Διεθνή
Προτάσεις για το «ΝΑΤΟ 2030» και ο νέος πολιτικός ρόλος της Συμμαχίας
Η έκθεση προσφέρει 138 προτάσεις για το «ΝΑΤΟ 2030». Μεταξύ αυτών είναι η επικαιροποίηση του «2010 Strategic Concept», η συντόνισμένη αντιμετώπιση των ρωσικών απειλών μαζί με διάλογο, οι τεχνολογικές προκλήσεις από την Κίνα, οι νέες τεχνολογίες και ιδιαίτερα η κακόβουλη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) και η τρομοκρατία ως η πιο άμεση, ασύμμετρη απειλή. Στις προτεραιότητες είναι επίσης η ενίσχυση «του Νότου» με ενίσχυση της «νότιας-μεσογειακής πτέρυγας» όπως και ο έλεγχος όπλων ταυτόχρονα με την πυρηνική αποτροπή.
Δρ Λάμπρος Γ. Καούλλας
Τον Απρίλιο του 2020, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Jens Stoltenberg διόρισε μια ανεξάρτητη ομάδα προβληματισμού (Reflection Group) με συμπροέδρους τους Thomas de Maizière και A. Wess Mitchell και μέλη τους John Bew, Greta Bossenmaier, Anja Dalgaard-Nielsen, Marta Dassù, Anna Fotyga, Tacan Ildem, Hubert Védrine και Herna Verhagen για να ετοιμάσουν προτάσεις για το μέλλον. Ήταν κάτι που του ζητήθηκε από τους ηγέτες του ΝΑΤΟ στην συνάντηση στο Λονδίνο τον Δεκέμβριο του 2019.
Η τελική έκθεσή με τίτλο «NATO 2030: United for a New Era: Analysis and Recommendations of the Reflection Group Appointed by the NATO Secretary General» δημοσιεύθηκε στις 25 Νοεμβρίου 2020.
Το ΝΑΤΟ σήμερα
Στην εισαγωγή, η έκθεση αναφέρει πως το ΝΑΤΟ μπαίνει στην 8η δεκαετία της ύπαρξή του και έχει καθιεωρεί ως παράγοντας στρατηγικής σταθερότητας σε αβέβαιους καιρούς. Η Συμμαχία προσαρμόζεται στις εξελίξεις, την αντιπαλότητα μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και άλλων κρατών που επιθυμούν να διευρύνουν την δύναμη και την επιρροή τους καθώς και τις απειλές από την τρομοκρατία, την πανδημία, την κλιματική αλλαγή και αναδυόμενες τεχνολογίες αποσταθεροποίσης («Emerging and Disruptive Technologies», EDTs).
Γίνεται αναφορά στις «εσωτερικές εντάσεις» του ΝΑΤΟ όπως την εσωστρέφεια των ΗΠΑ και την εστίασή τους στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, τις τάσεις αυτονόμησης ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών, την αμφισβήτηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και την αναθεωρητική πολιτική.
Υπογραμμίζεται η «πολιτική κληρονομιά» («political legacy») του ΝΑΤΟ που το είχε καταστήσει κάτι περισσότερο από μια παραδοσιακή αμυντική συμμαχία από τον καιρό του Ψυχρού Πολέμου. Οι συγγραφείς κάνουν ορισμένες προτάσεις για το πολιτικό μέλλον του.

Πολιτικός ρόλος στη νέα περιόδο
Στην ενότητα «Πολιτικός Ρόλος Προσαρμοσμένος στην Νέα Εποχή» («A Political Role Suited to a New Era») αναφέρει πως στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου υπήρχε μια μεγάλη απειλή και δεν υπήρχε ανταγωνιστή αμέσως μετά το τέλος του. Σήμερα, «αντιμετωπίζει δύο συστημικούς αντιπάλους, την μακροχρόνια απειλή της τρομοκρατίας, την αστάθεια γύρω από την νότια περιφέρεια του ΝΑΤΟ, ένα τεχνολογικό τοποίο που αλλάζει δραματικά, πληθώρα ανησυχητικών μη-κρατικών απειλών και άλλους ανθρωπογενείς και φυσικούς κινδύνους».
Από τη μια, αυτές οι απειλές «επαναβεβαιώνουν τον μακροχρόνιο στόχο του ΝΑΤΟ» από την άλλη οι διαφορετικές προτεραιότητες και η βαρύτητα που έχουν για κάθε κράτος-μέλος, καθώς και οι εντάσεις μεταξύ τους σχετικά με τις αξίες, κάνουν την επίτευξη συναίνεσης πολύ πιο δύσκολη.
Στην εισαγωγή επίσης αναφέρεται: «Οι πολιτικές αποκλίσεις μέσα στο ΝΑΤΟ είναι επικίνδυνες διότι επιτρέπουν σε εξωτερικούς δρώντες, και συγκεκριμένα στη Ρωσία και την Κίνα, να αξιοποιούν τις ενδοσυμμαχικές διαφορές και να εκμεταλλεύονται τον κάθε σύμμαχο ξεχωριστά με τρόπους που θέτουν σε κίνδυνο τα συλλογικά τους συμφέροντα και ασφάλεια. Αυτό περιλαμβάνει και δραστηριότητες που σχετίζονται άμεσα με την παραδοσιακή γεωγραφική και λειτουργική αποστολή του ΝΑΤΟ αλλά επεκτείνονται και στην σφαίρα του κυβερνοχώρου, της τεχνολογίας, της στρατηγικής και του εμπορίου – και πράγματι, στον δημοκρατικό τρόπο ζωής. Και ούτε η Ευρώπη ούτε η Βόρεια Αμερική, παρ’ όλη τη δύναμή τους, δεν είναι αρκετά ισχυρές να αντιμετωπίσουν αυτές τις απειλές από μόνες τους, καθώς ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν μια αυξανόμενη σειρά από μη-παραδοσιακές απειλές και κινδύνους που επηρεάζουν τις κοινωνίες μας».
Ενδοσυμμαχική διχόνοια
Η έκθεση προειδοποιεί πώς η προοπτική μιας ενδοσυμμαχικής διχόνοιας είναι στρατηγικό και όχι απλώς τακτικό πρόβλημα. Αν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως μια τέτοια τάση, θα μειώσει τις δυνατότητες των κρατών-μελών στις επόμενες δεκαετίες. Θεωρεί πως, όσο δύσκολο και αν είναι, πρέπει να υπάρξει περισσότερη «πολιτική σύγκλιση σε ερωτήματα πρώτης τάξεως» λόγω του μεγέθους των απειλών που αντιμετωπίζει «και ειδικότερα την παράλληλη γεωπολιτική και ιδεολογική πρόκληση από την Ρωσία και την Κίνα».
Για να πετύχει το ΝΑΤΟ το όραμά του, οι σύμμαχοι θα πρέπει να ενισχύσουν τις προσπάθειές τους για εφαρμογή των δημοκρατικών αρχών, ανάληψη των βαρών που τους αναλογούν για την κοινή ασφάλεια και να μην αφήνουν τις ενέργειες και τους στενούς εθνικούς τους στόχους τους να βλάπτουν την συνοχή του ΝΑΤΟ. Επίσης, η συλλογική ασφάλεια σε επίπεδο διαβούλευσης και λήψης αποφάσεων να περάσει από την συμβατική στη πυρηνική και την υβριδική και οι αποφάσεις να λαμβάνονται γρήγορα για να μπορούν να αντιμετωπίσουν ένα μεταβαλλόμενο στρατηγικό περιβάλλον.
![20190529_190529-topic-article5_rdax_775x441[1].jpg](https://simerini.sigmalive.com/media/images/20190529_190529-topic-article5_rdax_775x4411.width-768.jpg)
Προτάσεις για «ΝΑΤΟ 2030»
Η έκθεση προσφέρει 138 προτάσεις για το «ΝΑΤΟ 2030». Μεταξύ αυτών είναι η επικαιροποίηση του «2010 Strategic Concept», η συντόνισμένη αντιμετώπιση των ρωσικών απειλών μαζί με διάλογο, οι τεχνολογικές προκλήσεις από την Κίνα, οι νέες τεχνολογίες και ιδιαίτερα η κακόβουλη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) και η τρομοκρατία ως η πιο άμεση, ασύμμετρη απειλή. Στις προτεραιότητες είναι επίσης η ενίσχυση «του Νότου» με ενίσχυση της «νότιας-μεσογειακής πτέρυγας» όπως το «Hub for the South» στην Νάπολη και τη συνεργασία με την ΕΕ όπως και ο έλεγχος όπλων ταυτόχρονα με την πυρηνική αποτροπή.
Ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή και η επικαιροποίηση του πλαισίου «2014 Green Defence» και πιο στρατηγική χρήση του προγράμματος «Επιστήμη για την Ειρήνη και την Ασφάλεια» για την ανάπτυξη καλύτερης πράσινης στρατιωτικής τεχνολογίας αναφέρονται επίσης στις προτάσεις.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, κεντρικός άξονας των προτάσεων είναι η διατήριση της πολιτικής συνοχής και ενότητας. Για το τελευταίο, και με σκοπό την επαναβεβαίωση της ταυτότητας του ΝΑΤΟ ως συμμαχίας ριζωμένης στις αρχές της δημοκρατίας, προτείνει την δημιουργία «Κέντρου Αριστείας για τη Δημοκρατική Ανθεκτικότητα» («Centre of Excellence for Democratic Resilience»). Αυτό το κέντρο θα προσφέρει στήριξη στα κράτη-μέλη, όταν το ζητήσουν, «για ενίσχυση της κοινωνικής ανθεκτικότητας για να αντισταθούν σε εχθρικούς εξωτερικούς δρώντες που παρεμβαίνουν στην λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών και διαδικασιών». Μάλιστα, η έκθεση προτείνει την μεσολάβηση του Γενικού Γραμματέα για την επίλυση διαφορών μεταξύ των συμμάχων.
Οι συγγραφείς εισηγούνται αυξημένη διατλαντική διαβούλευση για στρατηγικά και πολιτικά ζητήματα αφού τα μέλη θα πρέπει να προσπαθήσουν να ευθυγραμμίσουν τις εθνικές τους πολιτικές με την πολιτική του ΝΑΤΟ. «Η Συμμαχία θα πρέπει να θεσμοθετήσει μια πρακτική όπου οι σύμμαχοι ΥΠΕΞ κάνουν μια περιοδική αξιολόγηση της πολιτικής υγείας και ανάπτυξης της Συμμαχίας», αναφέρει χαρακτηριστικά και τονίζει την αύξηση επίσημων και ανεπίσημων διαβουλεύσεων σε επίπεδο πολιτικής, διπλωματίας και άμυνας.
Για τη σχέση με την ΕΕ, η έκθεση ζητά την αναζωογόνηση της εμπιστοσύνης και της κατανόησης σε ανώτατο επίπεδο και την θεσμική ενίσχυση των πολιτικών επαφών μέσα από το «International Staff» του ΝΑΤΟ και το «European External Action Service».
Για προώθηση των παγκόσμιων στρατηγικών συμφερόντων του, το ΝΑΤΟ θα πρέπει να διατηρήσει και να αναζωογονήσει την Πολιτική Ανοικτής Θύρας (Open Door Policy) και να ενισχύσει τη συνεργασία και την σχέση με Ουκρανία, Γεωργία, Βοσνία & Ερζεγοβίνη και να αντιμετωπίσει την αποσταθεροποίηση στα Δυτικά Βαλκάνια. Παράλληλα, να ενεργοποιήσει τον Μεσογειακό Διάλογο (Mediterranean Dialogue, MD) και την Πρωτοβουλία Συνεργασίας της Κωνσταντινούπολης (Istanbul Cooperation Initiative, ICI) και να εμβαθύνει τις σχέσεις με εταίρους στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού μέσα από την ανταλλαγή πληροφοριών, δομημένο διάλογο, τεχνολογική συνεργασία και ενίσχυση της έρευνας και της ανάπτυξης σε ειδικούς τομείς.
Για την απόφυγη διαφωνιών που να υποσκάπτουν την συναίνεση, προτείνεται όπως αυξηθεί ο εκτελεστικός ρόλος του Γενικού Γραμματέα και το δικαίωμα μπλοκαρίσματος των αποφάσεων μέσα από τις διαδικασίες ή διυλισής της εφαρμογή τους και προτείνει όπως το μπλοκάρισμα αποφάσεων να γίνεται μόνο σε υπουργικό επίπεδο για να αποφεύγεται η συχνή χρήση του από μέλη λόγω άλλων διμερών διαφορών.
Σημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

