Διεθνή
Απέραντο hot spot μεταναστών θέλει την Ελλάδα η Ευρωπαϊκή Ένωση
Γράφει ο Αναστάσιος Λαυρέντζος
Πρόσφατα η Επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ, Ίλβα Γιόχανσον, ζήτησε από τη FRONTEX να συγκαλέσει έκτακτο διοικητικό συμβούλιο, προκειμένου “να συζητηθούν οι ισχυρισμοί για παράνομες επαναπροωθήσεις μεταναστών στην Ελλάδα και η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων”. Η πρωτοβουλία αυτή ελήφθη σε συνεννόηση με την Προέδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Φον ντερ Λάιεν και ήλθε σε απάντηση σχετικών καταγγελιών που διατυπώθηκαν από διάφορες ΜΚΟ.
Παρά τις εξηγήσεις που δόθηκαν και τη διαβεβαίωση από ελληνικής πλευράς ότι δεν γίνονται επαναπροωθήσεις, η κ. Γιόχανσον επέμεινε ότι οι καταγγελίες πρέπει «να διερευνηθούν επαρκώς, για να γνωρίζουμε τί ακριβώς έχει συμβεί».
Πολιτική «ανοικτών συνόρων»
Η παραπάνω ενέργεια της Ευρωπαίας Επιτρόπου δεν είναι μεμονωμένη. Εκφράζει τη γενικότερη πολιτική της ΕΕ στο θέμα της μετανάστευσης. Μια πολιτική η οποία αποτυπώθηκε τον Δεκέμβριο του 2018 στη Σύνοδο του ΟΗΕ στο Μαρρακές, όταν το νέο Παγκόσμιο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση έγινε θριαμβευτικά αποδεκτό από τις περισσότερες χώρες της ΕΕ, με προεξάρχουσα τη Γερμανία.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια πολιτική «ανοικτών συνόρων», η οποία στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι μεταναστευτικές ροές που φθάνουν στην Ευρώπη είναι κατ’ αρχήν προσφυγικές. Άρα βάσει του διεθνούς δικαίου κανένα κράτος δεν μπορεί να τις ανακόψει. Στην πράξη όμως η υποχρέωση αυτή βαρύνει μόνο τα κράτη της περιφέρειας που έχουν εξωτερικά σύνορα. Διότι τα κράτη του ευρωπαϊκού πυρήνα βάσει της Συνθήκης του Δουβλίνου έχουν την ευχέρεια να εξετάζουν αιτήματα ασύλου μόνο όταν αυτά το θελήσουν. Σε κάθε άλλη περίπτωση έχουν το δικαίωμα να επιστρέφουν στη χώρα πρώτης εισόδου τους αιτούμενους ασύλου ή τους παράνομους μετανάστες που θα ανακαλύψουν στην επικράτειά τους.
Η Συνθήκη του Δουβλίνου επιτρέπει λοιπόν στις χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα να ελέγχουν τα σύνορά τους, μεταθέτοντας τη διαχείριση του μεταναστευτικού προβλήματος στις χώρες της περιφέρειας. Μαζί τους ανατίθενται και τα «ανθρωπιστικά καθήκοντα».
Όλα αυτά ισχύουν συμβατικά υπό τον όρο ότι οι ροές είναι προσφυγικές. Αν όμως οι ροές είναι μεταναστευτικές, τότε η συζήτηση αλλάζει. Διότι δεν αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα το να φεύγει κάποιος από τη χώρα του και να πηγαίνει σε όποια χώρα θέλει. Αν ισχύσει αυτό, τότε θα έχουμε δεχτεί την κατάργηση των συνόρων και των εθνικών κρατών.
Τί μας δείχνουν τα επίσημα στοιχεία
Πόσο προσφυγικές είναι όμως οι ροές των μεταναστών που έρχονται στην Ευρώπη και ειδικότερα στην Ελλάδα; Κατ’ αρχάς θα έπρεπε κανείς να δυσπιστεί για τον προσφυγικό χαρακτήρα αυτών των ροών και μόνο από το γεγονός ότι μετά το 2015 άρχισαν να καταφθάνουν μαζικά στην Ελλάδα παράνομοι μετανάστες, προερχόμενοι από δεκάδες διαφορετικές χώρες της Ασίας και της Αφρικής. Χώρες στις οποίες ως επί το πλείστον δεν διεξάγεται πόλεμος. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για την Τουρκία, από όπου μας έρχονται οι άνθρωποι αυτοί.
Επί πλέον, η Τουρκία θεωρείται ασφαλής χώρα και από τους Ευρωπαίους, όπως δείχνει η μαζικότητα των επενδύσεών τους στη χώρα αυτήν. Είναι λοιπόν τουλάχιστον αντιφατικό η ΕΕ να ζητά από την Ελλάδα, να κρατά ανοικτά τα ανατολικά σύνορά της, επικαλούμενη «ανθρωπιστικούς λόγους».
Υπάρχουν όμως και επίσημα στοιχεία που δείχνουν ότι οι παράνομες μεταναστευτικές ροές που φθάνουν στην Ελλάδα δεν είναι στην πλειονότητά τους προσφυγικές. Αυτό φαίνεται από το ποσοστό των (πρωτοβάθμιων) θετικών απαντήσεων στα αιτήματα ασύλου. Το ποσοστό αυτό στην Ελλάδα το 2020 μειώθηκε περίπου στο 40% ως συνέπεια και της κυβερνητικής αλλαγής. Ακόμη πιο χαμηλά βρίσκεται ο ευρωπαϊκός μέσος όρος, αφού σύμφωνα με την Eurostat το 2019 το ποσοστό των θετικών απαντήσεων σε αιτήματα ασύλου ήταν 38%.
Το γεγονός ότι οι μετανάστες που έρχονται στην Ευρώπη δεν έχουν και τόσο προσφυγικό προφίλ, φαίνεται και από ένα άλλο στοιχείο. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, το 2019 από τους υποβάλλοντες για πρώτη φορά αίτηση ασύλου, οι άρρενες ήταν περίπου το 62%. Αν μάλιστα εξαιρέσει κανείς τα παιδιά, στα οποία τα πράγματα είναι κάπως μοιρασμένα, τότε θα διαπιστώσει ότι στους έχοντες ηλικία 14-17 ετών, οι άρρενες αποτελούσαν το 68%. Αντίστοιχα, στη «στρατεύσιμη» ηλικία των 18-34 ετών, οι άνδρες ήταν το 69%.
Φαίνεται λοιπόν ότι από τους καταφθάνοντες μετανάστες στην Ευρώπη, οι έχοντες προσφυγικό προφίλ αποτελούν μειονότητα. Επίσης, λίγο μπορούν να εισφέρουν στο δημογραφικό πρόβλημα της Ευρώπης, αφού δεν είναι πληθυσμοί ισορροπημένοι κατά φύλο. Δηλαδή, κατά κανόνα δεν μας έρχονται οικογένειες ή ζευγάρια, αλλά νεαροί άνδρες, οι οποίοι στην πραγματικότητα επιδιώκουν να μεταναστεύσουν παράνομα στην Ευρώπη, προσποιούμενοι τους «πρόσφυγες». Κάνουν δηλαδή αυτό που τους έχει δασκαλέψει ένα ολόκληρο σύστημα διακίνησης, το οποίο έχει θεριέψει και τρέφεται από τη νέα «μεγάλη μπίζνα» της παράνομης μετανάστευσης.
Πρόκειται λοιπόν εν πολλοίς για ένα μαζικό φαινόμενο παράνομης μετανάστευσης, το οποίο εκμεταλλεύεται καταχρηστικά τη Σύμβαση της Γενεύης για τους Πρόσφυγες (την οποία η Τουρκία δεν έχει υπογράψει). Όμως η Σύμβαση της Γενεύης όταν έγινε, αφορούσε κυρίως τη διαχείριση ατομικών περιπτώσεων και την παροχή προστασίας σε άτομα που διώκονταν από ανελεύθερα ή δικτατορικά καθεστώτα. Δεν είχε υπ’ όψιν της μια βιομηχανία παράνομων μεταναστευτικών ροών που ξεκινούν από τη Γουϊνέα, το Κογκό και τη Σομαλία, έως το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και το Μπαγκλαντές.
Και βέβαια δεν είναι τυχαίο ότι όσον αφορά την Ελλάδα, οι άνθρωποι αυτοί μας έρχονται από την Τουρκία, όπου φυσικά δεν πάνε με τα πόδια. Φθάνουν εκεί αεροπορικώς, εκμεταλλευόμενοι τα πολύ φθηνά εισιτήρια που τους παρέχονται. Αντί λοιπόν η ΕΕ να ασκεί τις πιέσεις της στην Τουρκία, η οποία εκβιάζει την Ευρώπη με τις μεταναστευτικές ροές, εγκαλεί την Ελλάδα. Και ούτε λίγο ούτε πολύ της ζητά να ανοίξει τα σύνορά της για λόγους «ανθρωπιστικούς». Μάλιστα αυτό το ζητά στον απόηχο των τρομοκρατικών επιθέσεων που έγιναν πρόσφατα στο Παρίσι και στη Βιέννη και εν μέσω καραντίνας λόγω κορωνοϊού.
Ο ανθρωπισμός ως υποχρέωση των άλλων
Ενώ όμως η ΕΕ απαιτεί από την Ελλάδα να κρατά ανοικτά τα ανατολικά σύνορά της, την ίδια ώρα λαμβάνει μέτρα για να σφραγίσει τα βόρεια σύνορα της. Διότι στην πράξη αυτό κάνει, έχοντας τοποθετήσει κλιμάκια της FRONTEX σε αλβανικό και σκοπιανό έδαφος, ήδη από τον Μάιο του 2019. Η επίσημη δικαιολογία βέβαια είναι ότι οι δυνάμεις αυτές έχουν αποστολή να ελέγξουν το διασυνοριακό έγκλημα. Στην πράξη όμως σκοπός τους είναι να αναχαιτίσουν πιθανές διαρροές μεταναστών προς την Κεντρική Ευρώπη. Τον Ιούλιο του 2020 δημιουργήθηκε μάλιστα και μια δεύτερη «γραμμή ανάσχεσης» με τοποθέτηση δυνάμεων της FRONTEX στο Μαυροβούνιο.
Εν πάση περιπτώσει, αν η ΕΕ ενδιαφέρεται τόσο πολύ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ας δημιουργήσει ευρωπαϊκά προξενεία στην Τουρκία, στα οποία θα μπορούν να αιτούνται άσυλο κανονικά, με τα χαρτιά τους, όσοι το επιθυμούν,. Με αυτό τον τρόπο δεν θα κινδυνεύουν, διασχίζοντας τη θάλασσα, ούτε θα ταλαιπωρούνται σε καταυλισμούς στα ελληνικά νησιά. Έτσι βέβαια μπορεί οι ΜΚΟ και οι δουλέμποροι να μην έχουν πλέον «αντικείμενο εργασιών», αλλά το κέρδος από ανθρωπιστική σκοπιά θα είναι μεγάλο.
Σε αυτά λοιπόν τα ευρωπαϊκά προξενεία που θα δημιουργηθούν επί τουρκικού εδάφους, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ασύλου θα αποφαίνεται αν οι αιτούμενοι διεθνή προστασία θα μπορούν να λάβουν άσυλο. Και όσοι από αυτούς θα λαμβάνουν θετική απάντηση, θα μπορούν να πάρουν το αεροπλάνο και να πάνε σε όποια χώρα της Ευρώπης επιθυμούν. Και όχι να εγκλωβίζονται στην Ελλάδα, όπως γίνεται τώρα. Φαίνεται έτσι για μια ακόμη φορά η ανακολουθία της ΕΕ, η οποία δίνοντας μερικά χρήματα στην Ελλάδα φροντίζει απλώς να κρατά το πρόβλημα έξω από την πόρτα της.
Τα δικαιώματα των Ελλήνων
Η ελληνική κυβέρνηση έχει όμως πρωτίστως υποχρέωση απέναντι στους Έλληνες πολίτες, για την ασφάλεια και την ευημερία των οποίων οφείλει να μεριμνά. Όσοι έχουν τις δικές τους και απολύτως σεβαστές ευαισθησίες, καλόν θα ήταν να τις δείξουν έμπρακτα και όχι μέσω τρίτων. Διότι δεν μπορεί η ΕΕ επειδή μας δίνει κάποια χρήματα να μετατρέπει την Ελλάδα σε έναν κλειστό θάλαμο υποδοχής των παράνομων μεταναστευτικών ροών που μέσω Τουρκίας καταφθάνουν στην Ευρώπη.
Ούτε η ελληνική κοινωνία μπορεί να δεχτεί τον αναγκαστικό εποικισμό που της επιβάλλει η Τουρκία με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Στο κάτω της γραφής έχουν και οι Έλληνες τα δικαιώματά τους και ανάμεσα σε αυτά, έχουν το δικαίωμα να αποφασίσουν σε ποια χώρα θα ζήσουν αύριο τα παιδιά τους.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

