Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ελλάδα – ΗΠΑ – Τουρκία – Διεθνείς Οργανισμοί (Παγκόσμιες σχέσεις)

Δημοσιεύτηκε στις

Δημήτριος Στεφ. Καραμπέρης 

Με αφορμή τις πρόσφατες εκλογές στις ΗΠΑ, ας εξετάσουμε κατά πόσον αυτές επηρεάζουν τις σχέσεις τους με τον υπόλοιπο κόσμο και ιδιαίτερα με τη χώρα μας και τους γείτονές μας. Είναι γεγονός ότι, στις περισσότερες των περιπτώσεων που το επίσημο κράτος των ΗΠΑ, πήρε θέση για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα, ήταν στην καλύτερη περίπτωση ουδέτερο, διότι προφανώς αυτό εξυπηρετούσε τα δικά τους συμφέροντα.

Είναι επίσης γεγονός ότι, οι Αμερικανικές παρεμβάσεις στα τεκταινόμενα άλλων χωρών, καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνος και μέχρι σήμερα, ήταν καταλυτικές και σε πολλές περιπτώσεις, μη αποδεκτές από τον υπόλοιπο κόσμο και είναι ένας από τους βασικότερους λόγους (σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες), που οδήγησαν σ’ αυτό που με μια λέξη ονομάσθηκε ΑΝΤΙΑΜΕΡΙΚΑΝΙΣΜΟΣ.

Η διαχρονική πολιτική των ΗΠΑ, επιζητεί συμμάχους, οι οποίοι, έναντι ικανών οικονομικών ανταλλαγμάτων και προστασίας (που παρέχουν αυτές προς τους μικρούς), ζητούν την απόλυτη υποστήριξη των μικρών και συμβιβασμούς, οι οποίοι σε κάποιες περιπτώσεις είναι οδυνηροί για το πρεστίζ τους. Η αλαζονεία των κυβερνήσεων και λοιπών μεγαλοαξιωματούχων των ΗΠΑ, έγκειται στο ότι θεωρούν δεδομένη την υποστήριξη των μικρών, ως ανταπόδωση σ’ αυτά που παρέχουν οι ίδιες, αδιαφορώντας εάν η παραχώρηση εκ μέρους αυτών, μπορεί να προκαλέσει εσωτερικές διαταραχές οι οποίες είναι δυνατόν να καταλήξουν σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Τα παραδείγματα είναι πολλά: Βιετνάμ, Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη, Συρία και ό,τι έχει σχέση με το μουσουλμανικό φανατισμό της τελευταίας εικοσαετίας.

Έχοντας μάλιστα και τη μερίδα του λέοντος στην οικονομική (και όχι μόνον) υποστήριξη των διεθνών οργανισμών (ΟΗΕ, ΝΑΤΟ κλπ.), θεωρούν αυτονόητη την προάσπιση από αυτούς των συμφερόντων τους, ακόμη και σε περιπτώσεις που με αυτήν, θίγονται, ακόμη και κυριαρχικά δικαιώματα άλλων. Ή στην καλύτερη των περιπτώσεων, για τους άλλους, να παίζουν το ρόλο του «Πόντιου Πιλάτου» υπό μορφή ουδετερότητος, η οποία βέβαια ευνοεί πάντοτε αυτόν που έχει το άδικο (ή μάλλον το λιγότερο δίκιο) σε μια διένεξη.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τη χώρα μας. Η Τουρκία, μια χώρα με ζωή ενός αιώνος με τη μορφή αυτή και με αυτό το όνομα, πάτησε στο δίκαιο που δημιούργησε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, καταλύοντας με κατακτητικούς πολέμους από τον 12ο έως το 15ο αιώνα τη Βυζαντινή και επιβιώνοντας επί πέντε αιώνες στα εδάφη της, απέκτησε δικαιώματα σ’ αυτά και εκμεταλλευόμενη εις το έπακρον τα λάθη της ελληνικής πολιτικής και διπλωματίας του 20ου αιώνος (τα οποία συνεχίζονται μέχρι σήμερα), αλλά και τα φαιά σημεία των συνθηκών σε συνδυασμό με τις υπαρκτές αδυναμίες των διαιτητικών οργάνων των διεθνών οργανισμών, διεκδικεί συνεχώς οτιδήποτε θεωρεί ότι της ανήκε κάποτε και δικαιολογεί όλες τις πράξεις της (ακόμη και τις αποτρόπαιες), στο δίκαιο που δημιούργησε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως διάδοχός της.

Οι ΗΠΑ, τηρώντας ουδετερότητα σε επίσημο επίπεδο και μη παίρνοντας σαφή θέση υπέρ αυτού που θεωρούν ότι έχει δίκιο, ουσιαστικά ευνοούν την Τουρκία. Εάν έπαιρναν θέση υπέρ της Ελλάδος, θα έπαιρναν το ρίσκο να χάσουν ένα σύμμαχο, που έχει αριθμητικά το δεύτερο Στρατό μετά από αυτούς στη Δύση και τον έλεγχο μιας ζωτικότατης γι’ αυτούς περιοχής, η οποία γεωστρατηγικά, έχει σπουδαιότερη σημασία (αντικειμενικά) από ό,τι η Ελλάδα.

Φυσικά, δεν μπορούν επισήμως να πάρουν σαφή θέση υπέρ της Τουρκίας, διότι και η Ελλάδα, αποτελεί έναν παραδοσιακό και ισχυρό σύμμαχο, με μια ενεργή και δραστήρια κοινότητα εντός των ΗΠΑ η οποία έχει αξιοσημείωτο ρόλο, ίσως όχι τόσο σημαντικό όσο των Εβραίων (δεν βάζουμε σε σύγκριση κοινότητες του μεγέθους της Κίνας, της Λατινικής Αμερικής ή των Αφροαμερικανών), πλην όμως έχει να επιδείξει ικανό αριθμό επιτυχημένων πολιτικών και επιχειρηματιών και είναι ικανή να επηρεάσει, μέχρις ενός σημείου, πράγματα και καταστάσεις στις ΗΠΑ.

Γι’ αυτό και η πολιτική τους στα διαχρονικά ελληνοτουρκικά προβλήματα, τουλάχιστον επίσημα, προσπαθεί να ακροβατήσει μεταξύ των δύο πόλων και να διακηρύσσεται ως ουδέτερη. Και αυτό συμβαίνει, είτε η κυβέρνηση είναι δημοκρατική, είτε ρεπουμπλικανική, με ελάχιστες και συνήθως ήσσονος σημασίας διαφορές.

Εμείς οι Έλληνες, ως πλειοψηφία, προτιμούμε στις ΗΠΑ να υπάρχει Πρόεδρος προερχόμενος από τους Δημοκρατικούς. Και η ιστορία άρχισε με τον Ουΐλσον την περίοδο του εθνικού διχασμού και του Α΄ΠΠ, που τάχθηκε επί της ουσίας με το Βενιζέλο, συνεχίστηκε με το Ρούσβελτ και τον Τρούμαν και την υποστήριξή τους κατά τον Β΄ΠΠ, αλλά και μετά από αυτόν. Στον αντίποδα, οι Ρεπουμπλικανοί πρόεδροι Νίξον και Φορντ, συνδέονται με την ανοχή τους στο καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967 και την Κυπριακή τραγωδία (ειδικά στην τελευταία, ο ρόλος του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας και μετέπειτα Υπουργού Εξωτερικών Χένρυ Κίσσιντζερ, ήταν καταλυτικός).

Οι μόνοι Ρεπουμπλικανοί Πρόεδροι που είχαν κάποια θετική απήχηση στο Ελληνικό κοινό, ήταν ο Ντουάϊτ Αϊζενχάουερ (λόγω της Αρχιστρατηγίας του κατά τον Β΄ΠΠ, σε συνδυασμό με το πνεύμα αντικομμουνισμού στην Ελλάδα τη δεκαετία του 50) και ο Ρόναλντ Ρήγκαν (και για το παρελθόν του ως συμπαθής ηθοποιός, αλλά και για το ότι θεωρήθηκε ο αρχιτέκτονας της πτώσης του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ευρώπη και του τερματισμού του Ψυχρού Πολέμου). Οι λοιποί προερχόμενοι από το Ρεπουμπλικανικό κόμμα, Πρόεδροι, ήταν στην καλύτερη περίπτωση απλώς ανεκτοί.

Ο νυν Πρόεδρος (και μάλλον απερχόμενος τον προσεχή Ιανουάριο), δεν θα μπορούσε ποτέ να αντιμετωπισθεί θετικά, λόγω του μεγιστανικού παρελθόντος του, ορατού και παρασκηνιακού. Και επιπλέον έχει και το μειονέκτημα (που εκπηγάζει από το γεγονός ότι ποτέ του νωρίτερα δεν διετέλεσε σε πολιτικό αξίωμα), της απουσίας κάθε έννοιας διπλωματίας και του γεγονότος ότι, πολλές φορές, “η γλώσσα του μιλά, πριν σκεφτεί το μυαλό του”.

Όλα αυτά συνιστούν ένα εκρηκτικό μείγμα, στο οποίο αντιδρούν και οι ίδιοι οι Αμερικανοί (δημοκρατικοί και παλινδρομούντες). Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική και φάνηκε ξεκάθαρα στις εκλογές. Διότι οι περισσότεροι Αμερικανοί κρίνουν τον Πρόεδρο πρωτίστως από δυο παράγοντες:

1. Από το αν η Αμερική είναι αποδεδειγμένα η πρώτη του προτεραιότητα (και όχι οι σχέσεις με το λοιπό κόσμο) και

2. Εάν η βιωσιμότητα και το εισόδημά τους παραμένουν τουλάχιστον ίδια.

Οι λοιποί παράγοντες, ακόμη και η εσφαλμένη διαχείριση της πανδημίας από τον Τραμπ, αλλά και η ανοχή στην έξαρση του ρατσισμού σε αρκετές περιπτώσεις, παίζουν μεν το ρόλο τους, αλλά όχι σε μεγαλύτερο βαθμό από τους αναφερόμενους παραπάνω.

Έτσι, παρότι μετά από αρκετά χρόνια, ελάχιστοι θα θυμούνται τις λεπτομέρειες και η ιστορία θα γράψει ότι ο Τζων Μπάιντεν ήταν ο 46ος πρόεδρος των ΗΠΑ, εκλεγείς το 2020, η ελάχιστη διαφορά στο αποτέλεσμα των εκλογών, καθιστά τον Τραμπ σχεδόν νικητή. Against all odds (αντίθετα με τις προβλέψεις δηλαδή), κατάφερε να πλησιάσει τόσο κοντά στην επανεκλογή του. Αυτό σημαίνει, ότι, κάτι καλό έκανε κατά τη διάρκεια της θητείας του για τους Αμερικανούς και αν δεν είχε το χαρακτήρα που έχει, πιθανόν να είχε επανεκλεγεί.

Σε ότι αφορά το κατά πόσον μας επηρεάζει αυτή η «αλλαγή φρουράς», η άποψή μου (έχοντας ζήσει και 3 χρόνια στις ΗΠΑ), είναι ότι όποιος και να είναι Πρόεδρος στις ΗΠΑ, ελάχιστες διαφορές υπάρχουν σχετικά με την αντιμετώπισή μας, η οποία εξαρτάται αποκλειστικά από το αν και πόσο μας έχουν ανάγκη τη δεδομένη χρονική στιγμή.

Όλα αυτά βέβαια στο επίσημο κομμάτι των διεθνών σχέσεων. Τι γίνεται όμως στο παρασκήνιο;

Όπως είναι λογικό, το μεγαλύτερο παιχνίδι επιρροής, παίζεται εδώ. Και εδώ η χώρα μας παίρνει βαθμό πολύ κάτω της βάσεως. Το να έχεις δίκιο, αλλά να μην μπορείς να το αναδείξεις, είναι χειρότερο από το να μην έχεις. Δεν γνωρίζω λεπτομερή στοιχεία, αλλά είναι ηλίου φαεινότερον ότι η χώρα μας στον τομέα «Προπαγάνδα», ουδέποτε τα πήγαινε καλά. Επί παραδείγματι, πολλά εικάζονται για τους λόγους για τους οποίους το επίσημο Ελληνικό κράτος, αντέδρασε για το Μακεδονικό ζήτημα, μόνον όταν ευρέθη σχεδόν προ τετελεσμένων γεγονότων. Και είδαμε ότι οδηγηθήκαμε με τη μέθοδο του σαλαμιού, στην επαίσχυντη (κατ’ εμέ και κατά την πλειοψηφία του Ελληνικού Λαού), «Συμφωνία των Πρεσπών».

Από το 1950 έως το 1991, το θέμα ήταν θαμμένο κάτω από την ύπαρξη της άλλοτε κραταιάς και ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Και, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τις οποίες δεν είναι της ουσίας να αναφέρουμε, ουδείς (εκ του επισήμου κράτους) ασχολήθηκε με το πως θα αποτρέψει παρασκηνιακά τη δυσμενέστερη έκβαση, εάν και όταν έλθει αυτή. Και εδώ υπεισέρχεται ο παράγων ΗΠΑ.

Όσοι κατόρθωσαν να εμπλέξουν παρασκηνιακά τις ΗΠΑ και να πείσουν τελικά, όχι μόνον τις ηγεσίες τους, αλλά και τα κυριαρχικά τους όργανα, ότι το πρόβλημά τους αγγίζει σοβαρά και αυτούς, πέτυχαν κατά κανόνα το μακροπρόθεσμο στόχο. Το Ισραήλ, είναι το κορυφαίο παράδειγμα του είδους.

Παρόμοια σφάλματα έγιναν και στο Κυπριακό και οδήγησαν στην τραγωδία του 1974, με την (τουλάχιστον) ανοχή των ΗΠΑ. Και ενώ η χώρα μας θα έπρεπε αμέσως μετά να εκμεταλλευτεί το momentum του ηθικού πλεονεκτήματος έναντι της Τουρκίας και της σιωπηράς ουδετερότητος των ΗΠΑ, προέβη σε σπασμωδικές ενέργειες (η αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, παρότι φάνηκε ως αντρίκεια τότε, επέφερε πολλές ανισορροπίες στη συνέχεια), οι οποίες άνοιξαν περαιτέρω την όρεξη της Τουρκίας, η οποία και εδώ με τη μέθοδο του σαλαμιού, κερδίζει συνεχώς σημεία για την τελική έκβαση του αγώνος.

Επεκτείνοντας το θέμα και στην υποστήριξη των Διεθνών Οργανισμών των οποίων είμαστε μέλη, της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αλλά και των κρατών, ως ανεξάρτητες οντότητες, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις, κατά κανόνα περιστασιακές και κάποια χλιαρή υποστήριξη από την ΕΕ, η κατάσταση είναι παρόμοια. Κάτι λοιπόν φαίνεται ότι δεν πάει καλά και διαιωνίζεται.

Ο ένας λόγος είναι ότι η Τουρκία, είτε το θέλουμε, είτε όχι, είναι καλύτερο «μαγαζί» από εμάς. Και λόγω γεωστρατηγικής θέσης και λόγω μεγαλύτερης αγοράς και λόγω της ψευδαίσθησης που, παρά τα αντίθετα δείγματα της τελευταίας διετίας, επικρατεί σε πολλούς συμμάχους και «συμμάχους», ότι η Τουρκία, ως Μουσουλμανική χώρα, μπορεί να τιθασεύσει τους λοιπούς φανατικούς Μουσουλμάνους και να αποτελέσει φράγμα στην ανεξέλεγκτη ροή αυτών προς τις Δυτικές χώρες.

Έτσι λοιπόν τα άλλα κράτη, διακηρύσσουν ουδετερότητα στις σχέσεις Ελλάδος – Τουρκίας, η οποία όμως μας φέρνει σε δυσχερή θέση, διότι ουδείς αναγνωρίζει το γεγονός ότι εμείς παίζουμε δίκαια, σε αντίθεση με την Τουρκία. Τεράστιο ρόλο βέβαια παίζουν και τα οικονομικά συμφέροντα που έχουν αρκετοί εκ των θεωρουμένων μεγάλων στη γείτονα χώρα, με τις ΗΠΑ και τη Γερμανία να έχουν την πρωτοκαθεδρία. Αλλά πιο σημαντική είναι η διαχρονική δική μας αδυναμία να πείσουμε τους ισχυρούς για το δίκιο μας.

Και αυτός είναι ο δεύτερος και ποιός σοβαρός λόγος για τον οποίο η παγιωθείσα κατάσταση, δεν είναι επί του παρόντος αναστρέψιμη. Διότι δεν ξέρουμε το κατά πόσον είναι πεπεισμένα, τόσο τα όργανα του ΟΗΕ, όσο και η συντριπτική πλειοψηφία των Κρατών-Μελών του, ότι η Τουρκία καταπατά κάθε έννοια του Διεθνούς Δικαίου. Εμείς και η Κύπρος, άντε και η Αρμενία, ίσως και η Συρία και κάποιοι ακόμη, το ξέρουμε. Τι κάναμε λοιπόν τόσα χρόνια, πέρα από κλάψες για να πείσουμε όσο το δυνατόν περισσότερους άλλους; Στην ουσία τίποτε. Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε; Μία λύση θα ήταν να εξασκήσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, χωρίς δισταγμούς, μέχρις των εσχάτων ορίων που προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο, οι Συμφωνίες και οι Συμβάσεις, δοκιμάζοντας πλέον κατά πόσον οι απέναντι, έχουν τα κότσια να εφαρμόσουν τα διάφορα Casus Belli ή άλλα μέτρα και αντίμετρα, που έχουν θέσει, φανερά ή νοητά. Η ιστορία της Τουρκίας των τελευταίων 200 ετών, έχει αποδείξει ότι εναντίον μας, δεν έχει ποτέ ενεργήσει επιθετικά αυτοβούλως. Ακόμη και το 1974 δεν επιτέθηκε κατά της Ελλάδος (ως sovereign state) και οι συνθήκες ήταν τελείως διαφορετικές. Και έκτοτε με τη μέθοδο του σαλαμιού, προσπαθεί να κερδίσει λιθαράκι – λιθαράκι και κάτι περισσότερο.

Η Τουρκία, έχει ιώβειο υπομονή. Δεν βιάζεται και έχει σχεδιασμένη την κάθε της ενέργεια χρόνια πριν, περιμένοντας την ευκαιρία να την εκμεταλλευθεί εις το έπακρον. Εμείς λειτουργούμε παρορμητικά και χωρίς σχέδιο. Απουσιάζει η Εθνική Στρατηγική, η οποία θα έπρεπε να είναι ο φάρος και ο οδηγός όλων των ενεργειών μας. Και όχι να αφήνεται η κάθε κυβέρνηση (άσχετα αν προκύπτει κατόπιν εκλογών), να εφαρμόζει αυτό που νομίζει καλύτερο ή αυτό που της επιβάλλουν άλλα φανερά ή κρυφά συμφέροντα και με βάση τις ιδεολογικές (;) της καταβολές και τα προσδοκώμενα μικροκομματικά κέρδη.

Το βασικό θέμα μας όμως είναι οι ΗΠΑ και το κατά πόσο επηρεάζουν τα πεπραγμένα στη χώρα μας οι εκάστοτε εκλεγμένοι Πρόεδροί της, αλλά και τα λοιπά όργανά τους. Από ελάχιστα έως καθόλου, είναι η τελική μου ετυμηγορία. Ανεξάρτητα από συμπάθειες και αντιπάθειες και από τις δύο μεριές. Απλώς κάποιοι το κάνουν με χάδια και γλυκόλογα και άλλοι με βρισιές και κλωτσιές. Και ας υπάρχουν και διαφόρων μορφών προσωπικές σχέσεις μεταξύ προέδρων ή αρχηγών κρατών, όπως η σχέση Τραμπ-Ερντογάν.

* Ο Δημήτριος Στεφ. Καραμπέρης είναι Αντιστράτηγος ε.α.

liberal.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός4 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή