Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Σώτη Τριανταφύλλου: Ο Ερντογάν φθονεί τον Μακρόν επειδή ηγείται μιας χώρας με μεγάλο πολιτισμό

Δημοσιεύτηκε στις

Συνέντευξη: Σώτη Τριανταφύλλου

Ο Ερντογάν μισεί την Δύση επειδή ήγειρε απαιτήσεις προκειμένου να δεχτεί την Τουρκία στην ΕΕ, δηλώνει στο liberal η Σώττη Τριανταφύλλου, προσθέτοντας ότι «η Τουρκία ήθελε να μπει στην Ευρώπη για να την εξισλαμίσει», χαρακτηρίζοντας την ιδέα ένταξης ως «αυτοκτονική».

Και σχολιάζοντας τις επιθέσεις του Τούρκου προέδρου στον Εμανουέλ Μακρόν αναρωτιέται: «Aν λέγαμε ότι ο Ερντογάν φθονεί τον Μακρόν επειδή είναι νεότερος, ωραιότερος και ηγείται μιας ευρωπαϊκής χώρας με μεγάλο πολιτισμό, θα ακουγόταν υπερβολικά φτηνό;».

Η Σώτη Τριανταφύλλου λέει ότι ο Μακρόν στο διεθνή χώρο είναι μόνος και ότι «η Γερμανία αντιδρά άλλοτε σαν Πρώσος στρατιώτης, άλλοτε σαν νοικοκυρούλα μ’ έναν μεγάλο κουμπαρά», ενώ «η ευρωπαϊκή αριστερά δεν θέλει να στενοχωρούμε τον Τρίτο Κόσμο, παρότι η Τουρκία μόνο ταλαιπωρίες έχει επιφέρει στην Ευρώπη».

Αν επιζήσει πολιτικά ο Μακρόν κι αν εφαρμόσει ένα πρόγραμμα εναντίον της μη-ένταξης και της πολυπολιτισμικότητας θα έχει επιτύχει κάτι στον οποίο απέτυχαν όλοι από την εποχή του Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, καταλήγει.

Συνέντευξη στον Βασίλη Γαλούπη

– Οι επιθέσεις του Ερντογάν στον Μακρόν γίνονται πλέον επί καθημερινής βάσεως. Για την Ανατολική Μεσόγειο, για το Ισλάμ, ακόμα και προσωπικές επιθέσεις, όπως ότι χρήζει ψυχιατρικής θεραπείας και ότι δεν είναι ικανός για πρόεδρος της Γαλλίας. Ποιο θεωρείτε ότι είναι τελικά το πραγματικό πρόβλημα του Ερντογάν με τον Μακρόν;

Aν λέγαμε ότι ο Ερντογάν φθονεί τον Μακρόν επειδή είναι νεότερος, ωραιότερος και ηγείται μιας ευρωπαϊκής χώρας με μεγάλο πολιτισμό, θα ακουγόταν υπερβολικά φτηνό; Οι ηγέτες δεν είναι ρομπότ που ενεργούν αυστηρά σύμφωνα με τα προσωπικά τους συμφέροντα ή τα συμφέροντα της χώρας τους. Δεν υπάρχουν νομοτέλειες και δεν υπάρχει λογική: υπάρχει δίψα για εξουσία, ανταγωνισμός, συμπλέγματα ανωτερότητας και κατωτερότητας. Ο Ερντογάν είναι ηγέτης μιας δύναμης που δεν έχει καλό όνομα• ο οθωμανικός πολιτισμός είναι ένας μύθος. Ό,τι είναι «πολιτισμός» στην Τουρκία συνιστά δάνειο από τη Δύση.

Δεν ξέρω αν οι Τούρκοι έχουν συναίσθηση του γεγονότος, ξέρω όμως ότι εκείνοι οι Τούρκοι που ήθελαν κατά καιρούς να πάνε μπροστά αναγνώριζαν τις δυτικές επιδράσεις. Ο Ερντογάν μισεί τη Δύση επειδή ήγειρε απαιτήσεις προκειμένου να δεχτεί την Τουρκία στην ΕΕ. Η Τουρκία ήθελε να μπει στην Ευρώπη για να την εξισλαμίσει και φυσικά για να ενισχυθεί οικονομικά και γεωπολιτικά. Το μοιραίον, για μας, απεφεύχθη. Ήταν έτσι κι αλλιώς μια αυτοκτονική ιδέα. Έχουμε κι άλλες (αυτοκτονικές ιδέες).

– Η Τουρκία, αφού απέτυχε επί δεκαετίες να μπει κανονικά στην Ευρώπη, επιχειρεί τώρα, μεθοδικά με την ατζέντα Ερντογάν, να μπει μέσω των τζαμιών;

Ο εισοδισμός έχει αρχίσει από το 1979 περίπου, πριν από τον Ερντογάν, και βεβαίως όχι μόνον μέσω των τουρκικών τζαμιών. Ισλαμικές χώρες χωρίς μεταναστευτικές κοινότητες στην Ευρώπη, όπως η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, έχτισαν τζαμιά και τα επάνδρωσαν με σαλαφιστές και γουαχαμπιστές ιμάμηδες. Η διαδικασία ήταν εντελώς ανεξέλεγκτη, διότι δήθεν η θρησκευτική ελευθερία είναι υπεράνω όλων.

Ο Ερντογάν έχει τουλάχιστον τη δικαιολογία ότι απευθύνεται στους ομοεθνείς του, στις πολυπληθείς τουρκικές κοινότητες στην Ευρώπη που τον αναγνωρίζουν, ενδόμυχα, ως ηγέτη τους. Εκμεταλλεύονται την ευρωπαϊκή ευημερία αλλά ζητωκραυγάζουν τον Ερντογάν.

– Ο Ερντογάν κατηγορεί την Γαλλία του Μακρόν για ισλαμοφοβία και για έλλειψη σεβασμού προς τους μουσουλμάνους της Γαλλίας. Είναι έτσι ή πρόκειται για προπαγάνδα εκ μέρους του Τούρκου προέδρου; Και ποια εκτιμάτε ότι θα ήταν η αντίδραση Ερντογάν αν η Γαλλία προέβαινε σε μια αντίστοιχη κίνηση, όπως εκείνη που έκανε με την Αγια Σοφιά;

Η ισλαμοφοβία υπήρξε, από νομική άποψη, «έγκλημα» επί δύο δεκαετίες περίπου. Για το πώς δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός ενός φόβου ως «έγκλημα», πρέπει να ρωτήσετε τους Ευρωπαίους νομικούς. Επίσης, η ισλαμοφοβία ετέθη στο πλαίσιο των αντιρατσιστικών νόμων – μια ακόμα φαεινή ιδέα της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας – μπερδεύοντας το θρήσκευμα, την πολιτική και τη φυλή. Θέλω να πω: η ισλαμοφοβία είναι δικαίωμα όπως είναι δικαίωμα και η έλλειψη σεβασμού έναντι των θρησκειών.

Η έλλειψη σεβασμού έναντι των ατόμων, έναντι των πολιτών, δεν είναι δικαίωμα: εκ του συντάγματος και εκ του νόμου υποχρεούμαστε να σεβόμαστε όλους τους ανθρώπους και να αναγνωρίζουμε την αξιοπρέπειά τους. Αλλά η βλασφημία επιτρέπεται στον άλφα ή στον βήτα βαθμό, σε όλες τις δυτικές χώρες. Μπορώ να πω ότι το ισλάμ είναι ένα σύστημα φασιστικής ηλιθιότητας αλλά δεν έχει κανένα νόημα να πω ότι ο τάδε ή ο δείνα μουσουλμάνος πιστεύει σε μια φασιστική ηλιθιότητα: δεν σεβόμαστε «απόψεις», σεβόμαστε άτομα.

– Η Γαλλία έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό μουσουλμάνων στην Ευρώπη. Ποια τα αισθήματα του μέσου Γάλλου; Οι μουσουλμάνοι της Γαλλίας νιώθουν πρώτα Γάλλοι πολίτες ή μουσουλμάνοι;

Δεν ξέρουμε αν η Γαλλία έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό μουσουλμάνων στην Ευρώπη, διότι δεν ξέρουμε πόσοι κάτοικοι του Εξαγώνου είναι μουσουλμάνοι. Υπολογίζουμε, από τα ονόματα (Μοαμέντ, Αμίρ, Φατιμά κτλ) ότι είναι γύρω στο 18%. Όσο περίπου και στη Βρετανία. Δεν ξέρουμε ούτε πώς νιώθουν. Το μόνο που μπορεί να αναφέρει κανείς, με πολλές επιφυλάξεις, είναι ότι στις σχετικές δημοσκοπήσεις απαντούν με κάποια αμηχανία: αν απαντήσουν ότι νιώθουν πρώτα Γάλλοι πολίτες προδίδουν την θρησκευτικοπολιτιστική τους κοινότητα και αν αυτό φανερωθεί ίσως υποστούν οστρακισμό και τιμωρίες.

Πολλοί εκκοσμικευμένοι μουσουλμάνοι στη Γαλλία ζουν υπό καθεστώς αστυνομικής προστασίας. Όσο για αισθήματα του «μέσου Γάλλου» είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς διότι ο «μέσος Γάλλος» χωρίζεται σε τρεις ιδεολογικές ομάδες η καθεμιά από τις οποίες ερμηνεύει διαφορετικά την πραγματικότητα.

– Ο Μακρόν δεν πρόκειται να κάνει πίσω στην μάχη κατά του εξτρεμισμού και των κινδύνων του πολιτικού Ισλάμ. Το ζήτημα είναι κεντρικό για την εξωτερική του πολιτική. Επιμένοντας να ξεμπροστιάζει τον Ερντογάν για εργαλειοποίηση του Ισλάμ αναγκάζει και τους υπόλοιπους, δηλαδή ΕΕ, ΝΑΤΟ, Γερμανία να αναγνωρίσουν ότι δεν μπορούν άλλο να μένουν ουδέτεροι;

Ίσως κάνει πίσω. Δεν διαθέτει επαρκή συναίνεση. Η αριστερά, γύρω στο 30% του πληθυσμού, τον απεχθάνεται και είναι γενικά ισλαμοφιλική, πιστεύει στις ανοησίες περί ισλαμοφοβίας και πολιτικής ορθότητας. Η κεντροδεξιά, γύρω στο 15%, δεν τον εμπιστεύεται. Το κοινό της Λεπέν, γύρω στο 25%, δεν πιστεύει ότι ο Μακρόν μπορεί να διαχειριστεί το πρόβλημα του εξισλαμισμού με επαρκή αποτελεσματικότητα. Τι μένει; Κάντε την προσθαφαίρεση. Στον διεθνή χώρο είναι μόνος: όπως έχουμε ξανασυζητήσει, μιλάμε για ένα μάτσο κότες.

Η Γερμανία αντιδρά άλλοτε σαν Πρώσος στρατιώτης, άλλοτε σαν νοικοκυρούλα μ’ έναν μεγάλο κουμπαρά• το ΝΑΤΟ τρώει τα λεφτά των μελών του σε συντηρήσεις κτιρίων• η ευρωπαϊκή αριστερά δεν θέλει να στενοχωρούμε τον Τρίτο Κόσμο, παρότι η Τουρκία μόνο ταλαιπωρίες έχει επιφέρει στην Ευρώπη. Η δε σκληρή δεξιά βλέπει στον Ερντογάν αποχρώσεις ωραίας, δεξιάς δικτατορίας. Αν επιζήσει πολιτικά ο Μακρόν κι αν εφαρμόσει ένα πρόγραμμα εναντίον της μη-ένταξης και της πολυπολιτισμικότητας θα έχει επιτύχει κάτι στον οποίο απέτυχαν όλοι από την εποχή του Ζισκάρ Ντ’ Εστέν. Θα δούμε.

* Η Σώτη Τριανταφύλλου είναι συγγραφέας

liberal.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις5 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα35 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή