Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Τουρκία, η τρομοκρατία και η συνεχής άρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Δημοσιεύτηκε στις

O μακρόχρονος κατευνασμός της Τουρκίας απέτυχε και οι συνέπειες είναι τρομακτικές. Χωρίς μια νέα πανευρωπαϊκή στρατηγική κατά της Τουρκίας, ίσως το μοτίβο της τρομοκρατίας που έχω εντοπίσει να επαναληφθεί ξανά και ξανά. Εν τω μεταξύ, η ΕΕ συνεχίζει να ακολουθεί μιαν αυτοκαταστροφική πολιτική, που χαρακτηρίζεται από αδυναμία, απάθεια και άρνηση

Κλέαρχος Α. Κυριακίδης

Κατά το φθινόπωρο του 2020, η Γαλλία και η Αυστρία χτυπήθηκαν από τρομοκρατικές επιθέσεις με προφανή ισλαμιστικά κίνητρα. Ως αποτέλεσμα, οι κυβερνήσεις αυτών των κρατών καταδίκασαν το φαινόμενο που έχει χαρακτηριστεί στα Αγγλικά ως «Islamist terrorism», δηλαδή «ισλαμιστική τρομοκρατία».

Αυτές οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν ανάμεσα σε αυξημένες εντάσεις μεταξύ της Γαλλίας και της Τουρκίας. Επομένως, προκύπτουν τουλάχιστον τρία διασυνδεδεμένα ερωτήματα.

Πρώτον, αληθεύουν οι σοβαροί ισχυρισμοί ότι, το 2014, η Τουρκία άρχισε να καλλιεργεί στενές σχέσεις με το λεγόμενο «Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και του Λεβάντε»; Μάλιστα, έχουν βάση οι συγκεκριμένες καταγγελίες στην έκθεση του David L. Phillips, «ISIS-Turkey Links», που, το 2017, δημοσιεύτηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (Δείτε: https://docs.house.gov/meetings/FA/FA14/20170405/105842/HHRG-115-FA14-Wstate-PhillipsD-20170405-SD001.pdf);

Δεύτερον, πώς, σε ποιο βαθμό και με ποιες συνέπειες έχει τροφοδοτηθεί η «ισλαμιστική τρομοκρατία» από την εμπρηστική δημαγωγία του Ρετζέπ Ταϊγίπ Ερντογάν, ειδικά από το 2014, όταν ανέλαβε την Προεδρία της Τουρκίας;

Τρίτον, γιατί δεν τιμωρήθηκε η Τουρκία από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) τη στιγμή που, δημοσίως, ο Πρόεδρος Ερντογάν απείλησε τους Ευρωπαίους στις 22 Μαρτίου 2017, 6 Οκτωβρίου 2020 και 26 Οκτωβρίου 2020;

Θέτω αυτά τα ερωτήματα, εν όψει ενός αυταπόδεικτου μοτίβου. Χαρακτηρίζεται από έναν περίεργο κύκλο. Περιλαμβάνει τουρκική προεδρική απειλή, που ακολουθείται από αδύναμη αντίδραση από την ΕΕ και μια σειρά τρομοκρατικών επιθέσεων. Το μοτίβο εκδηλώθηκε τόσο το 2017, όσο και το 2020.

«Το επικίνδυνο μονοπάτι»

Σε μια δημαγωγική ομιλία στην Άγκυρα, που μεταδόθηκε ζωντανά από την τηλεόραση το πρωί της 22ης Μαρτίου 2017, ο Πρόεδρος Ερντογάν καταδίκασε «τις ευρωπαϊκές χώρες» που, δήθεν, «απειλούν την Τουρκία». Η ομιλία αντικατόπτρισε τον θυμό του Προέδρου Ερντογάν ενάντια στην αρνητική στάση της Ολλανδίας, της Αυστρίας και ορισμένων άλλων ευρωπαϊκών κρατών όταν ορισμένα στελέχη της τουρκικής κυβέρνησης ήθελαν να κάνουν εκστρατεία στο εξωτερικό εν αναμονή του συνταγματικού δημοψηφίσματος στην Τουρκία στις 16 Απριλίου 2017.

Στις 22 Μαρτίου 2017, τα κυριότερα σημεία της ομιλίας εκείνης της ημέρας κατεγράφησαν σε γραπτό ανακοινωθέν της Προεδρίας της Τουρκίας. Δημοσιεύθηκε στα Αγγλικά, προφανώς για να διαβαστεί από όλους τους μουσουλμάνους και μη μουσουλμάνους που διαβάζουν Αγγλικά, αλλά όχι Τουρκικά.

Στην αρχή του ανακοινωθέντος παρουσιάστηκε μια φωτογραφία που έδειχνε τον Πρόεδρο Ερντογάν με τα χέρια σηκωμένα. Επειδή κουκούλωσε τους δύο αντίχειρές του, ο Πρόεδρος Ερντογάν ξεδίπλωσε το σήμα γνωστό ως «Rabia», κάτι που σχετίζεται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα της Αιγύπτου.

Παρακάτω είναι μια μετάφραση της εισαγωγής του ανακοινωθέντος:

«Υποδεχόμενος μέλη της ‘Ένωσης ανατολικών ραδιοτηλεοπτικών φορέων’ στο Προεδρικό Μέγαρο, ο Πρόεδρος Ερντογάν απευθύνθηκε σε ευρωπαϊκές χώρες που απειλούν την Τουρκία και είπε: ‘Η Τουρκία δεν είναι χώρα που μπορεί να δεχθεί ασέβεια, καταπίεση, σπρωξίματα, διωγμούς των υπουργών της και το σπρώξιμο καταγής των πολιτών της. Όλα αυτά τα περιστατικά σε ολόκληρο τον κόσμο παρακολουθούνται στενά. Εάν [εσείς οι Ευρωπαίοι] συνεχίζετε να συμπεριφέρεστε έτσι, αύριο κανένας Ευρωπαίος δεν θα μπορεί να βγει στον δρόμο με ειρήνη και ασφάλεια οπουδήποτε στον κόσμο. Εάν ανοίξετε τον δρόμο γι’ αυτό το επικίνδυνο μονοπάτι, εσείς είστε αυτοί που θα υποστείτε τη σοβαρότερη ζημιά…».

Το ανακοινωθέν ολοκληρώθηκε με επανάληψη αυτής της ωμής απειλής προς τους Ευρωπαίους (Πηγή: www.tccb.gov.tr/en/news/542/73425/mansetlerle-carpisarak-bugunlere-geldik#).

Το απόγευμα της 22ας Μαρτίου 2017, λίγες ώρες μετά τη μετάδοση αυτής της τουρκικής προεδρικής απειλής, πραγματοποιήθηκε μια θανατηφόρα επίθεση στο Γουεστμίνστερ στην καρδιά του Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ) που, τότε, ήταν ακόμη κράτος μέλος της ΕΕ. Σκοτώθηκαν 6 άτομα, ένας από τους οποίους ήταν ο δράστης.

Στη Βουλή των Κοινοτήτων την επόμενη μέρα, η Theresa May, τότε Πρωθυπουργός του ΗΒ, περιέγραψε τον νεκρό δράστη ως «τρομοκράτη». Απαντώντας σε ερώτηση, η Πρωθυπουργός May διευκρίνισε: «Είναι λάθος να περιγράψουμε το τι συνέβη ως ισλαμική τρομοκρατία. Είναι ισλαμιστική τρομοκρατία – μια διαστροφή μιας μεγάλης πίστης».

Μεταγενέστερη δικαστική απόφαση ενός ιατροδικαστή σημείωσε ότι, καθώς πραγματοποιούσε την επίθεσή του, ο δράστης, Khalid Masood, «σκοτώθηκε νόμιμα» από στενό υπάλληλο προστασίας. Ένα από τα πέντε νεκρά θύματα του δράστη ήταν η Ayshe Frade. Ο ίδιος ο ιατροδικαστής αποφάσισε ότι «σκοτώθηκε παράνομα». Σύμφωνα με το BBC, η αείμνηστη Ayshe είχε πατέρα που καταγόταν από την Κύπρο.

Στους μήνες μετά τα διπλά επεισόδια της 22ας Μαρτίου 2017 – στην Άγκυρα και στο Γουεστμίνστερ αντίστοιχα – ακολούθησαν νέες τρομοκρατικές επιθέσεις με επιβεβαιωμένα ή προφανή ισλαμιστικά κίνητρα. Παραδείγματα είναι οι επιθέσεις στο Manchester στις 22 Μαΐου 2017 (με 22 νεκρούς), στη Γέφυρα του Λονδίνου στις 3 Ιουνίου 2017 (με 8 νεκρούς), στο Parsons Green του Λονδίνου στις 15 Σεπτεμβρίου 2017 (με 22 τραυματισμένους) και σε διάφορα άλλα μέρη της Ευρώπης, όπως το Παρίσι, το οποίο χτυπήθηκε κατ’ επανάληψιν.

Σιωπή

Υπήρχε οποιαδήποτε σχέση μεταξύ της απειλητικής ομιλίας του Προέδρου Ερντογάν το πρωί της 22ας Μαρτίου 2017 και των τρομοκρατικών επιθέσεων που ακολούθησαν; Αυτό το κρίσιμο ερώτημα δεν υπεβλήθη, όταν, στις 23 Μαρτίου 2017, η επίθεση της προηγουμένης μέρας στο Γουεστμίνστερ συζητήθηκε εκτεταμένα στη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων.

Ούτε υπεβλήθη στις 22 Ιουνίου και 5 Δεκεμβρίου 2017, όταν οι τρομοκρατικές επιθέσεις των προηγουμένων εβδομάδων συζητήθηκαν εκτεταμένα στην ίδια Βουλή από την Amber Rudd, τότε Υπουργό Εσωτερικών του ΗΒ, και από άλλους βουλευτές.

Και στις τρεις περιπτώσεις, κανένας Βρετανός βουλευτής δεν ανέφερε την Τουρκία στο πλαίσιο της τρομοκρατίας.

Όσον αφορά την ΕΕ, η πιθανή συσχέτιση μεταξύ της Τουρκίας και της τρομοκρατίας αγνοήθηκε, για παράδειγμα, από το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων όταν συναντήθηκε στις 3 Απριλίου 2017, λίγες ημέρες μετά την τουρκική προεδρική απειλή της 22ας Μαρτίου 2017.

(Πηγές: Hansard, House of Commons Debates, 23.03.2017, Columns 928-951, 22.06.2017, Columns 195-213 & 5.12.2017, Columns 913-925, www.gov.uk/government/publications/the-westminster-bridge-terrorist-attack, https://westminsterbridgeinquests.independent.gov.uk/ και www.bbc.com/news/uk-39363933 και www.consilium.europa.eu/en/meetings/fac/2017/04/03/).

«Καταστροφή»

Το φθινόπωρο του 2020 ξετυλίχθηκε παρόμοιο μοτίβο με εκείνο του 2017.

Στις 6 Οκτωβρίου 2020, ο Πρόεδρος Ερντογάν χρησιμοποίησε φλογερή δημαγωγία για να κατακρίνει τόσο τους «Ευρωπαίους πολιτικούς» που «στοχεύουν τους μουσουλμάνους», όσο και τον Πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν της Γαλλίας. Σύμφωνα με τον Πρόεδρο Ερντογάν, κάποια «σχόλια» του Γάλλου ομολόγου του – ότι «το Ισλάμ βρίσκεται σε κρίση» – ισοδυναμούσαν όχι μόνο με «ασέβεια», αλλά με «κατάφωρη πρόκληση».

Αποκεφαλίσεις

Στις 16 Οκτωβρίου 2020, ένας δάσκαλος, ο Samuel Paty, αποκεφαλίστηκε στο Παρίσι. Απ’ ό,τι φαίνεται, έπεσε θύμα ενός τρομοκράτη με ισλαμιστικά κίνητρα, που σκοτώθηκε από την Αστυνομία.

Στις 26 Οκτωβρίου 2020, επίσημο γραπτό προεδρικό ανακοινωθέν επανέλαβε αυτά που είχε πει ο Πρόεδρος Ερντογάν προηγουμένως την ίδια ημέρα. Μεταξύ άλλων μηνυμάτων, ο Πρόεδρος Ερντογάν κάλεσε τον «λαό του» «να μην αγοράσει γαλλικά προϊόντα». Πρόσθεσε μια ολοφάνερη απειλή:

«Ως Πρόεδρος μιας χώρας της οποίας έξι εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στην Ευρώπη, θεωρώ χρήσιμο να προειδοποιήσω τους ομολόγους μας. Ο ανταγωνισμός [σας] κατά των μουσουλμάνων δεν σας επιφέρει κανένα κέρδος. Στο τέλος αυτού του δρόμου που έχετε πάρει, για να αποκρύψετε την ανικανότητά σας, είναι η καταστροφή».

(Δείτε: www.tccb.gov.tr/en/news/542/122288/-turkey-is-the-biggest-opportunity-for-western-countries-in-the-fight-against-xenophobia-islamophobia-cultural-racism-and-extremism- και www.tccb.gov.tr/en/news/542/122501/-the-rising-islamophobia-in-the-west-has-turned-into-an-all-out-attack-on-our-book-our-prophet-and-all-our-sacred-values-).

Έτσι, στις 26 Οκτωβρίου 2020 ο Πρόεδρος Ερντογάν απείλησε και πάλι τα κράτη της Ευρώπης, αλλά ούτε η ΕΕ, ούτε κανένα ευρωπαϊκό κράτος έλαβε άμεσα και αυστηρά μέτρα κατά της Τουρκίας. Τρεις μέρες αργότερα, στην εκκλησία Notre Dame στη Νίκαια της Γαλλίας, ολοκληρώθηκε νέο θανατηφόρο εγκληματικό επεισόδιο με φερόμενα ισλαμιστικά κίνητρα. Είχε ως αποτέλεσμα τρεις θανάτους. Ένα από τα θύματα αποκεφαλίστηκε.

«Μίσος» και «βία»

Στις 4 Νοεμβρίου 2020 ξεκίνησε τρομοκρατική επίθεση στη Βιέννη, στην Αυστρία. Την ίδια μέρα, στη γαλλική Γερουσία, ο Jean-Yves Le Drian, Υπουργός Ευρώπης και Εξωτερικών Υποθέσεων της Γαλλίας, ξέσπασε. Σύμφωνα με επίσημη μετάφραση στα Ελληνικά, δήλωσε ότι οι «σχέσεις μας με την Τουρκία» έχουν φτάσει «σε ένα απαράδεκτο σημείο για συμμαχικές χώρες».

Πρόσθεσε:

«Οι προσβολές, οι συκοφαντίες, η προώθηση μιας εκστρατείας μίσους κατά της Γαλλίας και της Ευρώπης ανήκουν σε άλλη κατηγορία, είναι απειλές! Αναμένουμε λοιπόν από τον Τούρκο Πρόεδρο και την κυβέρνησή του να βάλουν άμεσα τέλος σε αυτές τις συμπεριφορές. Επίσης, δεν θα ανεχθούμε αυτό το μίσος και αυτή η βία να εξαχθούν σε γαλλικό έδαφος, επιτρέποντας την αναπαραγωγή τους από γκρουπούσκουλα που δεν πρέπει να έχουν πολιτικά δικαιώματα» (Πηγή: https://gr.ambafrance.org/Jean-Yves-Le-Drian-les-menaces-turques-doivent-cesser-11273).

Συμπέρασμα

O μακρόχρονος κατευνασμός της Τουρκίας απέτυχε και οι συνέπειες είναι τρομακτικές. Χωρίς μια νέα πανευρωπαϊκή στρατηγική κατά της Τουρκίας, ίσως το μοτίβο που έχω εντοπίσει να επαναληφθεί ξανά και ξανά.

Εν τω μεταξύ, η ΕΕ συνεχίζει να ακολουθεί μιαν αυτοκαταστροφική πολιτική, που χαρακτηρίζεται από αδυναμία, απάθεια και άρνηση.

*Επίκουρος Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου UCLan Cyprus. Οι απόψεις του είναι προσωπικές.

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή