Διεθνή
Η Αγία Σοφία και το κοίτασμα στον Εύξεινο Πόντο δεν “έπιασαν”, ας δοκιμάσουμε να αλλάξουμε την ατζέντα με την επαναφορά της θανατικής ποινής
του Zülfikar Doğan
Σε μια φάση που τα κρούσματα και οι θάνατοι από τον κορωνοϊό είναι εκτός ελέγχου και τα προβλήματα στην οικονομία και την εξωτερική πολιτική εξαπλώνονται ταχέως, ο Devlet Bahçeli, ηγέτης του μικρού εταίρου της Λαϊκής Συμμαχίας, το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP), ξεκίνησε μια νέα συζήτηση ανακοινώνοντας την πρότασή του για επαναφορά της θανατικής ποινής.
Ο Μπαχτσέλι, επικαλούμενος τα αυξανόμενα περιστατικά βίας, βιασμού, σεξουαλικής κακοποίησης και δολοφονιών κατά γυναικών και παιδιών δήλωσε τα εξής: «Το να συγχωρούμε τους φόνους των αθώων παιδιών μας που δημοσιεύονται στα μέσα ενημέρωσης κάθε δεύτερη μέρα, να παραμένουμε σιωπηλοί σε φόνους γυναικών που παρουσιάζονται ως αυτοκτονίες, δεν θα είναι ποτέ συμβατό με τις ανθρωπιστικές μας αρχές και το κεκτημένο της πίστης και του πολιτισμού μας.
Ο Μπαχτσέλι επαναφέρει κατά καιρούς το θέμα της θανατικής ποινής. Η κυβέρνηση συνασπισμού με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Bülent Ecevit, της οποίας ο Μπατσέλι ήταν επίσης εταίρος, δεν εφάρμοσε την θανατική ποινή που είχε επιβληθεί από το Δικαστήριο Κρατικής Ασφάλειας (DGM) στον αρχηγό του ΡΚΚ Αμπντουλάχ Οτσαλάν, μετά τη σύλληψή του στην Κένυα. Η κυβέρνηση συνασπισμού, στην οποία ο Μπατσέλι ήταν αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, έκανε μια αλλαγή στον νόμο το 2001, με τον οποίο καταργήθηκε μερικώς η θανατική ποινή.
Οι κυβερνήσεις του AKP με επικεφαλής τον Ταγίπ Ερντογάν, που ήρθε στην εξουσία στις εκλογές του 2002, μαζί με το αντιπολιτευόμενο CHP, ψήφισαν διαδοχικά τους νόμους εναρμόνισης προς την ΕΕ, έχοντας ως σκοπό την πλήρη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Στη συνέχεια, με τον νόμο 5218 που εγκρίθηκε στις 14 Ιουλίου 2004, ο τουρκικός ποινικός κώδικας τροποποιήθηκε και η θανατική ποινή καταργήθηκε εντελώς από τον τουρκικό ποινικό νόμο. Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση του ΑΚΡ, ενέκρινε τα πρωτόκολλα 6 και 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβαση ςγια τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ΕΣΔΑ), που η Τουρκία είχε υπογράψει από το 1954, τα οποία απαγορεύουν τη θανατική ποινή, ενσωματώνοντάς τα στην εσωτερική νομοθεσία.
Το 2005, μετά από μια περίοδο εντατικών πρωτοβουλιών που έλαβε η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Ερντογάν, με υπουργό Εξωτερικών τον Αμπντουλάχ Γκιουλ , για την εφαρμογή της εναρμόνισης με το κεκτημένο της ΕΕ, έγινε δεκτή η έναρξη διαπραγματεύσεων για την υποψηφιότητα της Τουρκίας για πλήρη ένταξη στην ΕΕ.
Το 2007, στην προεκλογική περίοδο των πρόωρων εκλογών, απαντώντας σοτν Ερντογάν, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι “Ούτε τον Οτζαλάν κατάφερες να κρεμάσεις”, ο Μπαχτσελί είπε: «Αν είχε την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή, όπως την έχεις εσύ, τότε θα έβλεπες αν θα κραμούσα τον Οτζαλάν ή όχι. Όμως δεν με άφησαν να τον κρεμάσω. Το εμπόδισαν. Εσύ που έχεις την πλειοψηφία, γιατί δεν τον στέλνεις στην αγχόνη; Λεφτά για να αγοράσεις καράβια στον γιο σου έχεις, δεν μπορείς να βρείς αρκετό σχοινί για να τον κρεμάσετε;”
Μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου 2016, όταν επανήλθε η συζήτηση για τη θανατική ποινή και τις απαιτήσεις για την εκτέλεση των συνωμοτών του πραξικοπήματος, ο Ερντογάν απάντησε, “Εάν το Κοινοβούλιο ψηφίσει το νόμο, θα τον εγκρίνω χωρίς καθυστέρηση”.
Την περίοδο αυτή μια θετική απάντηση για το θέμα ήρθε από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, στέλεχος του AKP, Mustafa Şentop, όταν ο Μπαχτσέλι έφερε ξανά τη θανατική ποινή στην ημερήσια διάταξη, αναφερόμενος σε εγκλήματα δολοφονίας, κακοποίησης και βιασμού εναντίον γυναικών και παιδιών. Ο Şentop είπε: “Νομίζω ότι πρέπει να υπάρξει θανατική ποινή για πολύ περιορισμένα και συγκεκριμένα εγκλήματα”. Ο Cahit Özkan, αναπληρωτής πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του AKP, δήλωσε: “Εάν οι πολίτες μας θέλουν τη θανατική ποινή για εγκλήματα που απειλούν την ειρήνη και την ηρεμία της χώρας, πρέπει να κάνουμε ό, τι είναι απαραίτητο στο κοινοβούλιο”.
Το κόμμα DEVA, με επικεφαλής τον Ali Babacan, ο οποίος αποχώρησε από το AKP, αντέδρασε έντονα στη συζήτηση για την επαναφορά της θανατικής ποινής. Σε σχετική ανακοίνωση αναφέρεται: “Το δικαίωμα στη ζωή είναι το πιο θεμελιώδες δικαίωμα που πρέπει να προστατεύσει το κράτος. Δεν αποδεχόμαστε τη συζήτηση για τη θανατική ποινή για άλλη μια φορά για να κρύψουμε την επιδείνωση της χώρας με κενά επιχειρήματα. Η θανατική ποινή, η οποία αφήνει πικρές αναμνήσεις στη μνήμη της χώρας μας, δεν μπορεί να επανέλθει”.
Το μέλος του Πανεπιστημίου του Μαρμαρά και καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Τόλγκα Σιρίν, αναφερόμενος στις δηλώσεις Σεντόπ και Οζκάν, υπενθύμισε ότι η Τουρκία υπέγραψε το 2006 το υπ’ αριθμόν 2 Πρωτόκολλο τη διεθνούς συμφωνίας για τα Αστικά και Πολιτικά Διακαιώματα του ΟΗΕ.
Ο καθηγητής Σιρίν, υπογραμμίζοντας ότι η Τουρκία δεν έχει το δικαίωμα να πάρει πίσω αυτό που υπέγραψε στο πρωτόκολο, τόνισε: «Υποτίθεται ότι υπογράφοντας υποδεχτήκατε ότι δεν μπορείτε να αποχωρήσετε. Η Τουρκία υπέγραψε και έγινε μέρος της συμφωνίας το 2006. Περαστικά σας”.
Τον Ιούλιο, η κυβερνητική συμμαχία προσπάθησε να αλλάξει την πολιτική ατζέντα ανοίγοντας το τζαμί της Αγίας Σοφίας, με στόχο να συσπειρώσει τους συντηρητικούς ψηφοφόρους. Δεν το κατάφερε. Μετά ανακάλυψε κοίτασμα 320 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου στον Εύξεινο Πόντο. Όταν έγινε σαφές ότι θα χρειαζόταν πολύς χρόνος για την εξαγωγή φυσικού αερίου και ότι απαιτούνταν δισεκατομμύρια δολάρια για επενδύσεις, ο αντίκτυπος των καλών ειδήσεων στην ημερήσια διάταξη μειώθηκε σύντομα.
Είναι κατανοητό ότι η συμμαχία AKP + MHP, η οποία έχει στραφεί σε νέες αναζητήσεις για να συσπειρώσει τους ψηφοφόρους, θεωρεί σκόπιμο να επαναφέρει τη συζήτηση για τη θανατική ποινή. Εκτός από τους εκπροσώπους του AKP που έκαναν δηλώσεις ο ένας μετά τον άλλον, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Μπαχτσέλι, ο Πρόεδρος Ερντογάν έκανε επίσης μια δήλωση, “Θα εγκρίνω το σχετικό νόμο αν έρθει σε μένα”.
Ωστόσο, ως απάντηση στην προτεινόμενη θανατική ποινή για βιασμό, δολοφονία και κακοποίηση εναντίον γυναικών και παιδιών, η κυβέρνηση Ερντογάν συζητά την απόσυρση από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, την οποία υπέγραψε το 2011 και στοχεύει στην κατάργηση της ενδοοικογενειακής βίας, του φύλου και των σεξουαλικών διακρίσεων κατά των γυναικών.
Όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι οι κυβερνώντες εταίροι που φέρνουν την θανατική ποινή στην ημερήσια διάταξη υποτίθεται για την αποτροπή εγκλημάτων κατά γυναικών και παιδιών, την ίδια στιγμή είναι αντίθετοι και ζητούν την απόσυρση της Τουρκίας από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, η οποία αποσκοπεί στην προστασία των γυναικών και των παιδιών. Αυτό επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της αντιπολίτευσης, η οποία υποστηρίζει ότι το ζήτημα αφορά την αλλαγή της ημερήσιας διάταξης.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης δήλωσαν ότι οι κυβερνητικοί εταίροι ήθελαν να ανοίξουν ένα νέο θέμα, εφαρμόζοντας τη στρατηγική αλλαγής της ατζέντας, το οποίο έχει επαναληφθεί συχνά τους τελευταίους μήνες, για να καλυφθούν τα σοβαρά εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα, οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιδράσεις της οικονομικής κατάρρευσης, για να αποφευχθεί η συζήτηση και οι κριτικές εναντίον της κυβέρνησης.
Στην πραγματικότητα, παρόλο που οι κυβερνητικοί εταίροι έχουν αριθμητική πλειοψηφία για να επαναφέρουν τη θανατική ποινή στον ποινικό κώδικα, αυτό απαιτεί επίσης συνταγματική τροποποίηση. Η συνταγματική τροποποίηση απαιτεί τουλάχιστον τα δύο τρίτα της ψηφοφορίας, δηλαδή την αποδοχή 400 βουλευτών. Χωρίς την υποστήριξη του CHP και του HDP, η κυβέρνηση δεν μπορεί να βρει αυτόν τον αριθμό.
Είναι αδύνατο να λάβουμε τέτοια υποστήριξη από την αντιπολίτευση. Γι’ αυτόν τον λόγο, ενώ αποκαλύπτεται ότι η έκκληση του Μπαχτσέλι για επαναφορά της θανατικής ποινής αποσκοπεί στην αλλαγή της ημερήσιας διάταξης, ο Ερντογάν υπερακοντίζει λέγοντας ότι “αν μου έρθει ο νόμος, θα τον υπογράψω”, και όλα αυτά για έναν νόμο που γνωρίζει ότι δεν θα έρθει ποτέ μπροστά του.
Από την άλλη πλευρά, σε περίπτωση τέτοιας ρύθμισης, η Τουρκία θα αποβληθεί από την ΕΣΔΑ, από το Συμβούλιο της Ευρώπης, θα διακοπούν οι διαπραγματεύσεις για την ένταξή της στην Ε.Ε. Τα αποτελέσματα αυτών των ενεργειών θα απομονώσουν από τον πολιτισμένο κόσμο την ήδη αμομονωμένη Τουρκία οπότε θα γίνει αναπόφευκτη οικονομική και πολιτική κατάρρευση.
Επιπλέον, είναι γνωστό ότι ακόμη και αν οι ισχύοντες νόμοι εφαρμοστούν πλήρως από τις δικαστικές αρχές, είναι δυνατόν να αποφευχθούν πολλά από τα εγκλήματα που υποτίθεται ότι θέλουν να τιμωρήσουν με θανατική ποινή, όμως τα γεγονότα που βιώνονται δείχνουν την ανεντιμότητα της κυβέρνησης σε αυτό το ζήτημα. Σε πολλές δολοφονίες γυναικών, παρατηρείται ότι οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν στις εισαγγελικές αρχές προς την αστυνομία ήταν ασαφείς, οι αιτήσεις προστασίας και απομάκρυνσης δεν εφαρμόστηκαν και οι δράστες πραγματοποίησαν εύκολα αυτές τις ενέργειες παρά τις δικαστικές αποφάσεις.
Τελευταίο παράδειγμα η περίπτωση βιασμού μια νεαρής κοπέλας από τον μόνιμο λοχία της στρατοχωροφυλακής, Musa Orhan. Η κοπέλα μετά το βιασμό της αυτοκτόνησε και ο βιαστής αφέθηκε ελεύθερος, παρά την αντίρρηση του εισαγγελέα. Ο υπουργός εσωτερικών, στην ουσία υπερασπίστηκε τον βιαστή, με τη δικαιολογία ότι με τις κατηγορίες εναντίον του αμαυρώνεται η εικόνα των δυνάμεων ασφαλείας. Ο βουλευτής του Κόμματος Εργατών (ΤΙΡ), Barış Atay, που επε΄κρινε τον υπουργό για τις δηλώσεις του, δέχτηκε επιθέσεις, γεγονός που δείχνει τις πραγματικές διαθέσεις της κυβέρνησης.
Μετά εκπτώσεις στις ποινές που δίνονται από το δικαστικό σώμα και την αποφυλάκιση των δραστών, η κοινωνία επιδιώκει δικαιοσύνη εκφράζοντας την αντίδρασή της ενάντια στους δράστες βίας, επίθεσης, παρενόχλησης, βιασμού και δολοφονίας που ενθαρρύνονται από την ατιμωρησία.
Η παρενόχληση, ο βιασμός και η σεξουαλική κακοποίηση που υφίστανται μικρά κορίτσια και αγόρια σε θρησκευτικές κοινότητες, σχολεία θρησκευτικών σεχτών, κοιτώνες ισλαμικών ιδρυμάτων που ελέγχονται από την κυβέρνηση, καλύπτονται από τις κρατικές και κυβερνητικές αρχές. Στο περιστατικό που συνέβη στο Καραμάν, το 2015, στο οποίο βιάστηκαν 50 αγόρια στο πρόγραμμα μαθημάτων του Κοράνιου του Ιδρύματος Ensar, που είναι κοντά στην κυβέρνηση, απόφαση ττο 2015, ο Υπουργός Γυναίκας και Οικογένειας της κυβέρνησης υπερασπίστηκε το Ίδρυμα και το περιστατικό καλύφθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το Ίδρυμα Ensar συνεχίζει να αναπτύσσεται με την υποστήριξη εκατομμυρίων λιρών από το Υπουργείο Παιδείας.
Στο τελευταίο περιστατικό, το δικαστήριο επέβαλε απαγόρευση την πρόσβαση στη δικογραφία και την δημοσίευση ειδήσεων για το θέμα του βιασμού ενός 11χρονου κοριτσιού από τον σεΐχη Fatih Nurullah, τις ισλαμικής σέχτας Uşşaki.
Αντιθέτως, ασκήθηκαν αγωγές εναντίον ιστότοπων και δημοσιογράφων που έγραψαν αυτά τα νέα και δημοσίευσαν τις σχετικές ηχογραφήσεις. Παρουσιάστηκε ένας μεγάλος αριθμός φωτογραφιών και βίντεο του βιαστή σεΐχη, με υπουργούς και βουλευτές της κυβέρνησης, ενώ κατείχε θέση στο σχετικό πρωτόκολλο σε επίσημες κρατικές τελετές και εκδηλώσεις.
Επομένως, υποστηρίζεται από τους πολιτικούς κύκλους ότι η επαναφορά στο προσκήνιο της θανατικής ποινής είναι καθαρά ένα νέο σενάριο για να αλλάξει η πολιτική ατζέντα. Οριμένοι μάλιστα λένε ότι ενώ είναι βέβαιο ότι κάτι τέτοιο θα έχει τεράστιο πολιτικό και οικονομικό κόστος για τη χώρα, με την επαναφορά του στο προσκήνιο μάλλον προμηνύονται πρόωρες εκλογές.
Πηγή: ahvalnews
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
