Διεθνή
Οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας-Αιγύπτου θα «αποκαταστήσει» την τάξη
Παντελώς αβάσιμο είναι το επιχείρημα της Τουρκίας ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλόκρηπίδα/ ΑΟΖ και απορρίπτεται από τη διεθνή κοινότητα, καθώς αντίκειται σε καλά εδραιωμένο κανόνα του δικαίου της θάλασσας, τόσο στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το δίκαιο της θάλασσας, σύμφωνα με τον αναπληρωτή καθηγητή Διεθνούς Δικαίου και Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Πανεπιστημίου Κύπρου, Αριστοτέλη Κωνσταντινίδη.
Σημειώνει ακόμα ότι η Τουρκία είχε παλαιότερα ισχυριστεί ότι δεν δεσμεύεται ούτε από τον συγκεκριμένο κανόνα του εθιμικού δικαίου, επιδιώκοντας να εμφανιστεί ως «επίμονος αντιρρησίας» (persistent objector) ωστόσο σημειώνει ότι είναι αμφίβολο εάν υφίσταται τέτοια δυνατότητα ενός κράτους «επίμονου αντιρρησία» να αυτοεξαιρείται από την καθολική ισχύ του διεθνούς εθιμικού δικαίου. Αναφέρεται στο θέμα του καθορισμού από πλευράς Ελλάδας ΑΟΖ με τα γειτονικά κράτη και τις δυσκολίες οι οποίες υπάρχουν, αλλά και το τι ισχύει σε σχέση με το Διεθνές Δικαστήριο. Εξηγεί πώς επηρεάζει η υπογραφή του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου και σχολιάζει τις παράνομες τουρκικές ενέργειες στην κυπριακή ΑΟΖ.
– Η Τουρκία απειλεί για σεισμογραφικές έρευνες σε μια περιοχή που η Ελλάδα θεωρεί ελληνική υφαλοκρηπίδα. Τι ισχύει με βάση το δίκαιο της θάλασσας; Μπορεί η Ελλάδα να βρει αυτό που θεωρεί δίκαιό της;
– Σύμφωνα με το δίκαιο της θάλασσας, καθώς η εν λόγω περιοχή δεν έχει οριοθετηθεί, τα ενδιαφερόμενα κράτη έχουν την υποχρέωση να απέχουν από μονομερείς ενέργειες που διακινδυνεύουν ή εμποδίζουν την επίτευξη μελλοντικής οριοθέτησης. Οι σεισμικές έρευνες που εξήγγειλε η Τουρκία εν προκειμένω είναι τέτοιες μονομερείς ενέργειες. Και τα δύο κράτη θεωρούν ότι η εν λόγω περιοχή αποτελεί υφαλοκρηπίδα τους. Εάν δεν υποχωρήσει ένα εκ των δύο και αν δεν επέλθει μεταξύ τους συμφωνία, η λύση μπορεί να δοθεί μόνο από κάποιο διεθνές δικαστικό ή διαιτητικό όργανο, που ωστόσο δεν μπορεί να εξετάσει την υπόθεση παρά μόνο εάν συναινέσουν και τα δύο κράτη. Ειδάλλως, η διαφορά και οι εντάσεις θα συνεχίζονται.
– Θα μπορούσε να υπάρξει προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο και γιατί αποφεύγει η Ελλάδα να το πράξει; Υπάρχουν νομικοί κίνδυνοι ή ασάφειες;
– Το Διεθνές Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να δικάσει υποθέσεις που εμπλέκουν ένα κράτος εάν το εν λόγω κράτος δεν έχει δώσει τη συναίνεσή του. Η Τουρκία είναι ένα από τα περίπου 120 κράτη που δεν έχουν αποδεχτεί τη γενική δυνατότητα του Διεθνούς Δικαστηρίου να δικάζει υποθέσεις τους. Ως εκ τούτου, ενδεχόμενη μονομερής προσφυγή της Ελλάδας στο Διεθνές Δικαστήριο χωρίς τη συναίνεση της Τουρκίας δεν θα εξεταστεί επί της ουσίας από το Δικαστήριο, όπως έγινε και όταν η Ελλάδα προσέφυγε εναντίον της Τουρκίας το 1977 για επαπειλούμενες έρευνες της Τουρκίας στην υφαλοκρηπίδα στο Αιγαίο. Συνεπώς, προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο μπορεί να γίνει μόνο με συνυποσχετικό, δηλαδή με κοινή συμφωνία Ελλάδας και Τουρκίας, η οποία θα προσδιορίζει τη συγκεκριμένη διαφορά την οποία τα δύο κράτη επιθυμούν να επιλύσει το Δικαστήριο. Ο προσδιορισμός της διαφοράς (ή των διαφορών) που θα τεθούν προς επίλυση ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου αποτελεί ανέκαθεν αντικείμενο σοβαρής διαφωνίας ανάμεσα στα δύο κράτη.
– Η Τουρκία επιδιώκει να σύρει την Ελλάδα σε διάλογο με ανοικτή ατζέντα, η Ελλάδα το απορρίπτει. Μπορεί να υπάρξει άλλη διευθέτηση ή το θέμα θα παραμένει μία ανοικτή πληγή μεταξύ των δύο χωρών;
– Πράγματι, εδώ και δεκαετίες Ελλάδα και Τουρκία διαφωνούν ακόμη και ως προς το ποια ζητήματα αποτελούν διαφορές μεταξύ τους που θα πρέπει να τεθούν προς επίλυση. Οι διαφορές ανάμεσα σε δύο κράτη επιλύονται είτε με πολιτικά/διπλωματικά μέσα (διαπραγματεύσεις, μεσολάβηση, συνδιαλλαγή κ.λπ.) είτε με νομικά/δικαστικά μέσα (προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο ή σε διαιτησία). Εάν δεν επιλυθούν με κάποιο/α από αυτά τα μέσα, διαιωνίζονται και αποτελούν μόνιμη πηγή εντάσεων, κάτι που συμβαίνει σε πολλά μέρη του κόσμου για πολλά ζητήματα. Βασική αρχή του διεθνούς δικαίου σχετικά με την επίλυση των διαφορών είναι ότι τα εμπλεκόμενα κράτη πρέπει να αποδεχτούν από κοινού το μέσο με το οποίο θα επιδιωχθεί η επίλυση των διαφορών τους. Αυτή η (μάλλον προβληματική) αρχή διευκολύνει τα απρόθυμα κράτη να ακολουθούν παρελκυστική πολιτική.
– Έχει προηγηθεί και η συμφωνία της Τουρκίας με τη Λιβύη και την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου. Πώς επηρεάζει τις προσπάθειες οριοθέτησης ΑΟΖ από την Ελλάδα αυτό το μνημόνιο, παρόλο ότι είναι παράνομο;
– Από νομικής άποψης δεν επηρεάζονται. Δύο κράτη (Τουρκία και Λιβύη) δεν μπορούν με μεταξύ τους συμφωνία να στερήσουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας. Τα δικαιώματα της Ελλάδας στη θαλάσσια περιοχή που καλύπτει το τουρκολιβυκό μνημόνιο εξακολουθούν να υφίστανται παρά το μνημόνιο. Ενδεχόμενη οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας (ή ΑΟΖ) με την Αίγυπτο θα «αποκαταστήσει» την τάξη. Ωστόσο, το τουρκολιβυκό μνημόνιο έχει περιπλέξει την κατάσταση, αφενός επειδή η Τουρκία έχει επεκτείνει έμπρακτα τις διεκδικήσεις της σε περιοχές που καταφανώς δεν έχει δικαίωμα και έχει μάλιστα βρει σύμμαχο, προσδίδοντας έτσι μία νομική επίφαση που διαφορετικά δεν θα υπήρχε, και αφετέρου επειδή έχει προειδοποιήσει ότι θα προχωρήσει σε έρευνες και γεωτρήσεις στην εν λόγω περιοχή, επιδεινώνοντας περαιτέρω την κατάσταση και τις σχέσεις της με την Ελλάδα.
– Η Τουρκία προβάλλει συχνά το επιχείρημα ότι έχει το μεγαλύτερο μέτωπο ακτών στην Ανατολική Μεσόγειο και ότι τα νησιά δεν έχουν ΑΟΖ. Μπορεί να περάσει αυτή τη θέση της πιστεύετε;
– Το επιχείρημα ότι τα νησιά δεν έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ είναι παντελώς αβάσιμο και απορρίπτεται από τη διεθνή κοινότητα, καθώς αντίκειται σε καλά εδραιωμένο κανόνα του δικαίου της θάλασσας, τόσο στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το δίκαιο της θάλασσας (που, ωστόσο, δεν δεσμεύει την Τουρκία) όσο και στο εθιμικό δίκαιο που δεσμεύει όλα τα κράτη, άρα και την Τουρκία. Η Τουρκία είχε παλαιότερα ισχυριστεί ότι δεν δεσμεύεται ούτε από τον συγκεκριμένο κανόνα του εθιμικού δικαίου, επιδιώκοντας να εμφανιστεί ως «επίμονος αντιρρησίας» (persistent objector) που, κατά μία άποψη που υποστηρίζεται από μέρος της θεωρίας του διεθνούς δικαίου, θα μπορούσε να προσδώσει νομιμότητα στο επιχείρημα. Ωστόσο, αφενός είναι αμφίβολο εάν υφίσταται τέτοια δυνατότητα ενός κράτους «επίμονου αντιρρησία» να αυτοεξαιρείται από την καθολική ισχύ του διεθνούς εθιμικού δικαίου, ενώ αφετέρου η σχετική δυνατότητα (εάν εν τέλει κριθεί ότι υπάρχει) θα απαιτούσε απόλυτα συνεπή πρακτική που η Τουρκία δεν έχει επιδείξει, καθώς και άλλες προϋποθέσεις που η Τουρκία επίσης δεν πληροί. Ως προς το επιχείρημα για το μήκος των ακτών, πράγματι έχει κάποια βάση, υπό την έννοια ότι το μήκος των ακτών ενός κράτους λαμβάνεται υπόψη από τα διεθνή δικαστήρια κατά το τελικό στάδιο της διαδικασίας της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ. Συγκεκριμένα, τα διεθνή δικαστήρια εφαρμόζουν το λεγόμενο τεστ δυσαναλογίας (disproportionality test), επιδιώκοντας να μετριάσουν τυχόν άδικα αποτελέσματα που θα είχε η απόλυτη εφαρμογή της μέσης γραμμής για ένα κράτος που έχει σημαντικά μεγαλύτερο μήκος ακτών σε σχέση με τη θαλάσσια περιοχή που του αναλογεί κατ’ εφαρμογή της μέσης γραμμής.
– Πόσο εύκολη ή δύσκολη είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας-Αιγύπτου και Ελλάδας-Κύπρου;
– Για να υπάρξει οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας (ή/και ΑΟΖ εάν η Ελλάδα τη θεσπίσει) ανάμεσα στην Ελλάδα και την Αίγυπτο ή/και την Κύπρο θα πρέπει τα εν λόγω κράτη να συμφωνήσουν ότι: α) θα δοθεί πλήρης επήρεια, δηλαδή η μέγιστη δυνατή υφαλοκρηπίδα, στο Καστελόριζο (μαζί με τις Στρογγύλη και Ρω), αποκλείοντας με αυτό τον τρόπο τα όποια δικαιώματα της Τουρκίας στην περιοχή, και ότι β) θα ακολουθηθεί η μέθοδος της μέσης γραμμής ανάμεσα στο Καστελόριζο και τις ακτές της Αιγύπτου ή/και της Κύπρου.
Υπενθυμίζεται ότι τον Μάρτιο του 2020, με επιστολή στον ΟΗΕ, η Τουρκία κατέθεσε γεωγραφικές συντεταγμένες που συμπεριλαμβάνουν τη συγκεκριμένη περιοχή (δηλαδή, τη νοητή μέση γραμμή ανάμεσα στο Καστελόριζο και τις ακτές της Αιγύπτου και της Κύπρου) ως δική της υφαλοκρηπίδα, κάτι που οδήγησε σε επίσημη αντίδραση της Ελλάδας. Είναι γνωστό ότι η Αίγυπτος έως τώρα διστάζει να συμφωνήσει τόσο για νομικούς όσο και για πολιτικούς λόγους. Η νομική κατάσταση σχετικά με την υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ του Καστελόριζου είναι πιο πολύπλοκη από ό,τι θεωρεί η κοινή γνώμη σε Ελλάδα και Κύπρο.
Η δικαστική οδός δεν είναι διαθέσιμη
– Σε σχέση με τις παραβιάσεις της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ, πώς μπορεί η Κυπριακή Δημοκρατία να διεκδικήσει νομικά το δίκαιό της;
– Η δικαστική οδός δεν είναι διαθέσιμη. Ενδεχόμενη μονομερής προσφυγή της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δεν θα εξεταστεί από το Δικαστήριο, καθώς το Δικαστήριο δεν εκδικάζει υποθέσεις που αφορούν ένα κράτος χωρίς τη συναίνεσή του, και η Τουρκία δεν έχει συναινέσει ούτε θα το κάνει, καθώς δεν αναγνωρίζει την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο παραμένει άλυτο το Κυπριακό και, ως γνωστόν, τη θεωρεί «εκλιπούσα».
– Πώς σχολιάζετε την προβολή από πλευράς Τουρκίας συχνά του επιχειρήματος ότι υπερασπίζεται τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων ως εγγυήτρια δύναμη;
– Θεωρώ ότι η Τουρκία χρησιμοποιεί το επιχείρημα της εγγυήτριας δύναμης κατά τρόπο αντιφατικό και οπορτουνιστικό. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συνθήκης Εγγυήσεως του 1960, οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις εγγυήθηκαν την ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα και ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και την κατάσταση πραγμάτων που είχε δημιουργηθεί με τα βασικά άρθρα του Συντάγματος. Καθώς λοιπόν η Τουρκία πλέον θεωρεί την Κυπριακή Δημοκρατία ως «εκλιπούσα», το καθεστώς της εγγυήτριας δύναμης μένει έωλο και χρησιμοποιείται προσχηματικά ως μανδύας των τουρκικών διεκδικήσεων. Επίσης, καθώς οι Τουρκοκύπριοι διεκδικούν χωριστή κρατική υπόσταση, είναι αντιφατικό να επιδιώκουν οποιαδήποτε δικαιώματα πέραν αυτής, παρουσιαζόμενοι ταυτόχρονα και ως κοινότητα στη βάση του συντάγματος ενός κράτους που θεωρούν «εκλιπόν».
Η γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου υπαγορεύει τη συνεργασία
– Το ερώτημα παραμένει: Γιατί η Ελλάδα τόσα χρόνια δεν προχώρησε σε οριοθέτηση ΑΟΖ; Τι ήταν αυτό που την εμπόδιζε; Φοβόταν την αντίδραση της Τουρκίας ή υπάρχουν και άλλοι λόγοι;
– Πράγματι, η Ελλάδα, όπως και άλλα κράτη της Μεσογείου, δεν έχει κηρύξει ΑΟΖ. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι η Ελλάδα, όπως και όλα τα κράτη με ακτές, έχει αποκλειστικό δικαίωμα έρευνας και εκμετάλλευσης του θαλάσσιου βυθού και υπεδάφους, και άρα του υποθαλάσσιου πλούτου που πρωτίστως ενδιαφέρει, δυνάμει της υφαλοκρηπίδας. Η θέσπιση ΑΟΖ δίδει σε ένα κράτος τα δικαιώματα που δίδει και η υφαλοκρηπίδα για το θαλάσσιο βυθό και υπέδαφος, και επιπρόσθετα αποκλειστικό δικαίωμα αλιείας, καθώς και άλλως πως εκμετάλλευσης των υπερκείμενων υδάτων στην επιφάνεια της θάλασσας. Οπόταν, εάν το ζητούμενο είναι η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στη Μεσόγειο, η κήρυξη ΑΟΖ δεν είναι προϋπόθεση (παρά την αντίθετη αντίληψη που επικρατεί στην κοινή γνώμη), καθώς τα σχετικά δικαιώματα για τον υποθαλάσσιο πλούτο υπάρχουν δυνάμει της υφαλοκρηπίδας που ισχύει αυτοδίκαια και εξ υπαρχής, χωρίς να χρειάζεται χωριστή πράξη κήρυξης, όπως χρειάζεται για την ΑΟΖ.
Η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ εκ των πραγμάτων γίνεται με τα γειτονικά κράτη. Με τους θαλάσσιους γείτονες της Ελλάδας ισχύουν σε γενικές γραμμές τα εξής: Με την Ιταλία, ως γνωστόν, η Ελλάδα πρόσφατα επεξέτεινε τη συμφωνία οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας του 1977 και για την επιφάνεια της θάλασσας, ώστε να καλύπτει την αλιεία, και μάλιστα με βάση τη μέθοδο της μέσης γραμμής. Με τη Λιβύη, υπήρχαν συζητήσεις πριν τον εμφύλιο πόλεμο που έχει διχάσει τη χώρα, αλλά δεν κατέληξαν σε οριοθέτηση λόγω διαφωνιών για το σημείο από το οποίο θα ξεκινούσε η μέτρηση, καθώς η Ελλάδα ήθελε να γίνει από διάφορα μικρά νησιά νοτίως της Κρήτης (π.χ., Γαύδος), ενώ η Λιβύη ήθελε από τις ακτές της Κρήτης. Με την Αίγυπτο οι διαπραγματεύσεις είναι σε εξέλιξη είτε για πλήρη οριοθέτηση (δηλαδή από τα δυτικά παράλια της Κρήτης μέχρι και το Καστελόριζο) είτε για μερική (χωρίς το Καστελόριζο). Αν Ελλάδα και Αίγυπτος συμφωνήσουν σε πλήρη οριοθέτηση (με βάση και το Καστελόριζο), ανοίγει ο δρόμος και για οριοθέτηση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Κύπρο. Ως προς το Αιγαίο (και την Τουρκία), η οριοθέτηση συνδέεται και με το ζήτημα της επέκτασης των χωρικών υδάτων της Ελλάδας από 6 σε 12 (ή λιγότερα) ναυτικά μίλια, που παραμένει σε εκκρεμότητα λόγω της γνωστής απειλής της Τουρκίας ότι τυχόν επέκταση, που θα διπλασιάσει την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο, περιορίζοντας αντίστοιχα την ανοιχτή θάλασσα, μετατρέποντας μεγάλο τμήμα του Αιγαίου σε ελληνική θάλασσα, θα αποτελέσει αιτία πολέμου (casus belli).
– Είναι προφανές ότι η Τουρκία επιδιώκει να μπει στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής από τον οποίο έχει μείνει απ’ έξω. Πιστεύετε ότι θα μπορέσει να τα καταφέρει μέσα από την όλη στάση της και τις ενέργειες της;
– Η γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου υπαγορεύει τη συνεργασία, ιδίως σε σχέση με τις θαλάσσιες ζώνες που θα πρέπει εκ των πραγμάτων να οριοθετηθούν μεταξύ των γειτονικών κρατών. Μόνο έτσι θα υπάρξει απρόσκοπτη έρευνα και εκμετάλλευση των υποθαλάσσιων πόρων προς όφελος της ειρηνικής συνύπαρξης και της ευημερίας των λαών της περιοχής. Στην περιοχή έχει αναπτυχθεί ένα πλέγμα συνεργασιών με πρωταγωνίστριες την Κύπρο και την Ελλάδα. Η Τουρκία έχει μείνει εκτός αφενός επειδή δεν αναγνωρίζει την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο είναι άλυτο το Κυπριακό και αφετέρου επειδή δεν έχει φιλικές σχέσεις με τις κυβερνήσεις της Αιγύπτου και του Ισραήλ. Επιδιώκει να αποκτήσει το μερίδιο (του λέοντος) που η ίδια αυθαίρετα έχει αποφασίσει ότι δικαιούται με τρόπο εκβιαστικό, βασιζόμενη στη στρατιωτική ισχύ της, επιδιώκοντας τετελεσμένα, και παραγνωρίζοντας τα δικαιώματα όποιων κρατών στέκονται εμπόδιο σε αυτούς τους σχεδιασμούς ή ερμηνεύοντας κατά το δοκούν (και συχνά αντιφατικά) τους σχετικούς κανόνες του δικαίου της θάλασσας. Είναι προφανές ότι μία τέτοια πρακτική δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τα υπόλοιπα κράτη της περιοχής. Δυστυχώς, ωστόσο, η διακυβέρνηση Ερντογάν έχει δείξει ότι ελάχιστα ενδιαφέρεται για τις κοινές αρχές και αξίες που προσδιορίζουν ένα έντιμο πλαίσιο συνεργασίας. Το θετικό (αλλά μάλλον απομακρυσμένο) σενάριο είναι η Τουρκία να αλλάξει στάση, αποδεχόμενη τους κανόνες και τις διαδικασίες του διεθνούς δικαίου απέναντι σε όλα τα κράτη της περιοχής (πιο πιθανό είναι να το κάνει εν μέρει και επιλεκτικά έναντι ορισμένων). Παράλληλα, πάντως, φαίνεται ότι προσπαθεί να προσεταιριστεί και άλλες κυβερνήσεις στην περιοχή πέραν της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Λιβύης.
– Ποια πιστεύετε ότι θα είναι η λύση σε αυτή την αντιπαράθεση στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου;
– Μόνο μία συμφωνημένη λύση (όποια και αν είναι αυτή) θα μπορούσε να είναι βιώσιμη.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
