Διεθνή
Σύνοδος Κορυφής: μια αμήχανη Ευρώπη στέλνει μηνύματα χωρίς στρατηγική στην Τουρκία
Η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να παρουσιάσει ως θετικό βήμα τις αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ για την Τουρκία. Όμως, αυτό δεν αναιρεί ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να μην έχει στρατηγική
Η Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ αποφάσισε και αυτή τη φορά να μεταθέσει την ουσιαστική συζήτηση για τις ευρωτουρκικές σχέσεις προς το μέλλον. Άλλωστε, αυτός είναι ένας σχεδόν άγραφος κανόνας στη διαπραγμάτευση στις Βρυξέλες: πάντα μπορεί να μετατεθεί στο χρόνο τη λήψη μιας σοβαρής απόφασης.
Η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε σε αυτή τη φάση να μην προχωρήσει σε κάποιου είδους πιο πιεστική πολιτική στάση, ή να απειλήσει με βέτο. Πιθανώς σε αυτό να μέτρησε η εκτίμηση για το ενδεχόμενο αρνητικού αντίκτυπου σε μια σύνοδο όπου βασικό αντικείμενο ήταν να ξεπεραστεί το βέτο που είχαν θέσει η Πολωνία και η Ουγγαρία για τον προϋπολογισμό.
Ίσως πάλι να μέτρησε και η ίδια η συστηματική προσπάθεια της ελληνικής πλευράς το τελευταίο διάστημα να διευκολύνει μια διαδικασία διαλόγου με την Τουρκία. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι τους τελευταίους μήνες έχει μετατοπιστεί η «κόκκινη γραμμή» ως προς τις παραβιάσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων από τουρκικά ερευνητικά σκάφη από τα όρια της δυνητικής υφαλοκρηπίδας στα όρια των ελληνικών χωρικών υδάτων.
Σε κάθε περίπτωση και αυτή τη φορά η απόφαση μένει σε ένα πλέγμα κυρώσεων, περισσότερων συμβολικών, που είχαν ήδη αποφασιστεί, παρά σε μια συνολικότερη ρήξη ανάμεσα σε ΕΕ και Τουρκία, και σε μια παράλληλη «θετική» πρόταση αναβάθμισης των ευρωτουρκικών σχέσεων, που σαφώς δεν υπονοεί «ενταξιακή διαδικασία», χωρίς καν ρητή αναφορά στην αναβάθμιση της τρέχουσας «τελωνειακής ένωσης».
Είναι γεγονός ότι η απόφαση της Συνόδου ρητά και σαφώς αναφέρεται σε «μονομερείς ενέργειες και προκλήσεις της Τουρκίας», φράση που παραπέμπει σε μια εκτίμηση ότι είναι μια χώρα που φέρεται δυνάμει παραβατικά. Αυτό άλλωστε υπογράμμισε και ο πρωθυπουργός στις δηλώσεις του μετά τη σύνοδο.
Η αναζήτηση πεδίου διαλόγου και συμβιβασμού
Είναι σαφές ότι η ελληνική πλευρά σε αυτή τη φάση ελπίζει ότι η Τουρκία να πιεστεί από το συνδυασμό ανάμεσα στην απειλή κυρώσεων στο μέλλον και τη δυνατότητα μιας συζήτησης για την αναβάθμιση των ευρωτουρκικών σχέσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση θα άνοιγε ο δρόμος αρχικά για αποκλιμάκωση της έντασης και αποφυγή τουρκικών προκλήσεων που οξύνουν το κλίμα και στη συνέχεια βημάτων διαλόγου και για τα ελληνοτουρκικά. 
Αυτό εξηγεί γιατί η ελληνική πλευρά παρότι θα ήθελε αυστηρότερες κυρώσεις, ή απειλές αυστηρότερων κυρώσεων, όπως και έμπρακτες διαβεβαιώσεις για μετατόπιση των ευρωπαίων εταίρων μας σε κάτι που να παραπέμπει σε εμπάργκο όπλων προς την Τουρκία, τελικά προσπαθεί να ενσωματώσει και αυτή την απόφαση της ΕΕ σε μια στρατηγική που εντάσσει την πίεση σε μια κατεύθυνση διαλόγου.
Σε αυτό συντελεί ως ένα βαθμό και μια εκτίμηση ότι η Τουρκία θα προσπαθήσει το επόμενο διάστημα να αναζητήσει μια πιο «ρεαλιστική» στάση σε διάφορα ζητήματα, που δεν θα την καθιστά διαρκώς αντικείμενο επικρίσεων ή απειλών κυρώσεων από τη Δύση.
Ρόλο σε αυτό έχει παίξει και η εκλογή Μπάιντεν στις ΗΠΑ, με τον οποίο ο Ερντογάν δεν έχει την άμεση σχέση που έχει μέχρι τώρα με τον Τραμπ. Άλλωστε, ήδη η Τουρκία κάνει κινήσεις επαναπροσέγγισης με τις ΗΠΑ, όχι τόσο σε επίπεδο ρητορικής, όσο σε επίπεδο κινήσεων στο πεδίο, από τα βήματα επαναπροσέγγισης με το Ισραήλ μέχρι τον τρόπο που προσπαθεί να εξαργυρώσει πολιτικά και στην Ουάσιγκτον την αναβαθμισμένη παρουσία της στον Καύκασο.
Σε μια τέτοια περίπτωση η Τουρκία θα προσπαθούσε έστω και τακτικά να μειώσει τις τριβές με τη Δύση, να αποκαταστήσει εν μέρει ένα επίπεδο συνεννόησης και σε αυτή τη βάση η ελληνική πλευρά θα προσπαθούσε να βρει ένα περιθώριο για αποκλιμάκωση και μελλοντικό διάλογο.
Η ευρωπαϊκή αμηχανία
Όμως, την ίδια ώρα δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι τα πράγματα θα λειτουργήσουν σε αυτή την κατεύθυνση. Ας μην ξεχνάμε ότι το βασικό στοιχείο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής το τελευταίο διάστημα είναι οι αλλεπάλληλες «προβολές ισχύος» σε διάφορα μέτωπα, σε μια προσπάθεια να κατοχυρώσει ότι είναι μια περιφερειακή δύναμη που πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοια.
Αυτό σημαίνει ότι η Τουρκία αυτή τη στιγμή διεκδικεί όχι απλώς την αναγνώριση ότι είναι συνομιλητής αλλά και μια ορισμένη δυνατότητα να γίνονται δεκτοί οι δικοί της όροι. Άλλωστε, είναι μια δύναμη που έχει στείλει στρατεύματα στη Συρία, διατηρεί ισχυρή παράνομη στρατιωτική παρουσία στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, έχει παρουσία στη Λιβύη και επιπλέον αναμείχθηκε στη σύγκρουση Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν, θεωρώντας μάλιστα ότι η δική της συνδρομή ήταν καθοριστική.
Την ίδια στιγμή, η Άγκυρα γνωρίζει ότι η Ευρώπη δεν πρόκειται να αλλάξει πολιτική για το προσφυγικό και κατά συνέπεια, πάντα θα απασχολεί τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να μην διακυβευτεί η «Κοινή Δήλωση» του 2016, άρα θα συνεχίσει η Τουρκία ως προς αυτό το θέμα να διατηρεί ένα διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.
Κυρίως, όμως, είναι προφανές ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν είναι προετοιμασμένες για να αντιμετωπίσουν την αντίληψη που έχει η Τουρκία για τη διαπραγμάτευση. Γιατί σε αντίθεση με ρητορικές αποστροφές που κατά καιρούς επανέρχονται, η Τουρκία προφανώς και γνωρίζει ότι διάφορα ζητήματα προφανώς και προϋποθέτουν κάποιου τύπου διαπραγμάτευση. Όμως, η αντίληψή της για τη διαπραγμάτευση περιλαμβάνει ένα μεγάλο φάσμα από μονομερείς ενέργειες, δημιουργία τετελεσμένων, κατοχύρωση «κεκτημένων» στο ίδιο το πεδίο, καθώς θεωρεί ότι αυτό διαμορφώνει τελικά και καλύτερο συσχετισμό, ιδίως από τη στιγμή που η Άγκυρα διεκδικεί άλλου είδους αναγνώριση, που υπερβαίνει κατά πολύ τον τρόπο που την αντιμετώπιζε η ΕΕ πριν από μερικές δεκαετίες.

Αυτό φυσικά είναι μια τακτική που όχι μόνο επιτείνει τον κίνδυνο για περιφερειακές εντάσεις, αλλά και επιτείνει μια διαρκή αίσθηση αμηχανίας από τη μεριά της Ευρώπης, καθώς απέναντι σε μια τέτοια τακτική τα παραδοσιακά εργαλεία διπλωματικής και πολιτικής πίεσης δεν επαρκούν.
Τα όρια του «καρότου και μαστίγιου»
Τυπικά, η απόφαση της Συνόδου Κορυφής είναι μια παραλλαγή τακτικής «καρότου και μαστίγιου». Το μαστίγιο είναι προφανώς οι απειλές παραπάνω κυρώσεων και το ενδεχόμενο η σύνοδος κορυφής του Μαρτίου να σηματοδοτήσει μια ακόμη μεγαλύτερη επιδείνωση των ευρωτουρκικών σχέσεων και άρα πραγματικές κυρώσεις που να έχουν αντίστοιχα πραγματικό αρνητικό αντίκτυπο στην Τουρκία, ιδίως εάν συνδυαστούν με αντίστοιχη επιδείνωση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων (για παράδειγμα μέσω των κυρώσεων CAATSA).
Το καρότο θα ήταν η ανάγνωση της δυνατότητας μιας «συνεργατικής και αμοιβαία επωφελούς σχέσης», την οποία επικαλείται η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, να μεταφραζόταν σε αναβάθμιση της ισχύουσας τελωνειακής ένωσης ανάμεσα σε ΕΕ και Τουρκία και τη μετατροπή της σε μια παραλλαγή συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου και σε ικανοποίηση του πάγιου τουρκικού αιτήματος να μπορούν οι Τούρκοι πολίτες να μεταβαίνουν σε ευρωπαϊκές χώρες χωρίς βίζα. 
Όμως, αυτή η τακτική έχει δείξει τα όριά της. Αφενός γιατί η Τουρκία διαθέτει με τη σειρά της μέσα πίεσης ισχυρά, δηλαδή τη «Κοινή Δήλωση» για το προσφυγικό (με όλη τη φόρτιση που έχει το θέμα για ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που θέλουν να απαντήσουν στην πίεση από την ακροδεξιά) αλλά και τις οικονομικές σχέσεις που αρκετές χώρες δεν θα ήθελαν να διακυβευτούν. Αφετέρου, γιατί η τακτική της δημιουργίας τετελεσμένων και της διαρκούς διεκδίκησης όλο και πιο αναβαθμισμένου περιφερειακού ρόλο καθιστά σε κάποιες περιπτώσεις μικρότερης σημασίας την επίπτωση των όποιων απειλών κυρώσεων έναντι πολύ πιο αποφασιστικών προβολών ισχύος που τελικά γίνονται αποδεκτές (ενδεικτική η αποδοχή του «τετελεσμένου» της Τουρκικής εισβολή σε «ζώνη ασφαλείας» εντός συριακού εδάφους).
Προφανώς και όλα αυτά ενέχουν ρίσκα και για την Τουρκία, ιδίως από τη στιγμή που η «υπερέκθεσή» της σε εστίες έντασης μπορεί να την κάνει σε σωρεύσεις κόστη, όμως την ίδια στιγμή στα μάτια της Άγκυρας φαντάζουν και ως δυνατότητα να βρίσκεται σε ένα άλλο επίπεδο διεθνούς παρουσίας από αυτό στο οποίο εστιάζουν οι όποιες ευρωπαϊκές πιέσεις. Και εάν μάλιστα η Τουρκία καταφέρει να βρει ένα έστω και δύσκολο σημείο ισορροπίας στις σχέσεις με τη νέα αμερικανική διακυβέρνηση, τότε αυτό το στοιχείο θα είναι ακόμη πιο έντονο στην όλη στάση της.
Όμως, αυτό προς το παρόν δεν δείχνει να μπορεί να ενσωματωθεί ως καθοριστική παράμετρος στην ευρωπαϊκή στρατηγική. Ίσως γιατί μια Ευρωπαϊκή Ένωση πολύ πιο αντιφατική παρά ποτέ στην εσωτερική πολιτική διαχείρισή της (από την καθυστέρηση στη συμφωνία για τον προϋπολογισμό μέχρι όλες τις ταλαντεύσεις για τα ζητήματα κράτους δικαίου) είναι αναμενόμενο να δυσκολεύεται ακόμη περισσότερο να έχει συνεκτική εξωτερική πολιτική.
in.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

