Διεθνή
Με το βλέμμα στραμμένο στις ΗΠΑ ο Ερντογάν: Συνεχείς προκλήσεις με φόντο τα ενεργειακά – Τι θα σημάνει μια νίκη Μπάιντεν
Ντόναλντ Τραμπ και Τζο Μπάιντεν έχουν φτάσει στο τέρμα της διαδρομής των αμερικανικών εκλογών και αναμένουν την… λαϊκή ετυμηγορία.
Ένας από τους δύο θα είναι ο ένοικος του Λευκού Οίκου για τα επόμενα χρόνια. Οι εκλογές βέβαια δεν είναι αμιγώς αμερικανική υπόθεση καθώς σε αρκετές «γωνιές» του πλανήτη αναμένεται με ενδιαφέρον η απόφαση των Αμερικανών. Ανάμεσα στις χώρες που περιμένουν με αγωνία το αποτέλεσμα των εκλογών είναι και η Τουρκία που λόγω των καλών σχέσεων Τραμπ – Ερντογάν θα «ψήφιζε» υπέρ της παραμονής του Ρεπουμπλικάνου στο Οβάλ Γραφείο.
Προκλήσεις με Ακάρ – Τσαβούσογλου
Συνεχίζουν με αμείωτη ένταση τις προκλήσεις οι Τούρκοι, που μετά τη νέα παράνομη NAVTEX για έρευνες του Oruc Reis, το ρίχνουν στις λεκτικές κορώνες. Αυτή τη φορά ήταν η σειρά του υπουργού Άμυνας της γείτονος Χουλουσί Ακάρ, να ρίξει λάδι στη φωτιά, σημειώνοντας πως «60 πλοία του τουρκικού στόλου βρίσκονται σε επαγρύπνηση, ενώ τα αεροσκάφη μας βρίσκονται στους αιθέρες».
Συνέχιζε τονίζοντας: «Να έρθει η Ελλάδα να μιλήσουμε, μέσω διαλόγου θα προκύψουν ίσως λύσεις με λογικούς και έξυπνους τρόπους. Όμως με εγωισμούς, κακομαθημένες συμπεριφορές, και λέγοντας πως θα γίνει “ότι θέλω εγώ”, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό».
Λίγο αργότερα, τον υποψήφιο για την προεδρία των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, κατηγόρησε ο τούρκος ΥΠΕΞ, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ότι χρησιμοποιεί την Τουρκία ως εργαλείο κατά την προεκλογική του εκστρατεία. Ο τούρκος ΥΠΕΞ είπε ακόμη για τη Γαλλία ότι βρίσκεται σε «επικίνδυνο δρόμο», ενώ υποστήριξε ακόμη ότι κάποιες χώρες σύμμαχοι της Τουρκίας «κακομαθαίνουν την Ε/κ πλευρά» -όπως αποκάλεσε την Κυπριακή Δημοκρατία- και πως αυτό δεν συμβάλλει στην επίλυση του Κυπριακού.
Σε δηλώσεις του στο περιοδικό Κριτέρ, ο τούρκος υπουργός είπε ότι οι σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και του ψευδοκράτους είναι πολύ ιδιαίτερες. «Ανεξάρτητα από τις εκλογές, η Τουρκία ήταν πάντα δίπλα στους Τ/Κ στον δίκαιο αγώνα τους. Και από δω και πέρα θα παρέχει την απαραίτητη στήριξη για την ασφάλεια, ανάπτυξη και ευημερία της ‘τδβκ’ όπως αποκάλεσε το ψευδοκράτος. Κατά την περίοδο πρωθυπουργίας του κ. Τατάρ εργαστήκαμε αρμονικά μαζί του. Πιστεύουμε ότι θα διατηρήσουμε αυτή την αρμονία μέσα σε αλληλεγγύη και συνεργασία και κατά την περίοδο της προεδρίας του. Θα συνεχίσουμε να συνεργαζόμαστε ιδιαίτερα για την διασφάλιση της κυριαρχικής ισότητας των Τ/Κ οι οποίοι είναι συνιδιοκτήτες του νησιού και για την υπεράσπιση των νόμιμων δικαιωμάτων και συμφερόντων τους στην ανατολική Μεσόγειο» ισχυρίστηκε.
Ο τούρκος υπουργός είπε πως «βλέπουμε ότι ορισμένοι από τους συμμάχους μας ενίσχυσαν πρόσφατα τη συνεργασία τους με την ‘Ε/κ διοίκηση νοτίου Κύπρου’, ειδικά στον τομέα της άμυνας. Από τη μια, ενώ απευθύνεται έκκληση για περιεκτική λύση στην Κύπρο, είναι μεγάλη αντίφαση από την άλλη να παραβλέπεται η ισορροπία μεταξύ των δύο πλευρών στο νησί».
Το να «κακομαθαίνεται η ‘Ε/κ διοίκηση με τέτοια βήματα δεν συμβάλλει ούτε στην επίλυση του Κυπριακού ούτε και εξυπηρετεί την ειρήνη και σταθερότητα στην ανατολική Μεσόγειο. Αυτά τα βήματα ενθαρρύνουν μόνο την αδιάλλακτη στάση της Ε/κ πλευράς η οποία αποτελεί εμπόδιο για τη λύση ενώ ενισχύει την δική μας αποφασιστικότητα» ισχυρίστηκε ο Τσαβούσογλου.
Για τις εκλογές στις ΗΠΑ, ο τούρκος υπουργός είπε ότι η απόφαση ανήκει στον λαό των ΗΠΑ και όλοι πρέπει να τη σέβονται. «Με άλλα λόγια εμείς είμαστε έτοιμοι να συνεργαστούμε στενά με όποιον επιλέξει ο αμερικανικός λαός» ανέφερε ο τούρκος υπουργός, προσθέτοντας ωστόσο πως θα συνεχίσουν να αντιτάσσονται σθεναρά στις προσπάθειες κάποιων υποψηφίων για την προεδρία των ΗΠΑ και ιδίως του Μπάιντεν, να χρησιμοποιούν την Τουρκία ως εργαλείο σε εσωτερικές συζητήσεις κατά τη διάρκεια της προεκλογικής τους πορείας.
Ο τούρκος υπουργός κατηγόρησε, επίσης, τις ΗΠΑ ότι χρησιμοποιούν τις κυρώσεις ως εργαλείο στην εξωτερική τους πολιτική εκμεταλλευόμενοι τη δεσπόζουσα θέση τους στην παγκόσμια οικονομία. Πρόσθεσε ότι οι κυρώσεις συνοδεύονται από μια απειλητική γλώσσα η οποία σε καμιά περίπτωση δεν είναι αποδεκτή, υποστηρίζοντας ότι οι διεθνείς κυρώσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο των ΗΕ και πως αυτή είναι η μόνη νόμιμη μέθοδος.
Τι σημαίνει για τον Ερντογάν ενδεχόμενη νίκη Μπάιντεν
Λίγες ημέρες αφού η Τουρκία παρέλαβε το ρωσικό αμυντικό πυραυλικό σύστημα τον Ιούλιο του 2019, κορυφαίοι αξιωματούχοι ασφαλείας της κυβέρνησης Τραμπ συμφωνούσαν ότι η Ουάσιγκτον θα πρέπει να πραγματοποιήσει την απειλή της να επιβάλει κυρώσεις στη σύμμαχό της στο ΝΑΤΟ.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε αποστείλει τις προτάσεις του στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, ζητώντας άμεσες κυρώσεις σε Τούρκους αξιωματούχους και φορείς, και τα μέτρα θα εφαρμόζονταν μόλις τα ενέκρινε ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Εκείνος όμως δεν το έκανε ποτέ, διαφωνώντας με τους κοντινότερους συμβούλους του, όπως ανέφεραν δύο γνώστες της διαδικασίας λήψης αποφάσεων του κ. Τραμπ. Μέχρι σήμερα έχει αρνηθεί να επιβάλει κυρώσεις στην Άγκυρα για την αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400, που η Ουάσιγκτον δηλώνει ότι υπονομεύουν την άμυνα του ΝΑΤΟ.
Αν και το να ακυρώνει τις εισηγήσεις των συμβούλων του είναι σύνηθες στην πολιτική Τραμπ, το ένστικτό του να είναι επιεικής με την Τουρκία έχει εμποδίσει την κατάρρευση των σχέσεων μεταξύ της Άγκυρας και της Ουάσιγκτον.
Η εδώ και δεκαετίες συνεργασία μεταξύ των συμμάχων στο ΝΑΤΟ έχει περάσει τα τελευταία πέντε χρόνια από πρωτοφανή προβλήματα, με τη διαφωνία σε θέματα όπως η πολιτική στη Συρία, οι στενότερες σχέσεις της Άγκυρας με τη Μόσχα, οι θαλάσσιες φιλοδοξίες της Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο, οι αμερικανικές κατηγορίες κατά μιας κρατικής τουρκικής τράπεζας, και η διάβρωση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών στην Τουρκία.
Εάν ο αντίπαλος του Ρεμπουμπλικάνου Τραμπ, ο Τζο Μπάιντεν, επικρατήσει στις εκλογές της Τρίτης, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν θα χάσει τον πιο πολύτιμο σύμμαχό του στην Ουάσιγκτον, αφήνοντας την Άγκυρα ευάλωτη στην οργή ενός θυμωμένου Κογκρέσου στις ΗΠΑ και ορισμένων αμερικανικών υπηρεσιών που ανησυχούν για την Τουρκία.
Ο κ. Μπάιντεν, που τον περασμένο Δεκέμβριο αποκάλεσε «αυταρχικό» τον κ. Ερντογάν, αναμένεται να είναι σκληρότερος με την Τουρκία, ιδιαιτέρως αναφορικά με την αποδυνάμωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών λειτουργιών, και μπορεί να της επιβάλει κυρώσεις για την αγορά των S-400, μετά και την επιβεβαίωση από τον Τούρκο πρόεδρο ότι άρχισε η δοκιμή τους.
Ωστόσο, η προτεραιότητα του κ. Μπάιντεν να αντιμετωπίσει τη Ρωσία και το Ιράν και να επανεπενδύσει στις πολυμερείς συμμαχίες μπορεί να αποβεί υπέρ της Άγκυρας, επισημαίνουν αναλυτές.
«Ο Μπάιντεν είναι απίθανο να γείρει υπέρ μιας αυθόρμητα τιμωρητικής προσέγγισης, όπως πολλοί φαίνεται να αναμένουν, αλλά αντιθέτως θα επιλέξει μάλλον να γεφυρώσει το κενό μεταξύ των επαγγελματιών της αμερικανικής γραφειοκρατίας με τον Λευκό Οίκο, που έχει ανοίξει ιδιαιτέρως υπό τον Τραμπ», λέει ο Μαξ Χόφμαν, υποδιευθυντής του Κέντρου για την Αμερικανική Πρόοδο: «Αυτό σημαίνει ότι ο Ερντογάν δε θα μπορεί να ανατρέψει την αμερικανική πολιτική με ένα τηλεφώνημα στον Λευκό Οίκο», επισημαίνει.
Ο κ. Τραμπ έχει επαινέσει δημοσίως τον κ. Ερντογάν και το μαχητικό του ύφος στη διακυβέρνηση αποκαλώντας τον «φίλο» και «τρομερό ηγέτη». Η Ουάσιγκτον έχει εν πολλοίς μείνει σιωπηλή προ ενός ολοένα και περισσότερο αυταρχικού κ. Ερντογάν.
«Θεωρώ ότι πιθανότατα θα δούμε σθεναρότερη αντίδραση (από μια κυβέρνηση Μπάιντεν) στην τουρκική κυβέρνηση όπου αντιβαίνει τα αμερικανικά συμφέροντα», εκτιμά η Τόρι Τόσιγκ, Διευθύντρια Έρευνας στο Κέντρο Μπέλφερ της Σχολής Διακυβέρνησης Κένεντι του Χάρβαρντ. Η ίδια επισημαίνει ότι η αντιδημοκρατική διολίσθηση της Τουρκίας θα πρέπει να προκαλεί μεγαλύτερη ανησυχία.
Μια από τις πρώτες κινήσεις εξωτερικής πολιτικής του κ. Μπάιντεν θα είναι η αποκατάσταση της αφοσίωσης της Ουάσιγκτον στις συμμαχίες της, πρώτα και κύρια στο ΝΑΤΟ, η συνοχή του οποίου έχει πληγεί υπό τον κ. Τραμπ που αμφισβήτησε τη σημερινή σημασία του 70ετούς οργανισμού.
Για να αποκαταστήσει την Ατλαντική Συμμαχία, λένε αναλυτές, ο κ. Μπάιντεν θα πρέπει να συνεργαστεί με την Τουρκία, ή τουλάχιστον να το προσπαθήσει. «Αναμένω ο κ. Μπάιντεν να προσεγγίσει τον κ. Ερντογάν διότι προτεραιότητα θα έχει η αναζωογόνηση του ΝΑΤΟ και είναι γνωστό ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς την Τουρκία,» εκτιμά ο Σονέρ Τσαγκαπτάι, ερευνητής του Ινστιτούτου Πολιτικής της Ουάσινγκτον για την Εγγύς Ανατολή.
Ωστόσο η προσπάθεια αυτή θα έρθει σε σύγκρουση με την αυξανόμενη πίεση από το Κογκρέσο να επιβάλει τον νόμο περί αντιμετώπισης των αντιπάλων των ΗΠΑ μέσω κυρώσεων, μια νομοθεσία που πέρασε με ψήφους 98-2 από την αμερικανική Γερουσία και σχεδιάστηκε για να τιμωρήσει την επιθετικότητας της Ρωσίας, του Ιράν και της Βόρειας Κορέας και να αποθαρρύνει άλλους από τη συνεργασία μαζί τους.
«Το Κογκρέσο δεν έχει άλλη υπομονή», είπε σε συνέντευξή του ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Κρις Βαν Χόλεν: «Θα δούμε διακομματική στήριξη στο Κογκρέσο υπέρ της άσκησης πίεσης στην κυβέρνηση, ανεξαρτήτως ποια είναι η κυβέρνηση, για να επιβληθούν οι κυρώσεις του νέου νόμου».
Η τιμωρία από την Ουάσιγκτον για την αγορά των ρωσικών πυραύλων από την Άγκυρα έχει μέχρι σήμερα περιοριστεί στην αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των μαχητικών αεροπλάνων F35. Ωστόσο τουρκικές εταιρίες εξακολουθούν να παράγουν εξαρτήματα των αεροσκαφών.
Άγκυρα και Ουάσιγκτον έχουν ένα παράθυρο έξι έως εννέα μηνών για να επανεκκινήσουν τις σχέσεις τους και να οικοδομήσουν καλή θέληση, ανέφερε σε πρόσφατη έκθεσή του ο Εμρέ Πεκέρ, διευθυντής του Eurasia Group, ενώ «ο κίνδυνος ατυχημάτων» παραμένει υψηλός και ανεβαίνει κι άλλο με τον καιρό.
«Δεδομένων των επιλογών για την τιμωρία της Τουρκίας, και εφόσον η Άγκυρα δεν αποκηρύξει τους S-400 της, ο κ. Μπάιντεν θα αρχίσει πιθανώς να επιβάλλει προς τα τέλη του 2021 λιγότερο βαριά μέτρα σύμφωνα με τον νέο νόμο περί κυρώσεων, και να απειλεί με πιο σοβαρή δράση εάν δεν αλλάξει πορεία η Τουρκία. Ο νόμος περί κυρώσεων των αντιπάλων μπορεί να καταστεί καταστροφικός για την Τουρκία,» έγραψε ο κ. Πεκέρ.
Η ταλαιπωρημένη τουρκική λίρα είναι ιδιαιτέρως ευάλωτη σε αμερικανικές κυρώσεις. Πάντως, ακόμα και έτσι η Τουρκία και ο Ερντογάν δεν δείχνουν διάθεση να υποχωρήσουν.
ΠΗΓΗ: Newpost.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
