Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πρέσβης της Αρμενίας: “Η συμμαχία Τούρκων-Αζέρων-τρομοκρατών δεν πρόκειται να σταματήσει στο Ναγκόρνο Καραμπάχ”

Δημοσιεύτηκε στις

Συνέντευξη στον Κώστα Ράπτη

Σε μία συγκυρία κατά την οποία η ανάφλεξη στον Νότιο Καύκασο, με εμφανή αυτή τη φορά την επιχειρησιακή εμπλοκή και τρίτων μερών, δείχνει να μην χαλιναγωγείται από τις αλλεπάλληλες διπλωματικές πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί, το Capital.gr αναζήτησε την άποψη της αρμενικής πλευράς, υποβάλλοντας μία σειρά ερωτήματων προς τον πρέσβη της Δημοκρατίας της Αρμενίας στην Αθήνα κ. Fadey Charchoghlyan, ο οποίος και ανταποκρίθηκε πρόθυμα. Η συζήτηση που ακολουθεί υπενθυμίζει την κρισιμότητα της κατάστασης στην περιοχή, αλλά και την συνάφεια της εν λόγω σύγκρουσης με ελληνικού ενδιαφέροντος ανησυχίες ασφαλείας.

– Πώς αξιολογεί η Δημοκρατία της Αρμενίας την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο Αρτσάχ και ποιούς τρόπους θα έβλεπε για την αποκλιμάκωση της σύγκρουσης;

Ιστορικά, το Ναγκόρνο Καραμπάχ ή Αρτσάχ υπήρξε ανέκαθεν τμήμα της Αρμενίας. Μόνο κατά τη διάρκεια της σοβιετικής εποχής το Ναγκόρνο Καραμπάχ, ως αυτόνομη περιοχή, παραχωρήθηκε από τον Στάλιν για περίπου 70 χρόνια στο Αζερμπαϊτζάν. Ο πρώτος πόλεμος πραγματοποιήθηκε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και στη συνέχεια ακολούθησαν οι διαπραγματεύσεις για περίπου τριάντα χρόνια. 

Η αζερική πλευρά λέει ότι έχει νόμιμο δικαίωμα να απελευθερώσει αυτές τις περιοχές. Τίθεται ερώτημα, να απελευθερώσει από ποιους; Οι διαμένοντες εκεί είναι εκατό τοις εκατό εθνικά Αρμένιοι, που πάντα ζούσαν εκεί. Γιατί πρέπει να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους; Μόνο και μόνο επειδή το θέλει η αζερική πλευρά; Είναι ένας αγώνας για το σπίτι τους, για τους γονείς τους, για τα παιδιά τους, που ζουν εκεί και που τώρα έχουν γίνει άμεσος στόχος των τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών και των αζερικών πυραύλων.

Το Αζερμπαϊτζάν εξαπέλυσε αυτόν τον μεγάλης κλίμακας πόλεμο – σε αντίθεση με τη σαφή συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που επιτεύχθηκε το 1994. Πρόκειται για έναν πραγματικό πόλεμο, για τον οποίο έχουν προετοιμαστεί και το Αζερμπαϊτζάν και η Τουρκία εδώ και πολύ καιρό.

Και σήμερα η συνεχιζόμενη τούρκο-αζερική επιθετικότητα, την οποία αντιμετωπίζουμε, δείχνει τις γενοκτόνες προθέσεις των τελευταίων, αναγκάζοντας τους Αρμένιους να πολεμήσουν ξανά για το σπίτι τους, την οικογένειά τους, τη χιλιετή ιστορία και τα μνημεία τους. Πλέον είμαστε περισσότερο από κάθε άλλη φορά πεπεισμένοι ότι η διεθνής αναγνώριση της Δημοκρατίας του Αρτσάχ είναι ο μοναδικός τρόπος – εγγύηση για την ασφάλεια και τα δικαιώματα των Αρμενίων που ζουν εκεί. Η πολιτική λύση αυτού του ζητήματος είναι σαφής: ο μοναδικός τρόπος για να αποφευχθεί η πιθανή γενοκτονία και ο βίαιος εκτοπισμός αυτών των ανθρώπων, είναι να αναγνωρισθεί διεθνώς το δικαίωμά τους στην αυτοδιάθεση.

– Πώς θα περιγράφατε τον ρόλο της Τουρκίας; Πώς θεμελιώνονται οι κατηγορίες που έχουν ακουστεί από αρμενικής πλευράς για παρουσία τουρκικών μαχητικών, παραβίαση του αρμενικού εναέριου χώρου και μεταφορά ανταρτών από τη Συρία στο Αζερμπαϊτζάν;

Η Τουρκία χρησιμοποιεί το Αζερμπαϊτζάν για να αυξήσει την κυριαρχία της στην περιοχή. Η Άγκυρα όχι μόνο παρέχει στρατιωτική και υλική βοήθεια στο Αζερμπαϊτζάν εναντίον της Αρμενίας, αλλά επίσης μεταφέρει τους μουτζαχεντίν από τη Συρία στην πρώτη γραμμή του Καυκάσου, θέτοντας σε κίνδυνο την εύθραυστη σταθερότητα του Νότιου Καυκάσου.

Συνέβη κάτι χωρίς προηγούμενο. Η Τουρκία άρχισε ανοιχτά και δημόσια να απειλεί την Αρμενία, μεταφέροντας ταυτόχρονα έναν μεγάλο αριθμό τρομοκρατών και μισθοφόρων από τη Συρία στη ζώνη σύγκρουσης του Ναγκόρνο Καραμπάχ, συνειδητοποιώντας ότι μόνες τους οι δυνάμεις του στρατού του Αζερμπαϊτζάν δεν θα είναι αρκετές για να λύσουν το πρόβλημά τους.

Σε αυτήν την κατάσταση, εμείς προσπαθήσαμε να εφαρμόσουμε τους στρατηγικούς μηχανισμούς αποτροπής με τον απλό υπολογισμό, ότι εάν η Τουρκία επιτύχει τους στόχους της στον Νότιο Καύκασο, αυτό αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε αλυσιδωτή αντίδραση γεγονότων. Θεωρώντας ότι ως εκ τούτου οι χώρες της περιοχής και εκτός της περιοχής του Νοτίου Καυκάσου, οι οποίες αναπόφευκτα θα γίνουν αντικείμενο αυτής της αποσταθεροποίησης, θα προβούν σε στρατηγικές αποτρεπτικές ενέργειες. Σε αυτό το στάδιο, ωστόσο, καταγράφηκε μια περίεργη περίσταση. Ορισμένες χώρες με δυνατότητα στρατηγικής αποτροπής δεν αξιολόγησαν σωστά την απειλή. Συνέχισαν να βλέπουν το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο της σύγκρουσης του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Θεωρήσαν στην ουσία ότι έχουμε να κάνουμε με μία φόρμουλα ανταλλαγής εδαφών για την ειρήνη – κάτι που μπορεί να σώσει την κατάσταση.

Πράγματι, ο Αμυντικός Στρατός του Αρτσάχ από τα πρώτα δευτερόλεπτα δίνει μια ηρωική μάχη. Η συμμαχία των Τούρκων-Αζέρων-τρομοκρατών-μισθοφόρων εξαπέλυσε την ισχυρότερη επίθεση κατά του Αρτσάχ: άρματα μάχης, θωρακισμένα οχήματα, πύραυλοι, πυροβολικό, στρατιωτικά αεροπλάνα, ελικόπτερα, διάφορα ιπτάμενα αεροσκάφη, τεράστιος αριθμός ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων αρκετών χιλιάδων ειδικών δυνάμεων από την Τουρκία, σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες από το Πακιστάν, καθώς επίσης και μισθοφόρων και τρομοκρατών από τη Συρία.

Η δήλωση που έγινε στη Μόσχα, καθώς επίσης και η συμμετοχή μας στη συνάντηση της Μόσχας την περασμένη Παρασκευή, είχε ως στόχο την πρόληψη των περαιτέρω απωλειών και προέβλεπε κατάπαυση του πυρός για ανθρωπιστικούς λόγους, πλήρη ανταλλαγή σορών, αιχμαλώτων πολέμου και κρατουμένων, και επιστροφή στις διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των Συμπροέδρων της Ομάδας Μίνσκ του ΟΑΣΕ, με τη λογική να διευθετηθεί το ζήτημα το συντομότερο δυνατόν. 
Το Αζερμπαϊτζάν, ωστόσο, στην πραγματικότητα δεν τήρησε τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Εξακολουθεί και συνεχίζει τις επιθέσεις του, εμποδίζοντας ταυτόχρονα τη δημιουργία ενός μηχανισμού παρακολούθησης της κατάπαυσης του πυρός.

Αυτό σημαίνει ότι το Αζερμπαϊτζάν συνεχίζει πιστά να τηρεί την πολιτική γραμμή που είχε αρχικά ανακοινώσει, θέτοντας ως στόχο της την πλήρη κατάληψη του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. 

– Για ποιον λόγο η Δημοκρατία της Αρμενίας δεν έχει αναγνωρίσει το Αρτσάχ; Πρόκειται να μεταβάλλει τη στάση της αυτή;

Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ασυνήθιστο. Αυτή τη φορά ο πόλεμος είναι διαφορετικός. Και τι σημαίνει αυτό για τους Αρμένιους σε όλο τον κόσμο; Αυτό θυμίζει τη Γενοκτονία. Οι Αρμένιοι δεν θα το επιτρέψουν. Ποτέ ξανά Γενοκτονία!

Τι σημαίνει αυτό για τους Αρμένιους της Αρμενίας; Το Ναγκόρνο Καραμπάχ ήταν πάντα τμήμα της Αρμενίας. Δεν αναγνωρίσαμε το Ναγκόρνο Καραμπάχ για έναν πολύ απλό λόγο. Θα μπορούσαμε με ευκολία το 1994, μετά τον πρώτο πόλεμο να αναγνωρίσουμε το Ναγκόρνο Καραμπάχ, όταν οι Αρμένιοι νίκησαν. Ήμασταν ελεύθεροι να το αναγνωρίσουμε και ούτε η Τουρκία ούτε το Αζερμπαϊτζάν θα μπορούσαν να αντιταχθούν. Αλλά καθώς ξεκίνησε η διαπραγματευτική διαδικασία του Μινσκ για την ειρήνη, η αρμενική πλευρά αποφάσισε να μην το αναγνωρίσει μονομερώς, δίνοντας έτσι μία ευκαιρία στις διαπραγματεύσεις για μια λύση διαρκείας. Η αναγνώριση θα μπορούσε να περιπλέξει αυτό το ζήτημα.

Αυτή ήταν η προσέγγιση της αρμενικής πλευράς. Ωστόσο, εάν η πίεση στο Ναγκόρνο Καραμπάχ συνεχίσει να αυξάνεται και δεν θα υπάρξει προοπτική διαπραγματεύσεων, τότε, φυσικά, η Αρμενία δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να αναγνωρίσει το Ναγκόρνο Καραμπάχ.

Μένοντας πιστοί στη λογική μιας ειρηνικής διευθέτησης της διένεξης του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, θέλουμε να υπογραμμίσουμε, ότι θα είμαστε ιδιαίτερα εποικοδομητικοί για να καταστήσουμε αποτελεσματικές τις διπλωματικές προσπάθειες. Είναι αδύνατο να κλονίσει κανείς τον Αρμενικό λαό. Είναι αδύνατο να εκφοβίσει κανείς τον Αρμενικό λαό. Είναι αδύνατο να νικήσει τον Αρμενικό λαό. Θα πάμε μέχρι το τέλους. θα αγωνιστούμε μέχρι το τέλος!

– Τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ αναγνωρίζουν την κυριαρχία του Αζερμπαϊτζάν στην περιοχή του Αρτσάχ και υποδεικνύουν την επιστροφή της σε αζερικό έλεγχο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα εδάφη πέραν της παλαιάς σοβιετικής περιφέρειας του Ναγκόρνο Καραμπάχ για την οποία θα πρέπει να διεξαχθεί δημοψήφισμα. Είναι έτοιμη η Αρμενία να στηρίξει μια τέτοια λύση ή ικανοποιείται από το επικίνδυνο, όπως αποδεικνύεται, στάτους κβο;

Με ικανοποίηση πρέπει να σημειωθεί ότι στις 29 Σεπτεμβρίου, μετά τις συζητήσεις κεκλεισμένων των θυρών σχετικά με την κλιμάκωση της έντασης στη ζώνη σύγκρουσης Αζερμπαϊτζάν – Ναγκόρνο Καραμπάχ, τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ καταδίκασαν σφοδρά τη χρήση βίας και εξέφρασαν την υποστήριξή τους στην έκκληση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για άμεσο τερματισμό των εχθροπραξιών, για μείωση της έντασης και την επιστροφή στις διαπραγματεύσεις. Τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών εξέφρασαν την πλήρη υποστήριξή τους στον κεντρικό ρόλο των Συμπροέδρων της Ομάδας Μίνσκ του ΟΑΣΕ. 

– Θα δεχόσασταν την αναμόρφωση της Ομάδας του Μινσκ; Θα δεχόσασταν την ανάπτυξη ξένων ειρηνευτικών δυνάμεων και ποιών; 

Η αρμενική πλευρά έχει επανειλημμένα επιβεβαιώσει ότι δεν υπάρχει στρατιωτική λύση στη σύγκρουση του Ναγκόρνο Καραμπάχ, εκφράζοντας την πλήρη υποστήριξή της στους Συμπροέδρους της Ομάδας Μίνσκ του ΟΑΣΕ. Η Αρμενία είναι έτοιμη να συνεργαστεί στενά με τους Συμπροέδρους της Ομάδας Μίνσκ του ΟΑΣΕ για τη διατήρηση της περιφερειακής ασφάλειας και ειρήνης.

Οι κοινές δηλώσεις των ηγετών της Γαλλίας, της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών για τον άμεσο τερματισμό της βίας και την επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αγνοήθηκαν. Όχι μόνο από την κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν, αλλά καταρχήν από τον τούρκο Πρόεδρο κ. Ερντογάν, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την υποκίνηση της επιθετικότητας του Αζερμπαϊτζάν εναντίον των Αρμενίων του Ναγκόρνο Καραμπάχ και για την στρατιωτική συμμετοχή στην επιθετικότητα αυτή. Ως εκ τούτου, η μόνη χώρα που έχει διεθνή εμπλοκή είναι η Τουρκία, η οποία όχι μόνο περιπλέκει την κατάσταση, αλλά και έγινε πραγματική απειλή για την ύπαρξη του Αρμενικού πληθυσμού, αποσταθεροποιώντας απότομα ολόκληρη την περιοχή. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί η δήλωση του τούρκου Υπουργού Εξωτερικών κ. Τσαβούσογλου ότι η χώρα του “θα συνεχίσει να υποστηρίζει το Αζερμπαϊτζάν σε κάθε περίπτωση”, επιβεβαιώνοντας έτσι το γεγονός της στρατιωτικής συμμετοχής της Τουρκίας σε αυτόν τον πόλεμο.

Αυτό το γεγονός θα πρέπει να προκαλεί σοβαρή ανησυχία στα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ, καθώς ο σύμμαχός τους είναι ο εμπνευστής της επιθετικότητας ενάντια σε μια χώρα – εταίρο στο πρόγραμμα “Σύμπραξη για την Ειρήνη” του ΝΑΤΟ. Από αυτή την άποψη, οι διεθνείς ενδιαφερόμενες πλευρές (όλοι όσοι ενδιαφέρονται για μια διαρκή ειρήνη ή επίλυση των συγκρούσεων), ιδίως η Γαλλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία και άλλες χώρες, πρέπει να ενεργήσουν, ώστε η Τουρκία να μην παρεμβαίνει και να αναγκάσουν την Άγκυρα και το Μπακού να λογοδοτήσουν και να αναλάβουν ευθύνες για υποκίνηση αυτού του τρομερού πολέμου.

Αυτές τις μέρες, οι συμπροεδρεύουσες χώρες του Ομάδας Μίνσκ του ΟΑΣΕ (Ρωσία, Γαλλία, Ηνωμένες Πολιτείες) έχουν καταβάλει και καταβάλουν προσπάθειες για την κατάπαυση του πυρός. Υιοθετήθηκε η δήλωση των Προέδρων και των Υπουργών Εξωτερικών των τριών χωρών – η δήλωση της Μόσχας της 10η Οκτωβρίου.

Η αρμενική πλευρά καλωσόρισε τις προσπάθειές των Συμπροέδρων της Ομάδας Μίνσκ του ΟΑΣΕ. Αλλά η κατάπαυση του πυρός παραβιάστηκε από την πλευρά των Ενόπλων Δυνάμεων του Αζερμπαϊτζάν, τόσο πριν όσο και ειδικά μετά το μεσημέρι. Συνέχισαν τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις, και το πιο αποτρόπαιο είναι που έβαλαν προς τα χωριά και τις πόλεις. Οι αμυντικές δυνάμεις του Αρτσάχ θα συνεχίσουν να μάχονται αποφασιστικά. Και η Αρμενία υπήρξε και παραμένει η εγγυήτρια της ασφάλειάς τους.

Ο Πρωθυπουργός της Αρμενίας ήταν πολύ συνεπής στο θέμα, επιμένοντας ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να επιτευχθεί μια λύση αμοιβαίου συμβιβασμού, που θα είναι αποδεκτή από τον λαό της Αρμενίας, τον λαό του Αρτσάχ και τον λαό του Αζερμπαϊτζάν. Μόνο μια λύση αμοιβαίου συμβιβασμού είναι δυνατή. Ωστόσο, είναι προφανές ότι η συμμαχία των Τούρκων-Αζέρων-τρομοκρατών δεν πρόκειται να σταματήσει την επίθεσή της στο Αρτσάχ και την Αρμενία, καθώς αναμένει μια μονομερή λύση μόνο υπέρ τους.

– Ποιά συγκεκριμένα πεδία ανάπτυξης των σχέσεων Ελλάδας και Αρμενίας θα προκρίνατε;

Οι αρμενικές-ελληνικές σχέσεις παραδοσιακά ξεχωρίζουν για την ζεστασιά και την φιλικότητα τους. Ο Αρμενικός και ο Ελληνικός λαός είναι συνυφασμένοι με αιώνιους στενούς αδελφικούς δεσμούς.

Η Ελλάδα είναι ένας από τους βασικούς εταίρους της Αρμενίας στην Ευρώπη και η Αρμενία αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στις μεγάλες προσπάθειες για την επέκταση και την εμβάθυνση της εταιρικής συνεργασίας. 

Η συνεργασία μεταξύ των δύο φιλικών χωρών αναπτύσσεται δυναμικά, και καλύπτει τους τομείς της πολιτικής, της άμυνας, του εμπορίου, της οικονομίας, της εκπαίδευσης, της επιστήμης, του πολιτισμού, του τουρισμού και ορισμένων άλλων τομέων αμοιβαίου ενδιαφέροντος. Υπάρχει ένα ισχυρό νομικό πλαίσιο μεταξύ των δύο χωρών. Η Αρμένο-Ελληνική Διακυβερνητική Επιτροπή Οικονομικής, Βιομηχανικής, Τεχνικής και Επιστημονικής Συνεργασίας λειτουργεί αποτελεσματικά.

Οι πολιτικές διαβουλεύσεις μεταξύ των Υπουργείων Εξωτερικών της Ελλάδας και της Αρμενίας επίσης πραγματοποιούνται τακτικά. Στα Κοινοβούλια των δύο χωρών δραστηριοποιούνται Κοινοβουλευτικές Ομάδες Φιλίας. Στις 25 Απριλίου του 1996 το Ελληνικό Κοινοβούλιο με απόφαση του καθιέρωσε την 24 Απριλίου ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Αρμενίων του 1915. Στις 9 Σεπτεμβρίου του 2014 ενέκρινε νομοσχέδιο κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας που ποινικοποιεί την άρνηση της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Τον Μάρτιο του 2015 η Εθνοσυνέλευση της Δημοκρατίας της Αρμενίας ομόφωνα ενέκρινε ανακοίνωση, καταδικάζοντας τη Γενοκτονία των Ελλήνων και Ασσυρίων που διαπράχθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η συνεργασία στα διεθνή φόρα και στα πολυμερή πλαίσια, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις Αρμενο-Ελληνικές σχέσεις. Τόσο η Αρμενία όσο και η Ελλάδα σε πολλά θέματα της διεθνούς ατζέντας σε μεγάλο βαθμό έχουν όμοιες προσεγγίσεις. Η Αρμενία επίσης εκτιμά ιδιαίτερα τον ενεργό ρόλο της Ελλάδας στο πλαίσιο της ενίσχυσης των σχέσεων της Αρμενίας-Ε.Ε., στο πλαίσιο της ενίσχυσης του διαλόγου Αρμενίας-NATO, συμπεριλαμβανομένου του ειρηνευτικού τομέα. 

Στις 7 Ιουλίου του 2020 το Ελληνικό Κοινοβούλιο επικύρωσε την Συνολική και Ενισχυμένη Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης μεταξύ της Ε.Ε. και Αρμενίας, η οποία αποτελεί μία νέα νομική βάση στις σχέσεις της Αρμενίας με την Ε.Ε. και τα κράτη-μέλη της. Εξελίσσεται επίσης σε στενή συνεργασία μεταξύ της Αρμενίας και της Ελλάδας στο τριμερές πλαίσιο συνεργασίας Αρμενίας-Ελλάδας-Κύπρου. Στις 4 Ιουνίου του 2019 στη Λευκωσία πραγματοποιήθηκε η πρώτη τριμερής συνάντηση των Υπουργών Εξωτερικών της Αρμενίας, της Ελλάδας και της Κύπρου, όπου υιοθετήθηκε Κοινή Δήλωση, η οποία υπογραμμίζει ότι ο μόνος σκοπός της τριμερούς συνεργασίας είναι η προώθηση της ειρήνης, της σταθερότητας και της ευημερίας μέσω ενός ευρέος πολιτικού διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ των συμμετεχόντων χωρών. Στις 25 Σεπτεμβρίου του 2019 στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο της 74ης Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, πραγματοποιήθηκε η δεύτερη τριμερής συνάντηση των Υπουργών Εξωτερικών. Η πρώτη τριμερής Σύνοδος Κορυφής Αρμενίας-Ελλάδας-Κύπρου σχεδιάζεται να πραγματοποιηθεί στην Αρμενία. Στις 16 Οκτωβρίου του 2020 πραγματοποιήθηκε επίσκεψη εργασίας του Υπουργού Εξωτερικών της Ελληνικής Δημοκρατίας, κ. Νίκου Δένδια στην Αρμενία.

– Ποιο το μήνυμά σας προς την ελληνική κοινωνία;

Δραττόμενος της ευκαιρίας θα ήθελα εκ μέρους του Αρμενικού λαού να εκφράσω τη βαθιά μας ευγνωμοσύνη προς τη Φίλη Ελληνική κυβέρνηση και τον Αδελφό Ελληνικό λαό για την υποστήριξη και συμπαράσταση στον Αρμενικό λαό σε αυτήν τη δύσκολη στιγμή. 

Από την αρχή των εχθροπραξιών, εγκαταστάθηκε μια επιχειρησιακή επικοινωνία μεταξύ των Υπουργείων Εξωτερικών των δύο χωρών. Έχουν πραγματοποιηθεί τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ των Υπουργών, όπου ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών ο κ. Νίκος Δένδιας εξέφρασε την υποστήριξή της Ελληνικής κυβέρνησης και υπογράμμισε, ότι η Ελλάδα αποδοκιμάζει κάθε παρέμβαση τρίτων που υποδαυλίζει την ένταση. Στις 30 Σεπτεμβρίου, η Ελλάδα ζήτησε την έκτακτη σύγκληση του Μόνιμου Συμβουλίου του ΟΑΣΕ για να συζητηθεί η κλιμάκωση της σύγκρουσης στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. 

Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών ο κ. Νίκος Δένδιας το σχετικό αίτημα υπέβαλε με επιστολή του στην Αλβανική Προεδρία του ΟΑΣΕ και αυτό είναι κάτι που μπορεί να συμβάλει για την άμεση αποκλιμάκωση της έντασης. 

Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών κατά τη διάρκεια της πρόσφατης τηλεφωνικής συνομιλίας με τον Αρμένιο ομόλογό του κ. Ζοχράμπ Μνατσακανιάν μίλησε και εξέφρασε την ετοιμότητά αυτήν. Επίσης, κατά τη διάρκεια αυτής της τηλεφωνικής συνομιλίας, επιβεβαιώθηκαν οι στενοί δεσμοί φιλίας μεταξύ Ελλάδας και Αρμενίας. Στην δύσκολη αυτή περίοδο για τον Αρμενικό λαό, έχουν πραγματοποιηθεί τακτικές επαφές μέσω τηλεδιασκέψεων μεταξύ των δύο Υπουργών Εξωτερικών.

capital.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO48 λεπτά πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή