Διεθνή
Dogu Akdeniz Politik: Πως η Γαλλία ισχυροποιείται σε Ανατολική Μεσόγειο και Κύπρο εις βάρος της Τουρκίας
Η Τουρκία εσχάτως κλιμακώνει την ένταση αλλά αυτό αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδιασμού.
Μπορεί αφορμή να ήταν η ανακήρυξη ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδος και Αιγύπτου αλλά η βαθύτερη αιτία είναι ότι η Τουρκία θεωρεί ότι έχει εγκλωβιστεί χωρίς να έχει πρόσβαση στον θαλάσσιο πλούτο της Ανατολικής Μεσογείου και του Ανατολικού Αιγαίου.
Από τις μέχρι τώρα αναφορές των τούρκων και τις αναλύσεις από τουρκικής πλευράς τα επίμαχα σημεία είναι τα εξής:
1)Δεν μπορεί ένα νησί που απέχει 2 χιλιόμετρα από την Τουρκία και είναι ελληνικό το Καστελόριζο να έχει ΑΟΖ αποκλειστική οικονομική ζώνη.
Κατά τους τούρκους το Καστελόριζο απέχει 360 μίλια από την ηπειρωτική Ελλάδα και δεν μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στα σχέδια για τουρκική ΑΟΖ.
Να σημειωθεί ότι με την ανακήρυξη ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδος και Αιγύπτου το Καστελόριζο βρέθηκε σε γκρίζα ζώνη.
2)Για την Τουρκία υφίσταται θέμα ευρύτερο για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες δηλαδή, αποκλειστική οικονομική ζώνη, χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα κ.α.
3)Η Ελλάδα εάν επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια θα αποκτήσει τον έλεγχο του 58% της θαλάσσιας περιοχής του Αιγαίου και η Τουρκία μόλις 21%.
Το υπόλοιπο ποσοστό είναι διεθνή χωρικά ύδατα.
4) Η Ελλάδα παραβιάζει συστηματικά την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου αλλά και της Κύπρου ενάντια σε όλες τις Συνθήκες που έχουν υπογραφεί.
5)Η Τουρκία επιδιώκει καθαρή πρόσβαση στο Αιγαίο.
Αν και η Γαλάζια Πατρίδα των Τούρκων είναι κάτι σαν την μεγάλη ιδέα των ελλήνων για την Κωνσταντινούπολη και Μικρά Ασία, στην πράξη οι Τούρκοι θα θέσουν ξεκάθαρα στις διαπραγματεύσεις με τους έλληνες δυνατότητα πρόσβασης στο Αιγαίο.

6)Η Τουρκία υποστηρίζει ότι υπάρχει και η Βόρεια Κύπρος η οποία έχει δικαιώματα.
Το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης εσχάτως και ειδικά στην Κύπρο απασχολεί τους τούρκους.
Κατά το Dogu Akdeniz Politik που απηχεί την μεγάλη ιδέα της Τουρκίας για την Γαλάζια Πατρίδα αναφέρει ότι ο συστηματικός στρατιωτικός εξοπλισμός υπερβαίνει τον αμυντικό σκοπό της Ελληνοκυπριακής Διοίκησης (GASC) και αποτελεί σοβαρή απειλή στην περιοχή.
Η ελληνική διοίκηση, η οποία προσπαθεί να μετατρέψει το νησί της Κύπρου σε οπλοστάσιο, συνεχίζει τις δραστηριότητές της με ταχύτητα.
Η ελληνική διοίκηση αύξησε τη χερσαία και θαλάσσια ισχύ της αγοράζοντας βαριά όπλα από τη Σερβία και τη Γερμανία και δύο πολεμικά πλοία από τη Γαλλία.
Ενώ η εξοπλιστική δραστηριότητα συνεχίζεται, υπογράφηκε επιστολή προθέσεων μεταξύ της Νότιας Κύπρου και της Γαλλίας για διευρυμένη στρατηγική συνεργασία προκειμένου να ενισχυθεί η ναυτική ικανότητα της ελληνοκυπριακής διοίκησης.
Η Γαλλία σχεδιάζει μόνιμη ναυτική βάση στην Νότια Κύπρο.

Συμφωνία αμυντικής συνεργασίας
Την 1η Μαΐου 2004, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ενέκρινε συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ελλάδας τον ρόλο του εγγυητή II.
Ο Επίτροπος της ΕΕ Όλι Ρεν, με επίσημη δήλωση που έγινε τον Ιανουάριο του 2009, είχε αναφέρει ότι η δήλωση της Τουρκίας ότι είναι εγγυητής της Κυπριακής Δημοκρατίας αντίκειται στους κανόνες της ΕΕ.
Είναι γνωστό σε όλους ότι η ελληνοκυπριακή διοίκηση ήθελε να τερματίσει τη συμφωνία εγγύησης και συμμαχίας. Είναι κατανοητό ότι οι Έλληνες προσπαθούν να αποδομήσουν τη Συμφωνία Εγγύησης και Συμμαχίας.
Οι υπουργοί Άμυνας της Τουρκίας και της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (TRNC) θεωρούν ότι οι ενέργειες που πραγματοποιούνται έχουν σκοπό να σφετεριστούν την Συμφωνία Αμυντικής Συνεργασίας της Ανατολικής Μεσογείου που υπεγράφη στις 15 Μαΐου 2017.
Με τη συμφωνία, διασφαλίστηκε ότι η Γαλλία επωφελείται από τη Ναυτική Βάση Ευάγγελος Φλωράκης που βρίσκεται στην περιοχή Μάρι στο ελληνικό τμήμα.
Ορίστηκε ότι η υποδομή της βάσης θα αναπτυχθεί με τρόπο που θα επιτρέπει στο Γαλλικό Ναυτικό να αναπτυχθεί στην περιοχή και ότι η Γαλλία θα παράσχει οικονομική στήριξη.
Με τη συμφωνία, το Charles de Gauelle έγινε κέντρο αερομεταφορών στην ευρύτερη περιοχή.
Αναφέρθηκε ότι η Γαλλία, η οποία θα διεξάγει ασκήσεις και ελέγχους σε άλλες στρατιωτικές βάσεις στη Νότια Κύπρο, θα παράσχει υποστήριξη για τον εκσυγχρονισμό των οπλικών συστημάτων της Εθνικής Φρουράς της Ελλάδας και ότι οι κοινές ασκήσεις θα αυξηθούν.
Η Γαλλία θα συνεργαστεί με την ελληνική διοίκηση κατά των δραστηριοτήτων του τουρκικού ναυτικού στην περιοχή, ενώ υπάρχει απόφαση η εταιρία πετρελαιοειδών Total να προστατεύεται από πολεμικά πλοία της Γαλλίας
Εχθρική η Γαλλία κατά της Τουρκίας
Η Γαλλία εξέφρασε ανοιχτά την εχθρότητα της εναντίον της Τουρκίας, θεωρώντας ότι οι κινήσεις των τούρκων παραβιάζουν σαφώς τις Συμφωνίες Λονδίνου και Ζυρίχης. Σύμφωνα με τις δύο συμφωνίες, η Νότια Κύπρος, η οποία δεν είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης του νησιού, δεν εξουσιοδοτείται να συνάψει τέτοιες συμφωνίες.
Εν τω μεταξύ η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν υπογράψει συμφωνίες το 2007 που αφορούν αμυντική συνεργασία.
Ασφάλεια σε τρεις χώρες
Η Τουρκία, η Ελλάδα και η Βρετανία υπέγραψαν στη Ζυρίχη στις 11 Φεβρουαρίου 1959 σύμφωνα με το άρθρο 1 της Συνθήκης Εγγυήσεων, ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να συνάψει πολιτική και οικονομική ενοποίηση με κανένα άλλο κράτος.
Η ασφάλεια της Κύπρου, εξασφαλίζεται από τη Βρετανία και την Ελλάδα και από την Τουρκία στο Βόρειο τμήμα.
Μπορούν να διεξάγονται στρατιωτικές δραστηριότητες;
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η τελευταία συμφωνία που υπήρξε μεταξύ της Ελληνοκυπριακής Διοίκησης και της Γαλλίας είναι αντίθετη με τις Συμφωνίες Εγγυήσεων και Συμμαχίας, παραμένει άκυρη συμφωνία που δεν θα αναγνωριστεί από τους εγγυητές.
Οι συμφωνίες δείχνουν ξεκάθαρα ότι στην Κύπρο, όπου οι εγγυήτριες χώρες αναλαμβάνουν το καθήκον υπεράσπισης, η Κύπρος δεν μπορεί να δημιουργήσει καμία εταιρική σχέση με τρίτες χώρες και ως εκ τούτου δεν μπορεί να πραγματοποιήσει στρατιωτικές δραστηριότητες.
Μπορεί να παρέμβει;
Ως εκ τούτου, δηλώνεται ότι η Ελληνοκυπριακή Διοίκηση, η οποία προσπαθεί να παρουσιαστεί ως ο μόνος εκπρόσωπος της Κύπρου, αγνοεί τις Συμφωνίες Λονδίνου και Ζυρίχης τονίζοντας ότι μπορεί να παρέμβει σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο όταν είναι απαραίτητο.
Όλες αυτές οι εξελίξεις, θεωρούνται μονομερείς ενέργειες.
Άρθρα στρατιωτικής συμφωνίας
Αναφέρεται ότι η Ελληνοκυπριακή Διοίκηση της Νότιας Κύπρου θα εφαρμόσει τη στρατιωτική συμφωνία που προβλέπει στην παροχή ναυτικής βάσης στη Γαλλία εντός έξι μηνών.
Τα ακόλουθα σημεία εφιστούν την προσοχή στη στρατιωτική συμφωνία εννέα σημείων μεταξύ της Γαλλίας και της ελληνικής πλευράς.
-Η ναυτική βάση θα έχει χαρακτήρα επιχειρησιακής εμβέλειας.
-Αφού ολοκληρωθούν – τα σχέδια για την ανάπτυξη της Ναυτικής Βάσης, η βάση θα τεθεί σε λειτουργία εντός έξι μηνών.
-Θα ικανοποιηθούν πλήρως οι απαιτήσεις των Γαλλικών Ναυτικών Δυνάμεων, οι οποίες θα λειτουργούν στην Ανατολική Μεσόγειο στο πλαίσιο της συνεργασίας της PESCO.
-Η μόνιμη παρουσία της Γαλλίας στην περιοχή θα είναι εγγυημένη.
-Η επιχειρησιακή υποδομή της ελληνικής διοίκησης θα χρησιμοποιηθεί από τις γαλλικές ναυτικές δυνάμεις που δραστηριοποιούνται στην περιοχή.
-Η Γαλλία θα συμβάλει οικονομικά στη δημιουργία και ανάπτυξη της βάσης.
-Το Γαλλικό Ναυτικό, η γαλλική εταιρεία πετρελαίου που δραστηριοποιείται στην περιοχή η Total θα προστατεύεται.
-Η Γαλλία θα βοηθήσει στον εκσυγχρονισμό και την ενίσχυση των ελληνοκυπριακών ναυτικών δυνάμεων.
-Η συνεργασία και η εκπαίδευση των ενόπλων δυνάμεων των δύο χωρών θα παρέχονται στο πλαίσιο ευρωπαϊκών ή κοινών δραστηριοτήτων.
Ερμηνεία της στρατιωτικής συμφωνίας
Όπως φαίνεται από αυτά τα δεδομένα, αυτά τα βήματα είναι πολύ πέρα από τους αμυντικούς σκοπούς.
Οι αυξανόμενες προσπάθειες αγοράς και οπλισμού όπλων, σχεδόν στοχεύουν την Βόρεια Κύπρο και την Τουρκική Δημοκρατία είναι προκλητικά βήματα που εμποδίζουν τη δημιουργία εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών.
Εκτός από όλα αυτά, η Ελληνοκυπριακή Διοίκηση της Νότιας Κύπρου απαιτεί την άρση του εμπάργκο όπλων, το οποίο εφαρμόζεται από τις ΗΠΑ από το 1987, προκειμένου να αποφευχθεί η ένταση του περιβάλλοντος ειρήνης και σταθερότητας στο νησί.
Μέλη της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων, που προσπάθησαν σκληρά από την πρώτη ημέρα που εκλέχθηκαν για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα της Ελλάδας και των Ελληνοκυπρίων στο Κογκρέσο των ΗΠΑ, υπέβαλαν νομοσχέδιο, συμπεριλαμβανομένης της άρσης της απαγόρευσης πωλήσεων όπλων στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας των ΗΠΑ και της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ.
Ο συνεχής στρατιωτικός εξοπλισμός της ελληνοκυπριακής διοίκησης αποκαλύπτει την πραγματική πρόθεση της ελληνοκυπριακής ηγεσίας σχετικά με το μέλλον του νησιού και περιέχει ένα ισχυρό ποσοστό εχθρότητας που έχει να καταγραφεί εδώ και χρόνια.
Πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση ο σκοπός όλων αυτών των πρωτοβουλιών που υπερβαίνουν τον αμυντικό σκοπό.
Αυτές οι απόπειρες δεν εξυπηρετούν την ειρήνη, την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην περιοχή και δεν έχουν καμία άλλη έννοια παρά να προωθήσουν τον πόλεμο.
Αντί για προσπάθειες μείωσης του εξοπλισμού, η ελληνοκυπριακή διοίκηση και οι υποστηρικτές της πρέπει να πραγματοποιήσουν εποικοδομητικά βήματα για μια μόνιμη και δίκαιη λύση στο Κυπριακό.
Διαφορετικά, ούτε περιφερειακή ούτε παγκόσμια ειρήνη και σταθερότητα θα είναι δυνατή λόγω αυτής της αρνητικής στάσης της ελληνοκυπριακής διοίκησης.
Σε αυτήν την περίπτωση, είναι προφανές ότι η άδικη απομόνωση και οι άδικες συμπεριφορές που εφαρμόζονται στον τουρκοκυπριακό λαό για χρόνια πρέπει να αρθούν το συντομότερο δυνατόν.
Από αυτήν την άποψη, θα ήταν σκόπιμο να ληφθούν συνετά μέτρα προς την οικοδόμηση συνεργασίας το συντομότερο δυνατό προκειμένου να επιτευχθεί μια δίκαιη και διαρκής ειρήνη στο νησί της Κύπρου.
![Doğu Akdeniz: [Haftalık Bülten 14-21 Haziran] 7 u6](https://doguakdenizpolitik.com/wp-content/uploads/2020/06/u6.jpg)
Οι θαλάσσιες δικαιοδοσίες
Ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα στη μεταμόρφωση της Ανατολικής Μεσογείου από περιοχή έντασης σε περιοχή ειρήνης είναι το ζήτημα του περιορισμού των θαλάσσιων δικαιοδοσιών.
Ακριβώς όπως οι Έλληνες σφετερίστηκαν την Κυπριακή Δημοκρατία με τα όπλα το 1963 και τη μετέτρεψαν σε ενιαίο ελληνικό κράτος, σήμερα καταβάλλεται προσπάθεια να αποκτήσει νομιμότητα εκ μέρους τους σφετεριζόμενη όλες τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες (ΑΟΖ) γύρω από το νησί.
Η τουρκική πλευρά δηλώνει συχνά ότι δεν θα επιτρέψει ποτέ ένα τετελεσμένο γεγονός στην Ανατολική Μεσόγειο στο πλαίσιο των φυσικών πόρων, της ασφάλειας και της στρατιωτικής ισορροπίας.
Η τουρκική πλευρά στηρίζει το διεθνές δίκαιο από την αρχή με μεγάλη αποφασιστικότητα.
Όσοι συνεργάζονται με την ελληνική πλευρά λαμβάνουν μέτρα αγνοώντας το διεθνές δίκαιο.
www.bankingnews.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
