Διεθνή
Η ώρα της αλήθειας για Τουρκία και Ε.Ε.
Του Κώστα Ράπτη
Υπόβαθρο της ευρωπαϊκής ενοποίησης αποτελούν, όσο και αν αυτό δεν ομολογείται πάντα, οι γεωπολιτικές κρίσεις. Η ίδια η εκκίνησή της, μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου, έλαβε ώθηση ασφαλώς από την αποκαθήλωση της γαλλικής αποικιακής κυριαρχίας στο Ντιέν Μπιέν Φου, το φιάσκο του Σουέζ και τον πόλεμο της Αλγερίας. Η εμβάθυνση της ενοποιητικής διαδικασίας με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και η διεύρυνση προς Ανατολάς σημαδεύτηκαν από τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου και τους γιουγκοσλαβικούς πολέμους. Η περιπέτεια του Ευρωσυντάγματος συνέπεσε, διόλου τυχαία, με τις διαιρέσεις που προκάλεσε η επέμβαση των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στο Ιράκ. Στις μέρες μας, οι εντάσεις στις οποίες πρωταγωνιστεί η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν σε Λιβύη, Καύκασο και Ανατολική Μεσόγειο θέτουν το οικοδόμημα των “27” σε υπαρξιακή κρίση. Χωρίς συντονισμένη ανταπόκριση, η Ε.Ε. κινδυνεύει να χάσει κάθε αξιοπιστία.
Η επικείμενη σύνοδος κορυφής στις 10-11 Δεκεμβρίου θα κρίνει τα αντανακλαστικά των Ευρωπαίων ηγετών. Θα “κλοτσήσουν την κονσέρβα” ακόμη παρακάτω με κυρώσεις εν πολλοίς συμβολικές, αυστηρότητα ρητορική δίχως πρακτικό αντίκρισμα και μετάθεση των δύσκολων αποφάσεων για το μέλλον;
Η ομάδα των κρατών-μελών που αποτελείται από τη Γερμανία, την Ολλανδία, την Ισπανία, την Ιταλία, τη Σουηδία και την Ουγγαρία θα επιθυμούσε ακριβώς αυτό, αποκρούοντας τις εκκλήσεις Γαλλίας, Αυστρίας, Ελλάδας και Κύπρου για ουσιαστικές κυρώσεις.
Η προηγούμενη Σύνοδος Κορυφής υπήρξε, άλλωστε, μια επιτυχία των “ελαστικών”. Όμως στον χρόνο που μεσολάβησε η Τουρκία έκανε “δυσκολότερη” τη θέση των ίδιων των υποστηρικτών της. Τα πράγματα δεν μπορούν αενάως να συνεχίζονται όπως πριν. Και τότε θα φανεί αν αυτός που μπλοφάρει είναι ο Ταγίπ Ερντογάν ή οι “27”.
Για τον καθένα ό,τι ταιριάζει
Ο ισχυρός άνδρας της Άγκυρας παίζει το παιχνίδι του με τη διαπιστωμένη τακτική του δεξιότητα. Προς την πλευρά των Αθηνών και της Λευκωσίας συνεχίζει τις προκλήσεις με την έκδοση νέων ναυτικών οδηγιών που ανακινούν ζήτημα αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και με το “πικνίκ” στην περίκλειστη πόλη των Βαρωσίων, που αποτελεί σήμα αναπροσανατολισμού σε καθαρά διχοτομικές λύσεις για το Κυπριακό.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η αντι-δυτική ρητορική του δίνει τη θέση της σε δηλώσεις ότι η χώρα του ανήκει στην Ευρώπη και δεν εγκαταλείπει τις ενταξιακές της φιλοδοξίες, ενώ ο εξ απορρήτων του προέδρου, Ιμπραχίμ Καλίν, ανέλαβε να μεταβεί ως κομιστής μηνυμάτων στις Βρυξέλλες.
Επίσης, η αλλαγή του οικονομικού επιτελείου της Τουρκίας καλλιεργεί ελπίδες μιας ευρύτερης στροφής της χώρας στην “προβλεψιμότητα”, αλλά και αναδεικνύει τις ανάγκες στήριξής της από τη Δύση, ενώ η επικείμενη δικαστική μεταρρύθμιση γεννά ελπίδες για οπισθοχώρηση από τον αφόρητο για τα ευρωπαϊκά ακροατήρια αυταρχισμό του καθεστώτος του. (Αν και η δημόσια σύγκρουση του Ερντογάν με τον εκ των συνιδρυτών του κόμματός του, Μπουλέντ Αρίντς ,για την προοπτική αποφυλάκισης του μαικήνα-ακτιβιστή Οσμάν Καβάλα και του Κούρδου ηγέτη Σελαχατίν Ντεμίρτας δείχνει ότι οι ελπίδες αυτές είναι εκ των προτέρων υπονομευμένες. Αντίστοιχα η συμφωνία εξαγοράς του 10% του Χρηματιστηρίου της Κωνσταντινούπολης από το Κατάρ, καταδεικνύει ότι τα αντίβαρα εξ Ανατολών εξακολουθούν να τρέφουν το όνειρο μιας οικονομικής πορείας έξω από τις υποδείξεις της Δύσης και των αγορών.)
Για τον καθένα ο Ερντογάν έχει να επιδείξει αυτό που του ταιριάζει. Με την ελπίδα προφανώς ότι το εν λόγω μείγμα προβαλλόμενης διαλλακτικότητας και αδιαλλαξίας θα λειτουργήσει κατευναστικά για τους “27” και θα του εξασφαλίσει περισσότερο χρόνο. Άλλωστε το “φόρτωμα του καλαθιού” παραμονές της κρίσιμης συνόδου μπορεί να χρησιμεύσει και για εκτονωτικές κινήσεις δίχως κόστος, όπως θα ήταν, λ.χ., μια αναστολή των ερευνών του σκάφους “Ορούτς Ρέις”.
Εντάσεις και με τη Γερμανία
Όπως επισημαίνει το Eurointelligence, ο Ερντογάν δεν αντιλαμβάνεται την ευρωπαϊκή υπομονή ως αρετή, παρά ως σημάδι αδυναμίας. Με τις προκλήσεις του “δοκιμάζει τα νερά” για να δει πόσο μακριά μπορεί να πάει. Για την Ε.Ε. ο κατάλογος των λόγων για να μην επιδιώξει αναμέτρηση με την Τουρκία είναι μακρύς: παρουσία μεγάλης τουρκικής διασποράς στην Ευρώπη, προσφυγικό ζήτημα, εξαγωγές οπλισμού, τουρκικά drones, ευρύτεροι γεωπολιτικοί υπολογισμοί. Όμως τα κράτη-μέλη θα πρέπει κάποια στιγμή να χαράξουν τις κόκκινες γραμμές τους, αναλαμβάνοντας το ρίσκο και τις συνέπειες.
Συμβαίνει, άλλωστε, οι ημέρες αυτές να σημαδεύονται από την απρόσμενη επιδείνωση των τουρκο-γερμανικών σχέσεων, μετά τη διά της βίας επιθεώρηση από άνδρες της γερμανικής φρεγάτας Hamburg του τουρκικού εμπορικού πλοίου Rosaline A στην κεντρική Μεσόγειο, στο πλαίσιο της επιχείρησης Irini. Επιθεώρηση την οποία ο Ερντογάν έσπευσε να χαρακτηρίσει παράνομη “παρενόχληση” αποδίδοντάς την στον Έλληνα διοικητή της επιχείρησης, με φιλοκυβερνητικά έντυπα όπως η “Γενί Σαφάκ” να προαναγγέλλουν “αντίποινα” έναντι ελληνικού πλοίου.
Η Γαλλία επιχειρεί να δώσει τον τόνο
Η υπομονή πολλών ευρωπαϊκών κύκλων μοιάζει να εξαντλείται. Το αποδεικνύει αυτό η ευρεία πλειοψηφία με την οποία για πρώτη φορά υιοθετήθηκε από το Ευρωκοινοβούλιο καταδικαστικό ψήφισμα για τις ενέργειες της Τουρκίας στα Βαρώσια, το αποδεικνύει και η πρόταση του Λούκας Μαντλ, ευρωβουλευτή του κυβερνώντος στην Αυστρία Λαϊκού Κόμματος του καγκελάριου Σεμπάστιαν Κουρτς, να αφαιρεθεί η ιδιότητα του υποψήφιου προς ένταξη κράτους από την Τουρκία και να διακοπεί κάθε προενταξιακή βοήθεια.
Η απάντηση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών ήταν ότι “αυτή η απόφαση που αναμφίβολα υπαγορεύεται από την “ελληνοκυπριακή διοίκηση” δείχνει για άλλη μια φορά πόσο προκατειλημμένη είναι η Ευρωβουλή στο Κυπριακό. Εάν διατηρήσουν αυτήν την προσέγγιση και νοοτροπία, δεν είναι δυνατόν τα όργανα της Ε.Ε. να συμβάλουν εποικοδομητικά στην επίλυση του Κυπριακού”.
“Η Τουρκία ξέρει τι πρέπει να κάνει: Αντιπαράθεση ή συνεργασία, εξαρτάται από αυτούς”, ήταν πάντως το μήνυμα που έστειλε αυτή την εβδομάδα ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών, Ζαν-Ιβ Λεντριάν, μιλώντας στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση. Το γεγονός ότι το Παρίσι πρωτοστατεί στη σκληρή γραμμή έναντι της Άγκυρας και έχει ήδη εμπλακεί σε ρητορικό πόλεμο με τη γείτονα (με αφορμή και την σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ) απέκτησε, άλλωστε, μεγαλύτερη αξιοπιστία μετά την απόφαση των αρχών να απαγορεύσουν τη λειτουργία της τουρκικής εθνικιστικής οργάνωσης των “Γκρίζων Λύκων”, έπειτα από αντι-αρμενικά επεισόδια που αυτοί προκάλεσαν στη Λιόν.
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι εν λόγω βεβήλωσαν αρμενικό μνημείο με τα αρχικά του Ερντογάν, αποκαλύπτοντας τη σύμφυση ισλαμιστών και εθνικιστών που υπάρχει τουλάχιστον στην τουρκική Διασπορά.
capital.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

