Διεθνή
Οι προϋποθέσεις λήψης των κεφαλαίων από το Ταμείο Ανάκαμψης της Ε.Ε.
Ο ευρωπαϊκός σχεδιασμός για την εκταμίευση των κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης και του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου της ΕΕ έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Μάλιστα, την περασμένη βδομάδα υποβλήθηκε από την Κυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το Προσχέδιο Δράσης της Ελλάδας για την αξιοποίηση των πόρων του παραπάνω Ταμείου. Καθώς, λοιπόν, η Επιτροπή έχει εκδώσει ήδη από τις 17/9 έγγραφο με βάση το οποίο προσδιορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις λήψης των χρημάτων, ορίζοντας επί της ουσίας το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθούν τα κράτη-μέλη (κ-μ) για να απορροφήσουν τα προβλεπόμενα για το καθένα απ’ αυτά ευρωπαϊκά κονδύλια (το εν λόγω έγγραφο τιτλοφορείται: ‘‘Commission staff working document, Guidance to member states, recovery and resilience plans’’) έχει μέγιστη σημασία και τούτη είναι η ώρα για να δούμε ποιες είναι οι προϋποθέσεις για τη λήψη των ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Τα σχέδια δράσης, λοιπόν, κάθε κ-μ που θα υποβληθούν στην Κομισιόν το αργότερο έως τις 30 Απριλίου του 2021, θα αφορούν βεβαίως το καθένα χωριστά. Κοινή παράμετρος των σχεδίων αυτών είναι ότι όλα πρέπει να εμπεριέχουν οργανόγραμμα επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων. Τα σχέδια πρέπει να είναι συνεκτικά, να περιγράφουν με σαφήνεια τα επιλεγόμενα projects και να είναι πλήρως αιτιολογημένα. Όλα τα σχέδια, πάντως, θα πρέπει να είναι συμβατά με τον οραματικό πολιτικό στόχο της ΕΕ ήτοι αυτόν της ‘‘πράσινης ανάπτυξης’’ (‘‘green, sustainable development’’) και της ‘‘ψηφιακής μετάβασης’’ (digital transition) και να τον εξυπηρετούν ουσιωδώς. Ο στόχος αυτός ταυτόχρονα με αυτόν της οικονομικής, κοινωνικής και περιφερειακής συνοχής της ΕΕ, της τόνωσης της οικονομικής και κοινωνικής ανθεκτικότητας και της μείωσης του γενικότερου αντίκτυπου της κρίσης είναι οι θεμελιώδεις άξονες κάθε υποβαλλόμενου σχεδίου.
Τα κ-μ καλούνται πρακτικά να περιγράψουν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν στο μετά την καθολική ανατάραξη οικονομικο-πολιτικό τοπίο που ήδη βιώνουμε και να ιεραρχήσουν τις προτεραιότητές τους στην αντιμετώπιση των δυσκολιών, προτείνοντας και εξηγώντας στην Κομισιόν πώς θα ανακάμψουν.
Έτσι, στο πλαίσιο της οικονομικής, κοινωνικής και περιφερειακής συνοχής, καλούνται να περιγράψουν πώς θα αμβλύνουν ή εξαλείψουν ανισότητες που έχουν προξενηθεί σ’ αυτά λόγω της κρίσης, στο περίγραμμα της οικονομικής και κοινωνικής ανθεκτικότητας οφείλουν να αιτιολογήσουν πώς θα ενισχύσουν τα συστήματα υγείας, ενώ στον τομέα της μείωσης του γενικότερου αντίκτυπου της κρίσης πρέπει να παρουσιάσουν τρόπους μείωσης της ανεργίας και τις εγγυήσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κι όλα αυτά, ώστε τα κ-μ της ΕΕ να είναι στρατηγικά αυτόνομα αλλά και μαζικά στοχεύοντα στην εναρμόνισή τους με την ‘‘Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία’’ (‘‘European Green Deal’’) και στην προσαρμογή τους στις επιταγές του ‘‘ευρωπαϊκού ψηφιακού μέλλοντος’’ (“Shaping Europe’s digital future’’).
