Διεθνή
Το δαπανηρό πρόγραμμα του Erdoğan, “Make Turkey Great Again”
Αρθρο του Burak Bekdil(1) στο BESA Center Perspectives Paper No. 1,785, October 25, 2020
Μετάφραση: Αντγος εα Ηλίας Α Λεοντάρης(2)
ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΣΧΟΛΙΟ:
Είναι κοινή η πεποίθηση ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει εσωτερικά προβλήματα, κυρίως στην οικονομία και αυτό επιβεβαιώνεται από τις εκθέσεις αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας αλλά και την ισοτιμία της Λίρας προς το Δολάριο και το ΕΥΡΩ.
Είναι βέβαιον επίσης ότι ο Ερντογάν καταφεύγει στον εθνικισμό και επιδιώκει με κάθε τρόπο να αποπροσανατολίσει το ακροατήριό του (εντός και εκτός Τουρκίας) εμφανίζοντας τη χώρα του ως την «εν δυνάμει» Περιφερειακή Δύναμη και την ηγέτη χώρα των Μουσουλμάνων.
Ο Ερντογάν με την αναθεωρητική πολιτική του στοχεύει σε μια νέα «Οθωμανική Αυτοκρατορία» και στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι διαρκείς αναφορές του στην αναθεώρηση της συνθήκης της Λωζάνης αλλά και η ιδέα της «Γαλάζιας Πατρίδας. Έτσι κατάφερε να προκαλέσει γεωπολιτική αναταραχή στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, (το Αιγαίο ήταν έτσι κι αλλιώς σε μια διαρκή ένταση), υλοποιώντας την επιδίωξή της να καταστεί και ο ρυθμιστικός παράγοντας της κάθε ενεργειακής εξέλιξης στην περιοχή.
Οι κινήσεις/ενέργειες αυτές της παραβίασης των κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδος και Κυπριακής Δημοκρατίας (την οποία δεν αναγνωρίζει), αναζωπύρωσαν την ένταση στην περιοχή αλλά προκάλεσαν την αντίδραση της Γαλλίας αλλά και άλλων δυνάμεων, των οποίων τα συμφέροντα συνδέονται ή αναπτύσσονται στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Αν σ’ όλα τα παραπάνω προσθέσουμε και τις άλλες δράσεις της Τουρκίας όπως:
- Την ανάπτυξη στρατευμάτων σε 13 χώρες (Κύπρος, Συρία, Λιβύη, Ιράκ, Αζερμπαϊτζάν, Σομαλία, Κατάρ, Αφγανιστάν, Αλβανία, Λίβανος, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Κοσσυφοπέδιο και Σουδάν).
- Την επισφαλή επιτυχία της στη Συρία.
- Την αδιέξοδη εμπλοκή της στη Λιβύη.
- Την «ενοχλητική» της παρέμβαση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ και την Ουκρανία.
- Τη διαρκώς αιμορραγούσα πληγή του Κουρδικού.
- Την έκφραση, δια του ΥΠΕΞ, της εμφανούς ενόχλησης των ΗΠΑ.
- Την κατά περίπτωση ενόχληση της Ρωσίας
Θεωρώ ότι καλύτερη ευκαιρία από την παρούσα δε θα έχουμε. Έχουμε την ευκαιρία να αμφισβητήσουμε τις δυνατότητες της Τουρκίας με μια πιο «επιθετική» και στοχευμένη πολιτική. Με ενέργειες στο διπλωματικό τομέα συμπεριλαμβανομένων της αξιοποίησης του προνομίου του κράτους μέλους της ΕΕ και της επέκτασης των Χωρικών μας Υδάτων(5).
ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ: Η εκστρατεία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, “Make Turkey Great Again” εξελίσσεται με στρατιωτικό, διπλωματικό, γεωστρατηγικό και οικονομικό κόστος. Η στάση της Τουρκίας ως στρατιωτική δύναμη αντιμετωπίστηκε με υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Τουρκίας σε Β2, θέτοντας τη χώρα σε επίπεδο αντίστοιχο με την Αίγυπτο, τη Τζαμάικα και τη Ρουάντα.
Το κατά κεφαλήν εισόδημα της Τουρκίας είναι μόλις 8.900 δολάρια. Η οικονομία της υφίσταται διψήφιο πληθωρισμό και ποσοστά ανεργίας. Το ένα τέταρτο των Τούρκων νέων είναι άνεργοι. Στις 21 Σεπτεμβρίου, η τουρκική λίρα βυθίστηκε κάτω από το προηγούμενο ιστορικό χαμηλό των 7,60 έναντι του δολαρίου ΗΠΑ (και 8,99 έναντι του ευρώ). Η οικονομία έχει επιβραδυνθεί απότομα (συρρίκνωση 9,9% το δεύτερο τρίμηνο), κυρίως λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας coronavirus.
Η κεντρική τράπεζα και οι κρατικές τράπεζες έχουν πουλήσει περίπου 120 δισεκατομμύρια δολάρια από πέρυσι.
Ο οίκος αξιολόγησης Moody’s ανέφερε ότι η Τουρκία οδηγείται προς μια κρίση στο ισοζύγιο πληρωμών και επισημαίνει ότι οι “ανεπιτυχείς προσπάθειες της κεντρικής της τράπεζας να υπερασπιστεί τη λίρα” έχουν μειώσει το απόθεμά της σε χαμηλά επίπεδα που δεν έχουν παρατηρηθεί εδώ και δεκαετίες. Μείωσε την πιστοληπτική ικανότητα της Τουρκίας σε Β2, η οποία αντιστοιχεί με εκείνη των χωρών της τάξης της Τανζανίας, της Ουγκάντας, της Αιθιοπίας και της Κένυας.
Παρ’ όλα αυτά, οι νεοοθωμανοί του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συνεχίζουν να επιδεικνύουν τη δύναμή τους σε μία από τις πιο ευμετάβλητες περιοχές του κόσμου και να απειλούν στρατιωτικές καθώς και πολιτικές ενέργειες εναντίον αντιπάλων.
Καθημερινά ο Ερντογάν απευθύνεται προς ένα πρόθυμο συντηρητικό/εθνικιστικό ακροατήριο λέγοντας ότι “η Τουρκία είναι μια παγκόσμια δύναμη, είναι ισχυρή πολιτικά και στρατιωτικά, και όλα τα άλλα έθνη ζηλεύουν τη συνεχιζόμενη άνοδό μας”.
Πρόκειται για μια μορφή υπερβολικής αντίδρασης και διαφοροποίησης από την πραγματικότητα. Έχετε ακούσει ποτέ τον Κινέζο πρόεδρο Xi Jinping να υπενθυμίζει στο κοινό ότι η χώρα του έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό στον κόσμο; Έχετε ακούσει ποτέ τον Μπιλ Γκέιτς να υπενθυμίζει στους ακροατές ότι είναι φανταστικά πλούσιος; Αυτοί που διακηρύσσουν δυνατά τη δύναμή τους μάλλον δεν την έχουν.
Όπως επεσήμανε πρόσφατα ο διακεκριμένος και ειδικός στα θέματα της Τουρκίας Ρόμπερτ Έλις, η Τουρκία διαθέτει στρατεύματα σε 13 χώρες (Κύπρος, Συρία, Λιβύη, Ιράκ, Αζερμπαϊτζάν, Σομαλία, Κατάρ, Αφγανιστάν, Αλβανία, Λίβανος, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Κοσσυφοπέδιο και Σουδάν).
Ο Ναμίκ Ταν, πρώην Πρεσβευτής της Τουρκίας στην Ουάσινγκτον, έγραψε: Η εντολή των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων να εισέλθουν στη Συρία και η εμπλοκή τους σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Λιβύη, και ταυτόχρονα να δεσμεύσουν στρατιωτικές δυνάμεις στην Ανατολική Μεσόγειο για τη διεξαγωγή διπλωματίας των «ΦΡΕΓΑΤΩΝ» με τη Γαλλία και την Ελλάδα, θα αποδειχθεί δύσκολο να υποστηριχθεί. Ειδικά τώρα που οι σχέσεις με τη Ρωσία, τις ΗΠΑ και την ΕΕ είναι ήδη τεταμένες και η οικονομία της Τουρκίας είναι σε κρίσιμη κατάσταση.
Η εγκατάλειψη της τακτικής της “soft power/ήπιας δύναμης” και η πλήρης αντικατάστασή της με εκείνη της “hard power/σκληρή δύναμη” σημαίνει ότι δίδεται προτεραιότητα στη στρατιωτική αποτροπή και όχι στη συναίνεση.
Η Αμυντική Βιομηχανία της Τουρκίας παρουσίασε κάποια εντυπωσιακή πρόοδο, ωστόσο δεν είναι ακόμη πλήρως ανεξάρτητη και εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εφόδια που απαιτούν άδεια εξαγωγής από άλλες χώρες, από τις οποίες η Τουρκία (σήμερα) κινδυνεύει να χαρακτηρισθεί ως αντίπαλος. Το 2018, η Turkish Aerospace Industries (TAI) υπέγραψε συμφωνία ύψους 1,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την πώληση 30 Επιθετικών Ελικοπτέρων T129 στο Πακιστάν. Αλλά η συμφωνία αυτή δεν έχει προχωρήσει καθώς η TAI απέτυχε να εξασφαλίσει απαιτούμενες άδειες εξαγωγής για συστήματα της σύμβασης προερχόμενα από τις ΗΠΑ. (Το T129, που κατασκευάζεται με άδεια από την ιταλο-βρετανική AgustaWestland, τροφοδοτείται από δύο κινητήρες turboshaft LHTEC T800-4A που παράγονται από μια κοινή επιχείρηση μεταξύ της αμερικανικής εταιρείας Honeywell και της βρετανικής εταιρείας Rolls-Royce.)
Το μεγαλύτερο πρόγραμμα για το Ναυτικό της Τουρκίας, η κατασκευή μιας πλατφόρμας προσνήωσης, κόστους άνω του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων, ενός πλοίου αμφίβιων επιχειρήσεων, έχει προγραμματιστεί να ολοκληρωθεί το 2021. Ωστόσο, “αυτό το μεγαλύτερο τουρκικό πλοίο” είναι στην πραγματικότητα μια συμφωνία παροχής αδείας με το ισπανικό ναυπηγείο Navantia.
Ο Jacques Attali, σύμβουλος του François Mitterand, σχολίασε τις υπερπόντιες στρατιωτικές φιλοδοξίες του Erdoğan, στο Twitter ως εξής: «Πρέπει να ακούσουμε τι λέει ο Erdoğan, να τα πάρουμε πολύ σοβαρά και να είμαστε έτοιμοι να δράσουμε με όλα τα μέσα. Αν οι προκάτοχοί μας είχαν πάρει στα σοβαρά τις ομιλίες του Φύρερ από το 1933 έως το 1936, θα μπορούσαν να αποτρέψουν αυτό το τέρας από το να συσσωρεύσει τους τρόπους και τα μέσα για να κάνει αυτό που είχε ανακοινώσει.” Ο Erdoğan μπορεί να επιτύχει τους στόχους του μόνο με τους πόρους ενός πλούσιου και ισχυρού έθνους στη διάθεσή του και “Αυτή είναι η αχίλλειος πτέρνα της Τουρκίας“, δήλωσε ο Ρόμπερτ Έλις. “Οι ξένοι επενδυτές φεύγουν, το COVID-19 έχει απορυθμίσει τον τουρισμό και η Moody’s υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Τουρκίας σε Β2, βάζοντας την Τουρκία σε επίπεδο με την Αίγυπτο, την Τζαμάικα και τη Ρουάντα”.
Μερικά από τα κρίσιμα στρατιωτικά προγράμματα εξοπλισμών της Τουρκίας είναι επίσης πολύ προβληματικά. Παρ’ όλα αυτά αιφνιδιάζοντας τους συμμάχους του στο ΝΑΤΟ, ο Ερντογάν επέμεινε στην απόκτηση του ρωσικής κατασκευής συστήματος αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας μεγάλης εμβέλειας, S-400.
Το πρώτο σύστημα S-400 έφτασε στην Άγκυρα τον Ιούλιο του 2019, με στόχο να τεθεί σε επιχειρησιακή λειτουργία μέχρι τον Απρίλιο του 2020.
Το σύστημα παραμένει, κατά κάποιο τρόπο, σε επιχειρησιακή αδράνεια.(3)
Δημοσιεύματα ΜΜΕ υποστηρίζουν ότι η Άγκυρα έχει εντοπίσει τεχνικά προβλήματα στο σύστημα S-400. Σύμφωνα με τον ελληνικό ειδησεογραφικό ιστότοπο Pentapostagma, οι Ρώσοι μηχανικοί δεν έχουν λάβει έγκριση για να παρακολουθούν τις επιχειρήσεις των S-400 στην Τουρκία, ο δε Υπουργός Άμυνας Χουλουσί Ακάρ επιμένει ότι οποιοδήποτε ζήτημα σχετικά με την επιχειρησιακή ετοιμότητα πρέπει να επιλυθεί από Τούρκους μηχανικούς.
Χωρίς να υπολογίζει τις διεθνείς αντιδράσεις και ότι τα διεθνή αποθεματικά της Τουρκίας θα διαβρωθούν γρήγορα (εν μέρει και λόγω της πανδημίας), ο Ερντογάν συμφώνησε να πληρώσει 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια για ένα σύστημα που η Τουρκία δεν μπορεί να ενεργοποιήσει ούτε για τεχνικούς ούτε για πολιτικούς λόγους. Και οι S-400 ήρθαν στην Άγκυρα και επέφεραν ένα ακόμη απροσδόκητο κόστος.
Ως απάντηση στην έντονη επιθυμία του Ερντογάν για τους S-400, η πολυεθνική κοινοπραξία της οποίας ηγούνται οι ΗΠΑ ανέστειλε τη συνεργασία της με την Τουρκία στο πρόγραμμα για την κατασκευή του F-35 Lightning II, μαχητικού αεροσκάφους επόμενης γενιάς.
Η Τουρκία πλήρωσε πάνω από 1 δις δολάρια για τις αρχικές παραγγελίες της με στόχο να αγοράσει 100 αεροσκάφη. Οι δε τουρκικές αμυντικές εταιρείες θα είχαν κάνει κύκλο εργασιών δισεκατομμυρίων δολαρίων για την κατασκευή τμημάτων του.
“Οι υπερπόντιες [στρατιωτικές] επιχειρήσεις είναι ιδιαίτερα δαπανηρές. Δεν αντιμετωπίσαμε λειτουργικές αδυναμίες λόγω δημοσιονομικών περιορισμών. Δεν είμαι σίγουρος, ωστόσο, πόσο καιρό μπορεί να διατηρηθεί όλη αυτή η φιλοδοξία”, δήλωσε ανώτερος στρατιωτικός διοικητής.
Η εκστρατεία “Make Turkey Great Again” του Ερντογάν συνοδεύεται από στρατιωτικό, διπλωματικό, γεωστρατηγικό και οικονομικό κόστος. Οι δείκτες δείχνουν ότι η στρατιωτική εκστρατεία του στο εξωτερικό μπορεί να μην είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα— ιδίως ενόψει των τεράστιων ποσών δημόσιου χρήματος που θα χρειαστεί να δαπανήσει ο Ερντογάν για να απευθυνθεί στους ψηφοφόρους εν όψει των προεδρικών και κοινοβουλευτικών εκλογών του 2023(4)(ή νωρίτερα).
(1) Burak Bekdil is an Ankara-based columnist. He regularly writes for the Gatestone Institute and Defense News and is a fellow at the Middle East Forum.
(2) Επίτιμος Διοικητής 1ης ΣΤΡΑΤΙΑΣ & τέως Αρχηγός ΓΕΕΦ
(3) Η Τουρκία εκτέλεσε δοκιμή βολής με τους S-400 στην περιοχή της Σινώπης και προκάλεσε την έντονη αντίδραση των ΗΠΑ.
https://www.kathimerini.gr/world/561129835/aystiro-minyma-ipa-se-toyrkia-gia-ti-dokimi-ton-s-400/
Αυτό δεν αποκλείει την ύπαρξη τεχνικών προβλημάτων όπως αναφέρει ο Burak Bekdil
(4) Έχω αναφερθεί σε παλαιότερη συνέντευξή μου.
(5) Περισσότερα επί του θέματος, εδώ:
https://geopolitico.gr/2020/06/mesogios-i-thalassa-mas-anatoliki-mesogios-ora-miden/
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
