Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Τουρκία αλλάζει μέθοδο, όχι στόχο

Δημοσιεύτηκε στις

 Κώστας Λάβδας

Μπορούμε να πιθανολογήσουμε με σχετική βεβαιότητα ότι σε σχέση με την Ευρώπη, η περίοδος Μπάιντεν θα μοιραστεί σε δυο φάσεις. Θα παρακολουθήσουμε αρχικά μια προσπάθεια επιδιόρθωσης της ζημίας που υπέστησαν οι ευρωατλαντικές σχέσεις από την προεδρία Τραμπ. Στη συνέχεια, από το 2022 ή λίγο αργότερα, οι ΗΠΑ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα επανέλθουν στις ράγες της μακροπρόθεσμης, αργής κίνησης που ξεκίνησε επί Ομπάμα και συνοψίζεται στο εξής: σταδιακή, προσεκτική και μέσω πολυμερούς συνεννόησης απομάκρυνση από την Ευρώπη και άλλες περιοχές στις οποίες οι ΗΠΑ δεν μπορούν ή/και δεν επιθυμούν να εκπληρώνουν τους ρόλους που υπηρετούσαν επί δεκαετίες. 

Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλουμε να προβληματιστούμε και για τα ζητήματα της περιοχής μας. Η σημαντική και απολύτως θετική τάση μερικής επιστροφής στην πολυμέρεια που θα εκφράσει σε πρώτο χρόνο η νέα διοίκηση στην Ουάσιγκτον από τις 20 Ιανουαρίου δεν συνεπάγεται αυτόματη επίλυση των προβλημάτων που μας απασχολούν. Αντίθετα, επιβάλλει την προσεκτική ανάλυση της πραγματικότητας που θα αναδυθεί μέσα από την ωρίμανση της δεύτερης φάσης. 

Άλλωστε, σε ποια πολυμέρεια ακριβώς αναφερόμαστε; Για να θυμίσουμε τους καθιερωμένους όρους της Sarah Kreps, η πολυμερής διάσταση μπορεί να αποτιμηθεί σε δυο επίπεδα: κατά πόσον η έγκριση για μια ενέργεια φανερώνει πολυμερή θεσμική πρωτοβουλία («διαδικαστική πολυμέρεια») και, σε δεύτερο επίπεδο, κατά πόσον η ίδια η ενέργεια αναλαμβάνεται σε συνεργασία με συλλογικούς δρώντες («επιχειρησιακή πολυμέρεια»). Συνήθως στη δημοσιότητα οι αναφορές στην πολυμέρεια αφορούν το πρώιμο στάδιο (ας το ονομάσουμε «πρωτοβουλιακή» πολυμέρεια) και το στάδιο της έγκρισης (η «διαδικαστική» πολυμέρεια κατά Kreps). Αλλά σπάνια η συμμετοχή στις δράσεις π.χ. του ΝΑΤΟ («επιχειρησιακή» πολυμέρεια) ή και το ύψος των αμυντικών δαπανών εκτείνεται πέραν ολίγων συνεπών και προβλέψιμων δρώντων, όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία. Ως προς αυτό είχε βάση η κριτική του Τράμπ στη Γερμανία και τα σωρευόμενα δημοσιονομικά πλεονάσματα της.  

Η γειτονιά μας και η νέα αμερικανική ηγεσία  

Στην Ανατολική Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή, η νέα διοίκηση στην Ουάσιγκτον θα πρέπει να προχωρήσει με προσοχή. Η περίοδος Τραμπ συνέπεσε αλλά και σε ένα βαθμό βοήθησε να ωριμάσουν ορισμένες επιτυχείς εξελίξεις στην Μέση Ανατολή και τον αραβικό κόσμο. Ως προς αυτή τη διάσταση, τυχόν επιστροφή σε ορισμένα στοιχεία της περιόδου Ομπάμα για την συγκεκριμένη περιοχή θα ήταν ατυχής. Τόσο η κρατική όσο και η κινηματική διάσταση του ισλαμισμού που οδηγεί στον τζιχαντισμό θα πρέπει να τύχει σκληρής και όχι διαλλακτικής αντιμετώπισης. Πρέπει να είναι σαφές ότι δίκτυα όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα αλλά και κράτη όπως το Κατάρ, η Τουρκία, το Πακιστάν δεν πρέπει να αφεθούν να ποδηγετήσουν (άμεσα ή έμμεσα) το νέο κύμα κινηματικής διεθνικής τρομοκρατίας που έχουμε μπροστά μας. Βέβαια μια επανάληψη της προσέγγισης Ομπάμα είναι ούτως ή άλλως απίθανη σε σχέση με τον αραβικό κόσμο και ειδικότερα την Μέση Ανατολή, λόγω και των νέων συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί στο μεταξύ.

Ως προς τα ελληνοτουρκικά, τα θετικά της αλλαγής για την Ελλάδα είναι πολλά. Είναι πολύ σημαντικό να κοπεί ο ομφάλιος λώρος που δυστυχώς συνέδεε τις οικογένειες Τραμπ και Ερντογάν σε επίπεδο ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων. Επίσης, ο ίδιος ο Μπάϊντεν έχει βαθιά γνώση της περιοχής γενικά και των ελληνοτουρκικών σχέσεων ειδικότερα. 

Στο πλαίσιο αυτό, θα είναι κρίσιμο να αντιληφθεί η Ουάσιγκτον ότι πέρα από τις εξαιρετικές σχέσεις μεταξύ Ομπάμα – Μέρκελ στο παρελθόν, στην Ευρώπη σήμερα κάτι κινείται και αυτό είναι η στρατηγική προσπάθεια της Γαλλίας στην κατεύθυνση της οικοδόμησης μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας στην ασφάλεια και την άμυνα, σε συνεργασία πάντα με το ΝΑΤΟ. Με τη Βρετανία κυριολεκτικά στην μέση του Ατλαντικού μετά το Brexit και την ήττα του Τραμπ, θα είναι σημαντικό για τις ευρωατλαντικές σχέσεις εάν οι ΗΠΑ προσεγγίσουν τη νέα γαλλική προσπάθεια με θετική και δημιουργική διάθεση.

Οι καλές ευρωατλαντικές σχέσεις είναι αναμφισβήτητα προς το συμφέρον της Ελλάδας. Άλλωστε οι «αναλύσεις» περί αμερικανικού απομονωτισμού έχουν συνήθως να κάνουν με εντυπωσιασμό, όχι ουσία. Ας θυμηθούμε π.χ. ότι η Ελλάδα κατόρθωσε να παραμείνει στην ευρωζώνη εν μέρει χάρη στη συνεπή στήριξη της Ουάσιγκτον επί Ομπάμα και Μπάiντεν. Ακόμη και επί Τραμπ, οι κινήσεις των ΗΠΑ ως προς την περιοχή μας ήταν πολιτικά απαραίτητο αλλά και επιστημονικά ορθό να αξιολογούνται κατά περίπτωση και όχι βάσει των κλισέ που διακινούν οι ελίτ της ανατολικής ακτής των ΗΠΑ και αναπαράγονται μερικές φορές και στην Ελλάδα.

Είναι γεγονός ότι πολλά εξειδικευμένα στελέχη των Δημοκρατικών αποδίδουν μεγάλη σημασία στη διατήρηση της Τουρκίας σε ένα πολυμερές ευρωατλαντικό πλαίσιο συμμαχίας. Το στοίχημα από το 2021 θα είναι να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η διμερής στρατηγική συνεργασία μας με τις ΗΠΑ ώστε να μην αλλοιωθεί ο χαρακτήρας της στο ευρύτερο πλαίσιο των προσπαθειών διατήρησης μιας ούτως ή άλλως εξασθενημένης πολυμέρειας.

Η Τουρκία πέρα από το Δεκέμβριο

Δεν έχει ίσως γίνει κατανοητή η συνολική διάσταση της τουρκικής πρόκλησης. Θα το επαναλάβουμε: η εκστρατεία Ερντογάν για την καρδιά του Ισλάμ δονεί τις χορδές της εποχής, μιας εποχής στην οποία ούτως ή άλλως η πολιτική της ταυτότητας και η αξίωση για αναγνώριση έχουν περάσει στην πρώτη γραμμή. 

Πέρα από τη συνεχή και κλιμακούμενη πίεση στην Ελλάδα και την Κύπρο, η Τουρκία αναζητά ρόλο ως μουσουλμανική ηγεμονική παρουσία στην περιοχή και στο σουνιτικό κόσμο πέρα από αυτή. Με δυο λόγια, η Τουρκία διεκδικεί (α) ζωτικό χώρο στην περιοχή και (β) μερίδιο στην πολιτισμική ηγεμονία του σουνιτικού Ισλάμ σε παγκόσμιο επίπεδο. Και το πράττει με τρόπο απροκάλυπτο. Αυτό θα πρέπει να έχει γίνει πια σαφές ακόμη και στον πλέον αφελή παρατηρητή. Δεν πρόκειται για συνήθεις διαφορές τεχνικού επίπεδου μεταξύ γειτόνων. Η Τουρκία θα εξακολουθήσει να επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ Δύσης και Ανατολής και παράλληλα να προβάλλει τον ρόλο της ως περιφερειακή μουσουλμανική δύναμη με ηγεμονικές τάσεις στο σουνιτικό κόσμο, ενισχύοντας παράλληλα την ετοιμότητα στο εσωτερικό εθνικιστικό μέτωπο. 

Τι ενδέχεται να αλλάξει; Η μέθοδος: ο τρόπος θα είναι λιγότερο απροκάλυπτος. Στη διάρκεια της προεδρίας Τραμπ, η Άγκυρα πιθανότατα επιθυμούσε μια στρατιωτική εμπλοκή στα ελληνοτουρκικά ώστε να τη συμπεριλάβει στο ευρύτερο πεδίο διαπραγμάτευσης με τη Δύση. Από τις 20 Ιανουαρίου, οι σκέψεις αυτές θα γίνουν πιο δύσκολες, αλλά η στόχευση θα παραμείνει ίδια. Ας μην ξεχνάμε και τη σημασία των εξελίξεων στην Λιβύη. Η γνώριμη όσο και αυθαίρετη τουρκική άποψη ότι τα νησιά δεν δικαιούνται υφαλοκρηπίδα απέκτησε με το Μνημόνιο Τουρκίας- Τρίπολης μια απτή, πρακτική διάσταση. Όχι νόμιμη, αλλά σίγουρα υπαρκτή. Τι θα γίνει αυτό το μνημόνιο; 

Μπορούμε να υποβοηθήσουμε την Τουρκία να εγκαταλείψει τις επικίνδυνες νέο-οθωμανικές φαντασιώσεις της; Με άλλα λόγια, εκτός από την μέθοδο, να αλλάξει και τους σκοπούς της; Η αλλαγή στην Ουάσιγκτον σε συνδυασμό με την σαφή αντίληψη στο Παρίσι για τα σχέδια της Άγκυρας προσφέρουν μια ευκαιρία για μελλοντική αναδιάταξη και στην Ανατολική Μεσόγειο. Στην ΕΕ, η λήξη της γερμανικής προεδρίας και το πέρασμα της σκυτάλης στην Πορτογαλία και τη Σλοβενία τα επόμενα εξάμηνα (η Γαλλία αναλαμβάνει στις αρχές του 2022) μπορούν να βοηθήσουν στη διαμόρφωση συνθηκών για μια συνεπέστερη στάση μέσα στο 2021.  

Από την πλευρά της Αθήνας, η ελληνική αντιμετώπιση της Τουρκίας οφείλει να έχει διττό χαρακτήρα. Αφενός ισχυρή στρατιωτική αποτροπή και εγκατάλειψη κινήσεων που υποδηλώνουν ότι η ειρήνη παραμένει πρώτη προτεραιότητα για την Ελλάδα, κάτι που δυστυχώς η απέναντι πλευρά εισπράττει ως υποχωρητικότητα. Αφετέρου μια νέα συζήτηση με την ΕΕ για τη διαμόρφωση με τη συμβολή και της Αθήνας ενός μελλοντικού εταιρικού καθεστώτος ΕΕ-Τουρκίας που θα μας βγάλει από το επικίνδυνο αδιέξοδο της δήθεν ενταξιακής πορείας. Το μαστίγιο πρέπει να είναι άτεγκτο και σαφές, χωρίς αναπαραγωγή σεναρίων περί Χάγης και ενδείξεις υποχωρητικότητας. Το ίδιο και το καρότο που οφείλει να προσφέρει σε εκείνη την μερίδα της τουρκικής ελίτ που ενδιαφέρεται, μια προοπτική ειδικής σχέσης, πέρα από το κυνήγι χρηματοδοτήσεων από την Άγκυρα όταν τις χρειάζεται και τις ατελέσφορες δικές μας πιέσεις για κυρώσεις που ελάχιστα αποδίδουν. Αφορούν άλλωστε (όπως στην εξόφθαλμη περίπτωση του Γιαβούζ στην Κύπρο) φυσικά πρόσωπα και όχι πλήγματα στην τουρκική οικονομία. Η πλήρης εγκατάλειψη της «θετικής ατζέντας» (αναβάθμιση τελωνειακής ένωσης κλπ.) από χώρες – υποστηρικτές της Τουρκίας στην Ευρώπη όπως η Γερμανία και η Ισπανία είναι αδύνατη. Σκληρά λόγια θα ακουστούν, κυρώσεις τύπου Γιαβούζ ίσως δρομολογηθούν, αλλά όποιος περιμένει ριζική αλλαγή στάσης τον Δεκέμβριο θα απογοητευτεί. 

Συνάγεται από όλα τα παραπάνω ότι τα διμερή, τριμερή και εστιασμένα πολυμερή σχήματα θα εξακολουθήσουν να αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους για την ελληνική ασφάλεια. Είναι εύκολη η αναπαραγωγή των γνωστών ρήσεων για την πρόδηλη αδυναμία της Ευρώπης απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα και των εξίσου τετριμμένων ευχών για την ανάληψη δράσης που θα ανταποκρίνεται στις αξίες της Ευρώπης και στην αλληλεγγύη απέναντι στα μέλη της. Αλλά η Ευρώπη ωριμάζει απελπιστικά αργά στο γεωπολιτικό πεδίο. Αυτό που τώρα έχει πράγματι σημασία να πράξουμε αναφέρεται στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για τα επόμενα εξάμηνα. Συστηματική διμερής συνεργασία με τη νέα αμερικανική διοίκηση, εμβάθυνση της σχέσης με τη Γαλλία, έξυπνοι εξοπλισμοί με στρατηγική όχι τεχνική στόχευση, ανάπτυξη των συνεργασιών με Ισραήλ, Αίγυπτο, Εμιράτα, Ιορδανία, Ινδία, σε έναν ορίζοντα πολυεπίπεδης και δυνητικά μεταβλητής γεωμετρίας που όμως προϋποθέτει μια χώρα που στέκει στα πόδια της εντός της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Με το σενάριο των δυο κρατών στην Κύπρο να πλησιάζει ταχύτατα, το 2021 θα βρει τον Ελληνισμό να αντιμετωπίζει κρίσιμες επιλογές. 

Ο Δεκέμβρης του ολέθριου έτους που φεύγει δεν θα δώσει ουσιαστικές απαντήσεις στο ζήτημα των σχέσεων της Ευρώπης με την Τουρκία. Ανοίγει, όμως, ένα παράθυρο σε μια συζήτηση για το μέλλον, υπό την προϋπόθεση ότι θα ξεπεραστούν οι διαχειριστικές προσεγγίσεις που εξακολουθούν να κυριαρχούν στην ελληνική σκέψη απέναντι στα διλήμματα της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και των Δυτικών Βαλκανίων.           

* Ο Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Senior Research Fellow στη London School of Economics και Καθηγητής στην Έδρα Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κωνσταντίνος Καραμανλής» στο Fletcher School of Law and Diplomacy στη Μασαχουσέτη.

liberal.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις13 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις28 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις43 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή