έρευνα θα εξετάσει ολόκληρο το δίκτυο των επίμαχων συναλλαγών ή θα περιοριστεί στα πρόσωπα που έχουν ήδη κατονομαστεί. Ο πρόεδρος του Καλού Κόμματος, Μουσαβάτ Ντερβίσογλου, έχει χαρακτηρίσει την υπόθεση «οργανωμένη ληστεία», μεταφέροντας την αντιπαράθεση στην τουρκική Εθνοσυνέλευση.
Στο επίκεντρο της διερεύνησης παραμένει η πιθανή πρόσβαση σε μη δημόσιες πληροφορίες: ποιοι γνώριζαν, πότε γνώριζαν και εάν αξιοποίησαν αυτή τη γνώση για να αποκομίσουν κέρδη ή να αποσύρουν εγκαίρως τα χρήματά τους. Η απάντηση απαιτεί στοιχεία για τις συναλλαγές και τις διαδρομές των κεφαλαίων, ενώ η πολιτική πίεση προς το AKP συνεχίζει να αυξάνεται.
Οικονομία
Η Ινδία στρέφεται σε Κατάρ και Κόλπο για την ενεργειακή της μετάβαση – Στόχος κεφάλαια για διυλιστήρια και ασφάλεια εφοδιασμού
Το Νέο Δελχί αναζητά συμμετοχή κρατικών επενδυτικών ταμείων του Κόλπου σε ενεργειακές υποδομές – Στο επίκεντρο το Κατάρ, η Saudi Arabia και τα ΗΑΕ
Η Ινδία επιταχύνει την προσπάθειά της να προσελκύσει κεφάλαια από το Κατάρ και άλλες χώρες του Κόλπου για τη χρηματοδότηση της μεγάλης αναβάθμισης του ενεργειακού της τομέα, με βασικό στόχο την επέκταση της διυλιστικής ικανότητας και τη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάζει η Gulf Times, οι ινδικές αρχές επιδιώκουν μεγαλύτερη συμμετοχή κρατικών επενδυτικών ταμείων της Μέσης Ανατολής σε έργα του downstream τομέα, δηλαδή σε διύλιση, επεξεργασία και υποδομές που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της ενεργειακής αλυσίδας.
Η κίνηση εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό του Νέου Δελχί να αυξήσει τη συνολική εθνική διυλιστική ικανότητα από περίπου 5,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως σε περισσότερα από 6,2 εκατομμύρια βαρέλια, προκειμένου να καλυφθεί η αυξανόμενη εγχώρια ζήτηση καυσίμων.
Ενδιαφέρον από Σαουδική Αραβία και ΗΑΕ
Ο Ινδός υπουργός Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου Hardeep Singh Puri είχε δηλώσει ήδη τον προηγούμενο μήνα ότι μεγάλοι ενεργειακοί παραγωγοί της περιοχής, μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, έχουν εκφράσει ισχυρό ενδιαφέρον για επενδύσεις στον ινδικό τομέα διύλισης.
Η σημασία αυτών των κεφαλαίων είναι διπλή.
Από τη μία πλευρά, η Ινδία αποκτά πρόσβαση σε μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση για έργα πολύ μεγάλης κλίμακας.
Από την άλλη, οι χώρες του Κόλπου αποκτούν άμεση συμμετοχή σε μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές ενέργειας στον κόσμο.
Το Κατάρ μπαίνει βαθύτερα στην εξίσωση
Παράλληλα με τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ, το Νέο Δελχί διευρύνει την οικονομική και ενεργειακή προσέγγισή του με το Κατάρ.
Τον Απρίλιο του 2026, κατά τη διάρκεια διήμερης επίσκεψής του στη Ντόχα, ο Hardeep Singh Puri συναντήθηκε με τον υπουργό Επικρατείας για Ενεργειακές Υποθέσεις και διευθύνοντα σύμβουλο της QatarEnergy, Saad Sherida al-Kaabi.
Οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στις στρατηγικές ενεργειακές σχέσεις, στο εμπόριο, στις επενδύσεις και στην ασφάλεια των θαλάσσιων εφοδιαστικών αλυσίδων.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σταθερότητα των παγκόσμιων ενεργειακών ροών και στη διατήρηση της απρόσκοπτης θαλάσσιας εμπορικής δραστηριότητας σε περιόδους περιφερειακών κρίσεων.
Από τις αγορές LNG στις κοινές επενδύσεις
Η σχέση Ινδίας–Κατάρ στηριζόταν παραδοσιακά στις μακροχρόνιες συμφωνίες για προμήθεια υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Αυτή η σχέση, όμως, φαίνεται ότι διευρύνεται.
Ο διμερής διάλογος μετατοπίζεται σταδιακά από μια απλή σχέση αγοραστή–προμηθευτή προς ένα μοντέλο αμοιβαίας συμμετοχής σε ενεργειακά περιουσιακά στοιχεία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία της Petronet LNG με την QatarEnergy για προμήθεια 7,5 εκατομμυρίων τόνων LNG ετησίως, στο πλαίσιο μακροχρόνιας συνεργασίας που παραμένει βασικός πυλώνας των ενεργειακών σχέσεων των δύο χωρών.
Το Νέο Δελχί επιδιώκει πλέον το επόμενο βήμα: όχι μόνο να αγοράζει καταριανό αέριο, αλλά να προσελκύσει καταριανά κεφάλαια σε ινδικά διυλιστήρια, δίκτυα και ενεργειακές υποδομές.
Ο ρόλος της Qatar Investment Authority
Η παρουσία του Κατάρ στην ινδική ενεργειακή αγορά δεν ξεκινά τώρα.
Η Qatar Investment Authority (QIA) έχει ήδη πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις σε ινδικές εταιρείες ενέργειας και κοινής ωφέλειας.
Τον Φεβρουάριο του 2020 απέκτησε ποσοστό 25,1% στην Adani Electricity Mumbai Limited έναντι περίπου 450 εκατ. δολαρίων.
Τον Αύγουστο του 2023 προχώρησε σε νέα επένδυση, αποκτώντας 2,68% της Adani Green Energy Limited έναντι περίπου 500 εκατ. δολαρίων.
Οι κινήσεις αυτές δείχνουν ότι το καταριανό κρατικό επενδυτικό ταμείο έχει ήδη αποκτήσει επιχειρησιακή παρουσία σε κρίσιμα τμήματα της ινδικής ενεργειακής αγοράς.
Τον Απρίλιο του 2026, ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Κατάρ και πρόεδρος της QIA, Sheikh Bandar bin Mohammed bin Saoud al-Thani, είχε συνάντηση με τον εκτελεστικό διευθυντή της Adani Green Energy, Sagar Adani, με αντικείμενο τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές και τις επενδυτικές προοπτικές.
Θεσμική θωράκιση των επενδύσεων
Ινδία και Κατάρ έχουν ήδη δημιουργήσει μηχανισμούς που διευκολύνουν πιο οργανωμένες επενδυτικές ροές.
Η Joint Task Force on Investment έχει συσταθεί για να εξετάζει επενδυτικές ευκαιρίες σε υποδομές, τεχνολογία και ενέργεια.
Η πρώτη συνεδρίαση της κοινής ομάδας πραγματοποιήθηκε στο Νέο Δελχί τον Ιούνιο του 2024.
Παράλληλα, οι δύο χώρες διαθέτουν εδώ και χρόνια φορολογικό πλαίσιο μέσω της συμφωνίας αποφυγής διπλής φορολογίας, στοιχείο που μειώνει τα εμπόδια για διασυνοριακές επενδύσεις.
Εμπόριο άνω των 13 δισ. δολαρίων
Η οικονομική σχέση είναι ήδη σημαντική.
Το διμερές εμπόριο είχε φτάσει περίπου τα 13,46 δισ. δολάρια το 2023, με την Ινδία να αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Κατάρ.
Οι καταριανές εξαγωγές προς την Ινδία περιλαμβάνουν κυρίως LNG, LPG, χημικά, πετροχημικά, πλαστικά και αλουμίνιο.
Αντίστοιχα, η Ινδία εξάγει προς το Κατάρ δημητριακά, προϊόντα χαλκού, σίδηρο και χάλυβα, λαχανικά, μπαχαρικά, ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, δομικά υλικά και κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.
Γιατί η Ινδία χρειάζεται τον Κόλπο
Το πραγματικό βάθος της στρατηγικής φαίνεται από τις προβλέψεις για τη μελλοντική ενεργειακή ζήτηση της Ινδίας.
Η χώρα αναμένεται να ευθύνεται για περίπου το 25% της αύξησης της παγκόσμιας ενεργειακής ζήτησης μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες.
Αυτό σημαίνει ότι το Νέο Δελχί δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε παραδοσιακές εμπορικές σχέσεις εισαγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Χρειάζεται κεφάλαια, υποδομές, πρόσβαση σε παραγωγούς και μακροχρόνιες στρατηγικές συμμαχίες.
Οι χώρες του Κόλπου διαθέτουν ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά: τεράστια επενδυτικά αποθέματα, ενεργειακή ισχύ και μακρά εμπειρία στην πετρελαϊκή και αεριοπαραγωγική αλυσίδα.
Μια νέα ενεργειακή γεωοικονομία
Η κίνηση της Ινδίας δείχνει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν σημαίνει απαραίτητα απομάκρυνση από τα συμβατικά καύσιμα.
Αντιθέτως, για μια οικονομία του μεγέθους και της ταχύτητας ανάπτυξης της Ινδίας, η μετάβαση απαιτεί ταυτόχρονα περισσότερη διύλιση, περισσότερες υποδομές, σταθερές προμήθειες LNG και μεγαλύτερη διαφοροποίηση των επενδυτικών πηγών.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Κατάρ και ο ευρύτερος Κόλπος μετατρέπονται όχι μόνο σε προμηθευτές ενέργειας, αλλά και σε μετόχους της ίδιας της ενεργειακής ανάπτυξης της Ινδίας.
Και αυτό δημιουργεί μια βαθύτερη στρατηγική αλληλεξάρτηση ανάμεσα στο Νέο Δελχί και τις μοναρχίες του Κόλπου, με επιπτώσεις που ξεπερνούν την ενέργεια και αγγίζουν πλέον την οικονομία, τη ναυσιπλοΐα και τη γεωπολιτική της ευρύτερης περιοχής.
Οικονομία
Ινδικός κολοσσός επενδύει 18 δισ. δολάρια στις ΗΠΑ – Ο Τραμπ ανακοίνωσε το μεγαλύτερο χαλυβουργείο στην αμερικανική ιστορία
Μία από τις μεγαλύτερες ινδικές βιομηχανικές επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ, παρουσιάζοντας σχέδιο του ομίλου Essar για επενδύσεις συνολικού ύψους 18 δισ. δολαρίων, με επίκεντρο την κατασκευή γιγαντιαίου χαλυβουργείου στην Αϊόβα.
Το νέο εργοστάσιο, προϋπολογισμού περίπου 15 δισ. δολαρίων, θα αναπτυχθεί από την Mesabi Metallics, αμερικανική θυγατρική του ινδικού ομίλου Essar, και σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο φιλοδοξεί να αποτελέσει το μεγαλύτερο συγκρότημα παραγωγής χάλυβα στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η ανακοίνωση έγινε στον Λευκό Οίκο, παρουσία στελεχών της οικογένειας Ruia, που ελέγχει τον όμιλο Essar.
Ο Τραμπ χαρακτήρισε το έργο «το μεγαλύτερο εργοστάσιο χάλυβα στην αμερικανική ιστορία», υποστηρίζοντας ότι θα αποτελέσει ακόμη ένα δείγμα επιστροφής της βαριάς βιομηχανίας στις ΗΠΑ.
Παραγωγή έως 10 εκατ. τόνους χάλυβα τον χρόνο
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η παραγωγή αναμένεται να ξεκινήσει το 2030.
Το συγκρότημα προβλέπεται αρχικά να παράγει περίπου 7,5 εκατομμύρια τόνους χάλυβα ετησίως, με τελικό στόχο δυναμικότητας που θα φθάνει τα 10 εκατομμύρια τόνους τον χρόνο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το σχέδιο βασίζεται στη δημιουργία μιας σχεδόν πλήρως καθετοποιημένης αμερικανικής αλυσίδας παραγωγής.
Το σιδηρομετάλλευμα θα προέρχεται από τις εγκαταστάσεις της Mesabi Metallics στη Μινεσότα και θα μεταφέρεται στην Αϊόβα για την παραγωγή χάλυβα, ενισχύοντας τη σύνδεση εξόρυξης, επεξεργασίας και τελικής βιομηχανικής παραγωγής εντός των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Mesabi έχει ήδη επενδύσει περισσότερα από 2,5 δισ. δολάρια στις δραστηριότητές της στη Μινεσότα.
Χιλιάδες θέσεις εργασίας
Το έργο αναμένεται να δημιουργήσει τουλάχιστον 1.750 μόνιμες θέσεις εργασίας, ενώ κατά τη διάρκεια της κατασκευής υπολογίζεται ότι θα υποστηριχθούν έως και 6.000 θέσεις εργασίας.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν κατά την ανακοίνωση, η συνολική οικονομική επίδραση του έργου μπορεί να φτάσει περίπου τα 95 δισ. δολάρια κατά την πρώτη δεκαετία λειτουργίας του.
Τραμπ: Οι δασμοί φέρνουν τα εργοστάσια πίσω στις ΗΠΑ
Ο Αμερικανός πρόεδρος συνέδεσε άμεσα την επένδυση με την εμπορική πολιτική της κυβέρνησής του και ειδικότερα με τους υψηλούς δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα.
Η κυβέρνηση Τραμπ παρουσιάζει τις επενδύσεις αυτές ως απόδειξη ότι οι εμπορικοί φραγμοί ωθούν ξένες εταιρείες να μεταφέρουν παραγωγική δραστηριότητα στο αμερικανικό έδαφος.
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η αμερικανική χαλυβουργία «επιστρέφει δυναμικά», αποδίδοντας σημαντικό μέρος αυτής της εξέλιξης στην πολιτική προστασίας της εγχώριας παραγωγής.
Η ανακοίνωση πραγματοποιείται παράλληλα με ευρύτερες αμερικανικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας υπερπαραγωγής χάλυβα, με την Ουάσιγκτον να πιέζει και άλλες χώρες να υιοθετήσουν αυστηρότερα εμπορικά μέτρα απέναντι σε παραγωγούς με μεγάλη πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα.
Κρίσιμος ο χάλυβας για άμυνα και βιομηχανία
Η επένδυση έχει ευρύτερη στρατηγική σημασία, καθώς ο χάλυβας αποτελεί βασικό υλικό για μια σειρά κρίσιμων τομέων της αμερικανικής οικονομίας και εθνικής ασφάλειας.
Η παραγωγή του νέου εργοστασίου προορίζεται μεταξύ άλλων να καλύψει ανάγκες:
- της αμυντικής βιομηχανίας,
- της ναυπηγικής,
- της αυτοκινητοβιομηχανίας,
- του ενεργειακού τομέα,
- των κατασκευών και μεγάλων υποδομών,
- καθώς και της βιομηχανίας μηχανημάτων και οικιακού εξοπλισμού.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Mesabi Metallics, Joe Broking, χαρακτήρισε το σχέδιο σημαντικό βήμα για τον αμερικανικής παραγωγής χάλυβα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη εγχώριας τροφοδοσίας στρατηγικών βιομηχανιών.
Η Essar και η διεθνής επέκταση
Ο όμιλος Essar ιδρύθηκε στην Ινδία το 1969 από τους αδελφούς Shashi και Ravi Ruia και εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικούς βιομηχανικούς ομίλους της χώρας, με δραστηριότητες στους τομείς της ενέργειας, των μετάλλων, των εξορύξεων, της τεχνολογίας και των υποδομών.
Ο όμιλος έχει αναπτύξει μεγάλα βιομηχανικά περιουσιακά στοιχεία στην Ινδία, ενώ έχει πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις και εκτός χώρας.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Mesabi Metallics έχει παρουσία στη Μινεσότα από το 2007 και ελέγχει σημαντικά αποθέματα σιδηρομεταλλεύματος.
Το σχέδιο των 18 δισ. δολαρίων σηματοδοτεί πλέον μία σαφή αναβάθμιση της παρουσίας του ινδικού ομίλου στις ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα εντάσσεται και στη γενικότερη αμερικανική προσπάθεια επαναφοράς κρίσιμων παραγωγικών αλυσίδων στο εσωτερικό της χώρας.
Και πολιτική διάσταση ενόψει ενδιάμεσων εκλογών
Η επιλογή της Αϊόβα έχει και πολιτική βαρύτητα, καθώς η ανακοίνωση έρχεται λίγες εβδομάδες πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Στην παρουσίαση συμμετείχαν στελέχη των Ρεπουμπλικανών από την Αϊόβα, ενώ ο Τραμπ δήλωσε ότι σχεδιάζει να πραγματοποιήσει προεκλογική συγκέντρωση στην Πολιτεία.
Το Reuters σημειώνει ότι η κυβέρνηση προβάλλει το έργο ως σημαντική επιτυχία της βιομηχανικής της πολιτικής, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία και η εγχώρια παραγωγή βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα της προεκλογικής αντιπαράθεσης.
Το μέγεθος πάντως της σχεδιαζόμενης επένδυσης υπερβαίνει την άμεση πολιτική συγκυρία: εφόσον το έργο υλοποιηθεί στον προβλεπόμενο χρόνο και στην ανακοινωθείσα κλίμακα, η Essar και η Mesabi Metallics θα αποκτήσουν κομβικό ρόλο στην αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα χάλυβα, από την εξόρυξη του μεταλλεύματος μέχρι την τελική παραγωγή.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας