Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο Ερντογάν εκμεταλλεύθηκε ακόμη ένα κενό του Σ.Α. του ΟΗΕ

Δημοσιεύτηκε στις

  Ανδρέας Πιμπίσιης   

Η Τουρκία, εδώ και δεκαετίες, ποτέ δεν κάνει κινήσεις στο κενό ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ζητήματα τα οποία θα προκαλέσουν διεθνή αντίδραση. Φροντίζει να έχει εκ των προτέρων μελετήσει το περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον κατά τρόπο ώστε εκ προοιμίου να γνωρίζει πως μπορεί να απορροφήσει τους κραδασμούς των όποιων αντιδράσεων.  Κατ’ αυτό τον τρόπο κινείται και σ’ όλα τα ζητήματα που αφορούν την Κύπρο. Αρχικά έρευνες στην Κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και προσφάτως στο θέμα της Αμμοχώστου. Προχώρησε βήμα-βήμα παρακολουθώντας και καταγράφοντας τις διεθνείς αντιδράσεις. Οι οποίες λειτουργούσαν και πάλι προς δικό της όφελος. 

Η απροθυμία των όποιων τρίτων να εμπλακούν σ’ ένα τοπικό ζήτημα, από το οποίο δεν θα είχαν κάποιο ειδικό όφελος, ερμηνεύεται πάντοτε από την τουρκική πλευρά ανοχή για να προχωρήσουν με τις αποφάσεις τους. Η περίπτωση της Αμμοχώστου αποτελεί ένα ακόμα δείγμα γραφής του πως η Τουρκία εκμεταλλεύεται με τον καλύτερο τρόπο κενά που αφήνει η απροθυμία ή αδυναμία της διεθνούς κοινότητας (κυρίως των ισχυρών δυνάμεων) να λάβουν αποτρεπτικές αποφάσεις. Επιπρόσθετα, για πολλοστή φορά η Άγκυρα φροντίζει την απόφασή της να την στηρίξει σε κάποιες δικαιολογίες. 

Η Λευκωσία για δεκαετίες επαναπαύθηκε – και στο θέμα της Αμμοχώστου – στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, 550 και 789. Δύο ψηφίσματα τα οποία η Κυπριακή Δημοκρατία, σε κάθε περίπτωση, φρόντιζε να τονίζει και να επαναλαμβάνει. Αλλά και τα ίδια τα Ηνωμένα Έθνη στις τοποθετήσεις τους φρόντισαν να κάνουν αναφορά στα εν λόγω ψηφίσματα. 

Κύρια απαίτηση, όπως καταγράφεται και στο κείμενο των ψηφισμάτων, είναι να επιτραπεί στους νόμιμους κατοίκους των Βαρωσίων να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Για την Λευκωσία η ερμηνεία – που ήταν νομικά και ηθικά ορθή – που δινόταν σ’ αυτή την πτυχή των ψηφισμάτων ήταν πως αυτά έλεγαν ότι οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοι των Βαρωσίων θα επέστρεφαν στην πόλη τους και αυτή θα περνούσε υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση. 

Η τουρκική πλευρά αφού ταλαντεύθηκε με το θέμα του εποικισμού και το οποίο είδε πως προκαλούσε αντιδράσεις αποφάσισε να δώσει άλλη ερμηνεία στα ίδια ψηφίσματα η οποία να μην απέχει πολύ από μια «νομικά ορθή» ανάγνωση. Η απόφαση που έλαβε η Τουρκία – εν ολίγοις – δίνει το δικαίωμα στους Ελληνοκύπριους που έχουν περιουσία στην περιοχή των Βαρωσίων να την διεκδικήσουν για επιστρέψουν σ’ αυτή. Δεν αναφέρεται σε άνοιγμα της πόλης για εποικισμό, ακριβώς για να αποφύγει την πίεση της διεθνούς κοινότητας και να μην έρθει σε απευθείας σύγκρουση με τα Ηνωμένα Έθνη, σε μια περίοδο που θέλει την ανοχή του ΟΗΕ για όλες τις άλλες δράσεις που προβαίνει στην ευρύτερη περιοχή. 

Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο που εδώ και μερικές εβδομάδες η τουρκική πλευρά επιμένει και τονίζει πως οι ενέργειές της στην Αμμόχωστο δεν έρχονται σε αντίθεση με τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Εννοώντας ότι δεν πήρε απόφαση η οποία αφαιρεί δικαιώματα από τους Βαρωσιώτες να διεκδικήσουν την περιουσία τους. 

Αυτή η λεπτή γραμμή πάνω στην οποία κινείται η τουρκική πλευρά, την οποία προσπαθεί να καλύψει και με σχετική νομιμοφάνεια,  δίνει το δικαίωμα στη Λευκωσία να αντιδράσει και να επιδιώξει ανατροπή τετελεσμένων. Έστω κι αν το εγχείρημα θεωρείται καθόλα δύσκολο. Αλλά δεν έχει κι άλλες επιλογές. 

Όπως επισημαίνεται από διπλωματικούς κύκλους, για το Βαρώσι η Λευκωσία πρέπει να συνεχίσει να απαιτεί, από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών αλλά και όλους τους συνομιλητές της, να ενεργήσουν για τερματισμό και ανατροπή των νέων τετελεσμένων στα οποία έχει προχωρήσει η τουρκική πλευρά. Αν και αποτελεί κοινή παραδοχή, όσο σκληρή κι αν είναι, πως οι πιθανότητες ανατροπής είναι λίγες, όμως δεν μπορεί να αφεθεί κι αυτό το ζήτημα στην τύχη του, την οποία όλοι γνωρίζουν ποια θα είναι. 

Η κυπριακή κυβέρνηση μπορεί να μην έχει τις δυνατότητες να πράξει πολλά, όμως υπάρχει εκείνο το σώμα το οποίο έχει τις δυνατότητες να ανατρέψει δεδομένα και καταστάσεις. Ο λόγος για το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών το οποίο σίγουρα μπορεί να κάνει περισσότερο. Φτάνει βεβαίως να το θέλουν οι μεγάλες δυνάμεις. Οι οποίες, απ’ ότι φαίνεται δεν το θέλουν γιατί στη δική τους ζυγαριά βάζουν και τα δικά τους συμφέροντα με την Τουρκία. 

Αυτή την στιγμή από τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών-από τα οποία ουσιαστικά εξαρτώνται όλες οι αποφάσεις του διεθνούς οργανισμού-μόνο η Γαλλία βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την Τουρκία.  Τα άλλα τέσσερα– ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα και Βρετανία – διατηρούν αρκετά καλές σχέσεις με την Άγκυρα. Η ίδια η Τουρκία με ενέργειές της προσπαθεί να τα κρατά δεμένα κοντά της. 

Παρ’ όλα ταύτα το Συμβούλιο Ασφαλείας, εάν το επιθυμεί, θα μπορούσε να θέσει την κλειστή περιοχή των Βαρωσίων υπό  τον έλεγχο της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών. Αυτό το δικαίωμα το προσφέρει το ψήφισμα 789, δηλαδή η περιοχή των Βαρωσίων να περάσει υπό τον έλεγχο του διεθνούς οργανισμού. Δυστυχώς, για την κυπριακή πλευρά δεν υπάρχει επαρκής βούληση για να γίνει κάτι τέτοιο, με αποτέλεσμα να το εκμεταλλεύεται η τουρκική πλευρά. 

Τα δεδομένα όπως διαμορφώνονται επί του εδάφους καθιστούν την αποστολή της Τζέιν Χολ Λουτ ιδιαίτερα δύσκολη στο να καταφέρει κάποιο αποτέλεσμα. Ωστόσο η συγκεκριμένη της αποστολή, η οποία αρχίζει από αύριο, και οι συναντήσεις που θα έχει με τους δύο ηγέτες την Τρίτη είναι πολύ πιο εύκολη απ’ ότι υπολογίζει κάποιος. Αποστολή της είναι να συμφωνήσουν τα εμπλεκόμενα μέρη να πάνε σε μια άτυπη πενταμερή διαδικαστικού χαρακτήρα. 

Εξ όσον φαίνεται τόσο οι δύο ηγέτες στην Κύπρο, όσο και οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις είναι θετικές προς αυτή την κατεύθυνση παρά το αρνητικό κλίμα που υπάρχει λόγω των συγκεκριμένων κινήσεων της Τουρκίας στην Αμμόχωστο. Εξάλλου αυτό συμβαίνει εδώ και δεκαετίες στο Κυπριακό και το σκηνικό να είναι περίπου το ίδιο. 

Συνομιλίες και τετελεσμένα, στο τέλος της ημέρας, να συνυπάρχουν. Κι αυτό θα συμβεί και στην παρούσα περίπτωση. Παρά τη δυσφορία και την ενόχληση η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν έχει άλλη επιλογή παρά να πάει σε συνομιλίες. Ενώ στην κλειστή περιοχή της Αμμοχώστου οι εργασίες θα συνεχίσουν κανονικά ωσάν να μην υπήρχαν συνομιλίες. Γιατί η τουρκική πλευρά ξέρει ακόμα κάτι: πως η ελληνοκυπριακή πλευρά εάν αντιδράσει εν μέσω συνομιλιών θα θεωρηθεί υπεύθυνη για το αδιέξοδο και ως εκ τούτου θα δεχθεί τις παραινέσεις των ξένων πως ο καλύτερος τρόπος για να τερματιστούν οι τουρκικές προκλήσεις είναι οι συνομιλίες. Κι αυτό διευκολύνει την Τζέιν Χολ Λουτ και τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών στους σχεδιασμούς τους.

Μπορεί να συζητηθεί οτιδήποτε

Η τουρκική πλευρά, παράλληλα με το άνοιγμα της κλειστής περιοχής της Αμμοχώστου, προχωρεί και σε προώθηση μιας συνομοσπονδιακής λύσης, ή δύο κρατών όπως η ίδια το διατυπώνει. Η γενική θεώρηση που υπάρχει είναι πως δεν μπορεί να συζητηθεί άλλη μορφή λύσης του Κυπριακού γιατί, και πάλι,  τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών καταγράφουν ποια θα είναι η μορφή λύσης του Κυπριακού. 

Όπως και στο θέμα της Αμμοχώστου έτσι και στην περίπτωση της συνολικής λύσης του Κυπριακού η τουρκική πλευρά κινείται πάνω σε μια λεπτή γραμμή προσπαθώντας να καταγράψει αντιδράσεις και να ετοιμάσει ανάλογα τις επόμενες κινήσεις της. 

Λέει η τουρκική πλευρά ότι πρέπει να συζητηθούν κι άλλες μορφές λύσης γιατί οι έως τώρα συζητήσεις για λύση ομοσπονδίας δεν έχουν οδηγήσει πουθενά. Τοποθέτηση που προκαλεί την οργή της ελληνοκυπριακής πλευράς η οποία ανεμίζει τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και τις συμφωνίες που υπήρξαν έως τώρα για τη μορφή λύσης του Κυπριακού. Όμως, είναι σίγουρο πως κανένας δεν μπορεί να εμποδίσει τους Τούρκους όταν θα βρεθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων να πουν την όποια θέση έχουν είτε για λύση ομοσπονδίας, είτε για συνομοσπονδία ή και για οριστική διχοτόμηση. Αυτό εξάλλου γινόταν μονίμως στο παρελθόν. 

Η θέση αυτή δηλαδή της λύσης δύο κρατών είναι εκτός των παραμέτρων των Ηνωμένων Εθνών κάτι που όλοι συμφωνούν. Ωστόσο δεν απαγορεύεται σε κανένα να το συζητήσει. Εάν τεθεί  αυτό το θέμα, η ελληνοκυπριακή πλευρά είτε θα το συζητήσει και να εξηγήσει γιατί δεν μπορεί να θεωρηθεί λύση του Κυπριακού αυτό που προτείνουν οι Τούρκοι. Είτε θα απορρίψει την όποια συζήτηση του εν λόγω θέματος απλά γιατί διαφωνεί.

ΒΡΕΤΑΝΙΚΕΣ ΒΟΛΙΔΟΣΚΟΠΗΣΕΙΣ

Οι Βρετανοί μπαίνουν και πάλι δυναμικά στο παιχνίδι του Κυπριακού θέλοντας να παίξουν ένα πρωταγωνιστικό ρόλο στην άτυπη πενταμερή που θα συγκαλέσει ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών. Σύμφωνα με πληροφορίες, που είδαν το φως της δημοσιότητας, οι κινήσεις της βρετανικές πλευράς είναι κυρίως παρασκηνιακές και στοχεύουν στο να καταγράψουν τις αντιδράσεις της κυπριακής ηγεσίας: πρώτον για λύση χαλαρής αποκεντρωμένης ομοσπονδίας και δεύτερο για λύση συνομοσπονδίας. Εμφανώς αυτό που επιδιώκει η βρετανική πλευρά είναι, όπως το είχε προσφάτως προσφάτως και ο ύπατος αρμοστής Στίβεν Λίλι, είναι μέσα από τη διαδικασία των συνομιλιών να αναζητηθεί γεφύρωση των διαφόρων θέσεων. 

Θα πρέπει να παράλληλα να σημειωθεί και η θέση που εκφράζεται από διάφορους κύκλους ως προς τις δυνατότητες αποτροπής της τουρκικής πλευράς να βάλει στο τραπέζι τις νέες ιδέες που προβάλλει για το Κυπριακό. Χαρακτηριστικό το δημοσίευμα της τουρκικής Χουριέτ η οποία επικαλούμενη διπλωματικούς κύκλους (τους οποίους δεν κατονομάζει) αναφέρει πως η απάντηση που δίνεται σε σχέση με την αντίθεση της ελληνοκυπριακής πλευράς στην κατάθεση νέων ιδεών είναι: «εάν κάποιο από τα μέρη θελήσει να βάλει ιδέες για το πώς θα μπορεί να βγει η διαδικασία από το αδιέξοδο, δεν μπορούν τα Ηνωμένα Έθνη να το εμποδίσουν».

Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις29 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις59 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Δημοφιλή