Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μουσουλμανική Αδελφότητα: Το «όχημα» Ερντογάν για να κυριαρχήσει και οι «υπόγειες» διαδρομές του δικτύου

Δημοσιεύτηκε στις

Turkish President Tayyip Erdogan accompanied by his wife Emine Erdogan attends the opening ceremony of the Yeditepe Biennial at the Hagia Sophia or Ayasofya Museum in Istanbul, Turkey, March 31, 2018. Picture taken March 31, 2018. Kayhan Ozer/Turkish Presidential Press Office/Handout via REUTERS ATTENTION EDITORS - THIS PICTURE WAS PROVIDED BY A THIRD PARTY. NO RESALES. NO ARCHIVE

Το δίκτυο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, με αρχικές ρίζες στην Αίγυπτο, έχει άρρηκτες σχέσεις με την Τουρκία, και ιδιαίτερα με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τα σχέδια περί νεο-οθωμανισμού και πανισλαμισμού, όπως αυτά εκφράζονται με την εξωτερική πολιτική της γείτονος – Τη δράση της αναλύει στο in.gr ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Σωτήρης Ρούσσος

Κωνσταντίνος Χασανδρινός

Έχουν περάσει 90 και πλέον χρόνια από τότε που ο Χασάν Αλ Μπάννα ίδρυσε τη Μουσουλμανική Αδελφότητα στην Ισμαηλία (αιγυπτιακή πόλη στο κανάλι του Σουέζ), μια οργάνωση που αποτελεί -από ιστορικής άποψης- την πλέον σημαντική ισλαμιστική πολιτική οργάνωση του 20ού αιώνα.

Το δίκτυο έχει άρρηκτες σχέσεις με την Τουρκία, και ιδιαίτερα με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος ασπάζεται μια πανισλαμιστική, νεοοθωμανική ιδεολογία.

Κι έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον να διερευνήσει κανείς τις «υπόγειες» διαδρομές της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στο «βαθύ κράτος» του Ερντογάν. Μια Ένωση που φαίνεται ότι ξεκάθαρα χρησιμοποιείται ως «όχημα» επιβολής της ερντογανικής κυριαρχίας στην Τουρκία και της δημιουργίας ενός μουσουλμανικού τόξου που θα εξυπηρετεί τις επιδιώξεις των εμπνευστών της.

Καθόλου τυχαίες δεν είναι οι συνεχείς αναφορές του «σουλτάνου» στην ανάγκη αλλαγής της συνθήκης της Λωζάνης, ουσιαστικά δηλαδή σε αλλαγή των ισχυόντων συνόρων.

Ούτε μπορεί κανείς να παραβλέψει την εμμονή της Αγκυρας στην «Γαλάζια Πατρίδα», κάτι που επίσης σημαίνει γεωπολιτικές ανατροπές στην περιοχή.

Έχοντας ως μεγαλόπνοο σχέδιο την ιδεολογική πολιτική επιρροή στη Μέση Ανατολή, στον σουνιτικό μουσουλμανικό κόσμο -σε μια σύγχρονη ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- ο τούρκος πρόεδρος προσφάτως αποφάσισε να «βάλει πόδι» στη Λιβύη, κίνηση η οποία πυροδότησε εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. 

Ηταν αναμενόμενο να αναζωπυρωθεί και η ελληνοτουρκική ένταση αναφορικά με την εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων και να επανέλθουν στο προσκήνιο οι διαφορές Αθήνας και Άγκυρας. Κι όχι μόνο, καθώς πλέον η στάση της Τουρκίας ενοχλεί πολύ περισσότερες χώρες, όπως η Γαλλία, με τους ισχυρούς οικονομικούς και στρατιωτικούς δεσμούς στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Τουρκία επιθυμεί να αποκτήσει χαρακτηριστικά περιφερειακής δύναμης. Δηλαδή, να είναι ρυθμιστής των εξελίξεων, να έχει προνομιακές οικονομικές σχέσεις και πρόσβαση σε ενεργειακούς και άλλους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, και να πετύχει μια ευρύτερη στρατηγική παρουσία στην περιοχή, εξ’ ου και η επιλογή της να εμπλακεί στη Λιβύη μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί.

Βασική επιδίωξη του Ερντογάν είναι να παίξει καθοριστικό ρόλο στην περιοχή για πρώτη φορά από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μέσω αυτού του ρόλου να προωθήσει και τα συμφέροντα της Τουρκίας που αφορούν στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια και Κεντρική Αφρική.

Στην προσπάθεια αυτή έχει ως σύμμαχο -χρησιμοποιώντας τη μάλιστα και ως «όχημα»- τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, η επιρροή της οποίας σε μακροπρόθεσμο επίπεδο στον πολιτικό βίο της Μέσης Ανατολής και ευρύτερα του ισλαμικού κόσμου είναι ιδιαιτέρως σημαντική και μακροχρόνια.

Η Τουρκία, παρ’ ότι δεν είναι η κατ’ εξοχήν χώρα στην οποία έδρασε η Μουσουλμανική Αδελφότητα, επιθυμεί την κυριαρχία κομμάτων που συνδέονται με αυτή στη Μέση Ανατολή ώστε να μπορέσει η ίδια να επηρεάζει τα πολιτικά και γεωστρατηγικά τεκταινόμενα στην ευρύτερη περιοχή, τονίζει, μιλώντας στο in.gr, ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Σωτήρης Ρούσσος.

[Πηγή: ahvalnews.com]

Η σχέση με την Τουρκία και οι δεσμοί με τον Ερντογάν

Οι δεσμοί του Ερντογάν με την Αδελφότητα χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1970, καθώς ήταν μαθητής του Ερμπακάν που θεωρούνταν «πατέρας» του ισλαμισμού στην Τουρκία. Ως πολιτικός προσπάθησε να δημιουργήσει ρωγμές στον κοσμικό χαρακτήρα της τουρκικής Δημοκρατίας, αμφισβητώντας την επικρατούσα κεμαλική ιδεολογία.

Το 1969 δημοσίευσε μάλιστα ένα μανιφέστο θρησκευτικού και πολιτικού χαρακτήρα, το Millî Görüş (Εθνική Άποψη ή Γνώμη), σύμφωνα με το οποίο η έννοια «εθνικός» αποκτά ένα διαφορετικό περιεχόμενο, αυτό του «μονοθεϊστικού οικουμενισμού». Το μανιφέστο και η οργάνωση επικαλούνταν τις ηθικές αξίες της ισλαμικής πίστης, την οποία αντιπαρέβαλαν στο κοσμικό πνεύμα, τόσο στην Τουρκία όσο και τη Δύση.

Όταν ο Ερμπακάν πέθανε το 2011, κορυφαία στελέχη της Αδελφότητας παρευρέθηκαν στην κηδεία του στην Κωνσταντινούπολη. Περίπου την ίδια περίοδο, καθώς οι διαδηλώσεις στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική είχαν ενταθεί, η Τουρκία παρείχε στήριξη προς τους ισλαμιστές. Η υποστήριξη του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) προς τα κινήματα που συνδέονταν με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα στο εξωτερικό άλλαξε ριζικά τότε, ενώ η Άγκυρα επιδίωξε να χρηματοδοτήσει οργανώσεις που ήταν ιδεολογικά συγγενείς. Στο κομμάτι αυτό καθοριστική ήταν η συμβολή του Κατάρ.

Μέλη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης μετά την κηδεία του Ερμπακάν [Πηγή: ahvalnews.com]

Επίσης, μετά την ανατροπή του Μοχάμεντ Μόρσι τον Ιούλιο του 2013 στην Αίγυπτο, ο Ερντογάν επιδίωξε να προσφέρει ασφαλές καταφύγιο για διωκόμενα μέλη του κινήματος. Σήμερα, δε, αρκετές προσωπικότητες που σχετίζονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και ζουν στην Τουρκία θεωρούνται ως ηγετικά στελέχη του δικτύου.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Διεθνών Σχέσεων, Σωτήρη Ρούσσο, η σχέση της Τουρκίας με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα αφορά κυρίως στην προσπάθεια της πρώτης -η οποία γίνεται ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000- να αποτελέσει τη βασική δύναμη υποστήριξης της Αδελφότητας στη Μέση Ανατολή, κάτι που προσπάθησε και κατά τη διάρκεια της «Αραβικής Άνοιξης».

Όπως τονίζει «επειδή σήμερα τα κινήματα που συνδέονται με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους στις χώρες που ήταν βασικές για την ανάπτυξή τους δεν παρουσιάζουν μεγάλη ισχύ, αναγκάζονται εκ των πραγμάτων να προστρέξουν στην Τουρκία, η οποία χρησιμοποιεί αυτή τη σχέση για να έχει μεγαλύτερη γεωπολιτική επιρροή».

Οι γεωπολιτικοί στόχοι Ερντογάν στην Ανατολική Μεσόγειο

Η ολοένα και πιο ενεργητική εμπλοκή της Τουρκίας στις εμφύλιες συγκρούσεις στη Λιβύη, και γενικότερα στο μακροχρόνιο λιβυκό ζήτημα, είναι αποκαλυπτική των προθέσεων της Άγκυρας να διαδραματίσει ρόλο δραστήριου γεωπολιτικού παίκτη στην περιφέρειά της, ανασύροντας ακόμη και σχέδια ανασύστασης μιας μετα-οθωμανικής αυτοκρατορίας του 21ου αιώνα.

Όποιος ελέγχει ή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη Λιβύη έχει ρόλο συνολικά στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ μπορεί να επηρεάσει σημαντικά και τις εξελίξεις στον αραβικό κόσμο και τη Μέση Ανατολή γενικότερα.

Η κυβέρνηση της Τρίπολης υπό τον Φαγιέζ Αλ Σάρατζ αποτελεί μία από τις δύο χώρες -η άλλη είναι η Τυνησία- που έχει μεγάλη επιρροή αυτή τη στιγμή η Μουσουλμανική Αδελφότητα. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Ρούσσος, η οργάνωση δεν έχει τη δυνατότητα να βοηθήσει γεωπολιτικά την Τουρκία λόγω περιορισμένης δυναμικής της.

«Αυτές είναι οι δύο περιοχές που η Μουσουλμανική Αδελφότητα έχει μεγάλη επιρροή. Σε όλες τις υπόλοιπες χώρες βρίσκεται σε υποχώρηση, επομένως δεν μπορεί να δώσει προς το παρόν πάρα πολλά άμεσα αποτελέσματα στην Τουρκία, η οποία «δουλεύει» πιο πολύ στην προοπτική» λέει χαρακτηριστικά.

 

Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με τον κ. Ρούσσο, ο Ερντογάν παρουσιάζει τον εαυτό του και την Τουρκία ως τον υποστηρικτή και προστάτη των δικαιωμάτων του σουνιτικού Ισλάμ σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι μια προσπάθεια που αυξάνει την ήπια ισχύ, δηλαδή την ιδεολογική μόνο επιρροή της Τουρκίας στις μουσουλμανικές κοινωνίες.

«Ο Ερντογάν δεν μπορεί βασιζόμενος στους Αδελφούς Μουσουλμάνους να γίνει ηγεμονική δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο, παρά μόνο ενδυναμώνει τον τουρκικό ισλαμιστικό λόγο στις μουσουλμανικές κοινωνίες. Παράλληλα, ωφελείται γιατί δείχνει πως έχει μεγάλο ακροατήριο, ενώ σε ένα βαθμό παίζει ρόλο και στο εσωτερικό της χώρας του, όπου παρουσιάζεται ως σαν να διαδραματίζει ρόλους σε παγκόσμιο και περιφερειακό επίπεδο» συμπληρώνει.

Η επιρροή της Αδελφότητας στη Δύση

Η δράση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας όμως δεν περιορίζεται στον ισλαμικό κόσμο, αλλά επεκτείνεται στο εσωτερικό των δυτικών κρατών. H ενεργός παρουσία της (σύμφωνα με στοιχεία του ερευνητή Ιωάννη Κωτούλα για το ΕΚΠΑ) ξεκίνησε περί τα τέλη του 1950 και τις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν μικρές ομάδες ριζοσπαστών μουσουλμάνων μετανάστευσαν από διάφορες χώρες της Μέσης Ανατολής για να εγκατασταθούν στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.

Η δράση της εκεί πραγματοποιείται µέσω συγγενικών οργανώσεων, ενώ ισχυρή είναι η επιρροή της οργάνωσης στο δίκτυο τζαμιών και σχολών, το οποίο έχει δημιουργηθεί σε πολλά κράτη της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Ρούσσος, ο τούρκος πρόεδρος δεν έχει τη δυνατότητα να επεκτείνει την επιρροή της Αδελφότητας. «Κάποιες οργανώσεις που σχετίζονται με αυτή είναι πιο κοντά στην Τουρκία, άλλες όχι. Γενικότερα, όμως, οι οργανώσεις των μουσουλμάνων στην Ευρώπη είναι τόσο πολύ κατακερματισμένες που δεν υπάρχει μια οργάνωση η οποία θα μπορούσε να έχει επιρροή σε όλες τις κοινότητες».

Η ίδρυση και η ταυτότητα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας

Η ιστορική διάρκεια της Αδελφότητος υπερβαίνει τις εννιά δεκαετίες, διάστημα στο οποίο υπέστη εκτεταμένες διώξεις και απαγορεύσεις, αλλά επίσης πέτυχε να διαδώσει τις ιδέες της στο εσωτερικό της ισλαμικής κοινότητας.

Αναπτύχθηκε µε επίκεντρο την Αίγυπτο, το 1928, όπου βρήκε πρόσφορο έδαφος εξαιτίας των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων που ταλαιπωρούσαν τον αιγυπτιακό λαό. Ο αναλφαβητισμός, η φτώχεια, η διαφθορά του κρατικού μηχανισμού, οι κομματικοί ανταγωνισμοί και φυσικά η αποικιοκρατία ήταν παράγοντες που είχαν οδηγήσει σε παρακμή την αιγυπτιακή κοινωνία.

Έτσι, λοιπόν, ο Χασάν Αλ Μπάννα αποφάσισε να σχηματίσει μια μικρή ισλαμική ένωση, η οποία προσπάθησε να αναπτύξει φιλανθρωπικές δραστηριότητες για τους απόρους. Η ειρηνική δραστηριότητα όμως δεν θα διαρκέσει πολύ, και σύντομα θα δημιουργηθεί μια βίαιη πτέρυγα που πραγματοποιεί επιθέσεις κατά των Βρετανών, ενάντια στους οποίους είχε ταχθεί ο Αλ Μπάννα. 

Η οργάνωση ακολούθησε διαφορετικά μονοπάτια: από τη μία πλευρά, υπήρχαν εκείνοι που υποστήριζαν ένα ειρηνικό κίνημα, του οποίου η δραστηριότητα θα βασιζόταν σε πρωτοβουλίες και υπηρεσίες κοινωνικού χαρακτήρα, ενώ η άλλη πτέρυγα παρουσιαζόταν διατεθειμένη να ακολουθήσει μια πιο βίαιη δραστηριότητα.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως μέσα σε σύντομο διάστημα η Αδελφότητα εξελίχθηκε σε μια ιδιαιτέρως δυναμική οργάνωση, με μεγάλη επιρροή στον αιγυπτιακό πληθυσμό και γενικότερα στον αραβικό κόσμο.

Οι θέσεις της δε, συνοψίζονται στις ρήσεις του κινήματος, οι οποίες έχουν ως εξής: «Σκοπός µας είναι ο Αλλάχ. Ηγέτης µας είναι ο Προφήτης. Νόμος µας είναι το Κοράνι. Μέθοδός µας είναι η τζιχάντ. Μεγαλύτερη ελπίδα µας είναι να πεθάνουμε για τον Αλλάχ».

in.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή