Διεθνή
Το Πετρέλαιο και η Νέα (Παγκόσμια) Οικονομική Τάξη[1]
του Gal Luft
Επιμέλεια, Απόδοση, Σύνταξη Προλόγου και Επιμέτρου: Ιωάννης Βιδάκης[2]
ΠΡΟΛΟΓΟΣ[3]
Τα Οικονομικά της Ενέργειας (Energy Economics) αποτελούν έναν κλάδο της οικονομικής επιστήμης, αν και για τη μελέτη των ενεργειακών θεμάτων απαιτείται κατά την έποψή μας, λόγω της ποικιλομορφίας των ζητημάτων, η διεπιστημονική προσέγγιση με τη συν-μετοχή επιστημόνων και ειδικών από τα πεδία και των Διεθνών Σχέσεων και των μηχανικών (ενεργειακής τεχνολογίας, γεωλογίας, οικολογίας και άλλων συναφών επιστημονικών τομέων και κλάδων). Το γεγονός ότι η αξιοποίηση της ενέργειας αφορά κυρίως σε σπάνιες – εξαντλήσιμες πηγές, (ορυκτά καύσιμα) και ορισμένα άλλα σημαντικά εμπορικά και συναλλακτικά στοιχεία, θεμελιώνουν το οικονομικό υπόβαθρο των σχετικών ερευνών. Η εξέλιξη της τεχνολογίας, η τεχνικά αποδοτικότερη εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών, πόρων και δικτύων απαιτούν την συνέργεια των μηχανικών. Η κυριαρχία της ενέργειας, η εξάρτηση των οικονομιών από αυτήν, η σύνδεση της ενεργειακής, οικονομικής και πολιτικής ισχύος σε περιφερειακό και παγκόσμιο πεδίο, προξενούν την εμπλοκή της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων. Πρόσθετα η θεωρία της Στρατηγικής, εξυπηρετεί ως μέθοδος ανάλυσης, καθόσον έχει αναγνωρισθεί ως ένα βοηθητικό εργαλείο στην κατανόηση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Η στόχευση των κυβερνήσεων στην εισαγωγή και χρήση καθαρότερων καυσίμων και οι μεταβολές στο κλίμα του πλανήτη, αιτιολογεί μεταξύ άλλων την σύμπραξη και του περιβαλλοντικού παράγοντα.
Σε κείμενό του με τίτλο: «Oil and the New Economic Order», ο Δρ. Gal Luft του IAGS, θέτει ορισμένα βασικά ζητήματα, τα οποία αναφέρονται στη συσσώρευση κεφαλαίων (πετρο-δολαρίων) από τα Αραβικά κράτη του ΟΠΕΚ και ιδίως αυτών του Κόλπου. Ουσιαστικά θεωρεί ότι η αυξημένη τιμή του αργού, (το κείμενο δημοσιεύθηκε το 2008 και το επόμενο γράφημα δείχνει την αυξημένη τιμή του αργού), μεταξύ άλλων επιπτώσεων προκαλεί την μεταφορά συναλλάγματος αστρονομικών μεγεθών, προς τα κράτη που αντλούν πετρέλαιο και στη συνέχεια την επένδυση αυτού σε δυτικές επιχειρήσεις και οργανισμούς. Ίσως τα δεδομένα και η επιχειρηματολογία του άρθρου δύναται να προσφέρουν μία πρόσθετη τεκμηρίωση στην επίκαιρη πορεία των τιμών του πετρελαίου. Σημειώνεται ότι η τιμή του αργού την περίοδο 2004-2008 ενισχυόταν, παρά την αύξηση της προσφοράς του.
Γράφημα 1: Παγκόσμια Προσφορά Πετρελαίου και Τιμές
Πηγή: http://ourfiniteworld.com/2015/01/06/oil-and-the-economy-where-are-we-headed-in-2015-16/
Εισαγωγή
Την περίοδο 2005 – 2007 έλαβε χώρα μία σειρά εξαγορών τμημάτων μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως της Citigroup, Merrill Lynch, Morgan Stanley, Blackstone Group και Bear Stearns, αξίας πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, από ξένες κυβερνήσεις – πολλές από αυτές αυταρχικές, μη διαφανείς και εχθρικές προς την Δύση. Η εξαγορά αυτών των συμβόλων της οικονομικής δύναμης της Αμερικής, σηματοδοτεί όχι μόνο την οικονομική της παρακμή, αλλά και την εμφάνιση των «Κρατικών Επενδυτικών Ταμείων» ως “μεσιτών εξουσίας” στις διεθνείς σχέσεις. Αυτά τα κυβερνητικής ιδιοκτησίας επενδυτικά κεφάλαια, ορισμένα από τα οποία ελέγχονται από πλούσιους σε πετρέλαιο μεγιστάνες και μερικές ασιατικές δυνάμεις, όπως την Κίνα και τη Σιγκαπούρη, τοποθετούν δισεκατομμύρια δολ. σε αμοιβαία κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου, (hedge funds), σε ιδιωτικά κεφάλαια ακίνητης περιουσίας, σε φυσικούς πόρους, σε ομίλους μέσων μαζικής ενημέρωσης και σε άλλους “κόμβους” της οικονομίας της Δύσης. Εκτιμάται ότι στα Κρατικά Επενδυτικά Ταμεία ανήκαν πάνω από 3 τρις δολαρίων σε περιουσιακά στοιχεία στο τέλος του 2007 και μέσα σε μία δεκαετία θα μπορούσαν να φθάσουν τα 15 τρις δολάρια, μέγεθος που ισοδυναμεί περίπου με το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν των ΗΠΑ.
Ενώ ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας παράγεται από ασιατικά κεφάλαια, πέντε κράτη του Περσικού Κόλπου, (Αμπού Ντάμπι, Κατάρ, Κουβέιτ, Ντουμπάι και Σαουδική Αραβία), αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ήμισυ των διεθνών περιουσιακών στοιχείων από τα Κρατικά Επενδυτικά Ταμεία. Μία γρήγορη επισκόπηση των επιδόσεων των χωρών αυτών τους τελευταίους μήνες (2007) παρέχει μία έποψη για την τάση της μελλοντικής κατάστασης. Το Κρατικό Ταμείο του Άμπου Ντάμπι, (αξία μεγέθους 900 δις δολ.), ενίσχυσε με 7,5 δις δολ. την εξασθενημένη Citigroup, αγόρασε έναντι 622 εκατ. δολ. μετοχές της AMD, (της δεύτερης μεγαλύτερης στον κόσμο κατασκευάστριας τσιπ) και το 7,5% του Ομίλου Carlyle. Το Ντουμπάι, ένα εμιράτο με μόνο ένα εκατομμύριο πληθυσμό, αγόρασε το 22% του Χρηματιστηρίου Αξιών του Λονδίνου, (ένα επιπλέον 24% του Χρηματιστηρίου αγοράστηκε από το Κατάρ), το 20% του Nasdaq καθώς και τμήματα της Deutsche Bank, της βρετανικής τράπεζας HSBC, του χρηματιστηρίου Euronext, του τεράστιου hedge fund Och-Ziff Capital Management, της Daimler, της Sony Corp., της MGM Mirage και της Barneys, (λιανοπωλητή ειδών πολυτελείας). Η Επενδυτική Αρχή του Κουβέιτ ενίσχυσε με δις δολ. την Citigroup και την Merrill Lynch.
Μερικοί απέρριψαν τον φόβο των αραβικών κεφαλαίων στην απόκτηση τμημάτων των δυτικών οικονομιών, ως μία νέα μορφή σωβινισμού, περιγελώντας τους “εμπόρους του φόβου”, ως τους μαθητές εκείνων που προωθούσαν υστερικά το “οι Ιάπωνες έρχονται”, την δεκαετία του 1980. Θεωρούν ότι τα Κρατικά Επενδυτικά Ταμεία, είναι μία ευλογία για την οικονομία των ΗΠΑ καθώς παρέχουν κεφάλαια για τις μεγάλες επιχειρήσεις που βρίσκονται σε κίνδυνο και στήριξη για το ασταθές δολάριο. Χωρίς τις ενέσεις ρευστότητας για τις μεγάλες τράπεζες θα μπορούσε να προκύψει οικονομική κατάρρευση, γιγαντιαίων διαστάσεων. Επιπλέον, προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι τα πακέτα διάσωσης διαμορφώνουν ένα κίνητρο ακόμη και για τις λιγότερο φιλικές, ξένες κυβερνήσεις να προστατεύσουν τις επενδύσεις τους, διασφαλίζοντας την αμερικανική ευημερίας. Ορισμένοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι, επειδή οι κυβερνήσεις έχουν την τάση να είναι φοβερές στην διαχείριση των χρημάτων θα είναι οι πληθυσμοί αυτών των χωρών και όχι εμείς, (ΗΠΑ) που κινδυνεύουν να χάσουν περισσότερο από τις τρέχουσες εξαγορές. Τέτοιες επόψεις είναι επιτακτικές. Η αποστροφή για την αποδοχή δωρεάς οργάνων από ένα ανήθικο πρόσωπο, επισκιάζεται πράγματι από τον πόνο του αν αυτό δεν συμβεί (αρνητικές επιπτώσεις). Συνεπώς δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τους ταραγμένους διευθύνοντες συμβούλους (CEOs), για την αναζήτηση διάσωσης από εκείνους που μπορούν να την παρέξουν ταχέως. Επιπλέον, μέχρι σήμερα υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι τα εν λόγω αλλοδαπά Κρατικά Επενδυτικά Ταμεία, προσπαθούν να αναλάβουν τον έλεγχο των επιχειρήσεων στις οποίες επενδύουν και στο βαθμό που αυτές οι προσπάθειες έγιναν, δεν μπόρεσαν να ανιχνευθούν κίνητρα εξωτερικής πολιτικής.
Η μετατόπιση ισορροπίας του πλούτου έχει σημασία
Αλλά οι ανησυχίες για τα Κρατικά Επενδυτικά Ταμεία έχουν ουσιαστική σημασία μόνο αν τα επόμενα χρόνια συνεχιστεί η επιδείνωση στις σχέσεις μεταξύ της Δύσης και ορισμένων από τις χώρες που επενδύουν. Εάν η ένταση υποχωρήσει δεν υφίσταται λόγος ανησυχίας. Αν όχι, τότε η επίδοση σε Αραβικό (ή κινεζικό) πλούτο, θα μπορούσε να είναι άκρως επικίνδυνη. Το βασικό ζήτημα αντίληψης είναι ότι υπάρχει θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της κρατικής και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η έλλειψη διαφάνειας μεταξύ πολλών από τις κυβερνήσεις που επενδύουν, τους επιτρέπει να προβαίνουν σε αθέμιτες πράξεις. Σε αντίθεση με τους κατόχους κοινών μετοχών και την υψηλή καθαρή περιουσία των ιδιωτών επενδυτών, οι οποίοι έχουν ως μοναδικό κίνητρο την επιδίωξη μεγιστοποίησης της αξίας των μετοχών τους, τα κρατικά καθεστώτα έχουν έναν ευρύτερο κατάλογο στόχων, για τη μεγιστοποίηση της γεωπολιτικής τους επιρροής και μερικές φορές για την προώθηση ιδεολογιών, οι οποίες είναι κατάφωρα αντι-Δυτικές. Ωστόσο η «Mitsubishi Estate», η ιαπωνική εταιρεία που αγόρασε το «Rockefeller Center» το 1989, δεν ήταν “υπηρέτρια” του Τόκιο και ο πλούτος της προήλθε από την σκληρή εργασία και την οξυδέρκεια του ιαπωνικού λαού και όχι από την διάνοιξη οπών στο έδαφος. (Σ.Ε.: κατά την έποψή μας πρόκειται για αδόκιμη σύγκριση και μειωτική αναφορά στο αραβικό πετρέλαιο). Το πιο σημαντικό, η Ιαπωνία ήταν και εξακολουθεί να είναι σύμμαχος των ΗΠΑ. Αυτό όμως δεν μπορεί να ειπωθεί για την Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, την Κομμουνιστική Κίνα ή τους εκπροσώπους των 11 χωρών που κατέχουν στα γραφεία της Βιέννης τις θέσεις του Οργανισμού ΠετρελαιοΕξαγωγικών Κρατών (ΟΠΕΚ), των οποίων τα μέλη χρησιμοποιούν τα έσοδά τους για την χρηματοδότηση της διάδοσης του ριζοσπαστικού Ισλάμ, ανάπτυξης πυρηνικών δυνατοτήτων και επανειλημμένα παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όπως είναι πλέον γνωστό σε όλους, εδώ και δεκαετίες η de facto ηγέτης του ΟΠΕΚ, η Σαουδική Αραβία, έχει εμπλακεί ενεργά στην προώθηση του Ουαχαμπισμού (Wahhabism), της πιο πουριτανικής μορφής του Ισλάμ και τα φιλανθρωπικά της ιδρύματα και άλλοι κυβερνητικοί και μη φορείς, χρηματοδοτούν τρομοκρατικές οργανώσεις και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Στην τρέχουσα περίοδο τα πετροδολάρια του βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας πληρώνουν για ένα “εμπρηστικό” εκπαιδευτικό σύστημα και την πυροδότηση συγκρούσεων από τα Βαλκάνια έως το Πακιστάν. Με λίγο πάνω από το 1% του παγκόσμιου μουσουλμανικού πληθυσμού, τα πετροδολάρια της Σαουδαραβίας συνεισφέρουν στο 90% των συναφών δαπανών. Ο Υφυπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, ο οποίος είναι επιφορτισμένος με την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, Στιούαρτ Λέβι (Stuart Levey), τόνισε πρόσφατα σε συνέντευξή του: «Αν θα μπορούσα να κουνήσω τα δάχτυλά μου για να αποκοπεί η χρηματοδότηση από μία χώρα, αυτή θα ήταν η Σαουδική Αραβία». Και όμως οι Σαουδάραβες σχεδιάζουν να δημιουργήσουν το μεγαλύτερο Κρατικό Επενδυτικό Ταμείο του κόσμου. Με την κορυφαία οικονομική τους θέση στη Μέση Ανατολή, την ιδιοκτησία του ¼ του κόσμου σε αποθέματα πετρελαίου και ένα μεγεθυνόμενο εθνικό πλεόνασμα, ένα “τσουνάμι” Σαουδαραβικών επενδύσεων συγκεντρώνεται σε offshore εταιρείες.
Η αναβάθμιση της Σαουδικής Αραβίας και των “αδελφών” κρατών του Κόλπου στην θέση μίας «Ανώτατης Οικονομικής Δύναμης», είναι ένα άμεσο αποτέλεσμα της αύξησης των τιμών του πετρελαίου, η οποία επέτρεψε στις χώρες αυτές να συσσωρεύουν πλούτο άνευ προηγουμένου. Με το πετρέλαιο να αυξάνεται από 25 δολ. στα σχεδόν 100 δολ. ανά βαρέλι σε μόλις έξι έτη, (2002-2007), οι πλούσιες σε πετρέλαιο χώρες έχουν υπερτετραπλασιάσει τα έσοδά τους, σε περίπου 700 δις δολ. μόνο για το 2007. Η προκύπτουσα μεταφορά του πλούτου δημιουργεί ήδη μία δομική αλλαγή στην παγκόσμια οικονομία, προκαλώντας στους εισαγωγείς πετρελαίου οικονομικές αναταράξεις, διογκωμένα εμπορικά ελλείμματα, απώλεια θέσεων εργασίας, βραδεία οικονομική μεγέθυνση, πληθωρισμό και, αν οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν, αναπόφευκτη ύφεση. Οι επιπτώσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες, πολλές από τις οποίες εξακολουθούν να φέρουν χρέη από τις προηγούμενες πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970, είναι πολύ πιο σοβαρές. Η τριψήφια τιμή του αργού αναμφίβολα θα επιβραδύνει την οικονομική τους μεγέθυνση και θα επιδεινώσει τα υφιστάμενα κοινωνικά προβλήματα. Πρόσθετα θα τις μεταβάλλει σε οικονομικά και πολιτικά εξαρτώμενες, από ορισμένα από τα πιο αντιπαθητικά “πετρο-καθεστώτα” του κόσμου.
Η Επερχόμενη Οικονομική Τάξη
Η μεταφορά του πλούτου είναι μόνο στα αρχικά της στάδια, καθώς οι τιμές του πετρελαίου δεν θα μειωθούν σύντομα. (Σ.Ε.: το κείμενο δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2008). Αυτό είναι αποτέλεσμα της απληστίας και όχι της σπανιότητας. Ενώ διαθέτουν σχεδόν απεριόριστη πρόσβαση σε επενδυτικές ευκαιρίες στην Δύση, οι πλούσιες σε πετρέλαιο κυβερνήσεις δεν αισθάνονται την ανάγκη να ανταποδώσουν, ανοίγοντας τις οικονομίες τους σε ξένα κεφάλαια. Το αντίθετο είναι αλήθεια: κατέχοντας το 80% των παγκόσμιων αποθεμάτων, ασκούν “εθνικισμό φυσικών πόρων”, επιμένουν σε ποσοστώσεις και παρεμποδίζουν διεθνείς εταιρείες από το να επενδύουν στην επικράτειά τους, περιορίζοντας στην καλύτερη περίπτωση, το μερίδιο τους σε μειοψηφικό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η πρόσβαση στα κοιτάσματα υδρογονανθράκων βρίσκεται σε συνεχή πτώση εδώ και δεκαετίες, με αποτέλεσμα την ανεπαρκή παραγωγή πετρελαίου από νέες πηγές. Οι επενδύσεις της Exxon προσφέρουν ένα αποκαλυπτικό παράδειγμα. Παρά το γεγονός ότι περισσότερα από τα τρία τέταρτα των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου βρίσκονται στη Μέση Ανατολή και την Ρωσία, μόνο το 5% των επενδύσεων της Exxon μεταξύ της περιόδου 2000 – 2005, έγιναν στις δύο αυτές περιφέρειες. Αυτό δεν συμβαίνει λόγω της έλλειψης ενδιαφέροντος του ενεργειακού ομίλου για εξερευνήσεις στις περιοχές αυτές, αλλά μάλλον λόγω της προστατευτισμού και του περιοριστικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος που υφίσταται σε αυτές. Στη μεταφορά του πλούτου από την Δύση, επικουρεί η δράση τρομοκρατικών κινημάτων, όπως η Αλ Κάιντα, που επιθυμούν να κατευθύνουν τις τιμές ακόμη υψηλότερα, μέσω της “ενεργειακής τρομοκρατίας”. Αποφασισμένοι να αποδυναμώσουν την Δυτική οικονομία, οι τζιχαντιστές επιτίθενται στο πετρελαϊκό σύστημα, το οποίο αποκαλούν “γραμμή παροχής και τροφοδοσίας των αρτηριών της ζωής του έθνους των σταυροφόρων”, ένα κεντρικό μέρος του σχεδίου τους. Κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια, οι επιθέσεις σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στο Ιράκ έχουν μειώσει την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου κατά 1-2 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Αν αυτό το αργό διακινείτο στην αγορά, η τιμή του βαρελιού θα είχε μειωθεί κατά 20 – 25 δολ. Για τις ΗΠΑ και την ΕΕ, που εισάγουν από περίπου 12 εκατ. βαρέλια την ημέρα, η τρομοκρατία αυτή κοστίζει 65- 85 δις δολ. ετησίως. Αν αυτά τα χρήματα παρέμεναν στην Δύση θα ήταν επαρκή για την κάλυψη των ζημιών της Citigroup, στο δεκαπλάσιο. Τα πράγματα θα χειροτερεύσουν, αν οι τρομοκράτες κατορθώσουν να επιτεθούν επιτυχημένα στην υποδομή της Σαουδικής Αραβίας, κάτι που έχει ήδη επιχειρηθεί αρκετές φορές. Τον Φεβρουάριο του 2006 βομβιστές αυτοκτονίας οδήγησαν φορτηγά γεμάτα εκρηκτικά στο Αμπκάικ (Abqaiq), τη μεγαλύτερη εγκατάσταση επεξεργασίας πετρελαίου στον κόσμο και τον Απρίλιο του 2007, συνελήφθησαν δεκάδες τρομοκράτες, οι οποίοι είχαν υποβληθεί σε πτητική εκπαίδευση, για να συντριβούν με αεροπλάνα σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.
Ένα επιτυχημένο πλήγμα κατά του Ριάντ στον τομέα του πετρελαίου, η ιδέα ότι τζιχαντιστές είναι έτοιμοι να θυσιάσουν την ζωή τους για να βλάψουν την Δύση από οικονομικής πλευράς, είναι από μόνες τους ανατριχιαστικές και θα μπορούσαν εύκολα να αυξήσουν την τιμή του πετρελαίου σε πάνω από τα 200 δολάρια το βαρέλι, για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, προκαλώντας ανυπολόγιστες οικονομικές απώλειες και μία πολύ μεγαλύτερη μεταφορά πλούτου στις κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι υψηλές τιμές του πετρελαίου θα διαμορφώσουν μία Νέα Οικονομική Τάξη πραγμάτων, μία μετατόπιση της οικονομικής ισορροπίας μεταξύ του ΟΠΕΚ και την Δύση, προς την κατεύθυνση εκείνων που κατέχουν το πολύτιμο αγαθό. Ο Robert Zubrin χαρακτηριστικά επισημαίνει ότι το 1972 οι ΗΠΑ κατέβαλαν 4,0 δις δολ. για εισαγωγές πετρελαίου, ποσό που αντιστοιχούσε στο 1,2% του αμυντικού τους προϋπολογισμού. Το 2006, κατέβαλαν 260 δις δολ., που ισοδυναμεί πλέον με το ήμισυ του αμυντικού προϋπολογισμού. Κατά την ίδια περίοδο, τα έσοδα της Σαουδικής Αραβίας από το πετρέλαιο αυξήθηκαν από 2,7 σε 200 δις δολ. και με αυτά η ικανότητά της να χρηματοδοτήσει το ριζοσπαστικό Ισλάμ. Κατά τα επόμενα χρόνια αυτή η οικονομική ανισορροπία θα επεκταθεί αλματωδώς. Για να κατανοήσουμε τον βαθμό των δυνάμεων στο παίγνιο αυτό, είναι χρήσιμο να απεικονιστεί η κλίμακα του δυνητικού πλούτου του ΟΠΕΚ, με βάση τα αποδεδειγμένα αποθέματα σε σχέση με τις χώρες που καταναλώνουν: ας υποθέσουμε ότι τα μέλη του ΟΠΕΚ είναι εταιρίες και ένα βαρέλι πετρέλαιο αντιστοιχεί σε μία μετοχή. Με 100 δολάρια το βαρέλι, η κεφαλαιοποίηση των μετοχών – αποθεμάτων του ΟΠΕΚ ανέρχεται σε περίπου 92 τρις δολ. Αυτό αποτελεί το ήμισυ του συνόλου των χρηματοοικονομικών στοιχείων του ενεργητικού όλου του κόσμου ή σχεδόν το διπλάσιο των κεφαλαίων όλων των εταιρειών που διαπραγματεύονται σε 27 χρηματιστηριακές αγορές παγκοσμίως. Μόνο το πετρέλαιο της Σαουδικής Αραβίας αξίζει 27 τρις δολ., επτά φορές η συνολική αξία όλων των εταιρειών που διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών του Λονδίνου. Αν προσθέσει κανείς την αξία των τεράστιων αποθεμάτων φυσικού αερίου του ΟΠΕΚ καθώς και τα επιπλέον αποθέματα πετρελαίου που δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί, η διαφορά υπερδιπλασιάζεται. Αν οι τιμές του πετρελαίου ανέλθουν στα 200 δολάρια το βαρέλι, η διαφορά θα διπλασιαστεί ξανά. Τέτοιος μυθώδης πλούτος επιτρέπει μία πρωτοφανή αγοραστική δύναμη στις πετρελαιοπαραγωγές χώρες. Για λόγους επισήμανσης αναφέρεται ότι ο ΟΠΕΚ με την τιμή στα 100 δολάρια το βαρέλι, θα μπορούσε δυνητικά με έσοδα δύο μηνών, να αγοράσει την Bank of America, με έσοδα δύο εβδομάδων την Apple Computers και με έσοδα έξι ημερών την General Motors. Σε λιγότερο από τρία χρόνια παραγωγής ο ΟΠΕΚ θα μπορούσε να αγοράσει το 20% (το οποίο εξασφαλίζει ουσιαστικά την διοίκηση στις περισσότερες επιχειρήσεις), κάθε εταιρείας από τον κατάλογο των 500 μεγαλύτερων ομίλων της S&P, (Standard & Poor’s 500). Φυσικά, οι εξαγορές τέτοιων μεγεθών είναι απίθανες, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, αλλά αυτό που είναι σαφές για τη Νέα Οικονομική Πραγματικότητα είναι ότι, ενώ η οικονομική δύναμη των ΗΠΑ και των συμμάχων της συνεχώς διαβρώνεται, η αξία του ΟΠΕΚ κινείται σε σταθερά ανοδική πορεία.
Με υψηλές τις τιμές του πετρελαίου και με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (ΙΕΑ) να προβάλλει ότι «το 95% του κόσμου στηρίζεται για την οικονομική του ευμάρεια από τις αποφάσεις που λαμβάνονται από πέντε ή έξι χώρες στη Μέση Ανατολή», είναι δύσκολο να αντιληφθούμε για το πώς η τεράστια αγοραστική δύναμη του ΟΠΕΚ, δεν θα διαταράξει την οικονομική και πολιτική κυριαρχία της Δύσης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα υπό το φως των προοπτικών των μελλοντικών εταιρικών διασώσεων, σε τομείς εκτός της τραπεζικής χρηματοδότησης, όπου η οικονομία των ΗΠΑ συνεχίζει να εξασθενεί. Καθώς οι πληθυσμοί στις χώρες της Δύσης γερνάνε και μειώνονται, αποτελεί μόνο θέμα χρόνου τα συστήματα υγείας και σύνταξης να αρχίζουν να αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα ρευστότητας. Με την ραγδαία αύξηση των τιμών του πετρελαίου, οι κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής θα έχουν την δυνατότητα να αγοράσουν οποιαδήποτε παγκόσμια εταιρεία, να επιφέρουν πανικό στις αγορές για μία ιδιοτροπία και να χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο τις χρηματοπιστωτικές συμμετοχές ως μέσο εκβιασμού και απροκάλυπτο εκφοβισμό εάν και όταν προκύψουν πολιτικές διαφορές.
Μέχρι σήμερα, η εισροή πετροδολαρίων δεν έχει μεταφραστεί σε καταθλιπτική παρουσία κυβερνητικών παραγόντων σε εταιρικά διοικητικά συμβούλια. Στην πραγματικότητα, πολλά από τα Κρατικά Επενδυτικά Ταμεία αγοράζουν εκμεταλλεύσεις στο πλαίσιο του 5%, μέγεθος που προκαλεί ρυθμιστικό έλεγχο αλλά δεν ενδιαφέρονται για την διοίκηση των επιχειρήσεων. Ωστόσο με το σημερινό ρυθμό των επενδύσεων και την τιμή του αργού σε τριψήφιο μέγεθος για μερικά ακόμη έτη, οι ξένες κυβερνήσεις θα μπορούσαν να είναι πιο πρόθυμες να “μετασχηματίσουν τον πλούτο τους σε εξουσία”, να υπαγορεύουν επιχειρηματικές πρακτικές, να παρεμποδίζουν προσφορές, να επιλέγουν στελέχη με συμπάθεια για το καθεστώς τους, απορρίπτοντας εκείνους που τους ασκούν κριτική. Η “δίκαιη και ισορροπημένη” Fox News προσφέρει μια γεύση από το τι μία ιδιοκτησία μπορεί να πράξει. Ο Σαουδάραβας πρίγκιπας Alwaleed bin Talal, του οποίου την επιταγή των 10 εκατ. δολ. δεν είχε αποδεχθεί ο δήμαρχος Ρούντι Τζουλιάνι, επειδή ο Alwaleed είχε δηλώσει ότι οι επιθέσεις της 11/09 ήταν το αποτέλεσμα της πολιτικής των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, κατέχει πλέον το 5,46% της μητρικής εταιρείας της Fox News, «News Corp». Πριν από δύο χρόνια, ο πρίγκιπας καυχήθηκε ότι είχε καλέσει προσωπικά τον πρόεδρο της News Corp. Rupert Murdoch, για να διαμαρτυρηθεί για την κάλυψη από την Fox των ταραχών στην Γαλλία. Δεδομένου ότι οι ταραχές γίνονταν από μουσουλμάνους, το δίκτυο δικαίως ανέφερε το περιστατικό ως «εξεγέρσεις Μουσουλμάνων». Ο Alwaleed δήλωσε ότι «σήκωσε το τηλέφωνο και κάλεσε τον Μέρντοχ για να του πει ότι αυτοί δεν είναι μουσουλμάνοι, αλλά ταραξίες λόγω φτώχειας». Μέσα σε 30 λεπτά ο τίτλος άλλαξε από «εξεγέρσεις Μουσουλμάνων» σε «αστικές ταραχές». Τα οικονομικά προβλήματα των διεθνών ομίλων μέσων ενημέρωσης, υπόσχονται πολύ περισσότερα από αυτό. Το 2007, με κύριες αναφορές στις ΗΠΑ, για πτώση κερδών και απαισιόδοξων οικονομικών εκτιμήσεων για τους ομίλους ενημέρωσης, οι υπουργοί τύπου και άλλοι αξιωματούχοι του Οργανισμού της Ισλαμικής Διάσκεψης (OIC – 57 έθνη), συγκεντρώθηκαν στη Σαουδική Αραβία, όπου κλήθηκαν να αγοράσουν μερίδια σε δυτικά μέσα πληροφόρησης, για να συνδράμουν στην αλλαγή των «αντι-μουσουλμανικών» στάσεων σε όλο τον κόσμο.
Η σταδιακή διείσδυση της Σαρίας (Ισλαμικός Νόμος), στο δυτικό επιχειρηματικό κόσμο αποτελεί άλλο ένα σημάδι της εποχής μας. Οι Ισλαμικές χώρες που λειτουργούν βάσει της συμμόρφωσης με τη Σαρία, έχουν αυστηρές κατευθυντήριες γραμμές στην οικονομική συμπεριφορά. Οι Τράπεζες και οι επενδυτικοί οίκοι χρησιμοποιούν ένα νέο φορέα εκτελεστικού διευθυντή, τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Σαρίας (Chief Shariah Officer – CSO), του οποίου η αποκλειστική δουλειά είναι να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση με τον ισλαμικό νόμο και ως εκ τούτου, η προσέλκυση περισσότερων μουσουλμάνων επενδυτών. Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η απαίτηση για συμμόρφωση, θα μπορούσε να ασκήσει πίεση στις εταιρείες που δεν συνεπείς με τις ισλαμικές αρχές, ώστε να γίνουν. Τα διοικητικά συμβούλια θα μπορούσαν να πιεστούν να αρνηθούν εγκρίσεις σε οποιαδήποτε επιχείρηση, η οποία ασχολείται άμεσα ή έμμεσα με χώρες ή ιδρύματα τα οποία είναι επιθετικά προς το Ισλάμ. Τα πρώτα σημάδια αυτής της στάσης μπορεί να φανούν στην Κίνα, όπου το χοιρινό κρέας, προσβλητικό για τους μουσουλμάνους, αποτελεί κεντρικό μέρος της κουζίνας. Τα συμβατά με τη Σαρία κεφάλαια που επενδύουν σε ακίνητα, μπορούν να αναγκάσουν να περιοριστεί η πώληση χοιρινού κρέατος και αλκοόλ. «Πρέπει ελέγξω το φύλλο ισολογισμού κάθε ενοίκου για να εξασφαλιστεί ότι τα στοιχεία εκτός Σαρίας είναι σε αποδεκτό επίπεδο», δήλωσε ένας έμπιστος διευθυντής ομίλου εκμετάλλευσης ακινήτων.
Είμαστε βέβαιοι ότι οι ΗΠΑ φέρουν την αποκλειστική ευθύνη για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση και θα ήταν μεγάλη αδικία να κατηγορούν τους Κινέζους, από τους οποίους δανειζόμαστε ένα δισεκατομμύριο δολάρια την ημέρα ή τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες, από τους οποίους αγοράζουμε πετρέλαιο για ακόμα ένα δισεκατομμύριο, για τα δεινά τους. Εξάλλου οι Αμερικανοί είναι γνωστοί για τις υπερβολικές τους δαπάνες, τις τεράστιες ποσότητες χρήσης φυσικού αερίου και τα χαμηλά ποσοστά αποταμίευσης. Με το καθαρό εξωτερικό χρέος να προσεγγίζει τα 3 τρις δολ. και με ετήσιο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών 600 – 700 δις δολ., οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος στον κόσμο έθνος – οφειλέτης και εξαρτάται απεγνωσμένα από το ξένο κεφάλαιο για να διατηρήσει ζώσα την οικονομία. Θερίζουμε σαφώς ότι σπείραμε. Αλλά εκτός των οικονομικών λόγων, υπάρχει τελικά ένας πόλεμος που πρέπει να κερδηθεί και για να μπορέσουμε να επικρατήσουμε χρειαζόμαστε όχι μόνο αποτελεσματικές ένοπλες δυνάμεις, ισχυρή διπλωματία, αποφασιστικό λαό και ισχυρές πεποιθήσεις, αλλά και ένα οικονομικό πρόγραμμα διαφορετικό από εκείνο που χρησιμοποιείται σήμερα, το οποίο κατ’ ουσία, ενισχύει όσους μας επιθυμούν αδύναμους.
Επαγρύπνηση και Αμοιβαιότητα
Ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, οικονομικά δεν σημαίνει “άρση της κρεμαστής γέφυρας για να γίνουμε ασκητές (απομόνωση στο κάστρο μας)”. Η δέσμευση της Αμερικής στο άνοιγμα των αγορών και την ελεύθερη ροή των κεφαλαίων σε όλο τον κόσμο αποτελεί μία πηγή σεβασμού και θαυμασμού. Η αντιστροφή αυτής, μέσω του προστατευτισμού των επενδύσεων θα ζημιώσει το γόητρο και θα υπονομεύσει την οικονομική μεγέθυνση και την δημιουργία θέσεων εργασίας στο εσωτερικό της χώρας. Στο άμεσο μέλλον η Αμερική μπορεί να προσεγγίσει την τρέχουσα οικονομική τάση, αντισταθμίζοντας τον κίνδυνο της απώλειας κυριαρχίας με μία “υγιή δόση επαγρύπνησης”. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη ένα αυστηρό μηχανισμό διασφάλισης κατά των ανεπιθύμητων ξένων επενδυτών, την Επιτροπή Ξένων Επενδύσεων στις ΗΠΑ (Committee on Foreign Investment in the U.S. – CFIUS), για την προστασία των εθνικών περιουσιακών στοιχείων σε τομείς όπως οι τηλεπικοινωνίες, οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, οι μεταφορές, η ενέργεια και τα ορυκτά, στα οποία υπάρχει ένα σαφές δυναμικό κινδύνου για την εθνική ασφάλεια. Οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι, σε μεγάλο βαθμό, είναι πιο “ελαστικοί” όσον αφορά στην προστασία της κυριαρχίας τους, είναι καλό να εφαρμόσουν παρόμοιους μηχανισμούς. Η αμοιβαιότητα δεν είναι λιγότερο σημαντική. Όπως αναφέρθηκε, πολλές από τις χώρες που επενδύουν στην Δύση είναι περίφημες για την εχθρότητά τους σε ξένους επενδυτές και τις κατάφωρες παραβιάσεις των αρχών του ελεύθερου εμπορίου. Το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να απαιτήσουμε να μας συμπεριφέρονται ανάλογα. Παρά το γεγονός ότι ήταν οι κύριοι παραβάτες του ελεύθερου εμπορίου με την δύναμη της ηγεσίας του ΟΠΕΚ, οι Σαουδάραβες πριν από δύο χρόνια με την υποστήριξη των ΗΠΑ, έγιναν δεκτοί στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Αυτή ήταν μια τρομερή γκάφα. Μετά την είσοδο, η γενναιοδωρία της Αμερικής προς τους Σαουδάραβες δεν ανταμείφθηκε παρά με την συνεχή χειραγώγηση των τιμών του πετρελαίου. Όταν ο Πρόεδρος Μπους πήγε στο Ριάντ με ένα δώρο από 900 κατευθυνόμενες βόμβες ακριβείας, για να απευθύνει έκκληση προς τους Σαουδάραβες να αυξήσουν την παραγωγή πετρελαίου, αυτοί ήταν έτοιμοι να απαντήσουν με μία προσβολή. Σύντομα ο Υπουργός Πετρελαίου του Βασιλείου ανακοίνωσε ότι οι τιμές του πετρελαίου θα παραμείνουν “προσηλωμένες στις δυνάμεις της αγοράς” – δηλαδή στις ιδιοτροπίες του καρτέλ του ΟΠΕΚ – και οι Σαουδάραβες δεν θα αυξήσουν την παραγωγή. Μάθημα: το να απολαμβάνουν τα οφέλη του ελεύθερου εμπορίου είναι ένα προνόμιο και όχι ένα δικαίωμα και οι ξένες κυβερνήσεις που επιθυμούν να αποκτήσουν περιουσιακά στοιχεία στην Δύση, πρέπει να υποχρεούνται να παρουσιάζουν ανάλογη φιλοξενία σε δυτικές εταιρείες.
Πετρέλαιο και Αλάτι
Μακροπρόθεσμα, ο τρόπος για να περιοριστεί η επιρροή του ΟΠΕΚ είναι η μείωση της εγγενούς αξίας του εμπορεύματος, (πετρέλαιο). Το κλειδί σε αυτήν τη στρατηγική βρίσκεται στην χρήση των οχημάτων. Τα δύο τρίτα του πετρελαίου που χρησιμοποιούμε καταναλώνεται στον τομέα των μεταφορών, με την πλειοψηφία σε οχήματα και φορτηγά. Δεδομένου ότι η διάρκεια ζωής ενός μέσου αυτοκινήτου είναι σχεδόν δύο δεκαετίες, η εξακολούθηση της χρήσης οχημάτων πετρελαίου στις μεταφορές, (με 220 εκατομμύρια αυτοκίνητα και φορτηγά στις ΗΠΑ και 200 εκατομμύρια στην ΕΕ), αποτελεί απόλυτη απερισκεψία για τις επόμενες δεκαετίες. Προκειμένου να αποφευχθεί η οικονομική ηγεμονία του ΟΠΕΚ οι καταναλωτές θα πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να “αφαιρέσουν την ισχύ” από το πετρέλαιο, μετατρέποντάς το από ένα στρατηγικό προϊόν σε ένα ακόμη εμπόρευμα. Αυτό είναι ακριβώς που συνέβη και με το αλάτι στον 19ο αιώνα. Σε όλη την ιστορία το αλάτι χρησιμοποιήθηκε για τη συντήρηση των τροφίμων, επιτρέποντας στους στρατούς να εισβάλουν σε ολόκληρες ηπείρους. Χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή πυρομαχικών που επέτρεψε συρράξεις σε αυτοκρατορίες. Αξιοποιήθηκε στην βυρσοδεψία και στην επεξεργασία του αργύρου. Αυτοί που είχαν το πολύτιμο ορυκτό απέκτησαν πλούτο και διεθνές κύρος. Εκείνοι που δεν το είχαν, έπρεπε είτε να πληρώσουν ή να αγωνιστούν γι΄ αυτό, όπως και με το πετρέλαιο σήμερα. Αντικαταστήστε τις λέξεις «Βρετανοί», «Πορτογαλία» και «αλάτι», με τις «Αμερική», «Σαουδική Αραβία» και «πετρέλαιο», στο ακόλουθο απόσπασμα του Mark Kurlansky από το μπεστ-σέλερ «Αλάτι: Μία Παγκόσμια Ιστορία», για να δούμε πώς η πραγματικότητα του 18ου αιώνα ήταν παρόμοια με τις δικές μας μέρες»:
«Στο Βρετανικό Ναυαρχείο η λύση στην έλλειψη του αλατιού ήταν να το αποκτήσουν με τη βία ή την διπλωματία από σημεία που θα μπορούσαν να παράγουν. Η Πορτογαλία είχε αλάτι […], αλλά χρειαζόταν προστασία […] Και έτσι η Αγγλία και η Πορτογαλία διαμόρφωσαν μία συμμαχία ανταλλάσσοντας ναυτική προστασία για αλάτι».
Όλα αυτά έληξαν με την εφεύρεση των κονσερβοποιημένων τροφίμων, της ψύξης και της χημείας, (εξέλιξη τεχνολογίας). Το αλάτι δεν αποτελεί πλέον ένα στρατηγικό προϊόν ώστε να διαμορφώνει διεθνείς τάσεις και πλούσιες σε αλάτι περιοχές όπως οι Orissa, Tortuga, Boa Vista, Turk Island, Salt Cay and Great Inagua, που κάποτε είχαν μεγάλη επιρροή, όπως τα σημερινά μικροσκοπικά Εμιράτα, δεν είναι γνωστές, ακόμα και στους λάτρεις της γεωγραφίας. Εξακολουθούν να εξάγουν αλάτι και συνεχίζουμε να αγοράζουμε το ορυκτό από αυτούς αλλά δεν μπορούν να κατασκευάσουν τους μεγαλύτερους πύργους του κόσμου και τα εμπορικά κέντρα, να συσσωρεύουν τα πιο εξελιγμένα όπλα και να προσκυνούνται από τους παγκόσμιους ηγέτες.
Όσον αφορά στη μείωση της σημασίας του πετρελαίου, αυτό συνεπάγεται μία μετατόπιση προς ένα παγκόσμιο σύστημα μεταφορών επόμενης γενιάς, βασισμένο σε μη ορυκτά καύσιμα και οχήματα και φορτηγά, στα οποία να μπορούν να αξιοποιηθούν. Το πρώτο βήμα θα πρέπει να είναι η διασφάλιση ότι κάθε αυτοκίνητο που τίθεται σε κυκλοφορία είναι ένα πολλαπλού καυσίμου όχημα, το οποίο μοιάζει και λειτουργεί ακριβώς όπως ένα αυτοκίνητο βενζίνης, αλλά έχει ένα τεχνικό χαρακτηριστικό που του επιτρέπει να λειτουργεί σε οποιονδήποτε συνδυασμό βενζίνης και αλκοόλ. Το τελευταίο μπορεί να είναι δυσάρεστο για τους Σαουδάραβες, αλλά για την Αμερική μπορεί να είναι μία πραγματική σωτηρία. Εκατομμύρια παρόμοια οχήματα θα αρχίσουν να κυκλοφορούν μειώνοντας την επίδραση του πετρελαίου, από την έκρηξη της καινοτομίας και των επενδύσεων στις εναλλακτικές τεχνολογίες καυσίμων.
Η Δύση δεν είναι πλούσια σε πετρέλαιο, αλλά είναι ευλογημένη με μία πληθώρα άλλων πηγών ενέργειας από τις οποίες καύσιμα από αλκοόλ – όπως η αιθανόλη και η μεθανόλη – είναι σε θέση να τροφοδοτούν τα οχήματα πολλαπλών καυσίμων, σε λογική τιμή και οικολογικά. Πρόσθετα υπάρχουν υψηλά αποθέματα άνθρακα, τεράστια πλούσια χωράφια και δισεκατομμύρια τόνοι ετησίως, γεωργικών, βιομηχανικών και αστικών αποβλήτων. Σε μία «οικονομία αλκοόλ», οι φτωχές αναπτυσσόμενες χώρες που τώρα αγωνίζονται κάτω από την βαριά οικονομική επιβάρυνση η οποία προκαλείται από τις υψηλές τιμές του πετρελαίου, θα μπορούσαν να μετατραπούν σε εξαγωγείς ενέργειας. Με ζεστό κλίμα και μακρά περίοδο βροχών, χώρες της Νότιας Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, θα απολαμβάνουν τις ιδανικές συνθήκες γεωγραφίας, για την παραγωγή αιθανόλης από ζαχαροκάλαμο, η οποία κοστίζει περίπου το ήμισυ της τιμής και είναι πέντε φορές πιο αποτελεσματική από την αιθανόλη από καλαμπόκι. (Τα πλεονεκτήματα της αιθανόλης από ζάχαρη, από αυτήν από καλαμπόκι, είναι τόσο έντονα ώστε τα λόμπι μέσω των εκπροσώπων τους στο Κογκρέσο, φρόντισαν να την κρατήσουν μακριά από την αγορά των ΗΠΑ, με την επιβολή δασμού 54 σεντ ανά γαλόνι στις εισαγωγές. Πράγματι, η ενεργειακή πολιτική των ΗΠΑ ευνοεί σήμερα τις εισαγωγές πετρελαίου από χώρες, όπως η Σαουδική Αραβία και η Βενεζουέλα, αντί για εναλλακτικά καύσιμα από μία φιλική χώρα, όπως η Βραζιλία).
Ως εκ τούτου, η στροφή προς οχήματα με καύσιμο το αλκοόλ, θα επιτρέψει στις αναπτυσσόμενες χώρες να γίνουν σημαντικοί προμηθευτές ενέργειας, θα παρέξει έσοδα και θα αναδυθεί ως μία ισχυρή δύναμη που θα μπορούσε να ανακόψει την κυριαρχία του ΟΠΕΚ στον παγκόσμιο τομέα των μεταφορών. Επιπλέον, ο άνθρακας, η πυρηνική, η ηλιακή και η αιολική ενέργεια μπορούν να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια, η οποία θα τροφοδοτούσε τα ηλεκτρικά και τα υβριδικά αυτοκίνητα – άλλωστε μόνο το 2% του ηλεκτρισμού των ΗΠΑ παράγεται από το πετρέλαιο. Τα υβριδικά οχήματα έχουν κινητήρα εσωτερικής καύσης και δεξαμενή υγρών καυσίμων και ως εκ τούτου δεν περιορίζονται σε μέγεθος, ισχύ ή διαδρομή, αλλά έχουν επίσης μπαταρία που μπορεί να φορτιστεί από μία ηλεκτρική πρίζα και μπορεί να καλύψει είκοσι ή τριάντα μίλια οδήγησης, δίνοντας στον καταναλωτή την επιλογή να κινηθεί με ηλεκτρισμό ή με υγρά καύσιμα. Ο συνδυασμός του αλκοόλ ως καυσίμου και της ηλεκτρικής ενέργειας θα εισαγάγει την επιλογή και τον ανταγωνισμό στον παγκόσμια τομέα των μεταφορών, που σήμερα αποτελεί το 97% της κυριαρχίας του πετρελαίου. Ορισμένες χώρες έχουν ήδη αρχίσει τη μετάβαση των οικονομιών τους εκτός πετρελαίου. Στη Βραζιλία, το 80% των νέων αυτοκινήτων είναι πολλαπλού καυσίμου και παρέχεται ως καύσιμο, αλκοόλ σε κάθε βενζινάδικο, ένας βασικός λόγος για τον οποίο το περασμένο έτος η Βραζιλία έγινε ενεργειακά ανεξάρτητη. Στο Ισραήλ η κυβέρνηση υποστήριξε το ηλεκτρικό όχημα, με στόχο να μετατρέψει το Ισραήλ στην πρώτη “οικονομία ελεύθερη πετρελαίου”, όπως ανακοινώθηκε στις αρχές του 2008. Το σχέδιο αφορά στην δημιουργία ενός δικτύου για την φόρτιση και σε σταθμούς για αντικατάσταση μπαταρίας, ώστε τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα να δύνανται να μετακινηθούν για περίπου 100 μίλια με μία μόνο φόρτιση. Σε μία μικρή χώρα όπως το Ισραήλ, όπου οι αποστάσεις είναι μικρές, η ηλεκτρική αυτονομία που προσφέρουν οι σύγχρονες μπαταρίες είναι αρκετά επαρκής. Για το Ισραήλ, η αποδέσμευση από το αργό αποτελεί για προφανείς λόγους θέμα επιβίωσης. «Το πετρέλαιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα όλων των εποχών, ο μεγάλος ρυπαντής και υποστηρικτής της τρομοκρατίας. Θα πρέπει να απαλλαγούμε από αυτό», δήλωσε ο Πρόεδρος του Ισραήλ Σιμόν Πέρες στην τελετή για το έργο[4]. Για την Αμερική, η διαιώνιση του μοντέλου του πετρελαίου εγγυάται μία μεταστατική απώλεια κυριαρχίας, οικονομική και πολιτική παρακμή και την τελική υποδούλωση στον ΟΠΕΚ και τις ιδιοτροπίες του. Η “μετατροπή του αργού σε αλάτι” (τεχνική και τεχνολογική εξέλιξη) αποτελεί μία πολύ πιο συνετή εναλλακτική λύση.
Επίμετρο
Ελάχιστα αγαθά στον πλανήτη απέκτησαν την πρωταρχική σπουδαιότητα του πετρελαίου, λόγω της εκμηχάνισης και της διεθνούς εξάρτησης από αυτού του είδους την ενέργεια. Το πετρέλαιο θεωρείται ως η πιο χρηστική διαθέσιμη καύσιμη ύλη, με δεκάδες υποπροϊόντα ευρείας χρήσης, συντελώντας ως βασικό προϊόν στην “ομογενοποίηση” των οικονομιών του πλανήτη, μετασχηματίζοντας αυτές στις περίπλοκες σύγχρονες διεθνείς αγορές. Το εμπόριο έχει μετατρέψει το πετρέλαιο σε ένα πολιτικά στρατηγικό και οικονομικά προσοδοφόρο αγαθό. Από ιστορικής έποψης, το πετρέλαιο έδωσε στα κράτη, (στην διάρκεια πολεμικών συγκρούσεων), στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι εκείνων που δεν το είχαν. Από οικονομικής έποψης, οι χώρες οι οποίες διέθεταν πετρέλαιο προς εξαγωγή αναπτύχθηκαν, καθώς έγιναν πιο πλούσιες. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά, η διεθνής ζήτηση για προϊόντα πετρελαίου αυξήθηκε τόσο, ώστε οι πετρελαιοπαραγωγοί χώρες επέτυχαν την διεθνή αναγνώριση, χάρη στο πολύτιμο αυτό αγαθό. Ωστόσο αν και μεγάλο μέρος της παγκόσμιας εξόρυξης πετρελαίου διεξάγεται από κρατικές επιχειρήσεις, οι αγορές ελέγχονται από τους διεθνικούς ενεργειακούς ομίλους, όπως είναι η Exxon, η Shell, η BP.
Συνοπτικά το πετρέλαιο αποτελεί ένα ιδιαίτερα σύνθετο διεθνές ζήτημα, συνδέεται στενά με την πολιτική και ανεξάρτητα από την γεωγραφική θέση, την ιστορία ή τον πολιτισμό, φέρεται να προσδίνει “ευχή και κατάρα” στις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες (Falola και Genova 2008, σελ. 23-27)[5]. Υποστηρίζεται επίσης ότι: «η γεωπολιτική του πετρελαίου είναι τεράστια, πολύπλοκη και διαρκώς μεταβαλλόμενη, αλλά τρία στοιχεία είναι μεγάλης σημασίας. Το πρώτο είναι ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών… Το δεύτερο … είναι το πετρέλαιο στη Μέση Ανατολή. Το τελικό … είναι η τιμή» (Roberts, 2006, σελ. 137-141)[6]. Οι υδρογονάνθρακες αποτελούν τα απαραίτητα καύσιμα για την σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία και σημαντικό μέρος του ανθρώπινου βίου, αν και συχνά θεωρούνται “δεδομένα”. Τα ορυκτά καύσιμα θα συνεχίζουν να κατέχουν τον σημαντικότερο ρόλο στον τομέα της ενέργειας για τα επόμενα πενήντα χρόνια. Ωστόσο οι ποσότητες είναι πεπερασμένες και ο χρόνος ζωής τους θα εξαρτηθεί και από το ρυθμό κατανάλωσης. Για το λόγο αυτό καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια σε παγκόσμια κλίμακα, ώστε να επιμηκυνθεί ο χρόνος ζωής, με την βοήθεια και της τεχνολογίας: εξοικονόμηση ενεργειακών πόρων, βελτίωση της απόδοσης, ανάπτυξη των ΑΠΕ, εισαγωγή νέων μορφών ενέργειας, βελτίωση της απόδοσης των κοιτασμάτων, μείωση των απωλειών, ανακάλυψη νέων πηγών.
«Η ενέργεια έχει γίνει το νόμισμα της πολιτικής και της οικονομικής ισχύος, ο καθοριστικός παράγοντας της ιεράρχησης των εθνών ακόμη και ένας νέος δείκτης της επιτυχίας και της υλικής προόδου. Γι αυτό και η πρόσβαση στην ενέργεια έχει αναδειχθεί σε μία επιτακτική ανάγκη στον 21ο αιώνα» (Roberts 2006, σελ 25, με παραπομπή και στο Falola και Genova 2008, σελ. 23). Τα κράτη χρειάζονται ενεργειακούς πόρους για την οικονομική τους μεγέθυνση, αλλά σε αρκετές καταστάσεις δεν είναι διασφαλισμένη η φθηνή παροχή τους. Με δεδομένη την εξάρτηση των χωρών από τα ορυκτά καύσιμα, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη εξασφάλισης της προσπέλασης σε περιοχές, με σχετική αφθονία ενεργειακών πηγών. Σε ορισμένες περιπτώσεις απομένουν κατώτερης ποιότητας πόροι, με αυξημένες δαπάνες εξόρυξης και η εξασφάλιση της πρόσβασης σ΄ αυτές τις πηγές πιθανόν να απαιτήσει την εμπλοκή στρατιωτικών δυνάμεων. Συνεπώς ο ενεργειακός τομέας και τα δίκτυα μεταφοράς ενέργειας διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στην διαμόρφωση των διακρατικών σχέσεων: αναπτύσσονται συμμαχίες ή αντιπαλότητες μεταξύ των χωρών, οδηγούνται σε ενεργειακές εξαρτήσεις, από την σκοπιά του πωλητή και του καταναλωτή, ενώ δεν θα πρέπει να θεωρείται πλέον επουσιώδης και ο ρόλος των κρατών διαμετακόμισης ενέργειας. Η Μέση Ανατολή παραμένει η σημαντική γεωενεργειακή περιοχή του πλανήτη, με τα κεφάλαια των χωρών – μελών του ΟΑΠΕΚ να αποκτούν αυξημένη σπουδαιότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Δύσης.
Το κείμενο του Δρ. Gal Luft, είναι αποκαλυπτικό όσον αφορά ορισμένες πτυχές της ενεργειακής ασφάλειας. Διαπιστώνει την αυταρχικότητα ορισμένων αραβικών καθεστώτων την τρέχουσα περίοδο – αν και φαίνεται να την λησμονεί για την περίοδο 1940 – 1973. Η αμοιβαιότητα την οποία επικαλείται για τις σύγχρονες σχέσεις, δεν την μνημονεύει για τις λεόντειες συμβάσεις αγοράς πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή, πριν το 1973 ενώ αναφέρει την αμερικανική CFIUS. Διαπλέκει επίσης τους ιδιωτικούς διεθνείς ομίλους με τα δυτικά κρατικά συμφέροντα και παράλληλα στηλιτεύει τα κυβερνητικά επενδυτικά ταμεία των Αράβων. Το άρθρο αδυνατεί να πείσει για την αμεροληψία και την συνέπειά του – δικαιολογεί όμως την προσέγγιση του επιθετικού ρεαλισμού εκ μέρους των ΗΠΑ και ορισμένων μαρξιστικών θεωρήσεων. Επισημαίνεται η πρωτογενής σύνδεση των εννοιών της στρατιωτικής (αρχικά ναυτικής) ισχύος, της (τότε πετρελαϊκής) ενέργειας και της οικονομίας/βιομηχανίας, για την ερμηνεία της ανάδειξης, της διατήρησης και της ενίσχυσης, της διεθνούς κυριαρχίας και υπεροχής. Επανάληψη μίας πολιτικής στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου σχετικής, με την κατοχύρωση από την Δύση της ενεργειακής της ασφάλειας: βρετανική πετρελαϊκή πολιτική την περίοδο 1912-1922, (η οποία συνεχίστηκε έως το 1956) και ανάλογη πολιτική των ΗΠΑ [αμερικανο-βρετανικός ανταγωνισμός (1919-1923) για τα κοιτάσματα του υπό βρετανική «εντολή» Ιράκ και στη συνέχεια για το Ιράκ και τη Σαουδ. Αραβία]. Η πολιτική αυτή παράλληλα είχε στόχο και τον αποκλεισμό άλλων ανταγωνιστικών δυνάμεων από την εν λόγω περιοχή, ακόμη και συμμάχων καθώς και των εγχώριων κατόχων, ή έστω την ανισομερή κατανομή των πόρων υπέρ της εκάστοτε δυτικής Μεγάλης Δύναμης. Η εδραίωση μετά το 1919, της βιομηχανικής και της ναυτικής βάσης ισχύος της Ουάσιγκτον και οι διεθνείς εξελίξεις μετά το 1945, επιβεβαιώνουν τις υποθέσεις εργασίας των αναλυτών αυτών, σχετικά με την πραγματιστική τους θεώρηση για την αλληλεξαρτώμενη σχέση οικονομικής και στρατιωτικής εξουσίας με την ασφαλή προσπέλαση σε στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου. Συνεπώς μία Παγκόσμια Δύναμη διαθέτει ένα “τρίγωνο ισχύος” με κορυφές: την στρατιωτική (πολιτική και διπλωματική), η οποία πρωτογενώς βασίστηκε στη ναυτική κυριαρχία, την οικονομική, (εξουσία επί των αγορών) και την ενεργειακή (αρχικά πετρελαϊκή, γενικότερα έλεγχος των πρώτων υλών) – μία διάσταση με άμεσες, πρωτίστως στρατιωτικές εφαρμογές και στη συνέχεια και οικονομικές. Όταν λοιπόν το ζήτημα του ελέγχου των πετρελαιοπηγών απέκτησε ζωτική σημασία για την ανάπτυξη των ναυτικών δυνάμεων των κρατών, το αργό πετρέλαιο αναδείχθηκε σ΄ έναν πολιτικό παράγοντα αυξημένης διεθνούς βαρύτητας με αποτέλεσμα η παγκόσμια σύγκρουση για το πετρέλαιο να εξακολουθήσει με μία αλλοφροσύνη, η οποία μπορεί να γίνει αντιληπτή όταν κατανοηθούν τα τεράστια συμφέροντα και η πρωτεύουσα σημασία που της προσδίδουν όλες οι εμπλεκόμενες κυβερνήσεις. Εξ αιτίας των ανωτέρω το πετρέλαιο και γενικότερα πλέον οι υδρογονάνθρακες, προκαλούν συχνά εντάσεις και συρράξεις. Οι εν γένει διαφορές και ειδικά οι συνοριακές, αποκτούν βίαιο χαρακτήρα, ιδιαίτερα όταν εμπλέκονται μεγάλα πετρελαϊκά συμφέροντα. Οι εκατέρωθεν διεκδικήσεις υπεράκτιων πετρελαιοφόρων εκτάσεων, αποτελεί μία άλλη μορφή του προβλήματος. Υποστηρίζεται βάσιμα ότι οι μελλοντικές συρράξεις θα διεξαχθούν όχι για ιδεολογίες, αλλά για την πρόσβαση στις μειωμένες πλέον προμήθειες των πολύτιμων φυσικών προϊόντων, (διεθνής αγώνας για πετρέλαιο, φυσικό αέριο, μέταλλα και νερό). Συνεπώς επειδή οι ένοπλες δυνάμεις, διεθνώς καθορίζουν την ασφάλεια των πόρων, ως πρωταρχικό τους στόχο, θα επακολουθήσει εκτεταμένη αστάθεια, ιδιαίτερα στους τομείς όπου ο ανταγωνισμός για τις βασικές ύλες συμπίπτει με μακροχρόνιες εδαφικές, πολιτικές και θρησκευτικές διαφορές.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
| Σχετικά με το IAGS (WWW.IAGS.ORG)
Το Ινστιτούτο για την Ανάλυση της Παγκόσμιας Ασφάλειας (IAGS) είναι μία στοχαστική σχολή (think tank) μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που επικεντρώνεται στην ισχυρή σχέση μεταξύ της ενέργειας και της ασφάλειας και παρέχει ένα πλαίσιο για δημόσια συζήτηση σχετικά με τις διάφορες μεθόδους για την ενίσχυση της παγκόσμιας ενεργειακής ασφάλειας. Ο οργανισμός συντάσσει αναλυτικές μελέτες σχετικά με την γεωπολιτική της ενέργειας, μελέτες κρατών, βιβλία, κεφάλαια βιβλίων και επιστημονικά άρθρα σε κορυφαίες εκδόσεις. Οι εμπειρογνώμονες του IAGS συνεργάζονται με διάφορες κυβερνητικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, το Κογκρέσο και πολυεθνικούς οργανισμούς. Τα έργα του IAGS περιλαμβάνουν το «United States Energy Security Council», το «Global Forum on Energy Security», το «Technology and Rare Earth Metals Center (TREM)», υο «Set America Free Coalition» και το «Mobility Choice Coalition». |
| Σύντομο Βιογραφικό Δρ. Gal Luft |
| Ο Δρ. Gal Luft είναι συν-διευθυντής του Ινστιτούτου για την Ανάλυση της Παγκόσμιας Ασφάλειας, (Institute for the Analysis of Global Security – IAGS), μία στοχαστική σχολή (think tank) της Ουάσιγκτον με εστίαση στην ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και ανώτερος σύμβουλος στο Συμβούλιο Ασφαλείας Ενέργειας των ΗΠΑ, (United States Energy Security Council), μία κυβερνητική συμβουλευτική επιτροπή σε επίπεδο υπουργικού συμβουλίου. Είναι επίσης, συν-πρόεδρος του Παγκόσμιου Φόρουμ για την Ενεργειακή Ασφάλεια, (Global Forum on Energy Security). Ειδικεύεται στην στρατηγική, γεωπολιτική, ενεργειακή ασφάλεια, φυσικούς πόρους και οικονομικούς πολέμους. Το περιοδικό Newsweek τον αποκάλεσε «ακούραστο και ανεξάρτητο συνήγορο της ενεργειακής ασφάλειας», το επιχειρηματικό περιοδικό Poder τον αποκάλεσε «ένα από τις πιο αναγνωρίσιμα άτομα σε σύγχρονα θέματα ενέργειας και ασφάλειας» και το περιοδικό Esquire τον συμπεριέλαβε στον κατάλογο των καλύτερων και των φωτεινότερων μυαλών της Αμερικής. Ο Δρ. Luft έχει δημοσιεύσει πολυάριθμες μελέτες και άρθρα σχετικά με τα θέματα της ασφάλειας και της ενέργειας σε διάφορες εφημερίδες και εκδόσεις : Foreign Affairs, Foreign Policy, The American Interest, the National Interest, Commentary Magazine, LA Times, The Washington Post and The Wall Street Journal . Είναι συν-συγγραφέας στα «Energy Security Challenges for the 21st Century» (2009), «Turning Oil into Salt: Energy Independence Through Fuel Choice» (2009) και «Petropoly: The Collapse of America’s Energy Security Paradigm» (2012). Είναι συγγραφέας του «Beer, Bacon and Bullets: Culture in Coalition Warfare from Gallipoli to Iraq» (2010). |
| US Energy Security Council (2015) |
| Robert C. McFarlane, Former National Security Advisor (Co-founder) R. James Woolsey, Former Director of Central Intelligence (Co-founder) Norman Augustine, Former CEO, Lockheed Martin William Ball, Former Secretary of the Navy Geoffrey Bible, Former CEO Kraft Foods John Block, Former Sec. of Agriculture Harold Brown, Former Sec. of Defense General Wesley Clark, Former NATO Commander Rep. Chris Cox, Former head of the Securities and Exchange Commission General Carlton Fulford C. Boyden Gray, Former White House Counsel Alan Greenspan, Former Chairman of the Fed Senator Gary Hart Stephen Hadley, Former National Security Advisor Jeffrey Harris, National Reconnaissance Office John Hofmeister, Former President, Shell Oil Co. Senator Bennett Johnston John Lehman, Former Sec. of the Navy Mike Leven, President, Las Vegas Sands Governor Linda Lingle Prof. George Olah, Nobel Laureate in Chemistry William Perry, Former Sec. of Defense Mary Peters, Former Sec. of Transportation T. Boone Pickens Donna Redel, Former Chairman, COMEX Governor Tom Ridge James Roche, Former Sec. of the Air Force George Shultz, Former Sec. of State John Whitehead, Form. Chairman, Goldman Sachs |
[1] Luft Gal, (2008). «Oil and the New Economic Order», Φεβρουάριος 2008, Institute for the Analysis of Global Security (IAGS), http://www.iags.org/new_economic_order0208.pdf – πρόσβαση 09/09/2013.
[2] O Ιωάννης Βιδάκης (ανώτατος αξωματικός οικονομικού σώματος ΠΝ ε.α.), κατέχει διδακτορικό τίτλο σπουδών, στην Θεματική Ενότητα της Ενεργειακής Ασφάλειας, από το Τμήμα Ναυτιλίας και Επιχειρηματικών Υπηρεσιών, της Σχολής Επιστημών της Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αιγαίου στην Χίο.
[3] Ευχαριστούμε τον Δρ. Gal Luft, για την ευγενική του ανταπόκριση, στο αίτημα για απόδοση στην ελληνική γλώσσα και την δημοσίευση του κειμένου.
[4] Όλα αυτά φυσικά πριν την ανακάλυψη των υπεράκτιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο.
[5] Το αργό σε μία πετρελαιοπαραγωγό χώρα, προξενεί συγκρουόμενα μεταξύ τους αποτελέσματα: προσφέρει οικονομική και πολιτική ισχύς αλλά ταυτόχρονα εντατικοποιεί την παραγωγή για μεγιστοποίηση του κέρδους. Αυτό συχνά δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην χώρα. Σε κράτη τα οποία δεν εξασφάλισαν πολιτική σταθερότητα πριν την εκβιομηχάνιση του πετρελαίου και μαστίζονται από διαφθορά, φτώχεια και πολιτισμικές εντάσεις, η επίτευξη της οικονομικής μεγέθυνσης και της σταθερότητας, συχνά μπορεί να είναι πολύ δύσκολη. Falola Toyin και Genova Ann, (2008). «Η διεθνής πολιτική του πετρελαίου», (επιμ. & μετάφρ. Τουρνά Κ.), εκδ. Παπαζήση.
[6] Οι ένοπλες δυνάμεις αποτελούν τον κύριο άξονα της πολιτικής εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, (βλ. Δόγματα Προέδρων), που εξασφαλίζει την πρόσβαση στις ενεργειακές πηγές του Περσικού Κόλπου, τη σταθερότητα και την ασφάλεια των κυριότερων φιλικών χωρών της περιοχής. Επιπλέον το ΠΝ των ΗΠΑ, με την παγκόσμια δράση του, διασφαλίζει την ελευθερία των θαλασσών και των θαλασσίων διαύλων, που είναι ζωτικής σημασίας για το διεθνές εμπόριο πετρελαίου και φυσικού αερίου (Weiss Andrew, Larrabee Stephen, Bartis James, Sawak Camille, (2012). «Promoting International Energy Security Turkey and the Caspian», Vol. 2, RAND Corporation technical report series, PROJECT AIR FORCE, http://www.rand.org/content/dam/rand/pubs/technical_reports/2012/RAND_TR1144z2.pdft – πρόσβαση 14/11/2014). Roberts Paul, (2006). «Το τέλος του πετρελαίου: Η πτώση της οικονομίας του πετρελαίου και η άνοδος μίας νέας ενεργειακής τάξεως», (μετάφρ. Μπίκος Πυθαγ.), εκδ. Πατάκη.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
