Διεθνή
Η ατζέντα του «άνευ όρων διαλόγου» στον οποίο επιχειρεί η Άγκυρα να εγκλωβίσει την Ελλάδα
Νίκος Μελέτης
Τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες θα κλιμακωθεί η επικοινωνιακή αντεπίθεση τη Τουρκίας, η οποία ενθαρρυμένη από την απροθυμία της ΕΕ να αντιδράσει και την αναμενόμενη μακρά περίοδο χάριτος που θα προσφέρει η κυβέρνηση Μπάιντεν για τον επανακαθορισμό των αμερικανοτουρκικών σχέσεων, θα προβάλει την λογικοφανή πρόταση: διάλογο άνευ όρων και προϋποθέσεων με την Ελλάδα.
Και όχι μόνο οι υποστηρικτές της Τουρκίας αλλά και διεθνείς παράγοντες που είναι αποστασιοποιημένοι και ανησυχούν για την τουρκική υπερεπέκταση θα στραφούν προς την Ελλάδα συστήνοντας αυτόν το Διάλογο.
Όμως η Αθήνα οφείλει να κινηθεί σε όλα τα επίπεδα ώστε να αποδομήσει την τουρκική τακτική καθώς ο «Διάλογος ανευ όρων» που ζητά η Τουρκία είναι απλώς «Διάλογος εφ’ όλης της ύλης των τουρκικών διεκδικήσεων» εις βάρος της χώρας μας. Ο χωρίς προϋποθέσεις διάλογος που ζητά η Τουρκία δημιουργώντας εντελώς ψευδείς εντυπώσεις είναι η έναρξη συζητήσεων χωρίς να υπάρχει το πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου, του Δίκαιου της Θάλασσας και των Διεθνών Συνθήκων, με ανοικτή ατζέντα χωρίς επικέντρωση στο πρόβλημα της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών μεταξύ των δύο χωρών και στην βάση των τετελεσμένων που επιχειρεί επι του πεδίου.
Το Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών αναλυτικά περιγράφει αυτό που θεωρεί ως διαφορές μεταξύ των δυο χωρών και πρέπει να βρεθούν στο τραπέζι του «διαλόγου ανευ όρων» που προτείνει. Ένα πλαίσιο που είναι σαφές ότι επιδιώκει να βάλει στο τραπεζι της διαπραγμάτευσης όχι μόνο ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα αλλά και την ιδια την ελληνική κυριαρχία επι νησιωτικών σχηματισμών.
Είναι πλαίσιο που προβάλει μονομερείς και αυθαίρετες ερμηνείες του Διεθνούς Δικαίο και των Διεθνών Συνθηκών που διέπουν το status quo στην περιοχή. Αναγάγει σε μείζον θέμα την αποστρατικοποίηση των νησιών, με στόχο απλώς να εξομοιωθεί η Ελλάδα με την Τουρκία ως «παραβάτες του Διεθνούς Δικαίου». Και επίσης είναι σαφές ότι επιδιώκεται από την Τουρκία να «φυλακισθεί» η Ελλάδα στην υπάρχουσα ζώνη των 6 ν.μ. καθώς ως διαφορά για συζήτηση καταγράφεται η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας «εξω από τα 6 ν.μ. των χωρικών υδάτων» απαιτώντας δηλαδη από την Ελλάδα να παραιτηθεί προκαταβολικώς από το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων εως τα 12 ν.μ.
Κάτι που επιχείρησε να επιβάλει και στην πράξη με τις πρόσφατες σεισμογραφικές έρευνες του Oruc Reis στην Ανατολική Μεσόγειο ,φθάνοντας ορισμενες φόρες σε απόσταση στο όριο ακριβως των 6 ν.μ. Και φυσικά πλέον η Τουρκία εκτός αυτής της ατζέντας θέλει η συζήτηση και η διαπραγμάτευση να διεξαχθεί λαμβάνοντας υπόψη και τα παράνομα τετελεσμένα του Τουρκολυβικου Μνημονίου…
Οι Τουρκικές θέσεις για τα «εκκρεμή ζητήματα του Αιγαίου» που πρέπει να αντιμετωπίσουν στον «ανευ όρων διάλογο» που προτείνει αποτυπώνονται αναλυτικά από το ίδιο το τουρκικό ΥΠΕΞ:
«ΤΑ ΕΚΚΡΕΜΉ ΘΕΜΑΤΑ ΤOY ΑΙΓΑΙΟΥ
Τα εκκρεμή ζητήματα στο Αιγαίο εμπίπτουν κυρίως σε 5 κατηγορίες:
1. Η πρώτη κατηγορία των εκκρεμών ζητημάτων του Αιγαίου σχετίζεται με τις περιοχές θαλάσσιας δικαιοδοσίας, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων και της υφαλοκρηπιδας και της οριοθέτησης τους.
α. Χωρικά ύδατα Τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας δεν έχουν ακόμη οριοθετηθεί με συμφωνία. Επί του παρόντος, το εύρος των χωρικών υδάτων τόσο της Τουρκίας όσο και της Ελλάδας στο Αιγαίο είναι 6 ναυτικά μίλια. Η γεωγραφική σχέση των ακτών της Τουρκίας και της Ελλάδας στο Αιγαίο είναι προσκειμενς και ταυτόχρονα έναντι που απαιτεί οριοθέτηση των συνόρων. Αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του διεθνούς δικαίου το γεγονός ότι η οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων μεταξύ προσκείμενων ή έναντι κρατών σε περιοχές όπου οι θαλάσσιες περιοχές αλληλεπικαλύπτονται ή συγκλίνουν θα πρέπει να πραγματοποιείται με συμφωνία βάσει του διεθνούς δικαίου. Στην περίπτωση του Αιγαίου, ωστόσο, δεν υπάρχει θαλάσσια οριοθέτηση μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας όσον αφορά τα χωρικά ύδατα ούτε στην περιοχή των προσκείμενων ουτε των έναντι ακτών. Η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια θα αλλάξει δυσανάλογα την ισορροπία συμφερόντων στο Αιγαίο πέλαγος εις βάρος της Τουρκίας. Σήμερα, λόγω των πολλών νησιών της, τα ελληνικά χωρικά ύδατα αποτελούν περίπου το 40% του Αιγαίου. Στην περίπτωση χωρικών υδάτων πλάτους 12 ναυτικών μιλίων, ο δείκτης αυξάνεται σε ποσοστό άνω του 70%. Στην περίπτωση της επέκτασης των χωρικών υδάτων σε 12 ναυτικά μίλια, τα χωρικά ύδατα της Τουρκίας παραμένουν λιγότερο από το 10% του Αιγαίου, ενώ το μέγεθος της ανοικτής θάλασσας μειώνεται από 51% σε 19%.
β. Υφαλοκρηπίδα
Η δεύτερη πτυχή των εκκρεμών ζητημάτων του Αιγαίου σχετικά με τις περιοχές θαλάσσιας δικαιοδοσίας στο Αιγαίο είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Οι περιοχες της υφαλοκρηπιδας του Αιγαίου που ανήκουν στην Τουρκία και την Ελλάδα δεν έχουν ακόμη οριοθετηθεί. Επί του παρόντος, καμία από τις δύο χώρες δεν διαθέτει οριοθετημένη θαλάσσια περιοχή δικαιοδοσίας στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου πέραν των χωρικών υδάτων των 6 ναυτικών μιλίων. Αντικείμενο της διαφοράς είναι «η οριοθέτηση μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας των περιοχών υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, πέραν των αντίστοιχων χωρικών υδάτων 6 ναυτικών μιλίων των δύο παράκτιων κρατών, τα οποία αναλογούν σε κάθε ένα από αυτά».
2. Η δεύτερη κατηγορία των εκκρεμών ζητημάτων του Αιγαίου είναι το αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου βάσει των σχετικών διεθνών πράξεων, συμπεριλαμβανομένης της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 και της Συνθήκης των Παρισίων του 1947. Τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου είναι αποστρατιωτικοποιημένα με διάφορες διεθνείς συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένης, ενδεικτικά, της Συνθήκης της Λοζάνης του 1923 και της Συνθήκης των Παρισίων του 1947. Αυτές οι διεθνείς συνθήκες που ισχύουν και, συνεπώς, δεσμεύουν την Ελλάδα απαγορεύουν αυστηρά τη στρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και επιφέρουν νομικές υποχρεώσεις και ευθύνες στην Ελλάδα για το σκοπό αυτό. Ωστόσο, παρά τις διαμαρτυρίες της Τουρκίας, η Ελλάδα παραβιάζει το καθεστώς των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου στρατιωτικοποιώντας τα από τη δεκαετία του 1960, παραβιάζοντας τις συμβατικές δεσμεύσεις και τις υποχρεώσεις της βάσει του διεθνούς δικαίου. Από την άλλη, η Ελλάδα εισήγαγε επίσης επιφύλαξη στην υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου για θέματα που απορρέουν από στρατιωτικά μέτρα που αφορούν τα “συμφέροντα εθνικής ασφάλειας” της όταν αποδέχτηκε τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου το 1993. Με τον τρόπο αυτό, η Ελλάδα έχει ως στόχο να αποτρέψει την παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο μιας διαμάχης σχετικά με τη στρατιωτικοποίηση των νησιών. Κατά την άποψή μας, πρόκειται για σιωπηρή αποδοχή από την Ελλάδα ότι παραβιάζει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη συνθήκη.
3. Η τρίτη κατηγορία των εκκρεμών θεμάτων του Αιγαίου είναι το νομικό καθεστώς ορισμένων γεωγραφικών σχηματισμών στο Αιγαίο. Η διαφωνία σχετικά με το νομικό καθεστώς ορισμένων γεωγραφικών σχηματισμών στο Αιγαίο, στην ουσία, είναι μια διαφορά που σχετίζεται με την ερμηνεία των Συνθηκών. Αφορά το νομικό καθεστώς ορισμένων γεωγραφικών σχηματισμών και την απόδοση της εδαφικής κυριαρχίας σε αυτά βάσει των διατάξεων των Συνθηκών που διέπουν το εδαφικό status quo στο Αιγαίο. Επομένως, η διαφορά προέκυψε λόγω των αντικρουόμενων διεκδικήσεων των πλευρών που προέρχονται από διαφορετικές ερμηνείες σχετικές με τη σημασία, το πεδίο εφαρμογής, την πρόθεση και το νομικό αποτέλεσμα των εδαφικών διατάξεων των σχετικών και έγκυρων συναφών διεθνών συμφωνιών . Η Τουρκία δεν έχει καμία αξίωση για τα νησιά, τις νησίδες ή τέτοιων σχηματισμών που εκχωρήθηκαν σαφώς στην Ελλάδα με διεθνώς έγκυρα μέσα. Ωστόσο, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι υπάρχουν πολλές νησίδες και γεωγραφικοί σχηματισμοί στο Αιγαίο πέλαγος, η κυριαρχία των οποίων δεν δίνεται αναμφισβήτητα στην Ελλάδα. Μερικοί από αυτούς τους αμφισβητούμενους γεωγραφικούς σχηματισμούς βρίσκονται πολύ κοντά στις ακτές της Τουρκίας στο Αιγαίο Πέλαγος. Στην πραγματικότητα, αυτό το ζήτημα είναι ένα από τα εμπόδια πριν από την επίτευξη συμφωνίας όσον αφορά την οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων μεταξύ των δύο χωρών.
4. Η τέταρτη κατηγορία των εκκρεμών διαφορών του Αιγαίου σχετίζεται με τον εναέριο χώρο του Αιγαίου οι βασικές αιτίες του οποίου είναι τόσο η ελληνική αξίωση για 10 ναυτικά μίλια του εθνικού εναέριου χώρου όσο και η κατάχρηση της ευθύνης στο F.I.R. (Flight Information Region) από την Ελλάδα κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου. Η ελληνική διεκδίκηση για εθνικό εναέριο χώρο των 10 ν.μ. αποτελεί τον λόγο πίσω από τη διαφωνία για τον εναέριο χώρο του Αιγαίου. Οι βασικές πτυχές αυτής της διαφοράς είναι η επίμονη κατάχρηση της ευθύνης στην «Περιοχή Πληροφοριών Πτήσης» (FIR) από την Ελλάδα και η μοναδική ελληνική διεκδίκηση του εθνικού εναέριου χώρου των 10 ν.μ. ενώ το εύρος των χωρικών υδάτων της είναι 6 ν.μ. Στο διεθνές δίκαιο, το όριο των χωρικών υδάτων ενός κράτους επισης κατοχυρώνει το όριο του εθνικού του εναέριου χώρου. Η Ελλάδα κήρυξε εθνικό εναέριο χώρο πλάτους 10 ν.μ. το 1931, παρόλο που το πλάτος των χωρικών της υδάτων ήταν 3 ν.μ. εκείνη την εποχή. Η Ελλάδα επέκτεινε αργότερα τα χωρικά της ύδατα στα σημερινά 6 ν.μ. το 1936. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της Ελλάδας για τον εθνικό εναέριο χώρο των 10 ν.μ. αντιβαίνει στους κανόνες του διεθνούς δικαίου και η περιοχή μεταξυ των χωρικών υδάτων της Ελλάδας των 6 ν.μ. και του δηλωθέντος εθνικού εναέριου χώρου των 10 ν.μ. αποτελεί μέρος του διεθνούς εναέριου χώρου. Ο ισχυρισμός της Ελλάδας για τον εναέριο χώρο 6-10 NM δεν αναγνωρίζεται διεθνώς. Ούτε αναγνωρίζεται από την Τουρκία.
5. Η πέμπτη κατηγορία σχετίζεται με τις επιχειρήσεις/δραστηριότητες Ερευνας και Διάσωσης (SAR) Οι υπηρεσίες Ερευνας και Διάσωσης που αφορούν θαλάσσιες περιοχές διέπονται από τη διεθνή σύμβαση του 1979 για τη θαλάσσια Ερευνα και Διάσωση (σύμβαση του Αμβούργου). Σύμφωνα με τη σύμβαση του Αμβούργου, σε περίπτωση που μια περιοχή έρευνας και διάσωσης δεν μπορεί να δημιουργηθεί με συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, τα εν λόγω μέρη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με κατάλληλες ρυθμίσεις βάσει των οποίων παρέχεται στην περιοχή ο ισοδύναμος συνολικός συντονισμός των υπηρεσιών Ερευνας και Διάσωσης. Ένας τέτοιος συντονισμός δεν έχει καθιερωθεί στο Αιγαίο παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της Τουρκίας προς το σκοπό αυτό.
Επιπλέον, ορίζοντας ότι οι περιοχές Ερευνας και Διάσωσης θα πρέπει, στο μέτρο του εφικτού, να συμπίπτουν με τις θαλάσσιες περιοχές Ερευνας και Διάσωσης σε σχέση με εκείνες που βρίσκονται στην ανοικτή θάλασσα, το παράρτημα 12 της Σύμβασης του Σικάγο για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία κάνει σαφή διάκριση μεταξύ θαλάσσιων και εναέριων περιοχών Ερευνας και Διάσωσης και υπογραμμίζει την επικράτηση της θαλάσσιας διάστασης όσον αφορά τις επιχειρήσεις Ερευνας και Διάσωσης που διεξάγονται στα διεθνή ύδατα. Εξάλλου, οι επιχειρήσεις Ερευνας και Διάσωσης είτε αφορούν αεροσκάφη είτε πλοία σε κίνδυνο διεξάγονται στη θάλασσα. Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία έχει δηλώσει την περιοχή Ερευνας και Διάσωσης και την έχει καταχωρίσει στα σχετικά έγγραφα του ΙΜΟ, δηλαδή στο παγκόσμιο σχέδιο SAR του ΙΜΟ, και συνεχίζει να διεξάγει αποτελεσματικά δραστηριότητες/επιχειρήσεις SAR στην περιοχή που ορίζονται σε αυτήν με σκοπό τη διάσωση ανθρώπινων ζωών.
Δεδομένου ότι οι τουρκικές και ελληνικές περιοχές Ερευνας και Διάσωσης (SRR) αλληλεπικαλύπτονται εν μέρει, όλες οι προσπάθειες/δραστηριότητες SAR που πρέπει να διεξάγονται σε αυτές τις επικαλυπτόμενες περιοχές πρέπει να συντονίζονται δεόντως, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με τη σύμβαση του Αμβούργου του 1979, άρθρο 2.1.5.
Οι απόψεις της Τουρκίας για την επίλυση των θεμάτων του Αιγαίου
Η Τουρκία είναι αποφασισμένη να δημιουργήσει μια ζώνη ειρήνης, ευημερίας και σταθερότητας στην περιοχή με τους γείτονές της. Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτή την πολιτική. Η Τουρκία είναι προσηλωμένη στις σχέσεις καλής γειτονίας με την Ελλάδα και από αυτή την άποψη υποστηρίζει τη διαδικασία διαλόγου. Η Τουρκία είναι αποφασισμένη να διερευνήσει κάθε οδό για την επίτευξη μιας συνολικής και διαρκούς διευθέτησης όλων των διαφορών και προβλημάτων μεταξύ των δύο χωρών, ιδίως εκείνων που σχετίζονται με το Αιγαίο Πέλαγος. Το Αιγαίο πρέπει να είναι μια θάλασσα φιλίας και συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας.
Μια πιθανή διευθέτηση των θεμάτων του Αιγαίου θα είναι λειτουργική και διαρκής μόνο εάν οικοδομηθεί πάνω σε έναν κοινό παρονομαστή, δηλαδή τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των νόμιμων συμφερόντων και των δύο χωρών. Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στο Αιγαίο μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας εκτός από την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, η οποία θα πρέπει να επιλυθεί μόνο μέσω της προσφυγής στο ICJ. Αυτή η θέση της Ελλάδας δηλαδή “ένα πρόβλημα -μια λυση ” δεν αντικατοπτρίζει καθόλου την πραγματικότητα. Επομένως, η αναγνώριση μόνο ενός προβλήματος και η παραμέληση των άλλων, καθώς και η υποστήριξη μόνο ενός μέσου για μια λύση με επιλεκτικό τρόπο, δεν αποτελεί βιώσιμη επιλογή για την ειρηνική διευθέτηση όλων αυτών των ζητημάτων. Η επιλογή μιας τέτοιας δράσης θα άφηνε αναμφίβολα τα άλλα εκκρεμή ζητήματα κατά μέρος ανεπίλυτα.
Με την κατανόηση αυτή, η Τουρκία πιστεύει ότι όλα τα προβλήματα πρέπει να αντιμετωπιστούν στο σύνολό τους και είναι έτοιμη να συνεχίσει να εργάζεται για την επίλυση των ζητημάτων του Αιγαίου με ειρηνικά μέσα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Η Τουρκία δεν αποκλείει εξαρχής οποιαδήποτε ειρηνική μέθοδο διευθέτησης που περιέχεται στο άρθρο 33 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, συμπεριλαμβανομένης της προσφυγής, εάν είναι απαραίτητο, στο Διεθνές Δικαστήριο ή σε άλλες λύσεις τρίτων που βασίζονται στην αμοιβαία συναίνεση των δύο χωρών. Για το σκοπό αυτό, η Τουρκία είναι αποφασισμένη να επικεντρωθεί σε συγκεκριμένες και εποικοδομητικές ιδέες. Μέσω τέτοιων πρωτοβουλιών, η Τουρκία επιθυμεί να διατηρήσει μια θετική ατζέντα στις διμερείς σχέσεις Τουρκίας-Ελλάδας Οι υφιστάμενοι μηχανισμοί διαλόγου μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας για τις διαφορές στο Αιγαίο είναι ακόμη ανοικτοί. Το 2000, μετά από πρόταση της Τουρκίας, οι δυο χώρες ξεκίνησαν συνομιλίες για σειρά Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ).
Η διαδικασία ΜΟΕ στοχεύει στη μείωση του κινδύνου σύγκρουσης και στην αύξηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στο Αιγαίο. Υπάρχουν 29 ΜΟΕ που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των δύο χωρών. Επιπλέον, οι Υπουργοί Εξωτερικών και των δύο χωρών κατά τη διάρκεια των συναντήσεών τους στη Νέα Υόρκη την 1η Φεβρουαρίου 2002, και στην Κωνσταντινούπολη στις 12 Φεβρουαρίου 2002, αποφάσισαν να ξεκινήσουν “διερευνητικές επαφές” μεταξύ των δύο χωρών με σκοπό την εξεύρεση τρόπων επίλυσης των ζητημάτων του Αιγαίου. Η πρώτη από αυτές τις επαφές πραγματοποιήθηκε στην Άγκυρα στις 12 Μαρτίου 2002. Ο 60ος γύρος διερευνητικών επαφών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2016. Η Τουρκία ελπίζει ότι αυτές οι προσπάθειες θα ανοίξουν το δρόμο για μια δίκαιη, διαρκή και συνολική διευθέτηση των ζητημάτων του Αιγαίου, η οποία θα είναι αμοιβαία αποδεκτή και από τις δύο πλευρές».
liberal.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

