Διεθνή
Το τουρκικό κράτος, η μαφία της ηρωίνης και οι Γκρίζοι Λύκοι – Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα κράτος-μαφία
Σάββας Καλεντερίδης
Στο άρθρο μας της Παρασκευής παρουσιάσαμε το πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει η Ευρώπη τον 21ο αιώνα με το Ισλάμ, το οποίο χρησιμοποιεί με τον πιο αδίστακτο τρόπο εκτός από την Αλ Κάιντα και το «Ισλαμικό Κράτος» και ο σύμμαχός τους Ερντογάν.
Στο άρθρο που ακολουθεί, ο Τούρκος αρθρογράφος Εργκούν Μπαμπαχάν, με άρθρο του στο ahvalenws, μας ξεδιπλώνει τις σχέσεις του τουρκικού κράτους με τη μαφία των Γκρίζων Λύκων, η δραστηριότητα των οποίων απαγορεύθηκε πρόσφατα στη Γαλλία.
Ας δούμε τι μας λέει ο Μπαμπαχάν:,
Το τουρκικό κράτος, οι Γκρίζοι Λύκοι και το χταπόδι που έχει περιτυλίξει την Ευρώπη
Του Ergun Babahan
Η απαγόρευση των Γκρίζων Λύκων από τον Μακρόν ήταν μια μεγάλη έκπληξη για πολλούς ανθρώπους, καθώς η ισλαμική τρομοκρατία αυξήθηκε στην Ευρώπη και άρχισε να τρομοκρατεί ειδικά στη Γαλλία. Η Γαλλία έχει απαγορεύσει επίσημα την οργάνωση των Γκρίζων Λύκων. Η οργάνωση Gray Loups, που δραστηριοποιείται στη Γαλλία, στην πραγματικότητα είναι παράρτημα της παρακρατικής οργάνωσης νεολαίας του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ), που συγκυβερνά με τον Ερντογάν. Αυτή η οργάνωση δραστηριοποιείται από το 1960 στην Τουρκία και χρησιμοποιήθηκε εναντίον οργανώσεων της Αριστεράς και του κομμουνισμού.
Αυτή η ομάδα, η οποία αποτελεί την κομματική νεολαία του MHP, ήρθε στο προσκήνιο με τις πρόσφατες επιθέσεις της εναντίον των αρμενικών κοινοτήτων και μνημείων στη Γαλλία. Ο Μακρόν δεν μπορούσε να αγνοήσει το προεκλογικό αίτημα της αρμενικής κοινότητας και απαγόρευσε την οργάνωση αυτής της δομής. Η απόφαση φαίνεται να είναι περίπου στον… αέρα, επειδή δεν υπάρχει νομικά αναγνωρισμένη οργάνωση με το όνομα “Γκρίζοι Λύκοι” στη Γαλλία. Μπορούμε να πούμε ότι το ένα η απαγόρευση καλύψει ομάδες που δρουν με διαφορετικά ονόματα και υπερασπίζονται τις απόψεις των Γκρίζων Λύκων αυτήν την άποψη ή όχι, θα εξαρτηθεί από την άνοδο της τουρκο-αρμενικής έντασης στις γαλλικές πόλεις, ειδικά στη Λυών.
Το υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας, απαντώντας στην απαγόρευση, εξέδωσε μια πολύ σκληρή ανακοίνωση, δείχνοντας ότι δεν υπερασπίζεται απλά την οργάνωση αυτή ως νεολαία του συνεταίρου στην κυβέρνηση ΜΗΡ, αλλά ως οργάνωση του τουρκικού κράτους.
Γκρίζοι Λύκοι ή Εθνικιστές… Εθνικιστικές Εστίες… Παρόλο που οργανώθηκαν από ένα κόμμα ως κομματική νεολαία, αποκαλύφθηκε ότι αποτελούσε οργάνωση που ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου από τη Γκλάντιο και πάντα ήταν μια παραστρατιωτικής οργάνωση που καθοδηγούνταν από το βαθύ κράτος.
Οι «Εθνικιστικές Εστίες» ιδρύθηκαν στις 18 Μαρτίου 1966 από φοιτητές της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Άγκυρας. Αυτή είναι η επίσημη ημερομηνία ίδρυσης.
Ο πνευματικός ηγέτης του κινήματος ήταν ο Alparslan Türkeş, τον οποίο οι Γκρίζοι Λύκοι ονόμαζαν «Başbuğ», εμπνευσμένοι από το όνομα του Χίτλερ, που ήταν Φύρερ. Ο Τουρκές πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν ήταν νέος αξιωματικός και εκπαιδεύτηκε στον «ειδικό πόλεμο, τον ανορθόδοξο πόλεμο, τον πόλεμο εναντίον ανταρτών και στον ανταρτοπόλεμο».
Στη συνέχεια, το 1956, πήγε και πάλι στις ΗΠΑ, αυτή τη φορά ως μέλος της Τουρκικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ, και ως ένας εκ των εκπαιδευμένων αξιωματικών στον «ειδικό πόλεμο και τον αγώνα εναντίον ανταρτών», ήταν επικεφαλής του Γρφείου του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, μέχρι το πραξικόπημα της 27ης Μαΐου 1960.
Τα χρόνια που φούντωσε ο αντικομμουνισμός, η οργάνωση που έμεινε γνωστή ως «Γκλάντιο», στην Τουρκία ονομαζόταν «Τμήμα Ειδικού Πολέμου» και είχε διεισδύσει σε όλες τις υπηρεσίες και δομές του τουρκικού κράτους.
Ο Κανονισμός Επιχειρήσεων Εναντίον Ανταρτών του ΝΑΤΟ, που μεταφράστηκε το 1967 στα τουρκικά ως «Κανονισμός Επιχειρήσεων 31-15», γράφει για τις μεθόδους δράσεις οργανώσεων σαν αυτές των Γκρίζων Λύκων:
«Δολοφονίες, τοποθετήσεις βομβών, ένοπλες ληστείες, βασανιστήρια, ακρωτηριασμοί, προβοκάτσια για να δημιουργηθεί κατάλληλο κλίμα για απαγωγές ανθρώπων, αντίποινα και κράτηση ομήρων, εμπρησμοί, σαμποτάζ, προπαγάνδα και διάδοση ψεύτικων ειδήσεων, εκφοβισμοί, εκβιασμοί». Επιπλέον, μετά τις «αποστολές» των τμημάτων αυτών, υπάρχει αυτή η υποσημείωση: «Τα τμήματα του ανορθόδοξου πολέμου που δρουν υπογείως, δεν δρουν με βάση τη νομιμότητα».
Άρα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι όταν αναφερόμαστε στους Γκρίζους Λύκους, μιλάμε για μια δομή στην οποία οι μηχανισμοί ασφαλείας του κράτους, του πολιτικού κόμματος και της οργάνωσης των νέων είναι αλληλένδετοι και αυτή η δομή έχει επιβιώσει μέχρι σήμερα.
Η οργάνωση αυτή, η οποία αλίευε νέους από τα φτωχά και τα κατώτατα στρώματα της Ανατολίας, άρχισε να παρέχει στρατιωτική εκπαίδευση σε αυτούς τους μαχητές στα στρατόπεδα που ιδρύθηκαν για πρώτη φορά στη Σμύρνη μετά το 1968. Το εκπαιδευτικό έργο ανατέθηκε επίσης σε συνταξιούχους αξιωματικούς.
Αυτή η παραστρατιωτική δομή συνέχισε την κρατική της άνοδο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 και έφτασε στο αποκορύφωμά της στην κεντροαριστερή κυβέρνηση του Ετζεβίτ. Στην περίοδο που έληξε με το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980, η οργάνωση των Γκρίζων Λύκων πραγματοποίησε διάφορες ενέργειες όπως η σφαγή του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης και η σφαγή του Μπαχτσελίεβλερ (Bahçelievler), σκοτώνοντας πολλούς νέους και διανοούμενους.
Ωστόσο, το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου και τα όσα ακολούθησαν, προκάλεσαν ένα μεγάλο σοκ στους Γκρίζους Λύκους, που πίστευαν ότι εργάζονταν για λογαριασμό του κράτους. Τότε πολλά ονόματα του κινήματος, ειδικά ο ηγέτης του MHP, Alpaslan Türkeş, συνελήφθησαν και ένα σημαντικό μέρος αυτών βασανίστηκαν.
Μετά τις 12 Σεπτεμβρίου, η οργάνωση των Γκρίζων Λύκων απενεργοποιήθηκε. Το κενό που δημιουργήθηκε από την αδρανοποίησή τους, το κάλυψε η μαφία, η οποία άρχισε να προσλαμβάνει μέλη των ΓΚ.Λ. που ήταν έξω από τη φυλακή.
Στην πραγματικότητα, η σχέση ΓΚ.Λ.-Μαφίας ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970, για να εξασφαλιστούν πόροι και όπλα στην οργάνωση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ομάδες μαφίας βρίσκονταν επίσης υπό τον έλεγχο των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας, ακριβώς όπως η οργάνωση των ΓΚ.Λ..
Μετά το πραξικόπημα του 1980, οι κορυφαίες προσωπικότητες του κινήματος, συμπεριλαμβανομένων των Μουχσίν Γιαζιτζίογλου, Αμπουλλάχ Τσατλί, Μεχμέτ Γκιούλ, Μεχμέτ Σενέρ και Γιαλτσίν Οζμπέι, ήρθαν σε επαφή με τους πατέρες της μαφίας της εποχής. Τα θεμέλια για την εμφάνιση της μαφίας των εθνικιστών τέθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
Αυτή η σκοτεινή σχέση αποκαλύφθηκε με το σκοτεινό ατύχημα του Σουσουρλούκ, στις 3 Νοεμβρίου 1996. Στο όχημα που τράκαρε πάνω σε ένα φορτηγό, επέβαιναν μία από τις κορυφαίες προσωπικότητες του κινήματος των Γκρίζων Λύκων, ο Διοικητής της Ασφάλειας Κωνσταντινούπολης και ένα μέλος του κοινοβουλίου, το όνομα του οποίου είναι γνωστό από έντονες φήμες για διακίνηση ναρκωτικών. Τα άτομα αυτά ήταν ο Αμπντουλλάχ Τσατλί, και ο Διευθυντής της Αστυνομίας, Χούσειν Κοτζαντάγ, και ο βουλευτής Σεντάτ Μπουτζάκ. Οι δύο πρώτοι σκοτώθηκαν και ο δεύτερος τραυματίστηκε σοβαρά.
Ο Λοκμάν Κονταξή (Lokman Kondakçı), ο οποίος ήταν ο Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Τούρκων Ευρώπης εκείνα τα χρόνια και ήταν ένα από τα ονόματα που έθεσε τα θεμέλια των σχέσεων των ΓΚ.Λ. με τη μαφία, είπε ότι η οργάνωση χρηματοδοτήθηκε ως εξής:
«Ο ευκολότερος τρόπος για να βρεις χρήματα είναι η ηρωίνη, το κιλό αποφέρει 35-40 χιλιάδες μάρκα».
Ονόματα όπως ο Αλ. Τσακιτζί, ο Μουσταφά Οζ και ο Σεντάτ Πεκέρ, ήταν ηγετικά στελέχη της μαφίας των Γκρίζων Λύκων.
Ειδικά στη δεκαετία του 1990, όταν οι Γκρίζοι Λύκοι άρχισαν να συμμετέχουν ενεργά στον πόλεμο εναντίον του κουρδικού κινήματος. Τότε οι σχέσεις μεταξύ του τουρκικού κράτους και της μαφίας των Γκρίζων Λύκων αναπτύχθηκαν και έγιναν πιο περίπλοκες. Ήταν η εποχή που η εθνικιστική μαφία που υποστηρίζεται από το κράτος είχε ελέγξει πλήρως την κυκλοφορία ναρκωτικών από το Αφγανιστάν προς την Ευρώπη και την Αμερική.
Οι Γκρίζοι Λύκοι, που έμειναν χωρίς αντικείμενο σ τη χούντα του Εβρέν, κατά τη μεταπολίτευση όχι μόνο επέστρεψαν στα «καθήκοντά» τους στη μαφία, αλλά επέστρεψαν ξανά και στην υπηρεσία του κράτους. Εκείνη την εποχή, που ο ΑΣΑΛΑ είχε στοχοποιήσει τις διπλωματικές αντιπροσωπείες ανά τον κόσμο, διεκδικώντας την αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων, έπεσε στο τραπέζι η ιδέα να χρησιμοποιηθούν στελέχη των Γκρίζων Λύκων, εναντίον του ΑΣΑΛΑ. Ορισμένα ονόματα, με πρώτον τον Αλαατίν Τσακιτζί, ανέλαβαν αποστολές για το σκοπό αυτό. Ο Μεχμέτ Εϊμούρ, ο οποίος ήταν τότε επικεφαλής του Τμήματος Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας της ΜΙΤ, σε κατάθεση που έδωσε στο 1ο Ανώτατο Ποινικό Δικαστήριο της Άγκυρας, αναφέρει:
“Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων εναντίον των PKK, DEV-SOL και ASALA, η υπηρεσία πληροφοριών (ΜΙΤ), ήλθε σε επαφή με τον Αλ. Τσακιτζί. Χρειαζόμασταν άτομα τόσο για τις επιχειρήσεις εναντίον των δραστηριοτήτων των Αρμενίων-ASALA όσο και για τις επιχειρήσεις εναντίον του PKK στο εξωτερικό. Δεν ήταν δυνατόν να κάνουμε τέτοιες επιχειρήσεις με κανονικούς ανθρώπους. Χρειαζόμασταν τμήματα κρούσεως.
Ο Εϋμούρ ανέφερε επίσης ότι ο μαφιόζος Χιράμ Αμπάς, που ήταν γνωστός ως το βαρύ πιστόλι της ΜΙΤ, σκότωσε Αρμένιους στη Βηρυτό μαζί με τον Αλ. Τσακιτζί. Όσον αφορά τον Τσακιτζί, είπε ότι «αυτός σκότωσε τον Αγκόπ Αγκοπιάν στην Αθήνα και μαζί με τον Χιρά Αμπάς Αρμένιους στη Βηρυτό.»
Με άλλα λόγια, δεν είναι καινούργιο για το κράτος να εμπλέκει τους Γκρίζους Λύκους στην Ευρώπη εναντίον των Αρμενίων, είναι μια παράδοση που μας φέρνει πίσω στο πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου. Με βάση μη επιβεβαιωμένες πληροφορίες, οι πρόσφατες διαδηλώσεις και επιθέσεις εναντίον Αρμενίων οργανώθηκαν από τις τουρκικές αρχές, ειδικά στη Λυών, αλλά αυτό είναι απλώς μια φήμη.
Ωστόσο, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι από το 1972 είναι γνωστή η σχέση μεταξύ αυτού του κινήματος και των μαφιόζικων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένου του εμπορίου ναρκωτικών.
Ο γερουσιαστής του MHP, Kudret Bayhan, είναι το πρώτο όνομα που μας έρχεται στο μυαλό όταν μιλάμε για σχέση “βουλευτών με ναρκωτικά”. Το 1972 συνελήφθη στη Γαλλία, ενώ προσπαθούσε να περάσει ναρκωτικά, ενώ έφερε ερυθρό (διπλωματικό) διαβατήριο. Ο Μπαϊχάν πιάστηκε με 146 κιλά βασικής μορφίνης στο αυτοκίνητό του στην πύλη των συνόρων του Μεντόν ενώ περνούσε από την Ιταλία στη Γαλλία και καταδικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση.
Πριν από το 1980, στο αυτοκίνητο του σημερινού προέδρου του ΜΗΡ, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, βρέθηκαν όπλα καλασνίκοφ. Επιπλέον, είναι κοινό μυστικό η σχέση μεταξύ Μπαχτσελί και MİT.
Το καθεστώς Ερντογάν έχει επωφεληθεί μέχρι στιγμής από τη δομή του Εθνικού Οράματος (Milli Görüş ) και την κοινότητα των τζαμιών στην Ευρώπη και έχει δημιουργήσει ένα ευρύ δίκτυο πληροφοριών, ειδικά μέσω των ιμάμηδων που υπηρετούν σ’ αυτά. Εκεί δεν ανέλαβαν δράση οι Γκρίζοι Λύκοι. Ωστόσο, όταν το ζήτημα της Αρμενίας βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη, μας έρχονται στο νου τα λόγια του Μεχμέτ Εϊμούρ: «δεν είναι δυνατόν να το αντιμετωπισουμε με κανονικούς ανθρώπους. Πρέπει να χρησιμοποιηθούν δυνάμεις κρούσεως».
Ωστόσο, όσο σκληραίνει η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας κυρίως στην Ευρώπη, και όσο εμφανίζονται ενδείξεις ότι η Τουρκία μπορεί να χρησιμοποιήσει τους Τούρκους που κατοικούν εκεί, για δικούς της σκοπούς, σημαίνει συναγερμός στη Γερμανία. Το Κόμμα της Αριστεράς, οι Πράσινοι και το Εναλλακτικό Κόμμα, ζήτησαν από την γερμανική κυβέρνηση την απαγόρευση της δράσης των Γκρίζων Λύκων και στη Γερμανία. Η Άγκυρα απέδειξε ότι μέσω των Τούρκων που κατοικούν στη Γαλλία, μπορεί να προκαλέσει σύγχυση όποτε θέλει και μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στον Μακρόν, ειδικά πριν από τις εκλογές.
Και ο Μακρόν με την κίνηση απαγόρευσης κατέστησε σαφές ότι θα μπορούσε να λάβει τα πιο σκληρά μέτρα εναντίον των Τούρκων, αν χρειαστεί. Ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών είναι βαθιές. Υπάρχει μια σχέση μεταξύ μυστικών υπηρεσιών που υπερβαίνει τις κυβερνήσεις.
«Ένα από τα πιο πρόσφατα δραματικά παραδείγματα της αδιαφορίας της Γαλλίας για τις σκοτεινές δραστηριότητες των τουρκικών υπηρεσιών πληροφοριών είναι αναμφίβολα η δολοφονία, στις 9 Ιανουαρίου 2013, των τριών γυναικών, εκπροσώπων του κουρδικού εθνικού κινήματος αντίστασης στο Παρίσι, Sakine Cansız, Fidan Doğan και Leyla Şaylemez. Τις δολοφόνησε άτομο που στρατολόγησε η ΜΙΤ, όμως παρότι πέρασαν επτά χρόνια δεν αποκαλύφθηκε ο ρόλος του τουρκικού κράτους σε αυτήν την άθλια δολοφονία.”
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
