Διεθνή
«Διπλωματία των σεισμών»: Η αυταπάτη από τον Γιλμάζ ως τον Ερντογάν
Σοφία Βούλτεψη
Εικοσιένα χρόνια μετά την εφεύρεση του όρου, η «διπλωματία των σεισμών» έχει προ πολλού ενταφιαστεί κάτω από τα συντρίμμια αναρίθμητων καταστροφικών επισκέψεων του Εγκέλαδου, αλλά και των σεισμογραφικών τουρκικών πλοίων. Τα γεγονότα δείχνουν ότι ο περισσότερο διαφημισμένος επικοινωνιακός όρος των ελληνοτουρκικών σχέσεων ήταν άλλη μια αυταπάτη.
Άλλωστε, αν υπήρχε και η παραμικρή ελπίδα να αποδώσει κάποιους καρπούς, αυτό θα είχε ήδη συμβεί σε έναν τόσο σεισμογενή χώρο, όπως είναι η πολύπαθη περιοχή μας.
Εικοσιένα χρόνια μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του 1999, πρώτα στην Τουρκία και μετά την Ελλάδα, τίποτε δεν θυμίζει εκείνες τις επιθέσεις φιλίας ανάμεσα στις δύο χώρες. Αυτή τη φορά παρακολουθήσαμε μόνο τα αναγκαία (και σωστά) συλλυπητήρια και τις αναγκαίες (και σωστές) επικοινωνίες.
Αν και ο σεισμός στη Σάμο και στη Σμύρνη είχε το ίδιο επίκεντρο, στις μέρες μας η γεωγραφία δεν στάθηκε δυνατόν να αποτελέσει ούτε αφορμή για επικοινωνιακές κορώνες.
Κατά μια τραγική ειρωνεία της τύχης, την ίδια μέρα του νέου καταστροφικού σεισμού, άφηνε την τελευταία του πνοή ο Μεσούτ Γιλμάζ, πρωθυπουργός εκείνη την εποχή και προσωπικότητα που κυριάρχησε στην πολιτική ζωή της γείτονος για δύο δεκαετίες. Και τον οποίο διαδέχθηκε ο Ερντογάν.
Η είδηση του θανάτου του, στις 30 Οκτωβρίου, πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Παρά το γεγονός ότι την περίοδο της διπλωματίας των σεισμών αυτός ήταν ο πρωθυπουργός, με υπουργό των Εξωτερικών τον αποθανόντα το 2007, Ισμαήλ Τζεμ.
Υπήρχαν και τότε προκλήσεις από την πλευρά της Τουρκίας, όπως θα δούμε παρακάτω. Προκλήσεις που από το 1974 δεν σταμάτησαν ΠΟΤΕ (αυτό το λέω για τον ΣΥΡΙΖΑ που θεωρεί ότι η Γη άρχισε να γυρίζει το 2015).
Το κύμα αλληλεγγύης του 1999
Όταν, στις 17 Αυγούστου του 1999 ο Εγκέλαδος χτύπησε την περιοχή του Μαρμαρά, με τη δύναμη των 7,4 Ρίχτερ και με τραγικό απολογισμό πάνω από 17.000 νεκρούς και σχεδόν 44.000 τραυματίες, από την πλευρά της Ελλάδας είχε παρουσιαστεί ένα άνευ προηγουμένου κύμα αλληλεγγύης: Η Ελλάδα έστειλε τα ΕΜΑΚ, δύο ιατρικές μονάδες του ΕΚΑΒ, επταμελή ομάδα του Οργανισμού Αντισεισμικής Προστασίας, πυροσβεστικά αεροσκάφη για την κατάσβεση της πυρκαγιάς στα διυλιστήρια του Ιζμίτ (Νικομήδεια), φάρμακα, τρόφιμα, σκηνές, ρούχα, ενώ οργανώθηκε και αιμοδοσία.
Ο τότε υπουργός των Εξωτερικών Γ. Παπανδρέου δέχθηκε τις ευχαριστίες του ομολόγου του Ισμαήλ Τζεμ και της Αμερικανίδας τότε υπουργού των Εξωτερικών Μαντλίν Ολμπράιτ, ο Γερμανός καγκελάριος Σρέντερ έστειλε τα συγχαρητήριά του στον τότε πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη και γενικά τα συγχαρητήρια έπαιρναν και έδιναν.
Ακολούθησε ο σεισμός της 7ης Σεπτεμβρίου 1999 στην Πάρνηθα, με 143 νεκρούς. Η Τουρκία ήταν ανάμεσα στις χώρες που έστειλαν συνεργεία διάσωσης και τα μηνύματα συμπαράστασης από την άλλη πλευρά του Αιγαίου έπεσαν βροχή.
Η αλληλεγγύη δεν συμφέρει τον Ερντογάν ούτε ως κλίμα
Σήμερα δεν υπάρχει αυτή η ατμόσφαιρα. Μια αναζωπύρωση έστω και του παλιού εκείνου κλίματος δεν βολεύει τον Ερντογάν, ο οποίος είναι εντελώς απίθανο να αλλάξει τα σχέδιά του – με βασικό την διαιώνιση της παραμονής τους στην προεδρία μέσω πρόωρων εκλογών, κάτι που δεν εξυπηρετείται από την μείωση της έντασης με την Ελλάδα.
Όχι μόνο γι’ αυτό.
Αν η Ιστορία είναι οδηγός, τότε θα πρέπει να θυμόμαστε – πέραν των ωραιοποιημένων αναμνήσεων από την εποχή της «διπλωματίας των σεισμών» – πως εκείνοι οι μήνες, ο Αύγουστος και ο Σεπτέμβριος του 1999, υπήρξαν απλώς ένα επικοινωνιακό διάλειμμα. Το οποίο μάλιστα ουδόλως ωφέλησε την Ελλάδα, αν σκεφθούμε ότι ακολούθησε, τον Δεκέμβριο του 1999, η Συμφωνία του Ελσίνκι, όταν αναγνωρίστηκαν «συνοριακές διαφορές» μεταξύ των δύο χωρών – είχε προηγηθεί, τον Ιούλιο του 1997, η Συμφωνία της Μαδρίτης, όταν είχαν αναγνωριστεί «ζωτικά συμφέροντα» της Τουρκίας στο Αιγαίο.
Σκηνές μίσους μόλις δυο μήνες πριν
Ακόμη και αν αφήσουμε κατά μέρος τα μεγάλα γεγονότα, όπως η κρίση στα Ίμια τον Ιανουάριο του 1996, οι δολοφονίες των Ισαάκ και Σολωμού στην Κύπρο τον Αύγουστο του 1996 και η σύλληψη του Οτσαλάν τον Φεβρουάριο του 1999, το «πριν» και το «μετά» της «διπλωματίας των σεισμών» υπήρξε μια μακριά σειρά αρνητικών και επιθετικών ενεργειών.
Μόλις δύο μήνες πριν από τον σεισμό του Αυγούστου, τον Ιούνιο του 1999, στο νησί Ιμραλί, διεξαγόταν η δίκη του Οτσαλάν. Είδα με τα μάτια μου, όταν βρέθηκα εκεί, στο στόμα του… γκρίζου λύκου, σε δημοσιογραφική και συνδικαλιστική αποστολή, τον φανατισμένο κόσμο που είχε μεταφερθεί στα Μουδανιά από τα βάθη της Ανατολίας να κραδαίνει πανό με το σύνθημα «Η Ελλάδα προστατεύει δολοφόνους μικρών παιδιών»!
Κι’ όταν άρχισαν οι ιστορίες με τη διπλωματία των σεισμών και τις προτάσεις για… Βραβεία Νόμπελ, χαμογελούσα πικρά, φέρνοντας στο μυαλό μου εκείνες τις εικόνες…
Παρακολουθούσα τον Γιλμάζ και τον Τζέμ και θυμόμουν τις ενορχηστρωμένες σκηνές μίσους που οι δημοσιογράφοι είχαμε παρακολουθήσει και ζήσει. Θυμόμουν και άλλα πολλά:
Τα «πριν» και τα «μετά»: Σα να μην πέρασε μια μέρα…
-Τις δηλώσεις Γιλμάζ, τον Μάιο του 1995, που, ως πρόεδρος του κόμματος της «Μητέρας Πατρίδας», είχε δηλώσει πως «αν συνεχιστούν οι θρησκευτικές και πολιτιστικές πιέσεις στους μουσουλμάνους της Δ. Θράκης, τότε η Αγία Σοφία μπορεί να μετατραπεί σε τέμενος».
-Τη δήλωση Γιλμάζ, τον Μάρτιο του 1996, όταν (όπως και σήμερα ο Ερντογάν) ζήτησε την έναρξη διαλόγου με την Ελλάδα, επαναλαμβάνοντας ωστόσο την επιθυμία της Άγκυρας για διάλογο χωρίς όρους με την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων της 4ης στρατιάς και του αφοπλισμού των νησιών. Σα να μην πέρασε μια μέρα!
-Την εκ μέρους της Τουρκίας ανακοίνωση, τον ίδιο μήνα, προς την ιταλική προεδρία, ότι η Άγκυρα αναγνωρίζει μόνο τις διεθνείς συμβάσεις που η ίδια έχει υπογράψει. Αμφισβητώντας έτσι εμμέσως την Συνθήκη των Παρισίων του 1947 για την παράδοση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, στην οποία, όπως και σήμερα λένε, η Τουρκία δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος. Σα να μην πέρασε μια μέρα!
-Τη συνέντευξη Γιλμάζ στο «Μέγκα», τον Μάιο του 1996, όταν είπε πως το Αιγαίο δεν είναι ελληνική θάλασσα και ότι πιστεύει πως καμία ελληνική κυβέρνηση δε θα τολμήσει να επεκτείνει τα ελληνικά χωρικά ύδατα στα 12 μίλια, προσθέτοντας ότι υπάρχουν κάποιες βραχονησίδες, το καθεστώς των οποίων παραμένει αδιευκρίνιστο στη Συνθήκη της Λοζάνης. Σα να μην πέρασε μια μέρα!
-Λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1996, ο Γιλμάζ αποκαλούσε «αντικείμενο πολιτικής διένεξης» το καθεστώς της Γαύδου, καλώντας την Αθήνα να διαπραγματευτεί με την Άγκυρα για να ξεκαθαρίσουν το καθεστώς κυριαρχίας σε ορισμένες νησίδες και βραχονησίδες του Αιγαίου, «που παραμένει αβέβαιο στη Συνθήκη της Λοζάνης»!
-Τον Ιανουάριο 1997, έναν χρόνο ακριβώς μετά τα Ίμια, η Άγκυρα, με επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου της επί των Εξωτερικών, έθετε πάλι ζήτημα αμφισβητούμενων περιοχών στο Αιγαίο, αναγνωρίζοντας ως ελληνικά μόνο τα νησιά που έχουν αποδοθεί στην Ελλάδα με βάση διεθνείς συνθήκες, βάζοντας ζήτημα αφοπλισμού των νησιών. Σα να μην πέρασε μια μέρα!
-Τον Μάιο του 1997, σε συνέντευξή του στον Αντέννα ο Τούρκος πρόεδρος Ντεμιρέλ χαρακτήρισε αμφισβητήσιμη την κυριότητα 130 νησίδων και βραχονησίδων στο Αιγαίο, υποστηρίζοντας ότι… δεν θα είχε σημειωθεί η κρίση στα Ίμια αν η Ελλάδα δεν είχε προχωρήσει στον εποικισμό βραχονησίδων!
Θάλασσα «ειδικών συνθηκών»
-Τον Αύγουστο του 1997, ο Μεσούτ Γιλμάζ, μιλώντας στην αμερικανική εφημερίδα «Ουάσινγκτον Ποστ», δήλωνε ότι το Αιγαίο είναι θάλασσα «ειδικών συνθηκών», όπου δεν μπορεί να εφαρμοσθεί το διεθνές δίκαιο. Μετά τις εξηγήσεις που είχε τότε ζητήσει η ελληνική πλευρά από την Άγκυρα, η τουρκική πρεσβεία στην Αθήνα είχε διανείμει «διορθωτική ερμηνεία», σύμφωνα με την οποία «η Τουρκία δέχεται το διεθνές δίκαιο μόνο στις περιπτώσεις διεθνών συμφωνιών που έχουν επικυρωθεί, καταγραφεί, ισχύουν και είναι δεσμευτικές για τα μέρη», καθώς και ότι «η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας και επομένως δεν αποτελεί διεθνές δίκαιο γι’ αυτήν, άρα στο Αιγαίο δεν μπορεί να εφαρμοστεί». Κανονικά σα να μην πέρασε μια μέρα!
-Στις 17 Φεβρουαρίου 1998, το τουρκικό ΥΠΕΞ υποστήριξε ότι η Ελλάδα δεν έχει δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων στα 12 ν.μ., διότι με τη Συμφωνία της Μαδρίτης αποδέχθηκε το ζωτικό συμφέρον της Τουρκίας στο Αιγαίο, που αντιτίθεται στα 12 ν.μ. Ενώ λίγες μέρες αργότερα, η Άγκυρα δέσμευε οκτώ περιοχές του Αιγαίου για αεροναυτικές ασκήσεις – όπως άλλωστε το είχε πράξει πολλάκις και συνεχίζει.
-Τον Ιούλιο του 1998, ο Έλληνας πρέσβης στην Άγκυρα είχε κληθεί στο τουρκικό ΥΠΕΞ όπου του επιδόθηκε ρηματική διακοίνωση, η οποία χαρακτήριζε παράνομη την παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, με την επίκληση της συνθήκης της Λοζάνης.
-Στις 30 Νοεμβρίου 1998, σε μαζικές παραβιάσεις του κυπριακού εναέριου χώρου προβαίνουν τουρκικά μαχητικά που συμμετείχαν στην τουρκική στρατιωτική άσκηση “Ταύρος”, μέρος της οποίας διεξάγεται στα Κατεχόμενα. Τουρκικά μαχητικά προσγειώνονται στο παράνομο αεροδρόμιο του Λευκονοίκου και τουρκικά πλοία καταπλέουν στα κατεχόμενα λιμάνια.
-Τον Μάιο του 1999, τρεις τουρκικές ακταιωροί εμφανίζονται στα ελληνικά χωρικά ύδατα κοντά στο Αγαθονήσι, με τα πολυβόλα τους στραμμένα προς 27 φουσκωτά, της «Ένωσης Φουσκωτών Σκαφών ο Ιάσων», που έπλεαν προς το νησί για να υψώσουν την ελληνική σημαία και να μοιράσουν δώρα στους Έλληνες ακρίτες. Μπροστά από τις τουρκικές ακταιωρούς είχαν τότε μπει τρία σκάφη του ελληνικού Λιμενικού, οπότε και τα τουρκικά πλοία αποσύρθηκαν. Λίγο αργότερα, το τουρκικό ΥΠΕΞ εξέδωσε ανακοίνωση ότι παρά τις προειδοποιήσεις και τα διαβήματα, η Ελλάδα «συνεχίζει τις προκλητικές της ενέργειες στο Αιγαίο»…
Δυο μόλις μήνες μετά…
Και ακολούθησαν τα «μετά» (της διπλωματίας των σεισμών). Ενδεικτικά και πάλι:
-Στις 26 Νοεμβρίου 1999, δυο περίπου μήνες μετά τον σεισμό της Αθήνας και τρεις μετά τον σεισμό στην Τουρκία, ο Μπουλέντ Ετσεβίτ, αρχηγός του Κόμματος της Δημοκρατικής Αριστεράς, που στο μεταξύ είχε διαδεχθεί τον Γιλμάζ, δήλωνε πως «η ΕΕ διαπίστωσε τώρα πόσο απαραίτητη είναι η Τουρκία για την Ευρώπη», προσθέτοντας πως το ψευδοκράτος στην Κύπρο «αποτελεί σημαντικό στοιχείο ισορροπίας και σταθερότητας στην περιοχή»! Λίγες μέρες αργότερα, στις 5 Δεκεμβρίου 1999, ο Ετσεβίτ δήλωνε σε τηλεοπτική του συνέντευξη πως «η Τουρκία δεν μπορεί να δεχθεί απευθείας προσφυγή στο Δικαστήριο της Χάγης και ζητεί αρχικά απευθείας συνομιλίες για τα προβλήματα του Αιγαίου». Κανονικά σα να μην πέρασε μια μέρα!
-Στις 24 Απριλίου 2000, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων της Τουρκίας, στρατηγός Χουσεΐν Κιβρίκογλου, δήλωνε ότι η ελληνική πλευρά αναφέρεται μόνο στο θέμα της υφαλοκρηπίδας, ενώ η τουρκική σε «τέσσερα ή πέντε προβλήματα», προσθέτοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα, εάν οι δύο πλευρές αναφέρονται σε διαφορετικά πράγματα. Είπατε τίποτα;
«Φυλακισμένοι» στις ακτές της «πιο περίπλοκης θάλασσας!
-Στις 8 Ιουνίου 2000, κατά την ομιλία του στην τελετή παράδοσης πολεμικών πλοίων στη ναυτική βάση της Μαρμαρίδας, ο Ετσεβίτ ζήτησε έναρξη διαλόγου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Όπως είπε, η Τουρκία δεν έχει βλέψεις σε εδάφη καμίας χώρας. Πλην όμως, αναφερόμενος στο Αιγαίο, έκανε λόγο για «ζωτικό πρόβλημα» της Τουρκίας, υπογραμμίζοντας ότι… η χώρα του «έχει φυλακιστεί στις ακτές της»!
-Την 1η Ιουλίου 2000, οι τουρκικές κατοχικές δυνάμεις μετακινούν κατά 200 μέτρα το φυλάκιό τους που βρισκόταν στη νεκρή ζώνη του χωριού Στροβίλια στην Κύπρο και λίγες μέρες αργότερα υψώνουν τις σημαίες της Τουρκίας και του ψευδοκράτους στο εκεί προκεχωρημένο φυλάκιό τους στα Στροβίλια.
-Στις 2 Αυγούστου 2000, δηλαδή έναν μόλις χρόνο μετά την έναρξη της περίφημης «διπλωματίας των σεισμών», ο Ισμαήλ Τζεμ – ο οποίος είχε τύχει θερμότατης υποδοχής στην Αθήνα τον Φεβρουάριο – σε άρθρο του στην ιταλική εφημερίδα «Λα Στάμπα», καλούσε την Ελλάδα να εφαρμόσει το διεθνές δίκαιο σε όλα τα ζητήματα του Αιγαίου και να βελτιώσει την εικόνα της στην Ευρώπη στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων! Έθεσε μάλιστα θέμα… καταπίεσης της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης, εκφράζοντας την… ανησυχία του για τα ανθρώπινα δικαιώματα της «μακεδονικής», της «αλβανικής» και της «βλάχικης» μειονότητας στην Ελλάδα. Αναφερόμενος δε στο Κυπριακό, είχε δηλώσει ότι η λύση στην Κύπρο είναι η αναγνώριση δύο ανεξάρτητων κρατών και η «συνύπαρξή» τους μέσω Συνομοσπονδίας.
Στο ενδιάμεσο, έδιναν κι’ έπαιρναν τα βραβεία προς Παπανδρέου και Τζεμ για την προώθηση της ελληνοτουρκικής φιλίας…
-Την 1η Σεπτεμβρίου 2000 – εξακολουθούμε να απέχουμε μόλις έναν χρόνο από την «διπλωματία των σεισμών» – ο Ισμαήλ Τζέμ, σε συνέντευξη Τύπου στην Άγκυρα, μιλά για την ανάγκη συνολικής διαπραγμάτευσης στο Αιγαίο, ενημερώνοντας πως έχει αποστείλει επιστολή προς τους υπουργούς των Εξωτερικών της ΕΕ, όπου ανέφερε ότι δεν πρέπει να περιλαμβάνονται ελληνοτουρκικά και Κυπριακό στο κείμενο της εταιρικής σχέσης που θα ετοιμαζόταν!
Με λίγα λόγια, έκτοτε η Τουρκία προσπαθεί να αποσυνδέσει τα δύο αυτά ζητήματα από την ευρωπαϊκή της πορεία.
-Στις 11 Σεπτεμβρίου 2000, σε συνέντευξη Τύπου στην Άγκυρα, ο Ετσεβίτ ξεκαθάριζε πως όσο η Ελλάδα συνεχίζει να αρνείται να συζητήσει τα θέματα του Αιγαίου και του εναέριου χώρου, «δεν θα υπάρξουν θετικές εξελίξεις». Λίγες μέρες αργότερα, στις 16 Σεπτεμβρίου, από τη Σμύρνη, ο Ετσεβίτ επέμενε πως «το Αιγαίο είναι η πιο περίπλοκη θάλασσα στον κόσμο» και ότι «στο Αιγαίο η Τουρκία είναι φυλακισμένη στις ακτές της», χαρακτηρίζοντας «πολύ ευαίσθητα προβλήματα τη δίκαιη οριοθέτηση των χωρικών υδάτων Τουρκίας και Ελλάδας, την αμοιβαία οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, τον εναέριο χώρο και τον έλεγχό του, καθώς και το γεγονός ότι τα ελληνικά νησιά που βρίσκονται κοντά στην Τουρκία, έχουν εξοπλιστεί με καταστρατήγηση των συμφωνιών». Κανονικότατα σα να μην πέρασε μια μέρα!
-Στις 9 Οκτωβρίου 2000, από την Κωνσταντινούπολη, κλείνοντας τις εργασίες της Β’ Διάσκεψης Ελλήνων και Τούρκων δημοσιογράφων, ο Ετσεβίτ απέρριψε για άλλη μία φορά την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ως τρόπο επίλυσης του προβλήματος της υφαλοκρηπίδας, υποστηρίζοντας ότι «το πρόβλημα του Αιγαίου έχει διαστάσεις τεχνικές, οικονομικές και διαστάσεις που άπτονται της ασφάλειας».
«Να μετράς τα δάχτυλά σου μετά από χειραψία με την Ελλάδα»!
Και ερχόμαστε στο καλύτερο:
-Στις 29 Οκτωβρίου 2000, ο Γιλμάζ, ο πρωθυπουργός της διπλωματίας των σεισμών, για να μην ξεχνιόμαστε, ο οποίος στο μεταξύ είχε αναλάβει αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, μιλώντας στο τουρκικό τηλεοπτικό κανάλι CNBC-E και στην εφημερίδα «Μιλιέτ» ανέφερε ότι… «πρέπει να μετράς τα δάχτυλά σου ύστερα από χειραψία με την Ελλάδα»!
Όπως είπε, ο ίδιος δεν επιθυμούσε να επισκεφθεί την Ελλάδα, αλλά αποδέχθηκε πρόκληση του ελληνοτουρκικού Επιχειρηματικού Συμβουλίου, προκειμένου να μιλήσει σε διοργάνωση στην Αθήνα, κατόπιν πιέσεων του τουρκικού ΥΠΕΞ. Και κατέληξε κατηγορώντας την Ελλάδα ότι επιδιώκει επιφανειακό διάλογο για να επιβάλει τις απόψεις της στην Άγκυρα! Όταν μάλιστα ήλθε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου, δικαιολόγησε την δήλωσή του περί… απώλειας δαχτύλων ως… «ένα αστείο που δεν αξίζει τέτοιας προσοχής».
Και σε συνέντευξη Τύπου ο Γιλμάζ είχε τότε δηλώσει ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να άρει το casus belli εναντίον της Ελλάδας, προσθέτοντας ότι τα δικαιώματα της Ελλάδας από τις διεθνείς συμφωνίες μπορούν να υλοποιηθούν εφόσον οι συμφωνίες αυτές είναι αποδεκτές και από την Τουρκία, όπως επίσης ότι αυτές δεν μπορούν να… κακοποιούνται από την Αθήνα. Και βέβαια, επανέλαβε ότι το Αιγαίο είναι «μία ειδική θάλασσα» και εάν η Ελλάδα χρησιμοποιήσει το νόμιμο δικαίωμά της, επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12ν.μ., τότε η Τουρκία θα περιβάλλεται από μία ελληνική θάλασσα και… «όποιος δει το χάρτη του Αιγαίου θα συμφωνήσει με τους φόβους της Άγκυρας»!
Μύλος με την άσκηση του ΝΑΤΟ
Είχαν προηγηθεί κι’ άλλα:
Στις 7 Οκτωβρίου 2000, για πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια, ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη είχαν προσγειωθεί σε τουρκικό έδαφος, στην αεροπορική βάση Μπαλίκεσιρ, προκειμένου να πάρουν μέρος στην άσκηση του ΝΑΤΟ «Destined Glory» που πραγματοποιήθηκε στο Αιγαίο και τη νοτιοανατολική Τουρκία. Ενώ η άσκηση ξεκίνησε κανονικά, στις 11 Οκτωβρίου, ο Τούρκος διοικητής του στρατηγείου Εσκί Σεχίρ κατά τη διάρκεια της απουσίας του επικεφαλής των συμμαχικών αεροπορικών δυνάμεων Νοτιοανατολικής Ευρώπης, τροποποίησε το Σχέδιο Ελέγχου Εναέριου Χώρου που είχε συμφωνηθεί από όλες τις πλευρές (και την Τουρκία) και ζήτησε από όλα τα αεροσκάφη να μην πετούν πάνω από τα νησιά Λήμνο και Ικαρία, θέτοντας πρόβλημα «υπερπτήσης άνωθεν αποστρατικοποιημένων περιοχών».
Η Αθήνα διέταξε την αναστολή συμμετοχής των ελληνικών μαχητικών στις προγραμματισμένες αποστολές και ζήτησε την άμεση παρέμβαση του ΝΑΤΟ, πράγμα το οποίο και συνέβη, οπότε και επανασχεδιάστηκε η άσκηση. Αλλά μια μέρα μετά, στις 18 Οκτωβρίου, η Άγκυρα προχώρησε σε νέα πρόκληση καταστρατηγώντας όλες τις οδηγίες και εντολές της Συμμαχίας. Τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη επιχείρησαν να αναχαιτίσουν ελληνικά τα οποία εκτελούσαν αποστολή στο περιθώριο των γυμνασίων, με αποτέλεσμα αυτά να ανακληθούν, μετά από νατοϊκή διαταγή.
Δηλαδή η Τουρκία αναχαίτισε αεροπλάνα χώρας του ΝΑΤΟ στο πλαίσιο άσκησης του ΝΑΤΟ! Από την πλευρά του το ΝΑΤΟ – και τότε – απέφυγε να συγκρουστεί με την Τουρκία και κράτησε μακριά από τα τουρκικά εδάφη τα ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη. Τελικά – και μετά από μεγάλες φασαρίες στη Συμμαχία – στις 20 Οκτωβρίου, το ΝΑΤΟ υποχώρησε και κάλεσε τα ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη να μετάσχουν στην άσκηση πετώντας πάνω από τη Λήμνο και την Ικαρία.
Την επομένη, όμως, σημειώθηκε νέα εμπλοκή όταν ελληνικά μαχητικά παρενοχλήθηκαν με προκλητικό τρόπο από τουρκικά. Επιπλέον, η Άγκυρα έκλεισε τον εναέριο χώρο της για κάθε νατοϊκό αεροσκάφος προερχόμενο από την Ελλάδα, ενώ παράλληλα ζήτησε και πέτυχε, όπως ισχυρίστηκε, από τη Συμμαχία να μην κάνει δεκτό ως εναέριο χώρο της Ελλάδας τα 10 ναυτικά μίλια, αλλά τα έξι.
Η Ελλάδα αποχώρησε από την άσκηση και ζήτησε άμεση διακοπή της, υποστηρίζοντας πως δεν αποδέχεται συμπεριφορές συμμαχικού κράτους που χρησιμοποιεί τους θεσμούς, τη δομή και τις ασκήσεις της Συμμαχίας για να προωθήσει τα δικά της συμφέροντα. Και στις 24 του μήνα, ο Τζεμ, αναφερόμενος στην άσκηση και στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας, επιχείρησε να διαψεύσει την ελληνική πλευρά λέγοντας ότι το θέμα εξελίχθηκε περισσότερο μεταξύ Ελλάδας και ΝΑΤΟ και ότι η Συμμαχία πρότεινε στην Αθήνα να… μην κάνει «κάποια πράγματα» στην άσκηση αυτή.
«Ούτε να το σκέπτεστε!»
-Στις 5 Δεκεμβρίου 2000, επομένη της υπογραφής του κειμένου εταιρικής σχέσης Τουρκίας – ΕΕ που είχε εγκριθεί από τους υπουργούς Εξωτερικών της ΕΕ, βασιζόταν στα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής του Ελσίνκι και είχε ως βραχυπρόθεσμους στόχους την επίλυση του Κυπριακού και μεσοπρόθεσμους το θέμα των ελληνοτουρκικών διαφορών, ο Γιλμάζ, ανέφερε ότι η ελληνική πλευρά δεν πρέπει καν να σκεφτεί ότι το Κυπριακό μπορεί να λυθεί με μονομερή υποχώρηση της Τουρκίας! Και μια μέρα μετά, ο Ετσεβίτ δήλωνε πως το έγγραφο της εταιρικής σχέσης Τουρκίας-ΕΕ «λαμβάνει υπόψη τις ευαισθησίες της Άγκυρας στα θέματα του Αιγαίου και του Κυπριακού και είναι σύμφωνο με τα συμπεράσματα του Ελσίνκι».
-Τον Απρίλιο του 2001 ο Τούρκος υπουργός Άμυνας ζητεί αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου και τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς ο Τζεμ (της διπλωματίας των σεισμών, εντάξει;) επαναφέρει την απαίτηση διμερούς διαλόγου για τις ελληνοτουρκικές «διαφορές» στο Αιγαίο.
-Τον Οκτώβριο του 2001, μετά από δεκάδες παραβάσεις και παραβιάσεις του εθνικού εναερίου χώρου μας, εκδίδεται τουρκική ΝΟΤΑΜ με την οποία ζητείται η υποβολή σχεδίων πτήσης για τα αεροσκάφη που κινούνται προς και από Ρόδο και Λευκωσία, με το επιχείρημα ότι οι δύο αεροδιάδρομοι για ελάχιστα δευτερόλεπτα περνούν από το τουρκικό FIR.
-Τον Ιανουάριο του 2002, από τους ψηφιακούς χάρτες που προορίζονται για χρήση από τις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ απαλείφονται τα ελληνοτουρκικά σύνορα στο Αιγαίο, επειδή κατά το Στέιτ Ντηπάρτμεντ «δεν υπάρχουν συνθήκες κοινώς αποδεκτές από τις δύο χώρες για τον καθορισμό των συνόρων στο Αιγαίο».
-Τον Απρίλιο του 2005, ο πρώην πλέον υπουργός Εξωτερικών Τζεμ, δηλώνει στο Cnn Turk, ότι «το πρακτικό που υπογράφηκε το 1997 στη Μαδρίτη μεταξύ Τουρκίας-Ελλάδας καθιστά ανούσια τη συζήτηση περί απόφασης της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης για το ζήτημα των χωρικών υδάτων, αφού με το πρωτόκολλο η Ελλάδα δεσμεύεται να απέχει από μονομερείς ενέργειες, όπως θα ήταν η επέκταση των χωρικών της υδάτων».
Όλα αυτά τα χρόνια, η Τουρκία έζησε δεκάδες σεισμούς με εκατοντάδες τραυματίες σε διάφορες επαρχίες, θρήνησε θύματα σε πολεμικά μέτωπα και σε διάφορες φυσικές καταστροφές και ατυχήματα σε ορυχεία, είδε τον πληθωρισμό να ανεβαίνει στα ύψη, την τουρκική λίρα να γνωρίζει αλλεπάλληλες υποτιμήσεις. Τον Νοέμβριο του 1999 μάλιστα είχε εκδώσει και χαρτονόμισμα 10 εκατομμυρίων λιρών (20,4 δολάρια ΗΠΑ) κατακτώντας την πρωτιά χώρας με τα περισσότερα μηδενικά στο χαρτονόμισμά της.
Όλα αυτά δεν την εμπόδισαν να συνεχίζει τις παραβάσεις, τις παραβιάσεις, την πρόκληση επεισοδίων με πλοία στο Αιγαίο, τις απειλές κατά της Κύπρου – πρώτα για να μην γίνει δεκτή στην ΕΕ και μετά για να μην προχωρήσει στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της.
Απέδειξε δηλαδή η Άγκυρα στην πράξη ότι η πολυδιαφημισμένη «διπλωματία των σεισμών» δεν ήταν παρά ένα αδειανό πουκάμισο, που ο Ερντογάν δεν θέλει να φορέσει…
* H Σοφία Βούλτεψη είναι βουλευτής Β3 Νοτίου Τομέα Αθηνών, Ν.Δ., πρώην υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητική εκπρόσωπος, δημοσιογράφος.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

