Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ναγκόρνο-Καραμπάχ: Η ”προδοσία” της Βρετανίας και το ύπουλο σχέδιο του Ερντογάν

Δημοσιεύτηκε στις

Ανησυχία προκαλεί η κλιμάκωση των συγκρούσεων ανάμεσα στο Αζερμπαϊτζάν και την Αρμενία, στο Ναγκόρνο- Καραμπάχ. Ο ιστορικός ρόλος της Μεγάλης Βρετανίας και η επεκτατική πολιτική του Ερντογάν.

Το Ναγκόρνο-Καραμπάχ ακροβατεί εδώ και χρόνια ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη. Ήταν απλά θέμα χρόνου να ξεσπάσει η αναζωπύρωση της ένοπλης αντιπαράθεσης, καθώς Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν τους χωρίζουν πολλά περισσότερα από μία περιοχή.

Παρά τις συνεχείς εκκλήσεις από τις παγκόσμιες δυνάμεις για παύση του πυρός, τις εκεχειρίες που έχουν υπογραφτεί ανάμεσα στις δύο χώρες βλέπουμε πως καθημερινά δεκάδες άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους, πολλοί εκ των οποίων άμαχοι.

Οι δύο χώρες βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης, σε έναν αιματηρό πόλεμο στην περιοχή στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Παρ΄ όλα αυτά η ιστορία επαναλαμβάνεται.

Την ίδια στιγμή η κάθε χώρα έχει τους δικούς της συμμάχους. Από την μία πλευρά, η Αρμενία στηρίζεται παραδοσιακά από την Ρωσία, η οποία τείνει να παρουσιάζεται περισσότερο ως διαμεσολαβητής μεταξύ των δύο πρώην σοβιετικών κρατών.

Η Μόσχα αρνείται να πάρει θέση υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς και επιμένει στην άμεση κατάπαυση του πυρός μαζί με διάλογο. Σε αντίθεση με τη Ρωσία, η Τουρκία αυξάνει συνεχώς την υποστήριξή της προς το Μπακού, ενώ αποτελεί σημαντικό και μακροχρόνιο στρατηγικό εταίρο του Αζερμπαϊτζάν και αντίπαλο της Αρμενίας.

Ας μην ξεχνάμε ότι οι κακές σχέσεις μεταξύ Αρμενίας και Τουρκίας, οφείλονται στη Γενοκτονία του 1915, την οποία αρνείται συστηματικά η Τουρκία. Πέρα όμως από τη Γενοκτονία η Τουρκία έπαιξε σημαντικό ρόλο και στη διάσπαση της Αρμενίας.

Η ιστορική περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ (ή Αρτσάχ) για περισσότερο από έναν αιώνα (από τα τέλη του 18ου έως τις αρχές του 20ου) ταλανίστηκε με συνεχείς διενέξεις και αιματηρούς πολέμους. Οι παράλογες απαιτήσεις των Τατάρων-Τούρκων, η εσκεμμένη αδιαφορία των διεθνών δυνάμεων και η κωλυσιεργία τους για ξεκάθαρες αποφάσεις, είχαν ως αποτέλεσμα η περιοχή να αποκοπεί από την Αρμενία.

Μία από τις δυνάμεις που υποσχέθηκε βοήθεια στην Αρμενία ήταν και η Μεγάλη Βρετανία.

Με ποιον τρόπο όμως η Μεγάλη Βρετανία ‘’άφησε ξεκρέμαστη’’ την Αρμενία; Γιατί η Τουρκία βοηθάει το Αζερμπαϊτζάν, ενώ τι βλέψεις έχει ο Ερντογάν για την περιοχή;

Η Τουρκική εισβολή στο Μπακού και η ”προδοσία” της Βρετανίας

Τον Σεπτέμβριο του 1918, οι τουρκικές δυνάμεις εισέβαλαν στο Μπακού από όπου εξαπέλυσαν σφαγές κατά του αρμενικού πληθυσμού. Έτσι δημιούργησαν τις συνθήκες ώστε ο τουρκικός στρατός να προελάσει στην περιοχή της ανατολικής Αρμενίας και να εισέλθει στη Σούσα (πόλη στην περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ). Ο επικείμενος πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. Αρωγός στον αρμενικό πληθυσμό στάθηκε ο στρατός των αρμενικών εθελοντών ο οποίος οδηγήθηκε υπό τον στρατηγό Αντρανίκ και πλησίασε την περιοχή του Αρτσάχ.

Συγκρούσεις στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ
Συγκρούσεις στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ  AP

Ο βρετανός διοικητής του Καύκασου, στρατηγός Tόμσον σταμάτησε τον Aντρανίκ, υποσχόμενος να λύσει το πρόβλημα στη διάρκεια της Διάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού. Το καλοκαίρι του 1919 η Βρετανία προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο ώστε να αποτρέψει τις σφαγές. Με αυτήν την κωλυσιεργία χάθηκε πολύτιμος χρόνος με αρνητικά αποτελέσματα για τους Αρμένιους. Το 7ο Συνέδριο Αρμενίων του Αρτσάχ αναγκάστηκε να αναγνωρίσει προσωρινά την εξουσία του Αζερμπαϊτζάν, αναμένοντας την τελική απόφαση της Διασκέψεως του Παρισιού.

Η Μεγάλη Βρετανία παρά τις υποσχέσεις της, σύντομα άρχισε να αποσύρει τις δυνάμεις της από τον Καύκασο. Η Διάσκεψη του Παρισιού δεν είχε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα για την αρμενική πλευρά, ενώ η ασάφεια της διατύπωσης των αποφάσεων έδινε στην Τουρκία «λευκή επιταγή», η οποία προχώρησε στην κατάληψη του Αρτσάχ. Ο Τούρκος κυβερνήτης του Αρτσάχ απαιτούσε από την ηγεσία της περιοχής την άμεση υποταγή και την ένωσή του με το Αζερμπαϊτζάν. Οι Αρμένιοι απέρριψαν το τελεσίγραφο. Τον Μάρτιο του 1920, μετά από σκληρές μάχες και παρά τη σθεναρή αντίσταση των αρμενικών δυνάμεων στη Σούσα, οι τουρκικές δυνάμεις επιβλήθηκαν στην περιοχή.

Το καθεστώς της Αυτονομίας

Στις 7 Ιουλίου 1923 το Αρτσάχ έλαβε υπόσταση ως Αυτόνομη Περιοχή με το όνομα Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Ο χάρτης του Αρτσάχ τεμαχίστηκε μεθοδικά. Τα αποκομμένα τμήματα τα οποία προσαρτήθηκαν διοικητικά στη γειτονική δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν, άλλαξαν ονομασία και ορισμένα από αυτά δεν είχαν καμία εδαφική επαφή με την Αρμενική Δημοκρατία. Επιπροσθέτως, η σοβιετική εξουσία προσάρτησε και συνέδεσε στο Αζερμπαϊτζάν τις περιοχές Κελμπατζάρ και Λατσίν (κοντινές περιοχές στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ) και με αυτόν τον τρόπο το Αρτσάχ αποκόπηκε εξ ολοκλήρου από την Αρμενία. Μπορούμε μάλιστα να το παρομοιάσουμε σαν ένα “νησί” το οποίο περιβαλλόταν από “ξηρά”.

Ναγκόρνο-Καραμπάχ: Η ''προδοσία'' της Βρετανίας και το ύπουλο σχέδιο του Ερντογάν

Η δημιουργία της «Ιστορίας του Αζερμπαϊτζάν»

Στη διάρκεια της σοβιετικής κυριαρχίας επί δεκαετίες, οι Αρμένιοι του Ναγκόρνο-Καραμπάχ επανειλημμένα διαμαρτύρονταν κατά της πολιτικής, των διακρίσεων και των διώξεων οι οποίες επιβλήθηκαν κατά των αρμενικών περιοχών.

Ο προγραμματισμένος στόχος της αζερικής κυβέρνησης ήταν να αλλάξει την εθνική δομή του πληθυσμού. Για να επιτύχει το σκοπό της δοκίμασε όλους τους τρόπους και κυρίως εμπόδισε την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής. Σε πολιτισμικό πεδίο ακολούθησε μια επιμελημένη τακτική. Θέσπισε νόμους με τους οποίους εμπόδιζε οποιαδήποτε αρμενική πολιτιστική ή παραδοσιακή έκφραση. Πολλά αρμενικά σχολεία και ιδρύματα έπαψαν να λειτουργούν, ο αρμενικός τύπος (εφημερίδες και περιοδικά) έπαψαν να εκδίδονται. Καμία από τις 200 και πλέον ενεργές αρμενικές εκκλησίες δεν είχε άδεια να λειτουργήσουν.

Από το 1936 εμφανίστηκε μια νέα εθνικιστική αντίληψη των Τούρκων ή αλλιώς των Καυκάσιων Τατάρων, όπως ήταν γνωστοί εκείνη την εποχή. Η ιδέα τους ήταν να μετονομαστούν σε «Αζέρους» και η περιοχή τους συμπεριλαμβανομένης και του κατακτημένου Αρτσάχ, σε «Αζερμπαϊτζάν». Η απόφαση αυτή έγινε αποδεκτή από την Σοβιετική Ένωση.

Ναγκόρνο-Καραμπάχ: Η ''προδοσία'' της Βρετανίας και το ύπουλο σχέδιο του Ερντογάν

Οι επεκτατικές τάσεις της Τουρκίας

Η Τουρκία δεν έχει κρύψει ποτέ την υποστήριξή της στο Αζερμπαϊτζάν. Οι δύο χώρες έχουν στενή εθνοτική και γλωσσική συγγένεια, ενώ οι σχέσεις της Τουρκίας με την Αρμενία επιβαρύνονται από τη μαζική δολοφονία 1,5 εκατομμυρίων Αρμενίων, το 1915 την οποία και αναγνωρίζουν ως γενοκτονία πολλοί ιστορικοί και ένας αυξανόμενος αριθμός χωρών, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ. Η Τουρκία απορρίπτει τον όρο.

Χαρακτηριστικό των σχέσεων που επικρατούν μεταξύ Αρμενίας και Τουρκίας αποτελούν οι κατά καιρούς δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν: “Οι αδελφοί μας από το Αζερμπαϊτζάν περιμένουν την ημέρα που θα επιστρέψουν στη γη τους”.

«Η Τουρκία είναι μεγαλύτερη από την Τουρκία. Εμείς δεν δύναται να φυλακιστούμε σε 780 χιλιάδες τ.μ.. Όμως άλλα είναι τα φυσικά μας σύνορα και άλλα τα σύνορα της καρδιάς μας. Μπορεί τα αδέρφια μας που κατοικούν στις περιοχές της Μουσούλης, το Κιρκούκ, το Χουμούς, στα Σκόπια, να βρίσκονται πέρα από τα φυσικά σύνορα της Τουρκίας, ωστόσο θα βρίσκονται πάντα στα σύνορα της καρδιάς μας», είχε τονίσει σε ομιλία του πριν από ένα χρόνο ο Τούρκος πρόεδρος από το World Turkish Business Council που διεξήχθη στο Αζερμπαϊτζάν.

Η ημέρα μνήμης για την Αρμενική Γενοκτονία
Η ημέρα μνήμης για την Αρμενική Γενοκτονία  AP

‘’Οι Καζάκοι, Ουζμπέκοι, Τουρκμένοι, Τσετσένοι είναι αδέρφια μας και φυσικά μέλη της Τουρκικής Διασποράς’’ υπογράμμισε.

Ο Τούρκος πρόεδρος στηρίζει το Αζερμπαϊτζάν στο πλαίσιο της αναζήτησης «της θέσης που αξίζει της χώρας του στην παγκόσμια τάξη».

Σε αυτή τη στήριξη βλέπει μια ευκαιρία να αλλάξει την υπάρχουσα κατάσταση στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, όπου, επί δεκαετίες, των ειρηνευτικών προσπαθειών μεσολάβησης ηγούνταν η Γαλλία, οι ΗΠΑ και η Ρωσία, ενώ οι Αρμένιοι διατηρούσαν τον έλεγχο της περιοχής.

Ο Ερντογάν προσπαθεί να απειλήσει εμμέσως την Αρμενία και να προειδοποιήσει τη Ρωσία η οποία έχει συνάψει αμυντική συμφωνία με το Γερεβάν, δείχνοντας την εμπιστοσύνη του στον πόλεμο με drones που έχει χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά σε Συρία, Λιβύη και Ιράκ.

Επί χρόνια ‘’παίζει’’ το χαρτί των 90 εκατομμυρίων Τούρκων της Τουρκίας, ξεχνώντας ότι μέσα σε αυτούς υπολογίζει και καταπιεσμένους λαούς, όπως οι Κούρδοι και θρησκευτικές μειονότητες όπως οι Αλεβίτες.

Τώρα προχωρώντας ένα βήμα παρακάτω ”παίζοντας” το χαρτί των 300 εκατομμυρίων Τούρκων που βρίσκονται σε όλο τον κόσμο, τους καλεί να τεθούν κάτω από την κοινή ομπρέλα της Τουρκίας. Σε ποιους απευθύνεται; Σε 6 κράτη:

1) Αζερμπαϊτζάν, 2) Καζακστάν, 3) Κιργιστάν, 4) Τουρκμενιστάν, 5) Τουρκία, 6) Ουζμπεκιστάν.

Η άποψη του Thomas de Waal

Την ίδια στιγμή ο Βρετανός συγγραφέας και δημοσιογράφος με εξειδίκευση στην περιοχή του Καυκάσου, Thomas de Waal τόνιζει: “Δεδομένου ότι οι προσδοκίες των δύο εθνών (Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν) είναι εξαιρετικά υψηλές, θα είναι πιο δύσκολο για τους ηγέτες τους να σταματήσουν σύντομα έναν πόλεμο και να διεκδικήσουν την επιτυχία. Ο κίνδυνος κλιμάκωσης και μαζικής καταστροφής είναι εξαιρετικά ανησυχητικός”.

Σύμφωνα με τον De Waal, υπάρχουν δύο νέοι παράγοντες που καθιστούν την τρέχουσα κατάσταση πιο επικίνδυνη από ποτέ: 1) η ανοιχτή υποστήριξη της Τουρκίας σε ένα κράτος και 2) η ‘’ασυνήθιστη απεμπλοκή’’ των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο ενεργητικός ρόλος της Τουρκίας στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή έχει ήδη προκαλέσει τριβές όχι μόνο με τους Ευρωπαίους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ, αλλά και με τη Ρωσία. Το Ναγκόρνο-Καραμπάχ αυξάνει τον ερεθισμό του Τούρκου προέδρου και αποτελεί κομμάτι ενός μεγαλεπήβολου σχεδίου.

Ο Τούρκος πρόεδρος
Ο Τούρκος πρόεδρος  AP

Πρόσφατα ο ίδιος ο Ερντογάν, μετά από πολύμηνες προετοιμασίες και κοινές ασκήσεις με τους Αζέρους, δεν δίστασε να αποκαλύψει σε ομιλία του στα εγκαίνια του Αστικού Νοσοκομείου της Κόνια (2 Οκτωβρίου 2020) πως ‘’ο αγώνας θα συνεχιστεί έως ότου το Καραμπάχ απελευθερωθεί από την Κατοχή’’.

Μάλιστα, ο ίδιος μόλις μία μέρα πριν προειδοποίησε αυτούς που στηρίζουν την Αρμενία, ότι ‘’θα κληθούν να λογοδοτήσουν ενώπιον της κοινής συνείδησης της ανθρωπότητας’’. Τι ειρωνεία να το λέει αυτό ένας άνθρωπος που αρνείται πεισματικά την οργανωμένη γενοκτονία 1,5 εκατ. Αρμένιων από τους Νεότουρκους…

Πηγή: news247.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός10 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις10 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή