Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο “ελέφαντας στο δωμάτιο” που λέγεται Ερντογάν και η πρωτοβουλία Μακρόν

Δημοσιεύτηκε στις

Του Γιαβούζ Μπαϊντάρ

(Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα ahvalnews.com στις 12 Σεπτεμβρίου 2020, μετάφραση: Γι’ωργος Ρακκάς)

Το μήνυμα προς την Άγκυρα κατέστη σαφές: Ο πρόεδρος Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν έλαβε ένα τελεσίγραφο για να αναθεωρήσει τα σχέδιά του για τις σεισμικές έρευνες σε περιοχές που η Ελλάδα θεωρεί ότι ανήκουν στην θαλάσσια επικράτειά της, κι επίσης να πάψει την στρατιωτική του δραστηριότητα στην Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τις 23 Σεπτεμβρίου, όταν η Ε.Ε. θα πραγματοποιήσει την εξαμηνιαία της σύνοδο.

Επίσης έχει γίνει ξεκάθαρο ότι η Ε.Ε. ετοιμάζει ένα προσχέδιο κυρώσεων σε περίπτωση που η Τουρκία συνεχίσει στα ίδια βήματα να κλιμακώνει την ένταση με την Ελλάδα.

Η Ουάσιγκτον δείχνει να συμφωνεί. Ο Υπουργός Εξωτερικών της, ο Μάικ Πομπέο, απηύθυνε έκκληση ότι ο μόνος τρόπος να αρχίσουν συνομιλίες αποκλιμάκωσης μεταξύ των δυο χωρών, είναι να αποσυρθούν τα τουρκικά πλοία στα λιμάνια τους, ώστε να ακολουθήσει και η Ελλάδα. Και οι δύο χώρες έχουν αναπτύξει τους στόλους τους στην ευρύτερη περιοχή, και αυτή η κινητοποίηση απορροφά ενέργεια και χρήμα: Σύμφωνα με έναν Έλληνα συνάδελφο κοστίζει περίπου 3-4 εκ. €/ ημέρα στην Ελλάδα.

Βέβαια εκείνη που αισθάνεται στριγμωμένη, είναι η Τουρκία. Ο Ερντογάν βιώνει μια πρωτοφανή μοναξιά. Ακόμα και εκείνος ο Αραβικός Σύνδεσμος εγκατέλειψε την κυβέρνησή του, κατηγορώντας την πολιτική της ως επεκτατική και διχαστική για την Μέση Ανατολή, απαιτώντας την απόσυρση των τουρκικών στρατευμάτων από την Συρία, το Ιράκ και την Λιβύη.

Στην Άγκυρα, το πολιτικό μπλοκ που βρίσκεται στην εξουσία, μια ιδιότυπη ανάμειξη ισλαμιστών, κεκαλυμμένων τζιχανιστών, σκληροπυρηνικών του Ευρασιατισμού, υπερεθνικιστών, κι ένα μάτσο τυχοδιώκτες του στρατού και της πολιτικής, βιώνουν ένα παράξενο δίδαγμα: Όσο πιο πολύ αμφισβητούν το διεθνές δίκαιο και την παγκόσμια τάξη, τόσο πιο πολύ απομονωμένοι γίνονται.

Τα προβλήματα της Τουρκίας πηγάζουν από τον τρόπο που ο Ερντογάν ασκεί πολιτική. Η συνολική τακτική του έγκειται στο να θέτει όλους τους κρατικούς θεσμούς της χώρας υπό τον προσωπικό του έλεγχο, διώκοντας το προσωπικό τους, και βάζοντας στην θέση τους, εξαιρετικά αφοσιωμένους αν και ακατάλληλους οπαδούς του. Ο τομέας που έχει πληγεί περισσότερο από αυτήν την τακτική, είναι το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας, όπου μια παράδοση συστηματικής διπλωματικής δραστηριότητας 160 χρόνων, με την θεσμική της λογική, και τους πολιτισμένους της τρόπους, σχεδόν εξαλείφθηκε. Στις μέρες μας, οι ανακοινώσεις και οι δηλώσεις του Υπουργείου δεν είναι τίποτε άλλο από κείμενα αγενών, τραχιών, απειλητικών κομπασμών και δαιμονοποιήσης των κυβερνήσεων που διαφωνούν με την Τουρκία του Ερντογάν.

Το ερώτημα είναι για όλους δύσκολο, και απασχολεί ιδιαίτερα τους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Θα κάνει τελικά ‘πίσω’ η κυβέρνηση του Ερντογάν στην διαμάχη της Ανατολικής Μεσογείου;

Μέχρι τώρα, η τακτική την οποία είχε επιστρατεύσει ο Τούρκος πρόεδρος ήταν να διχάζει όσο περισσότερο γίνεται την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. Δοκίμασε αυτήν την μέθοδο με την Λιβύη –είναι αλήθεια είναι όχι με θεαματικά αποτελέσματα. Μπορεί η Ιταλία να αμφιταλεντευόταν και η Μάλτα να επιδίδονταν σε ελιγμούς, αλλά όταν εν τέλει τα 7 ευρωπαϊκά κράτη της Μεσογείου (MED 7) συναντήθηκαν προσφάτως στην Κορσική, όλοι φαίνεται να ευθυγραμμίστηκαν σε μια κοινή θέση ότι οι επιθετικές ενέργειες της Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο ήταν απαράδεκτες και ότι θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν με αποφασιστικότητα.

Τώρα, ο Ερντογάν μπορεί να ελπίζει μόνο στις διαμεσολαβητικές προσπάθειες της Γερμανίας για την λήξη της διαμάχης με την Ελλάδα. Αλλά έχει καταστεί σαφές ότι προκειμένου να μην υπάρξει ένα επικίνδυνο προηγούμενο για την Ρωσία –που έχει τα μάτια της στα κράτη της Βαλτικής– η καγκελάριος Άνκελα Μέρκελ αποφάσισε να σεβαστεί την Συνθήκη της Λισαβόνας, που ορίζει την αναγκαιότητα μιας κοινής αμυντικής γραμμής για τα ευρωπαϊκή επικράτεια και τα σύνορά της.

Αυτή η εξέλιξη θέτει τον Ερντογάν σε πιο επικίνδυνη θέση. Μπορεί πλέον να έχει καταλάβει ότι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια να υποδαυλίζει τις ευρωπαϊκές αντιθέσεις, ειδικά όταν το Παρίσι φαίνεται να έχει αποφασίσει μια νέα στρατηγική για την Τουρκία: Να ενώσει τα μέλη της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ ενάντια σε μια απειλή για την σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής.

Η στάση της Γαλλίας έχει παρεξηγηθεί αρκετά, και δίνεται μια έμφαση στην αντι-μακρονική προσέγγιση που εκτροχιάζει το ζήτημα από την ουσία του. Μερικοί ξένοι αναλυτές βγάζουν αλλεργία από την αποφασιστική στάση του Μακρόν εναντίον του Ερντογάν, κι έτσι χάνουν από τα μάτια τους ότι, με την απουσία της αμερικάνικης ηγεμονίας από την περιοχή, το κρίσιμο ζήτημα αφορά στο ποιός θα αναπληρώσει το κενό εξουσίας, αν θα είναι η Ρωσία ή ένα άλλο μέλος του ΝΑΤΟ. (Γιατί όλοι γνωρίζουν ότι η Μέση Ανατολή και η ανατολική Μεσόγειος δεν διαθέτουν την πολυτέλεια να λειτουργούν με οποιοδήποτε κενό). Επί της ουσίας, αυτό κάνει η Γαλλία, όσο κι αν ρισκάρει πολλά με την πολιτική της. Είναι εντυπωσιακό το πώς όσοι στις μέρες μας επικρίνουν τον Μακρόν δεν είναι σε θέση να δουν ποιος φταίει κυρίως για αυτήν την κατάσταση, με τις εντελώς λανθασμένες επιλογές του πρόεδρου της Αμερικής, Ντόναλντ Τραμπ.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση μιας συστηματικής ανάλυσης αίτιου κι αποτελέσματος, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το ποιός είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο: Η Τουρκία, ή μάλλον ο ηγέτης της, ο ίδιος ο Ερντογάν. Οι περισσότεροι Δυτικοευρωπαίοι το γνωρίζουν αυτό, αλλά προτιμούν να μην μιλάνε γι’ αυτό.

Εκτός, ίσως από τους Γάλλους. Ο συντάκτης του Γκάρντιαν, Πάτρικ Γουΐντουρ, το τονίζει αυτό σε μια πρόσφατη ανάλυσή του, στην οποία αναφέρεται σε κάτι που είπε ο Ζαν Ατταλί, κάποτε σύμβουλο του πρώην προέδρου της Γαλλίας, Φρανσουά Μιτεράν: «Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να πάρουμε πολύ στα σοβαρά ό,τι λέει η Τουρκία, και να προετοιμαστούμε ώστε να απαντήσουμε με κάθε μέσο. Εάν οι πρόγονοί μας είχαν πάρει στα σοβαρά όσα έλεγε ο Χίτλερ στους λόγους του από το 1933 μέχρι το 1936, θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει από εκείνο το τέρας να συσσωρεύσει όλα τα μέσα ώστε να κάνει αυτό που έκανε».

Ο Γουίντουρ αναφέρεται επίσης στα λόγια ενός πρώην πρέσβη της Γαλλίας στον ΟΗΕ, του Ζεράρ Αρό, που πρόσφατα μίλησε για τις ηγεμονικές κινήσεις της Τουρκίας θέτοντάς τις σε ένα ιστορικό πλαίσιο: «Η Ρωσία, η Κίνα και η Τουρκία είναι αναθεωρητικές δυνάμεις που δεν αποδέχονται το στάτους κβο και την παγκόσμια τάξη την οποία εν πολλοίς καθόρισε η Δύση το 1945 και το 1991. Ενθαρρύνονται στην προσπάθειά τους από την νέα παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων, αλλά και από την αμερικάνικη πολιτική. Που θα σταματήσουν και τι θα κάνουν οι Ευρωπαίοι;».

Το τελευταίο ερώτημα του Αρό αγγίζει την καρδιά του προβλήματος. Εάν ο Ερντογάν κατάφερε να μεταβάλει την Τουρκία, σε ένα ‘κράτος-παρία’ που λειτουργεί υπό το έμβλημα των τουρκο-ισλαμικών ‘μεγαλείων’, με τα συνταγματικά της συντρίμμια να κείτονται μπροστά απ’ τα μάτια μας, και την εκβιαστική της συμπεριφορά, ποιά από τα διδάγματα της δεκαετίας του 1930 θα μπορούσαμε να επιστρατεύσουμε σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Χρειαζόμαστε έναν ακόμα Φρανκεστάιν, πολλοί άνθρωποι αναρωτιούνται, που θα κατεδαφίσει τις δομές της Δημοκρατίας και του Δικαίου στην Ε.Ε., αλλά και πέρα από αυτήν, με το να εξάγει τζιχνατισμό μέσω των Τούρκων μεταναστών, διακριτικά ετοιμάζοντας ένα αποφασιστικό χτύπημα εναντίον της Ευρώπης;

Η Γαλλία φαίνεται ότι βρήκε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Άλλοι πασχίζουν να το απαντήσουν ή χειρότερα επιλέγουν να παραμείνουν σε μια άκρως επικίνδυνη απάθεια. Ή, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, εμφανίζονται να είναι κολλημένοι στον παλιό τρόπο σκέψης, ότι τα συμφέροντα των χρηματοπιστωτικών, των αμυντικών και των ενεργειακών τους επιχειρήσεων πρέπει να έχουν την προτεραιότητά τους, ανεξάρτητα από το πόσο απειλητικός θα γίνει ο αυταρχισμός του Ερντογάν.

Κάποιος θα αναρωτηθεί: Βρισκόμαστε όντως στο χείλος ενός πολέμου;

Και Ναι και Όχι. Αυτό που βλέπουμε στην Μεσόγειο είναι μια σύγκρουση μεταξύ μιας ομάδας δημοκρατιών, με μια ομάδα μη-δημοκρατιών, με την Τουρκία να ηγείται στην κλιμάκωση, και την Αίγυπτο, την Γαλλία και την Ελλάδα να ακολουθούν ως οι δυνάμεις που αντιδρούν. Από αυτήν την σκοπιά δεν θα πρέπει να διατηρούμε και πολλές ελπίδες για την αποκλιμάκωση.

Σε αντίθεση με ό,τι ισχυριζόταν ο Εκόνομιστ στο τελευταίο του φύλλο, ο Ερντογάν δεν απολαμβάνει κύρος, ούτε αναμεταξύ του ισλαμικού κόσμου, ακριβώς γιατί έχει φανεί ότι το ‘μεγαλείο’ δεν θα κατακτηθεί με μια καθεύδουσα οικονομία. Αντιμετωπίζει έτσι τις πιο μοναχικές του στιγμές. Σε ό,τι έχει να κάνει όρους συμπαράστασης από το εξωτερικό, ή έστω κατανόησης, τα χέρια του είναι δεμένα.

Αυτό, όπως σωστά υποστηρίζουν διάφοροι αναλυτές, είναι από μόνο του πολύ επικίνδυνο. Στριμωγμένος, ο Ερντογάν τώρα μπαίνει σε μια διαφορετική φάση: Ελπίζοντας ότι θα εκβιάσει μια παρορμητική στρατιωτική αντίδραση από την Ελλάδα –κάποιο περιστατικό με τουρκικά πλοία για παράδειγμα– πιστεύει ότι θα βρει με αυτόν τον τρόπο το πρόσχημα ώστε να εξαπολύσει μια στρατιωτική επίθεση.

Υπολογίζει ότι κάτι τέτοιο θα ωφελήσει την πληγωμένη εικόνα του στο εσωτερικό, θα συσσωρεύσει περισσότερη προσωπική εξουσία ως στρατάρχης της επίθεσης αυτής, ενώ την ίδια στιγμή θα εξασφαλίζει την υποστήριξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης (που ήδη έχει δηλώσει ότι ‘ακολουθεί την κυβέρνηση’), αλλά και ευρύτερο έλεγχο μέσα στον ίδιο τον στρατό. Είναι λογικό επομένος, να μην επιλέξει την αποκλιμάκωση της έντασης στις ανοιχτές θάλασσες.

Ωστόσο ‘ο έλεγχος του στρατού’ θέτει μια ιδιότυπη διάσταση. Είναι γνωστό ότι το μεγαλύτερο σημείο αδυναμίας του Ερντογάν είναι η περίεργη αντίληψη που έχει για τις παγκόσμιες υποθέσεις και τις διεθνείς σχέσεις, και επίσης, για το πως η τουρκική εξωτερική πολιτική μπορεί να επιτύχει το ‘μεγαλείο’ της. Όλα αυτά γι’ αυτόν είναι απλά ένας αγώνας πάλης, μιας μάχης «για την επιβίωση του ισχυριότερου».

Βλέποντας πως αναζωπυρώθηκαν οι ελληνοτουρκικές αντιθέσεις, έχουμε πολλά στοιχεία και ισχυρές ενδείξεις ώστε να πιστεύουμε ότι ο Ερντογάν αφέθηκε να πειστεί από μια ομάδα αντινατοΪκών, αντιδυτικών ναυάρχων υπέρ του παράτολμού τους εγχειρήματος, του θαλάσσιου δόγματος της ‘Γαλάζιας Πατρίδας’.

Με την εσωτερική του βάση να αποδυναμώνεται και να τραυματίζεται από εσφαλμένες επιλογές στην Συρία, αλλά και στην Λιβύη, ο Ερντογάν αποφάσισε να ποντάρει τώρα σε αυτό το δόγμα, αδιαφορώντας για το ότι βρισκόταν σε συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις με την Αθήνα. Εδώ συμβαίνει και το παράδοξο: Όσο πιο βαθιά βυθίζεται ο Ερντογάν στα ταραγμένα νερά της ‘Γαλάζιας Πατρίδας’, ανακαλύπτει ότι έχει παρασυρθεί από ένα ρεύμα το οποίο σιγά σιγά φαίνεται να μην μπορεί να ελέγξει. Αυτό μπορεί να συμβαίνει γιατί ξεγελάστηκε από ένα μέρος των στρατιωτικών που απεχθάνονται τις ισλαμικές πολιτικές του, και που τον παγίδευσαν σε ένα σημείο που δεν υπάρχει χώρος για ελιγμούς και υπαναχωρήσεις.

Εαν κάνει κάτι κάτι, θα χάσει ακόμα περισσότερη υποστήριξη από το εξωτερικό. Σαν τον ποδηλάτη, ο Ερντογάν τώρα πρέπει να κάνει πετάλι για να μην πέσει. Αλλά η διαδρομή που έχει επιλέξει είναι εξαιρετικά επισφαλής και επικίνδυνη για την Τουρκία. Στο ενδεχόμενο μιας μεγάλης ήττας, ο Ερντογάν θα ανακαλύψει ότι δεν έχει αφήσει και κανέναν γύρω του για να τον κατηγορήσει. Το αδιέξοδο που αντιμετωπίζει τώρα είναι εμφανές: Ο Ερντογάν πλησιάζει στο χείλος της αβύσσου και από πίσω του σέρνει ολόκληρη τη χώρα του μαζί.

Εν τω μεταξύ όλοι οι (πρώην;) σύμμαχοι της Τουρκίας στη Δύση, και η Γαλλία, παίρνουν μέτρα τους και περιμένουν να λήξει το τελεσίγραφο στις 23-24 Σεπτεμβρίου. Όλοι όμως ξέρουν ότι το γεγονός που μπορεί να κρίνει την έκβαση του ζητήματος, θα είναι ενδεχόμενη εκλογή του Τζόν Μπάιντεν στις αμερικανικές εκλογές.

Εάν όμως ο Μπάινετ δεν εκλεγεί; Τότε, με δεδομένους τους φόβους της Δύσης και για την Ρωσία εκτός από την Τουρκία, τα ‘προληπτικά’ μέτρα του λαμβάνονται αυτήν την στιγμή στην Ανατολική Μεσόγειο μιλούν από μόνα τους, έτσι δεν είναι;

Πηγή: Ανιχνεύσεις

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή