Διεθνή
Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, μακρύ χέρι του νεο-οθωμανισμού
Στις μέρες μας, όλα δείχνουν ότι ο νέος ηγέτης που γύρευαν οι αδελφοί μουσουλμάνοι για να αναβιώσουν τις τύχες του κινήματος τους βρέθηκε στο πρόσωπο του Ερντογάν
Πάνος Δράκος, Πολιτικός Επιστήμονας – Συγγραφέας
Κάθε πολιτική που στοχεύει στην επέκταση της κρατικής ισχύος σε τρίτες χώρες, δηλαδή κάθε ιμπεριαλιστική πολιτική, θα πρέπει να επαφίεται στη δημιουργία οργανικών υλικών, πολιτικών και πολιτισμικών δεσμών με κάποια τμήματα των κοινωνικών τάξεων της κοινωνίας υποδοχής, για να μπορέσει να εδραιώσει και να σταθεροποιήσει την κυριαρχία της. Διαφορετικά, αργά ή γρήγορα τα διαφορετικά στρώματα της εξαρτημένης κοινωνίας θα ενωθούν εναντίον της και θα συσπειρωθούν σε έναν αγώνα “εθνικής απελευθέρωσης” με στόχο να απαλλαγούν από τον ξένο επικυρίαρχο. Να εκδιώξουν μια δύναμη ετεροκαθορισμού που εμφανίζεται σαν ξένο σώμα μέσα στους κόλπους του υποταγμένου κοινωνικού σχηματισμού, εφόσον καμία από τις εγχώριες κοινωνικές ομάδες δεν έχει κάποιο επενδυμένο πολιτικό, οικονομικό, πολιτισμικό, ή εν γένει ταξικό, συμφέρον από τη διατήρηση αυτής της σχέσης υποτέλειας με την ιμπεριαλιστική μητρόπολη.
Το πολιτικό επιτελείο που είναι επιφορτισμένο να διαμορφώνει την ιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική της νεο-οθωμανικής Τουρκίας φαίνεται ότι έχει μελετήσει τόσο την ιστορία των δυτικών καπιταλιστικών αυτοκρατοριών, όσο και της αυτοκρατορίας που διηύθυναν οι Οθωμανοί στα ισλαμικά εδάφη από την εποχή του Οσμάν του 1ου, μέχρι την τυπική διάλυση της το 1918. Γι′ αυτό και φροντίζουν να αποκτήσουν σταθερά κοινωνικά ερείσματα για την νέα αυτοκρατορία που φαίνεται ότι οραματίζονται να δημιουργήσουν.
Η κεντρική αντίθεση που διαπερνά πολλές φορές διαταξικά τις σύγχρονες μουσουλμανικές κοινωνίες είναι η διαρκής κοινωνική σύγκρουση ανάμεσα στους υποστηρικτές μιας εκκοσμικευμένης ιστορικής εκδοχής του Κράτους και στους οπαδούς της “επιστροφής” στις θεμελιώδεις αξίες του Ισλάμ και της υπαγωγής των οργάνων του κρατικού μηχανισμού στην αυθεντία του ισλαμικού νόμου. Από την εποχή του θεωρητικού θεμελιωτή του μοντέρνου ισλαμισμού, του Αιγύπτιου στοχαστή Σαγέντ Κουτμπ που καταδικάστηκε σε θάνατο από τον σοσιαλιστή πρόεδρο Νάσερ το 1966, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι αποτέλεσαν ένα πολιτικό κίνημα που συστάθηκε με αποκλειστικό λόγο ύπαρξης την επιβολή ενός “ευσεβούς” τρόπου ζωής στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που είχαν “παρασυρθεί” από τα ειδωλολατρικά διδάγματα της δυτικής κουλτούρας.
Ο Κουτμπ δεν δίδασκε μόνο την ανάγκη για την απελευθέρωση των μουσουλμάνων από την κτηνωδία του ιμπεριαλισμού των καπιταλιστικών μητροπόλεων της Δύσης, αλλά ότι το ισλαμικό δόγμα, έτσι όπως διαμορφωνόταν μέσα από την ερμηνεία των ιερών κειμένων (Κοράνι και Χαντίθ), περιείχε όλα όσα χρειαζόταν ο μουσουλμανικός κόσμος για να αναδειχτεί σε ηγετική δύναμη σε παγκόσμια κλίμακα και να εισαγάγει με αυτόν τον τρόπο, τη νέα, ισλαμοκεντρική περίοδο στην παγκόσμια ιστορία της ανθρωπότητας.
Από την αρχή δηλαδή ο ισλαμισμός σαν επεξεργασμένο πολιτικό δόγμα έθεσε το ζήτημα της ανωτερότητας του μουσουλμανικού πολιτισμού και της κυριαρχίας των μουσουλμάνων πάνω στους αντιπάλους τους, και όχι απλώς το ζήτημα της χειραφέτησης των Αράβων από την ταπεινωτική θέση κατωτερότητας που κατείχαν απέναντι στα στρατόπεδα τόσο του δυτικού καπιταλιστικού, όσο και του σοσιαλιστικού, ανατολικού μπλοκ. Έγραφε ο Κουτμπ χαρακτηριστικά:
“Η ικανότητα του Δυτικού ανθρώπου να ηγείται της ανθρωπότητας βρίσκεται τώρα σε παρακμή, όχι επειδή ο Δυτικός πολιτισμός είναι φτωχός σε υλικά αγαθά ή επειδή η οικονομική και στρατιωτική δύναμη του έχει αρχίσει να χάνεται. Η περίοδος των Δυτικών συστημάτων έχει φτάσει στο τέλος της κυρίως γιατί στερούνται πλέον εκείνες τις ζωτικές αξίες που τους έδωσαν στη Δύση την δυνατότητα να αναδειχτεί σε ηγετική δύναμη της ανθρωπότητας […] Είναι απαραίτητο η νέα ηγεσία να διατηρήσει και να καλλιεργήσει τους υλικούς καρπούς της δημιουργικής διάνοιας της Ευρώπης, και παράλληλα να προσφέρει στην ανθρωπότητα υψηλά ιδανικά και αξίες που μέχρι σήμερα παραμένουν κρυμμένα από αυτήν, και θα συστήσουν στην ανθρωπότητα έναν τρόπο ζωής που είναι σε αρμονία με την ανθρώπινη φύση […] Το Ισλάμ είναι το μόνο σύστημα που κατέχει αυτές τις αξίες και αυτόν τον τρόπο ζωής […] Το Ισλάμ δεν μπορεί να εκπληρώσει ατυτόν τον ρόλο παρά μόνο εφόσον πάρει συγκεκριμένη μορφή σε μια κοινωνία, ή σε ένα έθνος. Γιατί οι άνθρωποι, ειδικά αυτή την εποχή, δεν δίνουν σημασία σε αφηρημένες θεωρίες που δεν έχουν αποκτήσει χειροπιαστή μορφή μέσω της εφαρμογής τους σε μια ζωντανή κοινωνία”.i
Η δίψα αυτή για την εξουσία που θα τους έδινε τη δυνατότητα να υλοποιήσουν το όραμα της ισλαμικής κοινωνίας του Κουτμπ, οδήγησε τους ιδεολογικούς επιγόνους του να συνάψουν συμμαχίες με ισχυρούς άνδρες, όπως ο δικτάτορας στρατιωτικός Ζία Ουλ-Χακ στο Πακιστάν, ή ο στρατηγός Ομάρ Αλ-Μπασίρ, οι οποίοι μεταμορφώθηκαν μέσα σε μια νύχτα σε υποδείγματα ευσέβειας και θρησκευτικής αρετής προκειμένου να προσεταιριστούν τους ριζοσπάστες ισλαμιστές διανοούμενους και να προσδώσουν μια ιδεολογική νομιμοποίηση στα κτηνώδη καθεστώτα τους.ii
Στις μέρες μας, όλα δείχνουν ότι ο νέος ηγέτης που γύρευαν οι αδελφοί μουσουλμάνοι για να αναβιώσουν τις τύχες του κινήματος τους, που δοκιμάζεται έπειτα απο τη βίαιη ανατροπή του νόμιμα εκλεγμένου προέδρου Μόρσι και την εκ νέου απαγόρευση του κόμματος τους στην Αίγυπτο, βρέθηκε στο πρόσωπο του Ταγίπ Ερντογάν.
Η νεο-οθωμανική Τουρκία έχει δεχτεί περιπου 30.000 εξόριστα μέλη της προγραμμένης μουσουλμανικής αδελφότητας στο έδαφος της, μετατρέποντας την Κων/πολη σε επίκεντρο των πολιτικών δραστηριοτήτων της αιγυπτιακής ισλαμιστικής διασποράς. Η Κων/πολη είναι το μέρος όπου βρήκε καταφύγιο ο ηγετικός πυρήνας της Μουσουλμανικής Αδελφότητας (Μ.Α.) μετά τις αιμοσταγείς διώξεις που εξαπέλυσε εναντίον της η δικτατορία του Σίσσι, εκεί όπου συναντιέται τακτικά το καθοδηγητικό όργανο του κόμματος, η λεγόμενη “Σούρα” (ανώτατο θρσηκευτικό συμβούλιο), εκεί όπου είναι ελεύθεροι να διοργανώσουν τα συνέδρια και τις μαζικές εκδηλώσεις τους ανενόχλητοι.
Είναι επόμενο λοιπόν και απολύτως λογικό ότι τον Απρίλιο του 2016, μια από αυτές τις εκδηλώσεις που διοργανώθηκε απο άραβες ισλαμιστές είχε τίτλο “Ευχαριστούμε, Τουρκία”. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης που κράτησε τρεις ημέρες, οι κεντρικοί ομιλητές αναφέρθηκαν στον Ερντογάν με την άκρως κολακευτική και ιδεολογικά σημαντική προσφώνηση του “Σουλτάνου”, ενώ περιέγραψαν την Τουρκία σαν τον “νέο οίκο του Χαλιφάτου”, στην υπηρεσία του οποίου όλοι τους είναι ταγμένοι. Παρών ήταν και ο ύψιστος καθοδηγητής της Μ.Α., Ιμπραχίμ Μουνίρ, καθώς και ο εξόριστος πρώην αρχηγός της Χαμάς, Χαλέντ Μεσαάλ, που στην ομιλία του διακήρυξε ανοικτά ότι “η Τουρκία παρουσιάζει το καλύτερο παράδειγμα του πολιτικού Ισλάμ σε επίπεδο δημοκρατίας, διακυβέρνησης και οικονομίας”.iii
Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να διευκρινίσουμε ότι η Μ.Α. Αποτελεί ένα διεθνές, διακρατικό πολιτικό κίνημα με ισχυρή παρουσία σχεδόν σε όλες τις χώρες όπου είναι παρόν το μουσουλμανικό στοιχείο, είτε με όρους πλειοψηφίας, ή με μειοψηφικούς όρους.
Η Αδελφότητα διαθέτει τοπικά πολιτικά παραρτήματα που κατέχουν ή διεκδικούν ενεργά μερίδιο της πολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής εξουσίας παντού, από την Τυνησία και την Αλγερία, μέχρι το Ιράκ και τη Συρία, αλλά ακόμα και στα Βαλκάνια και την Γαλλία. Πράγματι, στην ιστορική κοιτίδα του Διαφωτισμού, η Μ.Α. έχει υπό τον έλεγχο της τουλάχιστον 147 μουσουλμανικά τεμένη σε όλη την γαλλική επικράτεια. Μέχρι πρόσφατα το γαλλικό κράτος ανεχόταν την παρουσία των αδελφών μουσουλμάνων στα εγκαταλελειμμένα γκέτο των μητροπόλεων, εφόσον η δουλειά που κάνουν οι ακτιβιστές της οργάνωσης έχει σαν αποτέλεσμα το “νοικοκύρεμα” και την βελτίωση των συνθηκών ζωής σε αυτές τις υποβαθμισμένες κοινότητες, χωρίς το γαλλικό κράτος να χρειαστεί να αφιερώσει πόρους σε αυτή την προσπάθεια. Ωστόσο, η αύξηση της νεο-οθωμανικής επιρροής μέσα στο διεθνές κίνημα των Αδελφών ώθησε την γαλλική Γερουσία να συντάξει τον Ιούλιο μια έκθεση 244 σελίδων, με την οποία χαρακτηρίζει την Μ.Α. σαν “επικίνδυνη οργάνωση” και ζητά την απαγόρευση της δράσης της στο έδαφος της Γαλλίας.iv
Κρίνοντας από τα παραπάνω, καταλαβαίνει κανείς γιατί η Τουρκία είναι τόσο απαξιωτική στις δηλώσεις των κυβερνητικών στελεχών της που αφορούν την Γαλλία και τις απειλές του Μακρόν ότι δεν θα επιτρέψει την επέκταση της νεο-οθωμανικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία διαθέτει τα μέσα για να προκαλέσει ανά πάσα στιγμή μια ανάφλεξη στα γαλλικά προάστια και να βάλει σε περιπέτειες το γαλλικό καθεστώς, τη στιγμή που η Γαλλία παρακολουθεί ανήμπορη απο-τα-έξω τα τεκταινόμενα στον μουσουλμανικό κόσμο.
Το ίδιο άλλωστε ισχύει και για τις σχέσεις που έχει αναπτύξει η Τουρκία με τα κράτη που βρίσκονται στην αραβική της περιφέρεια. Το διεθνές κίνημα της Μ.Α. είχε υιοθετήσει σαν χαλαρό οργανωτικό πρότυπο τη διάρθρωση που είχε πάρει το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα καθ′ όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής ιστορίας του.
Μπορεί να μην υπάρχει μια “ισλαμιστική Κομιντέρν”, ένα συγκεντρωτικό διοικητικό όργανο που ελέγχει από πάνω προς το κάτω το διεθνές ισλαμιστικό κίνημα, ωστόσο η Μ.Α. της Αιγύπτου κατέχει θέση στο παγκόσμιο πολιτικό ισλάμ, αντίστοιχη με αυτήν που κατείχε η ΕΣΣΔ για τον παγκόσμιο κομμουνισμό.
Με άλλα λόγια, οι ισλαμιστές σε όλο τον κόσμο προσβλέπουν στους αιγύπτιους συναγωνιστές τους για καθοδήγηση και συμβουλές, ακόμα και παρακολουθώντας από μακριά το παράδειγμα τους στην πολιτική τους πρακτική. Έτσι, ελέγχοντας την Μ.Α. οι νέοι Οθωμανοί αποκτούν ένα πολύτιμο εργαλείο για να επεμβαίνουν, να αποσταθεροποιούν, και τελικά να ασκούν έλεγχο κι επικυριαρχία πάνω στα υποτελή αραβικά κράτη της γεωστρατηγικής τους περιφέρειας. Από αυτή την άποψη, δεν είναι περίεργο που μόνο η υπόνοια ότι το κυβερνών ισλαμικό κόμμα “Ενάχντα” (αναγέννηση, στα αραβικά) της Τυνησίας, διατηρεί δεσμούς με το ισλαμιστικό κατεστημένο του Ερντογάν ήταν ικανή να προκαλέσει μια δριμία κυβερνητική κρίση, με αντεγκλήσεις εκατέρωθεν που έφτασαν μέχρι και το σημείο να κατηγορηθούν οι ισλαμιστές με “εσχάτη προδοσία” για τη φιλοτουρκική τους στάση.vΟ πανικός των αραβικών ελίτ μπροστά στην προοπτική της νεο-οθωμανικής ιμπεριαλιστικής διείσδυσης είναι πλέον κάτι παραπάνω από φανερός.
iS. Qutb, Milestones, σελ. 3-4, http://www.izharudeen.com/uploads/4/1/2/2/4122615/milestones_www.izharudeen.com.pdf.
iiΖ. Κεπέλ, Τζιχάντ, ο Ιερός Πόλεμος (Καστανιώτη), σελ. 152-162.
iiiAbd. Ayyash, The Turkish Future of Egypt’s Muslim Brotherhood, https://tcf.org/content/report/turkish-future-egypts-muslim-brotherhood/.
ivhttps://thelevantnews.com/en/2020/07/french-senate-strong-message-to-the-muslim-brotherhood/.
vhttps://thearabweekly.com/ghannouchis-contacts-turkey-qatar-stir-controversy-tunisia.
Πηγή: huffingtonpost.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