Υπ’ αυτό το πρίσμα, το 20% των χρημάτων που θα λάβουν πρέπει να κατευθυνθεί στον ψηφιακό μετασχηματισμό της Οικονομίας και της κοινωνικής λειτουργίας. Έτσι, τα κ-μ θα πρέπει να δικαιολογήσουν πώς κάθε μεταρρυθμιστική τομή που θα επιχειρούν θα συμβάλλει στην υλοποίηση αυτού του στόχου. Μάλιστα, τα αποτελέσματα που θα φέρουν θα πρέπει να είναι μετρήσιμα από τον δείκτη DESI (Digital Economy and Society Index) και πιστοποιημένα από αυτόν.
Ο επονομαζόμενος και ως ‘‘ψηφιακός μετασχηματισμός της ευρωπαϊκής οικονομίας’’ αφορά τα υψηλής τεχνολογίας δίκτυα, τα 5G, την ψηφιοποίηση των δημοσίων υπηρεσιών, την καινοτομία και την έρευνα, την επιμόρφωση του κοινωνικού ιστού και την ανάπτυξη των ψηφιακών του δεξιοτήτων, εγχειρήματα για τα οποία θα πρέπει να βρουν προτάσεις και λύσεις όλα τα κ-μ.
Στον τομέα της ‘‘πράσινης ανάπτυξης’’, οι επενδύσεις θα πρέπει να είναι φιλικές προς το Περιβάλλον, να διοχετεύονται σε έργα με χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, να στρέφονται κυρίως προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, να συμβάλουν στην ενεργειακή αυτάρκεια της κάθε χώρας και στην ενεργειακή διασυνδεσιμότητα της ΕΕ, να αποσκοπούν στη μετάβαση προς μια κυκλική Οικονομία που θα έχει στόχους την εξοικονόμηση και την ανακύκλωση και να σέβονται την προστασία των οικοσυστημάτων και του φυσικού περιβάλλοντος.
Οι επενδύσεις στον τομέα αυτό πάντως, θα πρέπει οπωσδήποτε να προσανατολίζονται προς τον γενικό κλιματικό στόχο της Ένωσης, δηλαδή μια κλιματικά ουδέτερη πανευρωπαϊκή Οικονομία το 2050 και να συνεισφέρουν ουσιαστικά στην εκπλήρωση των στόχων που έχουν θέσει τα κ-μ στα ‘‘Εθνικά τους Σχέδια για την ενέργεια και το Κλίμα’’ (National Energy and Climate Plans).
Η Επιτροπή, πριν εκταμιεύσει οποιοδήποτε ποσό, θα προβεί σε αξιολόγηση των υποβαλλόμενων σχεδίων με βάση τα κριτήρια προτεινόμενου απ’ αυτήν Κανονισμού για το Ταμείο Ανάκαμψης (Proposal for a Regulation on the Recovery and Resilience Facility), όπως αυτά αποκρυσταλλώνονται στο αρ. 16§3 και στο Παράρτημα (ΙΙ) του.
Σίγουρα όμως, τα πάντα θα κρίνονται με βάση αν κινούνται στις προκαθορισμένες ευρωπαϊκές στοχεύσεις, έτσι όπως αυτές έχουν τεθεί σχετικώς (ίδετε, Communication on the 2021 Annual Sustainable Growth Strategy) . Οι στοχεύσεις αυτές είναι: 1) Η Ενδυνάμωση (Power up, το 40% της ενέργειας θα παράγεται από ΑΠΕ μέχρι το 2030 και επίσης μέχρι το 2025 πρέπει να επιτευχθεί ο στόχος παραγωγής ενός εκατομμυρίου τόνων υδρογόνου στην ΕΕ). 2) Η Καινοτομία (Renovate, διπλασιασμός των αποτελεσμάτων καινοτομίας σε όλη την ΕΕ μέχρι το 2025). 3) Η Επαναφόρτιση και Ανεφοδιασμός (Recharge and Refuel, μέχρι το 2025 πρέπει να έχουν κατασκευαστεί σ’ όλη την ΕΕ το 1 από τα 3 εκατ. σημεία φόρτισης ηλεκτροκίνητων οχημάτων που θα απαιτούνται να λειτουργούν το 2030 και 500 από τους 1.000 σταθμούς ανεφοδιασμού με υδρογόνο). 4) Η Διασύνδεση (Connect, μέχρι το 2025, η όσο το δυνατόν κάλυψη της ευρωπαϊκής επικράτειας με δίκτυα 5G). 5) Ο Εκσυγχρονισμός (Modernise, μέχρι το 2025 καθιέρωση της ευρωπαϊκής ψηφιακής ταυτότητας για όλους τους πολίτες και σημαντική διεύρυνση των προσφερόμενων ψηφιοποιημένων δημόσιων υπηρεσιών στον πολίτη). 6) Η Ανάπτυξη (Scale–up, μέχρι το 2025, διπλασιασμός των ημι-αγωγών (semi–conductors) για την παραγωγή 10 φορές πιο ισχυρών επεξεργαστών και διπλασιασμός των εταιριών που χρησιμοποιούν big data και υπολογιστικό νέφος (cloud) και τέλος 7) Η Επιμόρφωση και αναβάθμιση δεξιοτήτων (Reskill and upskill, το 2025 το ποσοστό των Ευρωπαίων ηλικίας από 16 έως 74 ετών που κατέχουν τις βασικές ψηφιακές δεξιότητες θα πρέπει να ανέλθει στο 70%).
Όλα δε αυτά θα αξιολογούνται με οδηγό τις εκθέσεις που συντάσσουν τα κλιμάκια της Κομισιόν στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, δηλαδή του καθιερωμένου ελέγχου της δημοσιονομικής πορείας κάθε κ-μ, όπως ορίζεται στη δευτερογενή ενωσιακή νομοθεσία. Πρακτικά αυτό σημαίνει για εμάς, καθώς βρισκόμαστε σε καθεστώς ‘‘ενισχυμένης εποπτείας’’, ότι οδηγός στην περίπτωσή μας θα είναι οι εκθέσεις της Κομισιόν σχετικά με την πρόοδο που σημειώνει η χώρα τελώντας υπό την άνω δημοσιονομική ιδιομορφία.
Η αιτιολόγηση, επομένως, των μέτρων που in concreto θα λαμβάνει το κάθε κ-μ, υπό το άνω πλαίσιο βεβαίως, θα πρέπει να είναι σαφής, αρκούντως τεκμηριωμένη, λεπτομερώς επεξεργασμένη, με ακρίβεια παρουσιαζόμενη και βεβαίως να διαχέεται οριζόντια από την αρχή της αναλογικότητας, δηλ. θα πρέπει να συνδέεται άμεσα και αιτιωδώς το εκάστοτε προτεινόμενο από το κάθε κ-μ project με το εκάστοτε εθνικό σχέδιο και τη γενικότερη στοχοθεσία της ΕΕ. Και τούτο, διότι απαιτείται να υπάρχει πλήρης και αναντίλεκτη κοστολόγηση όλων των πρωτοβουλιών και κατά συνέπεια επαρκής και διηθητική ‘‘κρησάρα’’ της ΕΕ για τα μετρήσιμα αποτελέσματα, τα οποία καλούνται να φέρουν τα κ-μ.
Πέραν τούτου, θα υπάρχουν χρονοδιαγράμματα (timelines), στόχοι (targets) και ορόσημα (milestones). Οι επιχειρούμενες τομές θα πρέπει να ολοκληρωθούν ως τα τέλη του 2026, όταν και θα εκπνεύσει η καταληκτική ημερομηνία των εκταμιεύσεων των κονδυλίων. Οι πληρωμές θα γίνονται με την υλοποίηση είτε στόχων είτε των ορoσήμων. Ως ‘‘στόχος’’ νοείται ένα συγκεκριμένο ποσοτικό, μετρήσιμο με δείκτη πάντως, αποτέλεσμα το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να επιτευχθεί από το κ-μ. Ως ‘‘ορόσημο’’ δε εκλαμβάνεται ένα επαληθεύσιμο σε κάθε περίπτωση ποιοτικό επίτευγμα, το οποίο θα πρέπει να πραγματοποιήσει το κ-μ για να λάβει τη χρηματοδότηση. Τα παραπάνω θα αξιολογούνται επί μιας ‘‘βασικής, αρχικής κατάστασης’’ (baseline), από την οποία, συμφωνημένα με την ΕΕ, εκκινούν τα κ-μ για να πετύχουν τους στόχους ή τα ορόσημα.
Περαιτέρω, ευνόητο είναι ότι η διαδικασία θα καλύπτεται από τον προληπτικό και κατασταλτικό έλεγχο του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (European Court of Auditors). Ο έλεγχος των κονδυλίων θα γίνεται, καταρχάς, προληπτικά και έτσι οι εκταμιεύσεις θα γίνονται σταδιακά και με βάση με την πιστοποιημένη πρόοδο όσον αφορά την επίτευξη των στόχων ή οροσήμων. Αλλά θα υπάρχει βεβαίως και κατασταλτικός έλεγχος (ex ante control) και συνεπώς στο τέλος μπορεί να ζητηθεί από την ΕΕ να επιστραφούν κονδύλια από τα κ-μ, αν δεν χρησιμοποιηθούν είτε προς επίτευξη των εθνικών σχεδίων ανάκαμψης, είτε αν αναλωθούν μεν προς αυτήν την κατεύθυνση αλλά δεν θα έχουν επιφέρει το προκαθορισμένο αποτέλεσμα.
Και όλα τα παραπάνω, διότι η τελολογία όλης αυτής της ‘‘αρχιτεκτονικής’’ εστιάζει στην αρχή της διαφάνειας και λογοδοσίας. Έτσι, τουλάχιστον 2 φορές τον χρόνο, τα κ-μ θα υποβάλλουν αναφορές σχετικά με την πρόοδο των πρωτοβουλιών και την απορρόφηση των κονδυλίων. Και τούτο καθότι και στη συγκεκριμένη περίσταση θα εφαρμοστεί κανονικά ο λεγόμενος Δημοσιονομικός Κανονισμός της ΕΕ, δηλ. ο 1046/2018 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης.
Όλα όσα ήδη αναφέρθηκαν, λοιπόν, δεν είναι απλώς σημαντικά. Είναι απολύτως κρίσιμα διότι αποτελούν τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να ικανοποιήσει και η Ελλάδα για να λάβει από τα Ευρωπαϊκά Ταμεία την τεράστια οικονομική βοήθεια προς αντιμετώπιση των συνεπειών που έφερε και παγίωσε η τρέχουσα υγειονομική κρίση.
Αυτές δε οι άνω προϋποθέσεις αποτελούν, κατά την προσωπική μου γνώμη, ουσιώδη ‘‘ευλογία’’ για τη χώρα. Διότι, εκ των πραγμάτων ‘‘αναγκάζουν’’ τη χώρα να προχωρήσει, όχι απλά στον βραχυπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα των επόμενων ετών αλλά για δεκαετίες, με οργανωμένη επιχειρησιακή πλατφόρμα στην Οικονομία και στη δημόσια λειτουργία, και μάλιστα τέτοια που να καθιστά, μέσω της στρατηγικής σχεδίασης και της επαλήθευσης κοστολογημένων και μετρήσιμων στόχων, πραγματικά υλοποιήσιμη τη μεγάλη αλλαγή που ψάχνει εδώ και καιρό ο Ελληνισμός. Το ‘‘άλμα προς το μέλλον’’ σκιαγραφείται ακριβώς στο πλαίσιο που περιγράφηκε ανωτέρω και είναι πλέον δική μας η ευκαιρία να μετουσιώσουμε τη γεννηθείσα εκ της κρίσεως προοπτική σε αναμορφωμένη, ζώσα πραγματικότητα. ‘‘Ιδού η Ρόδος’’, λοιπόν….
Κατερίνη, 27/11/2020
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW
LLM IN EUROPEAN LAW
Cer. LSE in Business, International
Relations and the political science.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

