Διεθνή
DW: Η ηγεμονιστική πολιτική της Τουρκίας και οι κυρώσεις
Η Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ θα εξετάσει την επιβολή μέτρων κατά της Άγκυρας. Όλο και περισσότερα κράτη-μέλη εκφράζονται υπέρ. Παραμένει αβέβαιο πώς θα συμπεριφερθεί η Γερμανία. Συνέντευξη με τον Γκύντερ Ζόιφερτ.
Στη Σύνοδο Κορυφής που ξεκινά την Πέμπτη στις Βρυξέλλες οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα συζητήσουν τις σχέσεις με την Τουρκία. Στην ατζέντα συμπεριλαμβάνεται η επιβολή κυρώσεων. Ο σημαντικότερος λόγος είναι η τουρκική στάση απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο. Παρά τις ευρωπαϊκές εκκλήσεις, η Τουρκία συνεχίζει τις έρευνές της για αποθέματα φυσικού αερίου και πετρελαίου στις Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες (ΑΟΖ) που διεκδικούν τα δύο κράτη μέλη της ΕΕ. Τον Σεπτέμβριο οι υπουργοί Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν ήδη συμφωνήσει σε κατάλογο κυρώσεων. Εναπόκειται τώρα στους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων να εφαρμόσουν αυτά τα μέτρα – ή όχι. Στις πτυχές του όλου ζητήματος αναφέρεται σε συνέντευξη με την DW o επικεφαλής του Κέντρου Εφαρμοσμένων Τουρκικών Σπουδών στο Βερολίνο Γκύντερ Ζόιφερτ.
Deutsche Welle: Επανειλημμένα έχουν αναβληθεί σε Συνόδους Κορυφής της ΕΕ αποφάσεις για κυρώσεις κατά της Τουρκίας. Τι περιμένετε αυτή τη φορά;
Γκύντερ Ζόιφερτ: Σε ορισμένα κράτη-μέλη της ΕΕ, που είχαν προηγουμένως θετική εικόνα για την Τουρκία, επικρατεί τώρα μια αρκετά αρνητική αντίληψη – και λόγω της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Για παράδειγμα στην Ισπανία, την Ιταλία και την Πολωνία. Ταυτόχρονα ωστόσο φοβούνται, ειδικά η Ισπανία και η Ιταλία, ότι πιθανές κυρώσεις θα μπορούσαν να βλάψουν την τουρκική οικονομία και συνεπώς να έρθουν σε αντίθεση με τα οικονομικά τους συμφέροντα.
Στη σύσκεψή τους τη Δευτέρα οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ συζήτησαν το θέμα Τουρκία. Μετά τη συνάντηση, ο Ύπατος Εκπρόσωπος για την Εξωτερική Πολιτική της ΕΕ Ζοζέπ Μπορέλ δήλωσε ότι επικράτησε ομοφωνία πως η συμπεριφορά της Τουρκίας δεν έχει αλλάξει ριζικά. Λογική συνέπεια αυτής της εκτίμησης θα πρέπει να είναι κυρώσεις.
Σωστά. Η Τουρκία δεν εκπληρώνει καμία από τις προϋποθέσεις που διατύπωσε η ΕΕ στη Σύνοδο Κορυφής την 1η Οκτωβρίου, προκειμένου να ξεκινήσει μια θετική ατζέντα των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας. Η Άγκυρα παραβίασε και πάλι την ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας και δημιούργησε επίσης νέα σημεία διαμάχης. Στην Κύπρο, για παράδειγμα, η Τουρκία κηρύσσει ξαφνικά την ελληνοκυπριακή παράκτια πόλη Βαρώσια ως μέρος της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» η οποία αναγνωρίζεται μόνο από αυτή. Επίσης, η τουρκική κυβέρνηση έχει εγκαταλείψει το διεθνώς αναγνωρισμένο πλαίσιο για την επίλυση του Κυπριακού, δηλαδή τη δημιουργία ενός κοινού κράτους, και προωθεί τώρα την αναγνώριση της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου». Κατά αυτό τον τρόπο η Άγκυρα κλιμάκωσε περαιτέρω την ένταση στην Αν. Μεσόγειο.
Εκτός αυτού, η Τουρκία ενεργοποίησε εντός του διαστήματος που έθεσε η ΕΕ για αποκλιμάκωση της έντασης, το ρωσικό σύστημα πυραυλικής άμυνας S-400. Αυτό δεν είναι καθόλου προς το συμφέρον της ΕΕ. Στη δε διαμάχη με τον γάλλο Πρόεδρο Μακρόν, κατηγόρησε σε τελική ανάλυση όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που έχουν μουσουλμανική μετανάστευση για ισλαμοφοβία και ρατσιστική μεταχείριση των Μουσουλμάνων. Επομένως, αν συγκρίνουμε την απόφαση που πήρε η ΕΕ με τη συμπεριφορά που επέδειξε η Τουρκία, θα πρέπει να υπάρξει μια αποφασιστική αντίδραση κατά της Άγκυρας. Ωστόσο, κατά πόσο αυτό θα συμβεί, είναι ένα άλλο ερώτημα.
Μέχρι στιγμής η γερμανική κυβέρνηση έχει αποτρέψει την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία. Σημαντικό για τη Γερμανία είναι το ζήτημα των προσφύγων, πτυχές της ασφάλειας, η παραμονή της Άγκυρας στο σύστημα της δυτικής συμμαχίας και η καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Θα μπορέσει η καγκελάριος να διατηρήσει αυτή τη θέση στη Σύνοδο Κορυφής;
Τουλάχιστον θα της είναι πιο δύσκολο. Το μέτωπο των χωρών που έχουν χάσει την υπομονή τους με την Τουρκία έχει μεγαλώσει. Μαζί με την Ελλάδα υποστηρίζουν μια αυστηρότερη αντιμετώπιση της Τουρκίας η Γαλλία, η Αυστρία, η Ολλανδία, το Βέλγιο, τα κράτη της Βαλτικής όπως και η Ιρλανδία. Αλλά και στη γερμανική διπλωματία επικρατεί δυσαρέσκεια με την Τουρκία. Με τη διαμεσολάβηση που ανέλαβε και το ρόλο της ως τροχοπέδης στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής σε ό,τι αφορά τις κυρώσεις, η Γερμανία έχει ρισκάρει αρκετά. Η Τουρκία, ωστόσο, δεν έκανε ούτε ένα βήμα προς την κ. Μέρκελ.
Μπορούν οι κυρώσεις να αναγκάσουν την τουρκική κυβέρνηση να αλλάξει συμπεριφορά στην εξωτερική της πολιτική;
Φυσικά θα μπορούσε μια αποφασιστική δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μετριάσει την τουρκική πολιτική. Η Τουρκία γνωρίζει πόσο εξαρτάται από την ΕΕ. Αλλά είναι πεπεισμένη για την ευρωπαϊκή διάσταση απόψεων.
Η Αθήνα και η Λευκωσία διευκόλυναν με τη στάση τους την αποκλιμάκωση της έντασης με την Τουρκία;
Η Αθήνα αρχικά επωφελήθηκε πολύ από το γεγονός ότι η ΕΕ εξέφρασε στις δηλώσεις της την πλήρη αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και την Κύπρο. Κατά αυτό τον τρόπο, η ΕΕ υποστήριξε σιωπηρά την ελληνική θεώρηση ότι τα νησιά μπορούν να δημιουργήσουν τη δική τους ΑΟΖ όπως και η ηπειρωτική χώρα. Ωστόσο, όταν κλιμακώθηκε η ένταση, η Ελλάδα πολύ νωρίς δήλωσε πρόθυμη να μπει σε διαπραγμάτευση για τα θαλάσσια σύνορα και, σε τελική ανάλυση, να αναγνωρίσει απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου στη Χάγη. Η Τουρκία αντίθετα αναδείκνυε όλο και νέα ζητήματα: το καθεστώς των ελληνικών νησιών και βραχονησίδων στο Αιγαίο, τη στρατιωτικοποίηση νησιών – αν και αυτό συμβαίνει εδώ και δεκαετίες. Έτσι, η Άγκυρα έδεσε έναν Γόρδιο Δεσμό που είναι σχεδόν αδύνατο να λυθεί ξανά. Η δε Κυπριακή Δημοκρατία έχει προτείνει στην Τουρκία είτε έμμεσες είτε ανεπίσημες συνομιλίες. Η Τουρκία δεν απάντησε σε αυτό. Φυσικά, και η Αθήνα και η Λευκωσία προβάλλουν μέγιστες απαιτήσεις, αλλά είναι όμως πρόθυμες για αποκλιμάκωση.
Μέχρι στιγμής οι Έλληνες και οι Κύπριοι δεν έχουν βρει τεράστια αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ειδικοί αμφιβάλλουν αν η εξόρυξή τους στην ΑΟΖ της Κύπρου και η εξαγωγή στην Ευρώπη είναι οικονομικά ωφέλιμη. Γιατί η Τουρκία εξακολουθεί παρ΄ όλα αυτά να διακινδυνεύει την επιδείνωση των σχέσεων με την ΕΕ, στέλνοντας τα ερευνητικά της σκάφη στην ΑΟΖ των δύο κρατών-μελών της ΕΕ;
Πράγματι, οι ειδικοί δεν θεωρούν ότι υπάρχουν μεγάλα αποθέματα στις θαλάσσιες ζώνες που είναι αμφιλεγόμενες ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα, όπως και την Κύπρο. Οι πολλά υποσχόμενες ζώνες είναι αυτές που διεκδικούν το Ισραήλ και η Αίγυπτος και οι οποίες δεν είναι αμφιλεγόμενες. Υπάρχει λοιπόν κάθε λόγος να υποθέσουμε ότι οι ενεργειακές ανάγκες της Τουρκίας δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας για την επιθετική της συμπεριφορά στην Αν. Μεσόγειο. Το ζητούμενο είναι μάλλον ότι η Τουρκία εδραιώνεται ως η μελλοντική περιφερειακή δύναμη που ελέγχει για δικό της όφελος τις εμπορικές, ενεργειακές και μεταναστευτικές ροές στην Α. Μεσόγειο. Επίσης, η Άγκυρα θέλει να εξασφαλίσει την πρόσβαση στις αγορές της Β. Αφρικής και άλλων αφρικανικών χωρών, όπου βλέπει τον εαυτό της σε ανταγωνισμό με ευρωπαϊκές δυνάμεις, ιδίως τη Γαλλία.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε λίγη προσοχή στη συμπεριφορά της Τουρκίας στην Αν. Μεσογειο. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ο Τζο Μπάιντεν δεν σκοπεύει να αποδεχτεί τα πράγματα ως έχουν. Κατά πόσο είναι αποφασισμένη η τουρκική κυβέρνηση να ρισκάρει την επιδείνωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ;
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Άγκυρα ενεργοποίησε το σύστημα S-400 τις τελευταίες εβδομάδες της διακυβέρνησης Τραμπ με την ελπίδα ότι δεν θα ακολουθήσουν κυρώσεις. Η Τουρκία γνωρίζει ότι ο Τζο Μπάιντεν θα συμπεριφέρεται με ένα διαφορετικό τρόπο. Μελλοντικά οι τηλεφωνικές κλήσεις του Ερντογάν στον Λευκό Οίκο δεν θα προωθούνται τόσο εύκολα στον Πρόεδρο. Τις σχέσεις των δύο χωρών θα διαχειρίζεται μάλλον η επίσημη διπλωματία. Ο Ερντογάν γνωρίζει επίσης ότι ο Τζο Μπάιντεν θα δίνει μεγαλύτερη προσοχή σε θέματα που άπτονται του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παράλληλα όμως, ο Μπάιντεν θα επιδιώξει να περιορίσει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή. Σε αυτή την προσπάθεια η Τουρκία θα μπορούσε να του είναι χρήσιμη. Για αυτό οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία μάλλον δεν θα επιδεινωθούν ουσιαστικά, αλλά θα επέλθει μια αλλαγή στο στυλ. Η Άγκυρα θα προσπαθήσει να παρουσιαστεί ως δύναμη που είναι απαραίτητη για τις ΗΠΑ σε ό,τι αφορά τη Ρωσία. Το ζητούμενο είναι, πώς θα ανταποκριθεί ο Μπάιντεν.
** Ο Γκύντερ Ζόιφερτ είναι επικεφαλής του Κέντρου Εφαρμοσμένων Τουρκικών Σπουδών (CATS) στο Ίδρυμα Επιστήμη και Πολιτική του Βερολίνου. Στο παρελθόν ήταν ανταποκριτής γερμανικών ΜΜΕ στην Τουρκία και έχει διδάξει σε πανεπιστήμια στην Κωνσταντινούπολη, τη Λευκωσία και τη Λοζάνη. Η έρευνά του επικεντρώνεται σε θέματα που αφορούν την Τουρκία, την Κύπρο, τη μετανάστευση, την πολιτική διεύρυνσης της ΕΕ, το πολιτικό Ισλάμ.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

