Διεθνή
ΕΕ: Απειλή για την εθνική κυριαρχία των κρατών-μελών της
του Max-Erwann Gastineau*
[Ηρθε η ώρα να διαπιστώσουμε πόσο επικίνδυνη είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση για την εθνική μας επιβίωση καθώς είναι αυτή που εξέθρεψε τον ναζιστικό «λύκο της στέπας» μας και οι κυρώσεις εναντίον των επιθετικών του ενεργειών παραπέμφτηκαν στις ελληνικές καλένδες. Τι έγινε αυτή η «ευρωπαϊκή οικογένεια» με την οποία μας βαυκάλιζαν οι «προοδευτικοί» πολιτικοί όλων των αποχρώσεων; Η ΕΕ (Περισσότερα δες Ανιχνεύσεις, ΕΕ: Ναζιστικό το σχέδιο, αμερικανική η σφραγίδα ) δεν ενδιαφέρεται για την κοινή άμυνα, ούτε για την οικονομική ενοποίηση των κρατών-μελών της – είναι γνωστό ότι ο Νότος της συσσωρεύει ελλείμματα και ο Βοράς της πλεονάσματα. Όπως προκύπτει από την πρόσφατη ομιλία της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κας Ursula Von der Leyen στόχος είναι η δημιουργία μιας «ευρωπαϊκής κοινωνίας» με βάση τα προτάγματα της Νέας Εποχής…Ε.Δ.Ν.]

Η προώθηση της «ατζέντας ΛΟΑΤΚ+» έχει προτεραιότητα στους στόχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Η ομιλία στις 16 Σεπτεμβρίου της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula Von der Leyen, σχετικά με τη «γενική κατάσταση της Ένωσης», σηματοδοτεί μια σημαντική εξέλιξη στον μεγάλο ευρωπαϊκό διακρατικό σχεδιασμό: εκφράζει τη βούληση για την οικοδόμηση πέραν της ενιαίας αγοράς, μιας «ευρωπαϊκής κοινωνίας», με κοινές «αξίες».
Αυτό δείχνει το τέλος αυτής της ομιλίας, αφιερωμένο στα «δικαιώματα των μειονοτήτων». Πρέπει να «αγωνιστούμε κατά των διακρίσεων», να καταπολεμήσουμε τις «ασυνείδητες προκαταλήψεις» και, υπό αυτή την προοπτική, υπόσχεται η Von der Leyen, να εφαρμόσει μια «στρατηγική με στόχο (…) την αμοιβαία αναγνώριση των οικογενειακών σχέσεων στην ΕΕ» ( γάμος ομοφυλοφίλων, ομοφυλογονικότητα, θεωρία φύλου στην εκπαίδευση …). Σε μια Ευρώπη όπου ο καθένας πρέπει να μπορεί να ζει σύμφωνα με την «ταυτότητά του», σε κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από τον «πλουραλισμό» και την αρχή της «μη διάκρισης», τα κοινωνικά ζητήματα δεν υπάγονται πλέον στην αποφασιστική αρμοδιότητα των κρατών. Πρέπει να γίνουν υπόθεση των εγγυητών της Ένωσης, και επομένως της Επιτροπής.
Αυτή η «κοινωνική» επίθεση δεν στοχεύει μόνο ορισμένα δύστροπα κράτη (Ουγγαρία, Πολωνία). Αφορά σε ολόκληρη την Ευρώπη και πρέπει, ως τέτοια, να τοποθετηθεί στο πλαίσιο μιας πιο γενικής αλλαγής. Αυτό συμβαίνει κάτω από τη μηχανική επίδραση δύο συμπληρωματικών – η μία απορρέει από την άλλη – τάσεων. Μια «ψυχο-ιστορική» και μια «νομο-πολιτική» τάση.
Η δυσφήμηση του πατριωτισμού
Η πρώτη τάση αντανακλά ένα γνωστό αξίωμα: «Ο εθνικισμός σημαίνει πόλεμος!» Σε μια Ευρώπη που χαρακτηρίζεται από τη φρίκη του 20ού αιώνα, η θυσία της αμετάκλητης πολλαπλότητας των ανθρώπινων κοινοτήτων στον βωμό της συλλογικής σωτηρίας, ο εθνικισμός – ή η ανάδειξη των εθνικών ιστορικών και πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων – δεν είναι πλέον επιλογή [σ.τ.μ.: Και βέβαια ο εθνικισμός είναι καταδικαστέος, αλλά η ανάδειξη ιστορικών και πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων είναι πατριωτισμός, και αναγκαία συνθήκη επιβίωσης ενός λαού]. Είναι απαραίτητο να αποβάλουμε το εκρηκτικό φορτίο και, για το σκοπό αυτό, να οικοδομήσουμε τους όρους μιας μεταπολιτισμικής ιθαγένειας, χωρίς ιστορική αγκύρωση, με βάση την αυστηρή προσκόλληση στις καθολικές αξίες που είναι εγγεγραμμένες στη συνταγματική τάξη. Αυτή η πρόταση, που προβλήθηκε τη δεκαετία του 1970 από το φιλόσοφο Jürgen Habermas** με το όνομα «συνταγματικός πατριωτισμός», καθιέρωσε και επηρέασε βαθιά τη φύση του δεσμού του πολίτη με το κράτος του. Έτσι, ο ισχυρισμός των κρατών ή των κομμάτων ότι υπερασπίζονται ένα όραμα της οικογένειας που εμπνέεται από μοναδικές εθνικές και πνευματικές παραδόσεις, ή ότι δίνουν προτεραιότητα στη συνοχή του έθνους από την επέλευση μιας «ανοιχτής» και πολυπολιτισμικής κοινωνίας δεν κρίνεται μόνο παρωχημένος, αλλά ένοχος ότι αντιβαίνει στους όρους του συμβολαίου που η μετα-Χίτλερ Ευρώπη υποσχέθηκε να μην παραβεί ποτέ.
Η απονομιμοποίηση του Εθνους
Η δεύτερη τάση, νομο-πολιτική, απορρέει από την πρώτη. Η απονομιμοποίηση του έθνους ως πολιτικής κοινότητας που βασίζεται σε μια συγκεκριμένη ταυτότητα όχι μόνο επιτάχυνε το «άνοιγμα» των ευρωπαϊκών κοινωνιών στην επέλευση άλλων, πιο φιλελεύθερων αξιών, αλλά προώθησε και τον μαύρο θρύλο της λαϊκής κυριαρχίας. «Δεν εκλέχτηκε ο Χίτλερ;», που ποτέ δεν θα θέλαμε να θυμόμαστε (σε αντίθεση, άλλωστε, με την πιο στοιχειώδη ιστορική πραγματικότητα);
Η λαϊκή κυριαρχία έχασε τη νομιμότητά της και, μαζί της, την εξουσία του καθορισμού της πολιτικής. Μια αρχή της πρόνοιας καθιερώνεται τώρα εναντίον οποιουδήποτε κόμματος ή καθεστώτος που ισχυρίζεται ότι ανταποκρίνεται στις φιλοδοξίες της πλειοψηφίας. Έτσι περάσαμε από τη δημοκρατία με βάση την ιδέα που διαδόθηκε από τη Γαλλική Επανάσταση της «κυριαρχίας του λαού» – και το επακόλουθο της: ο νόμος ως έκφραση της γενικής βούλησης – σε μια «νομική ιδέα της δημοκρατίας», συνοψίζει τον Marcel Gauchet***, η οποία θέτει στο επίκεντρό της τη διαφύλαξη και την επέκταση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών που παλαιότερα παραβιάζονταν, προστατεύονται τώρα από το κράτος δικαίου· την ανάπτυξη ανεξάρτητων δικαστηρίων.
Η μεγάλη προσοχή που δόθηκε σε αυτά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες διατρέχει ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Αλλά στην Ευρώπη συνδυάζεται με μια διαδικασία «αποεθνοποίησης» του δικαίου, συνυφασμένη με το ευρωπαϊκό σχέδιο «συνεχώς στενότερης ένωσης μεταξύ των λαών», το οποίο ευνοεί την έλευση ενός «υπερεθνικού κράτους δικαίου» του όπου οι πολίτες θεωρούνται ως χειραφετημένοι από το εθνικό πλαίσιο. “Επειδή τα δικαιώματα είναι παγκόσμια, πώς είναι δυνατόν να παρεμβάλουμε ενδεχομένως λίγο πολύ γεωγραφικά εμπόδια που δεν έχουν καμία σχέση με την ουσία τους; Αυτή είναι η διαδικασία που συνεπάγεται σιωπηρά η έννοια του κράτους δικαίου“, σημειώνει εύστοχα ο Gauchet. Δίκη του Κράτους, ως νόμιμου εκπροσώπου των συμφερόντων μιας ανθρώπινης συλλογικότητας ενωμένης κάτω από το λάβαρό του, και του Έθνους, ως ιστορικό πλαίσιο της δημοκρατίας.
Επίθεση σε Πολωνία και Ουγγαρία
Σε αυτήν την επιχείρηση επιβεβαίωσης μιας μεταπολιτισμικής ιθαγένειας, που εφευρέθηκε και ενισχύθηκε από το κράτος δικαίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει σημαντικούς συμμάχους, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη Δημοκρατία μέσω του Νόμου – γνωστή ως «Επιτροπή της Βενετίας »- ή το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ). Αν και εκτός της ΕΕ ( εξαρτώνται από το Συμβούλιο της Ευρώπης), αυτοί οι φορείς συμμετέχουν στην ενοποίηση των εθνικών νομικών συστημάτων και στην συγκεκριμενοποίηση των «αξιών» που περιλαμβάνονται στις συνθήκες. Στη γνώμη της σχετικά με το βαθμό συμβατότητας του ουγγρικού Συντάγματος – το οποίο, πρέπει να θυμόμαστε, αναφέρεται ρητά στις χριστιανικές ρίζες του έθνους – με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η Επιτροπή της Βενετίας ισχυρίζεται ότι «ένα σύνταγμα δεν πρέπει ποτέ να καθορίζει αξίες.” Τα κράτη, συνεχίζει, πρέπει να καθορίζονται «ανάλογα με τις περιστάσεις και τις ανάγκες του πληθυσμού τους». Απαιτείται από τα κράτη ένας σχετικισμός ο οποίος είναι αποφασιστικής σημασίες με τις εξειδικεύσεις του, όταν αυτές υιοθετούνται από το ΕΔΑΔ και αποκτούν, μέσω αυτού, ένα πολύ εξαναγκαστικό κανονιστικό πεδίο εφαρμογής. Συναφώς, αναφέρουμε ότι με βάση τη γνώμη της Επιτροπής της Βενετίας για την «κατάσταση στην Πολωνία», η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε, τον Μάρτιο του 2016, να θέσει υπό έλεγχο την χώρα της Αλληλεγκύης.

Εκφράζονται βάσιμες ανησυχίες ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θα κρίνει στο μέλλον και το νομότυπο των Συνταγμάτων των κρατών-μελών!
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά της Δημοκρατίας;
Όπως δείχνει ο Σύμβουλος Επικρατείας Bertrand Mathieu, σε ένα έργο που πρέπει να διαβαστεί Το Δίκαιο κατά της Δημοκρατίας; (Le droit contre la Democratie?), η Επιτροπή της Βενετίας δεν αποκλείει ότι, αύριο, ο έλεγχος της συνταγματικότητας «να γίνει στοιχείο της κοινής συνταγματικής κληρονομιάς, σε ολόκληρη την ήπειρο ». Μετά την εξομοίωση των ηθών και των αξιών για την προώθηση της εμφάνισης μιας «ευρωπαϊκής κοινωνίας», η εξομοίωση των ελέγχων συνταγματικότητας ελέγχει, ώστε κανένα κράτος να μην μπορεί να υπερασπίσει τις ιδιαιτερότητες της συνταγματικής του τάξης ενώπιον του ευρωπαίου δικαστή; Το ΕΔΑΔ διαδραματίζει ήδη, στην πραγματικότητα, το ρόλο του ομοσπονδιακού δικαστή, στο βαθμό που η νομολογία του χρησιμοποιείται σήμερα σε μεγάλο βαθμό από τον εθνικό συνταγματικό δικαστή, ο οποίος στη συνέχεια την επιβάλλει στο Νομοθέτη. Ένας προβληματικός ρόλος, δεδομένου ότι το ΕΔΑΔ, το οποίο δεν είναι δημοκρατικό, εκλεγμένο σώμα, δίνει στον εαυτό του μια εξουσία ερμηνείας που δεν γνωρίζει όρια. Σκεφτείτε την απόφαση Marcks της 13ης Ιουνίου 1979, με την οποία το ΕΔΑΔ πιστεύει ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1950 για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα πρέπει να ερμηνευθεί «υπό το φως των σημερινών συνθηκών». Ας σκεφτούμε επίσης την απόφαση Rees της 17ης Οκτωβρίου 1986, με την οποία το ΕΔΑΔ**** έδωσε στον εαυτό του την εξουσία «να προσαρμόζει τα δικαιώματα που αναγνωρίζει η Σύμβαση στις αλλαγές των ηθών και των νοοτροπιών, ή ακόμα και της επιστήμης».
Η επιβεβαίωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον τομέα των αξιών αποτελεί επομένως μέρος ενός ευρωπαϊκού θεσμικού τοπίου που αναδιαμορφώνεται συνεχώς από τις απόψεις και τις αποφάσεις που εκδίδονται στις κλειστές αίθουσες των δικαστηρίων. Με αυτήν την αργή και συνεχή αλλαγή, άλλαξε η φύση του κράτους δικαίου. Δεν είναι πλέον απλώς υπεύθυνο για τη διασφάλιση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, στοχεύει να τα επεκτείνει, να «ανοίξει όσο το δυνατόν περισσότερο χώρο στις ατομικές ελευθερίες», υπενθυμίζει μια σχετική έκθεση της Εθνικής Συνέλευσης του 2018. Δεν επιφορτίζει απλώς τους δικαστές με το καθήκον να καθορίζουν το νόμιμο πεδίο παρέμβασης του πολιτικού, επεκτείνει το νόμιμο πεδίο παρέμβασης του δικαστή … σε σημείο να δίνει στον τελευταίο αποφασιστικό ρόλο στη διαδικασία οικοδόμησης συλλογικών προτύπων. Εκπαιδευμένος στο Πανεπιστήμιο Yale και καθηγητής νομικής και πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, ο Ran Hirschl πιστεύει ότι τα δυτικά καθεστώτα, μεταφέροντας «άνευ προηγουμένου εξουσία από αντιπροσωπευτικά όργανα σε δικαστικά συστήματα», έχουν καθιερώσει καθεστώτα «δικαιοκρατικής» φύσης, κυριαρχούμενα από έναν «συνασπισμό νεωτεριστών νομικών αυτονομημένων», που καθορίζουν «το ημερολόγιο, την έκταση και τη φύση των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων» και τα οποία, «ενώ επιβεβαιώνουν ότι στηρίζουν τη δημοκρατία (… ), προσπαθούν να περιθωριοποιήσουν τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων από τις αντιπαραθέσεις της δημοκρατικής πολιτικής.» Σύμφωνα με τον συγγραφέα του Towards Juristocracy, το πεδίο των «αξιών» είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό για την ανάπτυξη αυτών των καθεστώτων, τα οποία με δυο λόγια θα ορίσουμε με βάση το κίνημα που προαναγγέλλουν: το πέρασμα μέσω του δικαίου σε μια «εξουσία του δικαίου», με φόντο την αυξανόμενη σημασία των δικαστηρίων.
Πάρτε την περίπτωση της εξέλιξης του Συνταγματικού Συμβουλίου στη Γαλλία. Αυτό δεν είναι πλέον μόνο υπεύθυνο για τη λογοκρισία νόμων που θεωρούνται ασυμβίβαστοι με το Σύνταγμά μας, αλλά δίνει και «συνταγματική αξία» σε αφηρημένες αρχές, μετατρέπει ιδανικά σε δικαιώματα. Αυτό συνέβη ιδιαίτερα το 2018, όπου η αρχή της «αδελφωσύνης» ήταν συνταγματικά έγκυρη μετά από ένα «ζήτημα προτεραιότητας της συνταγματικότητας» (QPC) που υπέβαλαν ενώσεις βοήθειας σε μετανάστες και δύο πολίτες που είχαν καταδικαστεί ότι βοήθησαν ανθρώπους σε παράτυπη κατάσταση να μείνουν στη Γαλλία. Η συνταγματοποίηση της αρχής της «αδελφωσύνης» προστατεύει το άτομο που την επικαλείται, αλλά τι γίνεται με την εθνική κοινότητα; Στο βαθμό που η παράνομη διέλευση των συνόρων της δεν υπόκειται πλέον ουσιαστικά σε ποινική δίωξη, δεν αποδυναμώνεται; Η έννοια της «αδελφωσύνης» που επεκτείνεται έτσι στην ανθρωπότητα κάνει, χωρίς να το λέει, το δικαστή όχι πλέον τον προσεκτικό θεματοφύλακα του συνταγματικού γράμματος, αλλά μια δημιουργική δύναμη νέων ατομικών δικαιωμάτων και κανόνων που επηρεάζουν τομείς (όπως εδώ τη μετανάστευση) που παλαιότερα προορίζονταν για τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς του κυρίαρχου λαού.
Η κριτική του «δικαιοκρατισμού» – της επιβεβαίωσης στη Δύση (Καναδάς, Νέα Ζηλανδία, Ισραήλ, ΕΕ κ.λπ.) μιας πιο ιδεολογικής παρά νομικής αντίληψης του κράτους δικαίου – πρέπει να δίνει περισσότερη προσοχή στην πολιτική, και ιδιαίτερα στη Γαλλία. Όταν ο πρώην πρόεδρος του Tribunal de Grande Instance (TGI) του Παρισιού δηλώνει, όπως το 2014, ότι «εναπόκειται στους δικαστές να προσαρμόσουν τον νόμο στις προσδοκίες του κοινωνικού σώματος», θα θέλαμε να του απαντήσουμε ότι στη δημοκρατία αυτός ο ρόλος αρμόζει στην πολιτική, στους εκπροσώπους του λαού. Όταν το Ακυρωτικό Δικαστήριο δηλώνει, όπως το 2011, ότι τα δικαστήρια πρέπει στο εξής να ακολουθούν «κατά προτίμηση» τη νομολογία του ΕΔΑΔ έναντι των «εθνικών νόμων», τίθεται ένα ερώτημα: δεν είμαστε μάρτυρες της δόλιας επιβεβαίωσης ενός μετα-δημοκρατικού καθεστώτος, όπου η παραγωγή του κανόνα ξεφεύγει από τον έλεγχο των πολιτών; Όταν η Επιτροπή της Βενετίας επιβεβαιώνει ότι «η ορθή λειτουργία ενός δημοκρατικού καθεστώτος εξαρτάται από την ικανότητά του για μόνιμη εξέλιξη», δεν μπαίνουμε στον πειρασμό να παραφράσουμε τον φιλόσοφο José Ortega y Gasset*****, και να υπενθυμίσουμε ότι «το δικαίωμα της ιστορικής συνέχειας» είναι το πρώτιστο από τα ανθρώπινα δικαιώματα· ότι κάθε λαός στηρίζεται σ’ ένα βάθρο σταθερών εθίμων και αξιών;

José Ortega y Gasset: «Το δικαίωμα ιστορικής συνέχειας είναι το πρώτιστο ανθρώπινο δικαίωμα»
Η ευρωπαϊκή νομικοκρατούσα στροφή θέτει μια ιδιαίτερη πρόκληση για τα συντηρητικά κόμματα, που παραδοσιακά προτάσσουν συνήθως την πολιτική, την οικογένεια και την πολιτιστική κληρονομιά των κοινωνιών. Υπενθυμίζει σ’ αυτά τα κόμματα την ανάγκη να εγκαταλείψουν τη στάση του θεατή, αφού τους καταδικάζει να υφίστανται το «κίνημα», την «εξέλιξη», την «αλλαγή» που οι οργανωμένες μειονότητες (ενώσεις, ΜΚΟ κ.λπ.). θέτουν στην ατζέντα της «Προόδου».
Και το πιο ουσιαστικό: είναι το μέλλον της δημοκρατίας ως καθεστώς με θεμέλιο την καθολική ψηφοφορία την οποία αμφισβητεί η καθιέρωση του ευρωπαϊκού «δικαστικού Λεβιάθαν». Ας ξαναδιαβάσουμε σε αυτό το θέμα τα λόγια του πατέρα του ελέγχου της συνταγματικότητας στην Ευρώπη, Hans Kelsen, για τον οποίο η συντακτική εξουσία έπρεπε να αποφεύγει απολύτως τη «φρασεολογία», δηλ. τη «χρήση αόριστων αξιών και αρχών όπως ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη ή ισότητα» που θα μπορούσαν να οδηγήσουν ένα συνταγματικό δικαστήριο να καταργήσει έναν νόμο με την αιτιολογία ότι είναι απλώς άδικος ή ακατάλληλος. ” Διότι τότε, κατέληγε, “η εξουσία του δικαστηρίου θα γινόταν τέτοια που θα θεωρούνταν απλώς αφόρητη.”
Από φόβο έναντι στην ιστορική δύναμη της πολιτικής, δημιουργήσαμε τη νέα δύναμη του δικαστηρίου. Δεν είμαι σίγουρος αν αυτό αποτελεί πρόοδο, ειδικά σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο όπου οι λαοί παροτρύνουν τους ηγέτες τους να «πάρουν πίσω τον έλεγχο» («to take the control back», έλεγαν οι Βρετανοί την εποχή του Brexit), και στον πολιτιστικό τομέα, για να διατηρήσουμε τη συνοχή αυτών των διαφόρων τρόπων ευρωπαϊκής ύπαρξης που είναι τα έθνη μας.
*Διπλωματούχος του Ινστιτούτου ανώτερων ευρωπαϊκών σπουδών του Στρασβούργου.
** Είναι ο φιλόσοφος που είδε την επίθεση του ΝΑΤΟ στη Σερβία, στα τέλη του 20ού αιώνα, ως “άλμα στο δρόμο που οδηγεί από το κλασικό διεθνές δίκαιο των κρατών στο κοσμοπολίτικο δίκαιο μιας παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών“. Ελλείψει οργάνων επιφορτισμένων με τη διατήρηση της παγκόσμιας τάξης, το ΝΑΤΟ έπρεπε να λειτουργήσει ως “εργαλείο ενός ανώτερου νόμου”. (Δες, Ανιχνεύσεις, ΓΕΡΜΑΝΙΑ : Στοχαστές στην υπηρεσία της βαρβαρότητας)
***Ο Marcel Gauchet (γεν.1946) είναι Γάλλος φιλόσοφος και ιστορικός. Διετέλεσε Διευθυντής σπουδών στο Κέντρο Πολιτικής Έρευνας Raymond Aron, και είναι αρχισυντάκτης του περιοδικού Le Débat, ένα από τα κύρια γαλλικά πνευματικά περιοδικά.
**** Η διείσδυση δικαστών-ανθρώπων της «ανοιχτής κοινωνίας» του Σόρος στο ΕΔΑΔ δεν είναι άσχετη με αυτή την εξέλιξη. (Περισσότερα δες στο Ανιχνεύσεις: Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στα δίχτυα του Σόρος)
***** Ο Χοσέ Ορτέγα ι Γκασέτ (1883-1955) ήταν Ισπανός φιλόσοφος και δοκιμιογράφος, που άσκησε σημαντική επιρροή στην πνευματική και πολιτιστική αναγέννηση της Ισπανίας στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα.
Μετάφραση: Ευάγγελος Δ. Νιάνιος
anixneusis.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
