Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η καταγωγή των Τούρκων: Ογούζοι Τούρκοι, Σελτζούκοι και Οθωμανοί

Δημοσιεύτηκε στις

του Μιχάλη Στούκα,

Η καταγωγή των Τούρκων έχει απασχολήσει έως σήμερα πολλούς και διάφορους. Επιστήμονες, πολιτικούς αλλά και απλούς πολίτες.
Ο καθένας μπορεί βέβαια να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες φυσικά θα έχουν να αντιμετωπίσουν στη συνέχεια τη βάσανο της κριτικής.

Θα προσπαθήσουμε εδώ να δώσουμε κάποια στοιχεία σχετικά με τους προγόνους των Τούρκων με βάση επιστημονικά και αξιόπιστα, κατά την άποψή μας και όχι μόνο, συγγράμματα.

Είναι πρακτικά αδύνατο σε ένα διαδικτυακό άρθρο να καλύψουμε πλήρως ένα θέμα που έχει πολλές πτυχές και ιστορία εκατοντάδων ετών.

tourkoi04

Οι Ογούζοι Τούρκοι
Ο πολυχρησιμοποιημένος σήμερα όρος “τουρκόφωνοι ή τουρκικοί λαοί” έχει ιστορία περίπου 75 ετών. Οφείλεται στον Ούγγρο βυζαντινολόγο Gyula Moravcsik (1892-1972), ο οποίος τον εισήγαγε για πρώτη φορά το 1942 στο δίτομο σύγγραμμα του Byzaninoturcica. Σύμφωνα με τον Moravcsik ως τουρκόφωνοι (δηλαδή ομιλούντες τις διάφορες διαλέκτους του τουρκικού τουρανικού κλάδου της ουραλο-αλταϊκής ομογλωσσίας) χαρακτηρίζονται οι λαοί της ασιατικής προέλευσης που ανήκαν είτε στον ουραλο-αλταϊκό (κεντρο-ανατολικό ασιατικό) είτε στο φιννο-ουγγριανό (ουγγριτικό) (κεντρο-δυτικό ασιατικό) φυλετικό τύπο όπως οι Ούγγροι και οι Κομάνοι και ήλθαν σε επαφές, φιλικές ή εχθρικές, με το Βυζάντιο μέσα από δύο βασικές οδούς: α) αυτές των ρωσικών στεπών και της βορειοανατολικής βαλκανικής και β) εκείνης της κεντρικής Ασίας (των Αλταΐων) και, στη συνέχεια, των περιοχών της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής. Οι Ογούζοι Τούρκοι( αραβικά Ghuzz τουρκικά Oguz) είναι οι κοινοί φυλετικοί και εθνολογικοί (όχι όμως και γλωσσικοί) πρόγονοι των τουρκικών λαών του Μεσαίωνα και αποτέλεσαν μεγάλη συνομοσπονδία τουρκόφωνων (τουρανικών) φύλων της κεντρικής Ασίας στις περιοχές των Αλταΐων Ορέων.

Εμφανίζονται κατά τον 6ο-8ο αιώνα ως νομάδες της κεντροασιατικής στέπας και η γνωστότερη ομάδα τους, οι εννέα Ογούζοι (Dokuz Oghuzz) κατόρθωσαν σταδιακά να ενώσουν από τον 6ο αιώνα όλα τα ογουζικά φύλα, από την Κίνα ως τον Εύξεινο Πόντο, για να εγκατασταθούν τελικά (τέλη 9ου αρχές 10ου αιώνα) στις εύφορες κοιλάδες ανατολικά της λίμνης Αράλης (της αρχαίας Ωξιανής) ανάμεσα στους μεγάλους ποταμούς Σιρ-Νταριά (τον αρχαίο Ιαξάρτη) και Αμού Νταριά (τον αρχαίο Ώξο). Οι περιοχές αυτές ανήκαν στην τέως ΕΣΣΔ και είναι γνωστές ως Transoxania/Transoxiana. Ακόμα και σήμερα κατοικούνται από Τουρκομάνους νομάδες, απογόνους των παλαιών ομοφύλων τους.

‘Ολα σχεδόν τα τουρκόφωνα φύλα έχουν την καταγωγή τους στους Ογούζους Τούρκους, οι οποίοι τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες ξεκίνησαν από τις πεδιάδες των ποταμών Ορχόν και Σελεγκά, νότια της λίμνης Βαϊκάλης (της βαθύτερης λίμνης της Γης με μέγιστο βάθος 1660 μέτρα) στη σημερινή Μογγολία. Οι πολυαριθμότεροι από αυτούς, οι Ογούζοι Τούρκοι, δημιούργησαν από τον 6ο ως τον 8ο αιώνα ένα εκτενές κράτος. Για τους Ογούζους , όπως και για τις άλλες τουρανικές φυλές της κεντροανατολικής Ασίας, έχουμε ασαφείς και αμφιλεγόμενες πληροφορίες. Ένα άλλο αρχαίο τουρκικό φύλο, ήταν οι Εφθαλίτες(Λευκοί Ούννοι).

Ο ιστοριογράφος Μένανδρος ο Προτήκτωρ στο έργο του ”Περί Πρεσβειών εθνών προς Ρωμαίους” περιγράφει την πρεσβεία του Τούρκου ηγεμόνα Διζάβουλου ή Σιλζίβουλου το 568/569 στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστίνου Β’ και τις διαπραγματεύσεις Βυζαντινών και Τούρκων με υπογραφή εικοσάχρονης συνθήκης, με σκοπό την εξασφάλιση μεταφοράς μεταξιού διαμέσου της βόρειας οδού για να αποφευχθούν οι μεγάλοι δασμοί που είχαν επιβληθεί από τους Πέρσες στην επικράτεια τους.

Το 576 όμως, ο νέος Τούρκος ηγεμόνας Τούρξανθος ακύρωσε την εμπορική συνθήκη με τον Ιουστίνο Β κατηγορώντας το Βυζάντιο ότι είχε υπογράψει συνθήκη με τους Αβάρους, εχθρούς των Ογούζων.

Τον 10ο αιώνα κέντρο των Ογούζων ήταν η πόλη Τζαντ στον κάτω ρου του Σιρ-Νταριά. Ανάμεσα στο 956 και το 1000 οι δύο κυριότεροι ηγέτες των Ογούζων, ο Σελτζούκ (γενάρχης των Σελτζούκων Τούρκων) και ο Yabghu ασπάστηκαν το Ισλάμ. Οι Σελτζούκοι το 1040 συνέτριψαν στην μάχη του Νταντανκάν τους ιρανόφωνους Γασνεβίδες και εισήλθαν αρχικά στο Τουρκεστάν και έπειτα στην Περσία. Έτσι, αναπόφευκτα συγκρούστηκαν με το Βυζάντιο καθώς προσπάθησαν να εισχωρήσουν στη Β. Συρία και στη Μ. Ασία.

tourkoi08

Πετσενέγγοι, Κουμάνοι και άλλα τουρκόφωνα φύλα του Μεσαίωνα.
Πριν τους Σελτζούκους, θα αναφερθούμε σε ορισμένα άλλα τουρκόφωνα φύλα(τουρανικούς λαούς) του Μεσαίωνα.

Οι Πατζινάκοι (ή Πατσινάκοι ή Πετσενέγγοι), αποτέλεσαν ένωση διάφορων τουρκόφωνων φύλων της αλταϊκής ομάδας, που μαζί με τους Κουμάνους και τους Ούζους (τμήμα των Ογούζων), αποτέλεσαν το δυτικό τμήμα της μεγάλης μεσαιωνικής τουρανικής μετανάστευσης. Διάμεσου των ρωσικών στεπών, έφτασαν στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη (Παννονία, Ουγγαρία).

Οι ημινομάδες Πετσενέγγοι ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία. Γράφει σχετικά ο Λέοντας Διάκονος:
“…έθνος νομαδικόν και πολυάνθρωπον, φθειροφάγον τε και φερέοικον, εφ’ αμαξών ως τα πολλά βιοτεύον”.
Οι δε Σκυλίτζης και Κεδρηνός:
“έθνος… μέγα τε εστί και πολυάνθρωπον… προς ο ουδέ εν αυτό Σκυθικόν γένος αντιστήναι δύναται…”.
Ο Κωνσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος, κάνει εκτενή αναφορά γι’ αυτούς στο έργο του “De Administrando Imperio”. Γράφει ότι ζούσαν στα βορειοδυτικά Βαλκάνια, ανάμεσα στους Ούγγρους και τους Βούλγαρους.
Στα χρόνια του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου (913 – 959) και της μεσοβασιλείας Ρωμανού Α’ Λεκαπηνού (920 – 944), οι Πετσενέγγοι ήταν στενοί σύμμαχοι του Βυζαντίου. Από τον 13ο αιώνα, άρχισε η απορρόφησή τους από τους Ούγγρους και τους Κουμάνους. Μετά τον 14ο αιώνα, δεν γίνεται αναφορά για αυτοτελή ύπαρξη πατζινακικών φύλων.

Οι Πετσενέγγοι στις μουσουλμανικές χώρες, είναι γνωστοί κυρίως ως Betchenek, Badjinak ή Batchnak.

Οι Ούζοι (Uz), αναφέρονται για πρώτη φορά από τον Κωνσταντίνο Ζ’ Πορφυρογέννητο, ως σύμμαχοι του Βυζαντίου. Ωστόσο, μεταξύ 1050 – 1065, έκαναν επιδρομές στα εδάφη της αυτοκρατορίας, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στους κατοίκους της.

Τελευταία αναφορά στους Ούζους, γίνεται κατά τη μάχη του Μαντζικέρτ (1071), όπου ήταν μισθοφόροι στον στρατό του Ρωμανού Δ’ Διογένη. Τελικά μαζί με τους Πατζινάκους προσχώρησαν στον στρατό του Αλπ Αρσλάν.
Οι Κο(υ)μάνοι είναι ένας από τους γνωστότερους τουρκόφωνους λαούς των μεσαιωνικών χρόνων. Τα χρόνια της ακμής τους ήταν από τα μέσα του 11ου αιώνα, ως τις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα.

Από τους Βυζαντινούς συγγραφείς, αναφέρονται ως “Σκύθαι” και “Κόμανοι” ή “Κομάνοι”. Αρχική τους κοιτίδα ήταν τα Αλτάια Όρη.

Οι Κουμάνοι ήταν σύμμαχοι του Αλέξιου Α’ Κομνηνού όταν το 1091 συνέτριψε στους πρόποδες του θρακικού όρους Λεβουνίου, ανατολικά του Έβρου, τους Πατζινάκους οι οποίοι είχαν συμμαχήσει με τον Σελτζούκο εμίρη της Σμύρνης Τζαχά. Από τότε, ως τα μέσα του 13ου αιώνα οι Κουμάνοι αποτελούσαν βασικό και τακτικό μισθοφορικό τμήμα των βυζαντινών στρατευμάτων.

Οι Καραχανίδες (τουρκικά Karahakilar, Karahanidler) ή Ιλέκ – Χανίδες (τουρκικά Ilekhanlilar), υπήρξαν μία από τις παλαιότερες τουρκόφωνες μουσουλμανικές δυναστείες της Ασίας.

Κατά τον C. Cahen, στο έργο του “Pre – Ottoman”, αποτέλεσαν τον “πρώτο αυθεντικό τουρκομουσουλμανικό πολιτικό σχηματισμό”. Γύρω στο 960, ασπάστηκαν το ορθόδοξο Ισλάμ (σουνισμό) από σουφιστές (μυστικιστές) ιεραπόστολους του Κορανίου.

Τέλος, το μεσαιωνικό τουρκόφωνο κράτος των Καρά Χιτάι (Kara Khitay), ανατολικά του ποταμού Amn Darya (αρχ. Ώξου), οριοθετείται χρονολογικά μεταξύ 1137 – 1218.

Ο C. Brockelmann τους αποκαλεί “ειδωλολατρική μογγολική φυλή”, ενώ ο C. Cahen “μισο – Μογγόλους ειδωλολάτρες”. Ξεχωριστό στοιχείο του κράτους των Καρά Χιτάι. ήταν η ελευθερία που απολάμβαναν οι γυναίκες. Δύο μάλιστα από αυτές, ηγεμόνευσαν κατά τον 12ο αιώνα!

tourkoi07

Οι Σελτζούκοι Τούρκοι
Οι Τούρκοι Σελτζούκοι ή Σελτζουκίδες (τουρκικά Selcuklular), υπήρξαν μαζί με τους επιγόνους τους Οθωμανούς, που κι αυτοί ανήκαν στην ογουζική συνομοσπονδία, κυρίαρχοι στον χώρο της Εγγύς Ανατολής. Σταδιακά η κυριαρχία τους επεκτάθηκε σε τρεις ηπείρους (Ασία, Βόρεια Αφρική, ΝΑ Ευρώπη).

Στα μέσα του 10ου αιώνα, οι Σελτζούκοι με επικεφαλής τον φύλαρχο Σελτζούκ (Selcuk), αποτελούσαν τη σημαντικότερη φυλή των Ογούζων. Γύρω στο 960, έγιναν σουνίτες (“ορθόδοξοι” μουσουλμάνοι) και μεταφέρθηκαν από τους επικυριάρχους τους Σαμανίδες, στους οποίους πρόσφεραν τις μισθοφορικές τους υπηρεσίες, στις συνοριακές επαρχίες της Μπουχάρα.

Τέσσερις υπήρξαν οι κυριότερες σελτζουκικές δυναστείες

Οι Μεγάλοι Σελτζούκοι της Μεσοποταμίας (Ιράκ) και της Περσίας (Ιράν) (περίοδος 1038/55 – 1194) σε δύο τμήματα:
α) Μεγάλοι Σελτζούκοι του Ιράκ και του Ιράν ως το 1157 (την περίοδο 1118 – 1157 μόνο στο Ανατολικό Ιράν).
β) Μεγάλοι Σελτζούκοι του Ιράκ και του Δυτικού Ιράν (1198 – 1194).
ii) Οι Σελτζούκοι της Συρίας (1070/ 80 – 1117), ιδιαίτερα στο Χαλέπι και τη Δαμασκό.
Οι Σελτζούκοι του Κιρμάν (1041 – 1186/87) και
iv) Οι Σελτζούκοι του Rum (Ικονίου) (1080/81 – 1307), που έγιναν υποτελείς των Ιλχανίδων Μογγόλων της Περσίας από το 1243.
Από αυτούς, μόνο το α’ τμήμα των Μεγάλων Σελτζούκων και οι Σελτζούκοι του Ρουμ ήρθαν σε απευθείας επαφές με τους Βυζαντινούς (11ος – 13ος αι.)

tourkoi05

Οι Οθωμανοί
Στα τέλη του 13ου αιώνα, τούρκοι γαζήδες (“ιεροί πολέμαρχοι του ισλαμικού τζιχάντ”), εκμεταλλευόμενοι την κατάρρευση του βυζαντινού αμυντικού συστήματος στη Μικρά Ασία για να ιδρύσουν μια σειρά από τουρκομανικά χανάτα στο δυτικό τμήμα της.

Μεγάλη ευθύνη γι’ αυτό έχει ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος (1261 – 1282), καθώς μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1261), τα μικρασιατικά εδάφη παραμελήθηκαν από την κεντρική εξουσία με αποτέλεσμα οι Τουρκομάνοι να καταλάβουν το μεγαλύτερο μέρος τους.

Το οθωμανικό κρατίδιο, ιδρύθηκε κατά το τρίτο τέταρτο του 13ου αιώνα στη σελτζουκική μεθόριο με το Βυζάντιο, στην περιοχή του Σογκούτ, βορειοδυτικά του Δορύλαιου (Εσκί Σεχίρ).

Ιδρύθηκε από ένα γένος της ογουζικής φυλής Καγί, το οποίο αργότερα αποκλήθηκε “οθωμανικό” από το όνομα του ηγεμόνα του Γαζή Οσμάν (ή Οθομάν, 1281-1326). Οι πρόγονοι των Οθωμανών ήταν ένα από τα νέα τουρκομανικά γένη, που είχαν εισβάλλει στην Αρμενία και έπειτα στη Μικρά Ασία, κατά τον 13ο αιώνα, ξεφεύγοντας από τη μογγολική εισβολή.

Η τουρκική παράδοση περιλαμβάνει μια γενεαλογία του Οσμάν, η οποία δεν είναι έγκυρη, αλλά γράφτηκε εκ των υστέρων, για να δώσει ένα ένδοξο παρελθόν στον ιδρυτή της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Η οθωμανική ιστορία αρχίζει με τον Οσμάν που έγινε ηγεμόνας της φυλής του το 1281. Το 1289 κατέλαβε το Δορύλαιο και το έκανε πρωτεύουσά του.

Ο Οσμάν συγκέντρωσε Τούρκους πολεμιστές από όλη τη Μικρά Ασία καθώς και Βυζαντινούς, εχθρούς των Παλαιολόγων, οι οποίοι εξισλαμίστηκαν σταδιακά.

Αυτό το «σύνολο», ονομάστηκε «Οθωμανοί».

Το οθωμανικό κρατίδιο, ενισχυόταν συνεχώς από μουσουλμάνους πολεμιστές οι οποίοι ερχόταν στα εδάφη του από διάφορα μέρη. Υπήρχε γι’ αυτούς η προοπτική του διαρκούς «ιερού πολέμου» και η απόσπαση λαφύρων και γαιών από το γειτονικό Βυζάντιο.

tourkoi06

Οι Τουρκομάνοι και ο ρόλος τους στην κατάληψη της Μικράς Ασίας από τους Οθωμανούς

Οι Τουρκομάνοι (τουρκικά Turkmenler), ήταν ανθεκτικοί στις κακουχίες και σκληροτράχηλοι νομάδες πολεμιστές, που συνόδευαν τους Σελτζούκους στις εισβολές τους στα βυζαντινά εδάφη (11ος – 13ος αι.).
Ο σημαντικός Τούρκους ερευνητής Φαρούκ Σουμέρ, γράφει ότι ήταν αποφασιστικός ο ρόλος τους στη σταδιακή εθνική και πολιτική μεταμόρφωση της χριστιανικής Μικράς Ασίας και τον μετέπειτα εξισλαμισμό της, αν και οι ίδιοι διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τα παγανιστικά ήθη και έθιμά τους.

Πολλές φορές οι Τουρκομάνοι δρούσαν ανεξάρτητα από τους Σελτζούκους σουλτάνους. Οι μετέπειτα κατακτήσεις των τουρκομανικών εμιράτων (μπεϊλικιών) και των Οθωμανών (Οσμανλήδων), έγιναν με αρκετή ευκολία, καθώς είχε προλειανθεί το έδαφος από τους Σελτζούκους και τους Τουρκομάνους.

Για τους Τουρκομάνους δεν υπάρχουν πολλά αξιόπιστα στοιχεία. Μόνο ο Φαρούκ Σουμέρ (Faruk Sumer), έκανε μια αξιόλογη προσπάθεια, για να απαντήσει στο ερώτημα «ποιοι ήταν οι Τουρκομάνοι» ορισμένοι από τους οποίους ονομάζονταν γιουρούκοι (τουρκικά yuruk).

Επίσης, δεν έχει εξακριβωθεί πλήρως ο ρόλος των γαζήδων (τουρκικά gazi), των συνόρων και την παραμεθόριων περιοχών (τουρκικά uc), τους «ιερούς πολεμιστές του Ισλάμ», κατά των Χριστιανών «απίστων και αιρετικών».
Οι Τουρκομάνοι, που αρχικά έδιναν την εντύπωση άκακων νομάδων, που μετακινούνταν από περιοχή σε περιοχή με τις οικογένειες και τα κοπάδια τους, μεταμορφώνονταν όταν τους δινόταν η ευκαιρία σε άγριους ληστές και προξενούσαν μεγάλες καταστροφές στην ύπαιθρο.

Γράφει χαρακτηριστικά ο Θεόδωρος Σκουταριώτης στη «Σύνοψιν Χρονικήν» (13ος αι.), αναφερόμενος στις επιδρομές στα χρόνια του Μιχαήλ Ζ’ Δούκα(1071-1078).
«Την εποχή της βασιλείας του ηγεμόνα αυτού όλος σχεδόν ο θαλάσσιος και ο χερσαίος κόσμος κατελήφθη από τους άθεους βάρβαρους (δηλ. τους Σελτζούκους και τους Τουρκομάνους) και καταποντίστηκε, μένοντας απογυμνωμένος από τους κατοίκους του, αφού όλοι οι Χριστιανοί σφάχτηκαν, ενώ οι εγκαταστάσεις και τα σπίτια με τις εκκλησίες σε όλες τις επαρχίες της Ανατολής (Μικράς Ασίας), λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν εντελώς, μέχρις εκμηδενισμού…».

tourkoi09

Μετά το 1300
Το 1301 ο Οσμάν κατέλαβε τη Μελάγχεια (σήμερα Γενισεχίρ) και την έκανε στρατιωτικό ορμητήριο.

Το 1302, έπεσε η Πέργαμος. Το 1304, καταλήφθηκαν η Έφεσος, τα Θύραια και το Πυργί(ον). Μια μικρή ανάσα πήρε η βυζαντινή αυτοκρατορία, από τις επιτυχίες των Καταλανών μισθοφόρων εναντίον των Οθωμανών (δείτε σχετικά άρθρα μας για την Καταλανική Εταιρεία στο protothema.gr). Η δολοφονία όμως του αρχηγού των Καταλανών Ροζέ ντε Φλορ, στοίχισε πολύ ακριβά στο Βυζάντιο.

Το 1326 έπεσε η Προύσα, το 1331 η Νίκαια και το 1337 η Νικομήδεια.

Ο Ταμερλάνος το 1402, στη μάχη του Τσουμπούκ – οβασί κοντά στην Άγκυρα, διέλυσε τους Οθωμανούς του Βαγιαζήτ. Τότε κάποιοι πίστεψαν ότι η οθωμανική αυτοκρατορία «έσβησε», οριστικά και αμετάκλητα.
Σύντομα όμως, από το 1415 περίπου, με επικεφαλής τον Μωάμεθ Α’, οι Οθωμανοί ανασυντάχθηκαν.

Στα χρόνια του Μουράτ Β’, το κράτος τους επεκτάθηκε. Κορυφαία στιγμή βέβαια για τους Οθωμανούς, ήταν η άλωση της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαΐου 1453.

tourkoi10

Επίλογος
Ο Σπυρίδων Βρυώνης, θεωρεί κομβικής σημασίας την μάχη του Μαντζικέρτ (1071). Δυστυχώς, μετά τον Βασίλειο Β’ Βουλγαροκτόνο (976 – 1025), οι βίαιες εσωτερικές αναταραχές, είχαν σαν αποτέλεσμα η βυζαντινή αυτοκρατορία να εμφανίσει σημάδια διάλυσης και αποσύνθεσης.

Ωστόσο, χρειάστηκε να περάσουν περίπου 400 χρόνια, μετά το 1071, για να κατακτηθεί και να ενοποιηθεί πολιτικά η Ανατολή από τους Τούρκους.

Όσο για την καταγωγή των γειτόνων; Οι πίνακες που παραθέτουμε (ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΦΥΛΩΝ, από το βιβλίο του Α.Κ. Σαββίδη και ΕΘΝΙΚΑ ΚΑΙ ΦΥΛΕΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΗΛΘΕ ΤΟ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΕΘΝΟΣ, από τη μονογραφία του Περικλή Δεληγιάννη), θεωρούμε ότι είναι άκρως διαφωτιστικοί και αποκαλυπτικοί και απαντούν σε πολλά ερωτήματα…

tourkoi03
tourkoi02

Πηγές:
ΑΛΕΞΙΟΣ Γ. Κ. ΣΑΒΒΙΔΗΣ, «ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ», Α’ τόμος, Εκδόσεις ΔΟΜΟΣ 2006
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ, «ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΙΣΛΑΜ», 634 – 1461», εκδόσεις ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ, 2008
ΣΠΥΡΟΣ ΒΡΥΩΝΗΣ, «Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΥ, 11ος – 15ος ΑΙΩΝΑΣ», ΜΙΕΤ, 2008.

protothema.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις4 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα33 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή