Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

O Τραμπ έχασε, ζήτω ο τραμπισμός! Η παγκόσμια σημασία της σύγκρουσης στις ΗΠΑ

Δημοσιεύτηκε στις

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
14 Δεκεμβρίου 2020

Η εκλογική ήττα του Τραμπ δεν είναι το τέλος του “τραμπισμού”, ούτε στις ΗΠΑ, ούτε διεθνώς. Θα μπορούσε μάλιστα να είναι η “αρχή” του, η αρχή δηλαδή της δημιουργίας ενός μαζικού κινήματος στην αντιπολίτευση πλέον, που θα δέσει καλύτερα τα έως τώρα άμορφα χαρακτηριστικά του “τραμπισμού”, βασιζόμενο στο ήδη υπό διαμόρφωση αφήγημα ότι ο Μπάιντεν “έκλεψε” τις εκλογές και εγείροντας μια καθεστωτικού τύπου αμφισβήτηση, που θα στηριχθεί και στις ομάδες των ενόπλων οπαδών του απερχόμενου προέδρου.
.
Ανεξάρτητα όμως από το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στο αμέσως επόμενο διάστημα στις ΗΠΑ, η “τριγωνική” σύγκρουση “τραμπισμού” (που για μας είναι η sui generis άκρα δεξιά της εποχής μας, καθώς τα φαινόμενα δεν επαναλαμβάνονται ποτέ με τον ίδιο τρόπο), του (νεο)φιλελεύθερου κατεστημένου και της αριστεράς, όπου υπάρχει και όσο είναι αριστερά, θα χαρακτηρίσει πιθανότατα την πολιτική ζωή των ΗΠΑ και πολλών άλλων χωρών τα χρόνια που έρχονται. Η έκβασή της μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία όχι μόνο για την πορεία, ίσως και για την ίδια την επιβίωση του κόσμου μας. (*)
.
Εκτιμούμε ότι στις πρόσφατες εκλογές οι Αμερικανοί είχαν να διαλέξουν μεταξύ μιας κακής και μιας πολύ κακής επιλογής, να “διαλέξουν εχθρό” κατά την έκφραση του Μπέρνι Σάντερς. Επειδή ζούμε στους καιρούς της Μεγάλης Σύγχυσης, μιας πρωτοφανούς, σε όλη τη νεώτερη εποχή, υποχώρησης της κριτικής πολιτικής σκέψης, όπως και γενικότερα, της κριτικής σκέψης, θα αρχίσουμε την ανάλυσή μας εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους χαρακτηρίσαμε την επιλογή Μπάιντεν κακή και την επιλογή Τραμπ πολύ κακή έως καταστροφική. Θα βασιστούμε για να το κάνουμε στα γεγονότα, όχι στις παραπλανητικές και ψευδείς εντυπώσεις, που έχουν γίνει το κύριο όπλο των πολιτικών σε πολύ μεγάλο μέρος του κόσμου και οπωσδήποτε στο μεγαλύτερο μέρος της Δύσης – με τη βοήθεια και του Διαδικτύου που, από εργαλείο εκδημοκρατισμού της πληροφορίας εξελίχθηκε σε μέσο πρωτοφανούς παρακολούθησης, ελέγχου και χειραγώγησης, νέο “όπλο μαζικής καταστροφής”.
.
Αυτό έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία να το κάνουμε στο μέτρο που πάρα πολλοί άνθρωποι, στην Αμερική αλλά και σε όλο τον κόσμο, έχουν πέσει, συχνά καλοπίστως, θύματα της προπαγάνδας του Τραμπ. Και έχουν πέσει γιατί υπάρχει μια τεράστια ζήτηση για εναλλακτικές, γιατί εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο αρπάζονται από όποια ευκαιρία βρουν για να εκφράσουν την αντίθεσή τους στις διεφθαρμένες και αντι-ανθρώπινες και ολοκληρωτικές εξουσίες που μας κυβερνάνε, πολύ προτού εμφανισθεί ο Τραμπ στο προσκήνιο. Δεν είναι δυνατό να τους αντιμετωπίζει κανείς όλους αυτούς τους ανθρώπους ως ηλίθιους ή να τους περιφρονεί. Πρέπει να συζητάει μαζί τους, γιατί, ακόμα και στο άδικό τους, κρύβεται ένα δίκιο. Αν δεν ήταν έτσι θα ήταν αδύνατο για τον πορτοκαλί πρόεδρο να κερδίσει την εμπιστοσύνη 75 εκατομμυρίων πολιτών.
.
Στην ενίσχυση της προπαγάνδας του Τραμπ συνέβαλε και ο απαράδεκτος τρόπος με τον οποίο τον αντιμετώπισαν ευθύς εξ αρχής τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης των ΗΠΑ, προσφέροντάς του στην πραγματικότητα εξ αντιδιαστολής αξιοπιστία. Τα μέσα του κατεστημένου ενίσχυσαν έτσι την προσπάθεια του Τραμπ να εμφανισθεί ως “αντισυστημικός”, ως “πολεμιστής κατά των πολέμων” και ως “πατριώτης κατά της παγκοσμιοποίησης”.
.
Το ότι αυτή η εικόνα του αντιπολεμικού, αντισυστημικού και πατριώτη προέδρου διατηρήθηκε για τόσο καιρό και σε τόσο μεγάλο βαθμό, με δεδομένη την πολιτεία του, είναι από μόνο του εκπληκτικό, δείχνει πόσο μεγάλες ανάγκες και προσδοκίες επενδύθηκαν στον Τραμπ, ακριβώς γιατί δεν είχαν που αλλού να επενδυθούν.
.
Τραμπ: Aμερικανός ή Ισραηλινός πατριώτης;
.
Μιλάμε για έναν πρόεδρο που, το πρώτο που έκανε εκλεγόμενος, ήταν να παραχωρήσει χωρίς όρους την οικονομική διακυβέρνηση των ΗΠΑ στους ανθρώπους της Goldman Sachs και το δεύτερο να βομβαρδίσει τη Συρία, παρά την ύπαρξη εκεί ρωσικών δυνάμεων, για να τεστάρει τα πυρηνικά ρεφλέξ της Μόσχας. Άνθρωποι και δυνάμεις εκτός των ΗΠΑ θεώρησαν θετικό το σύνθημά του “Πρώτα η Αμερική”, παρόλο που, λογικά, ο μόνος τρόπος να υλοποιηθεί είναι εις βάρος όλων των άλλων εθνών του κόσμου. Αν μάλιστα κρίνουμε τον Τραμπ από την πολιτική του στη Μέση Ανατολή, το πιο κεντρικό και επικίνδυνο από τα μέτωπα του κόσμου μας, μάλλον ως Ισραηλινός παρά ως Αμερικανός πρόεδρος πολιτεύτηκε (πρβ. Ιράν, Συρία, Ιερουσαλήμ, Γκολάν, οικισμούς), κάνοντας για το Ισραήλ περισσότερα από όλους τους προκατόχους του μαζί. Το ακριβές μάλιστα δεν είναι Ισραηλινός πατριώτης, αλλά Ισραηλινός εξτρεμιστής, με δεδομένο ότι αρκετοί Ισραηλινοί πατριώτες διαφωνούν με αυτές τις τυχοδιωκτικές, φιλοπόλεμες και ακραίες πολιτικές, αντιλαμβανόμενοι τους κινδύνους που εμπεριέχουν για την παγκόσμια ειρήνη αλλά και το ίδιο το Ισραήλ.
.
Ένας βέβαια από τους λόγους που Τραμπ μπόρεσε να εμφανισθεί ως “αντιπολεμικός πατριώτης”, είναι το είδος της κριτικής που του έκαναν οι “φιλελεύθεροι”, εμφανίζοντάς τον ως φιλορώσο, ακόμα και “πράκτορα” του Πούτιν και ως ανεπαρκώς εξυπηρετούντα τα συμφέροντα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Ελάχιστοι στις ΗΠΑ θέλησαν να επισημάνουν τους ισχυρούς δεσμούς του Τραμπ με την ηγεσία του Ισραήλ και τον βαθμό στον οποίο η τελευταία επηρέασε την πολιτική του. Ευθύνες έχει και μεγάλο τμήμα της αριστεράς στις ΗΠΑ (έξω και κυρίως μέσα στο Δημοκρατικό Κόμμα) που, είτε γιατί συμφωνεί, είτε γιατί δεν θεωρεί ότι μπορεί να δράσει διαφορετικά στο περιβάλλον όπου δρα, φάνηκε να συμμερίζεται, ή τουλάχιστον να μην αντιτάσσεται, στις ψυχροπολεμικές επιθέσεις του κατεστημένου κατά της Ρωσίας, της Βενεζουέλας κτλ., γεγονός που αφενός υπονόμευσε την ίδια, αφετέρου άφησε περισσότερο χώρο στον Τραμπ να κινείται. Κατά τη γνώμη μας μια αριστερά που εμφανίζεται ως απλός “κοινωνικός διορθωτής” ενός κατά βάσει ιμπεριαλιστικού σχεδίου για τις ΗΠΑ δεν έχει μεγάλο μέλλον, ειδικά σε περιόδους πολύ βαθιάς, συστημικής κρίσης, της οποίας προϊόν είναι ο Τραμπ και ο “τραμπισμός”.
.
Μόνο μια αριστερά που θα συνδύαζε τις οικονομικές και κοινωνικές προτάσεις της με μια ολοκληρωμένη, μη-ιμπεριαλιστική πρόταση για τον ρόλο των ΗΠΑ στον κόσμο, για να διαμορφώσει ένα καλά αρθρωμένο εθνικό σχέδιο για τη χώρα της, θα μπορούσε να έχει μέλλον και ενδεχομένως κάποια στιγμή να μπορούσε να διεκδικήσει ίσως την εξουσία, αν υποστηριζόταν από πολύ μεγάλο, οργανωμένο και με δημοκρατικά ελεγχόμενη ηγεσία μαζικό κίνημα. Βέβαια, κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο στην κορυφαία ιμπεριαλιστική χώρα του πλανήτη, που έχει συνηθίσει να χρηματοδοτεί το βιοτικό της επίπεδο με τον αυτοκρατορικό της ρόλο, αν και υπάρχουν και ενθαρρυντικές ενδείξεις όπως η υποστήριξη μεγάλου αριθμού πολιτών προς τον Σάντερς και η δημοτικότητα της ιδέας του σοσιαλισμού στην πλειοψηφία της αμερικανικής νεολαίας. Είμαστε πάντως ακόμα πολύ μακριά από κάτι τέτοιο, έστω και αν, στην ιστορική κλίμακα φαίνεται η μόνη λύση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπέρβαση του σημερινού εξαιρετικά επικίνδυνου αδιεξόδου της Αμερικής και όλου του κόσμου (**). Δεν μπορούμε όμως και δεν πρέπει να το αποκλείσουμε εντελώς στο μέλλον, γιατί η Ιστορία του Ανθρώπου ήταν πάντα μια κυκλική διαδοχή περιόδων μεγάλης παρακμής, όπως αυτή που τώρα διανύουμε, και τεράστιων, απότομων ωθήσεων προς τα εμπρός. Είναι λάθος να γενικεύουμε και να απολυτοποιούμε τις τάσεις που επικρατούν σε δεδομένη ιστορική περίοδο, γιατί είναι ακριβώς αυτές οι τάσεις που, οδηγώντας σε ακρότητες, προκαλούν και τις αντιστροφές, με έναν αρκετά συνήθη κυκλικό μηχανισμό.
.
Κλιματική Πολιτική
.
Το πρώτο που έκαναν οι Αμερικανοί, καταψηφίζοντας τον Τραμπ, ήταν να εμποδίσουν την επιτάχυνση της πορείας προς μια παγκόσμια οικολογική καταστροφή, την υπερθέρμανση του πλανήτη, που απειλεί όχι μόνο τον ανθρώπινο πολιτισμό, αλλά και την ίδια την ύπαρξη της ζωής, αν δεν ληφθούν τώρα, άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα, σύμφωνα με ένα συντριπτικό όγκο επιστημονικών στοιχείων που ήδη διαθέτουμε. Σύμφωνα μάλιστα με ορισμένα από αυτά, υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος, σε λιγότερο από δέκα χρόνια να αλλάξει κλιματική τροχιά η Γη, καθιστώντας το φαινόμενο της υπερθέρμανσης αυτοτροφοδοτούμενο και μη αναστρέψιμο, ό,τι και να κάνουμε στη συνέχεια.
.
Με τον Τραμπ επικεφαλής των ΗΠΑ είχαμε σχεδόν σίγουρη την πλανητική καταστροφή και γρήγορα. Με τον Μπάιντεν δεν έχουμε σίγουρη τη σωτηρία, που θα απαιτήσει πολύ περισσότερα από αυτά που προβλέπει η Συμφωνία του Παρισιού και από αυτά που είναι διατεθειμένα να επιτρέψουν τα μεγάλα καπιταλιστικά συμφέροντα. Τουλάχιστον όμως, ο Μπάιντεν αναγνωρίζει το πρόβλημα και υπάρχει μια ολόκληρη πτέρυγα μεταξύ των οπαδών του που θα τον πιέσει να πάρει μέτρα επιβράδυνσης της καταστροφής. (Για αυτά τα θέματα υπάρχει μια τεράστια βιβλιογραφία).
.
Ένας «μίνι-παγκόσμιος» στη Μέση Ανατολή
.
Το δεύτερο που έκαναν οι Αμερικανοί καταψηφίζοντας τον Τραμπ ήταν ότι ανέκοψαν την πορεία προς μεγάλο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, εναντίον του Ιράν. Πόλεμο που σχεδιάζουν εδώ και τουλάχιστο 15 χρόνια ο Νετανιάχου και οι Αμερικανοί νεοσυντηρητικοί φίλοι του και που θα είχε ξεσπάσει προ πολλού, αν δεν έβρισκε, από σημαντικές δυνάμεις, μέσα και στο αμερικανικό και στο ισραηλινό «βαθύ κράτος» (ένοπλες δυνάμεις και μυστικές υπηρεσίες), όπως και διεθνώς, μεγάλες αντιστάσεις. Μια τέτοια σύρραξη θα τύλιγε γρήγορα στις φλόγες όλη την περιοχή της Μέσης Ανατολής, θα γινόταν πιθανότατα με χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων (ή βομβαρδισμό των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων, που θα είχε τα ίδια αποτελέσματα), θέτοντας σε κίνδυνο και το ίδιο το Ισραήλ, παρόλο που η ηγεσία του τυφλωμένη κατά τα φαινόμενα από τη συνήθη στην ιστορία «αυτοκρατορική αλαζονεία» της και έντονο φανατισμό δεν φαίνεται να το αντιλαμβάνεται.
.
Ο Τραμπ έκανε ό,τι μπορούσε για να φτάσουμε στον πόλεμο, καταγγέλλοντας τη διεθνή συμφωνία που είχε συνάψει η ίδια του η χώρα με την Τεχεράνη, διατάσσοντας δύο φορές εντός του 2018 επιθέσεις κατά του Ιράν που ανεκλήθησαν την τελευταία στιγμή, διατάσσοντας τη δολοφονία Σουλεϊμανί και τη δολοφονία του Ιρανού επιστήμονα Φαχριζαντέχ (Εκτιμούμε ως ελάχιστα πιθανό το να μην ήξερε η Ουάσιγκτον για τη δολοφονία του πυρηνικού φυσικού, όπως και να την διέπραξε το Ισραήλ ενάντια σε αμερικανικές αντιρρήσεις. Περισσότερα για το θέμα αυτό στα άρθρα μας εδώ και εδώ).
.
Ένας πόλεμος κατά του Ιράν δεν θα είναι και δεν μπορεί να είναι ένα φαινόμενο περιφερειακής σημασίας. Αντικειμενικά, αν όχι και υποκειμενικά, είναι η γενική δοκιμή πολέμου κατά της Ρωσίας και της Κίνας, όπως οι πόλεμοι της Γιουγκοσλαβίας ήταν η γενική δοκιμή των πολέμων της Μέσης Ανατολής, όπως ο πόλεμος στο Ιράκ ήταν μια άσκηση έμμεσης αυτοκρατορικής εξουσίας έναντι της Ρωσίας, της Κίνας, αλλά και της Ευρώπης και Ιαπωνίας. Δεν είναι απλώς ένα περιφερειακό “καπρίτσιο” της παρούσης ισραηλινής ηγεσίας και των νεοσυντηρητικών, που δεν θα μπορούσε άλλωστε να το επιβάλλει αν ήταν μόνο αυτό. Αυτό το σχέδιο αποκρυσταλλώνει και συγκεκριμενοποιεί μια γενικότερη αντίληψη για το πώς πρέπει να λυθεί το πρόβλημα της απειλούμενης κυριαρχίας του δυτικού καπιταλισμού στον πλανήτη και πως μπορεί να επιτευχθεί η επιδίωξη επιβολής μιας παγκόσμιας δικτατορίας του Χρήματος σε όλο τον κόσμο. Αυτή η επιδίωξη είναι και επιδίωξη των “παγκοσμιοποιητών” που στήριξαν τον Μπάιντεν, αυτή όμως η πτέρυγα φοβάται τις συνέπειες ενός γενικευμένου Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου και δεν είναι (τουλάχιστον ακόμα) έτοιμη να πάει ως εκεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα κάνει ενδεχομένως προπαρασκευαστικά βήματα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
.
Είναι αδύνατος ο πόλεμος;
.
Υπάρχουν βεβαίως αυτοί που δεν πιστεύουν ότι θα γίνει πόλεμος κατά του Ιράν, πολύ περισσότερο κατά της Ρωσίας ή της Κίνας, δηλαδή ότι η «Αυτοκρατορία» θα υποκύψει εθελοντικά και ειρηνικά σε ένα αυξημένο ρόλο του Ιράν, της Ρωσίας και της Κίνας στη Μέση Ανατολή, στην παγκόσμια άνοδο της Κίνας, την επανεμφάνιση της Ρωσίας και την άνοδο του Νότου, χωρίς να επιδιώξει να τις σταματήσει, εν ανάγκη προσφεύγοντας και σε πόλεμο. Δυστυχώς δεν υπήρξε στην ιστορία τέτοια Αυτοκρατορία. Το μόνο φαινόμενο που μοιάζει με κάτι τέτοιο είναι η “κατάρρευση-αυτοκτονία” της ΕΣΣΔ, το 1989-91, αλλά αυτή δεν συνέβη επειδή η σοβιετική νομενκλατούρα αποφάσισε να καταστρέψει τη βάση της εξουσίας της, αλλά γιατί προσχώρησε στη Δύση ελπίζοντας, αντίθετα, να ενισχύσει τη βάση αυτής της εξουσίας. Δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστέψουμε ότι το παγκόσμιο χρηματιστικό κεφάλαιο και οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, τα πραγματικά αφεντικά του κόσμου μας, είναι έτοιμοι να παραχωρήσουν τη δική τους κυρίαρχη θέση χωρίς μάχη και χωρίς να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα στη διάθεσή τους.
.
Αν πιστέψουμε, παραβλέποντας έτσι όλη την ιστορική εμπειρία της ανθρωπότητας, ότι ο πόλεμος είναι αδύνατος, ότι δεν πρόκειται να γίνει σε καμιά περίπτωση, ότι θα επικρατήσει η λογική (που δεν επικρατεί στους περισσότερους τομείς των ανθρωπίνων, κοινωνικών και διεθνών σχέσεων), αν σταματήσουμε να ανησυχούμε και να δρούμε για να τον εμποδίσουμε, τότε ακριβώς θα κάνουμε τον πόλεμο ευκολότερα δυνατό. Πρόσφατα άλλωστε, ο αρχηγός του βρετανικού Γενικού Επιτελείου σε συνέντευξή του, αλλά και ο Χένρι Κίσσινγκερ αναφέρθηκαν στην πιθανότητα παγκοσμίου πολέμου. Βεβαίως όσοι τα υποστηρίζουν αυτά έχουν ένα πλεονέκτημα έναντι των ανησυχούντων. Όσο δεν γίνεται μεγάλος πόλεμος, θα μπορούν να λένε ότι επιβεβαιώθηκαν οι απόψεις τους, αν και, όταν γίνει, δεν θα υπάρχουν ούτε αυτοί, ούτε εμείς να τους προσάψουμε το λάθος.
.
Αν είχε επανεκλεγεί ο Τραμπ, ο πόλεμος με τον Ιράν θα ήταν βέβαιος. Αν φτάσαμε κοντά στο ενδεχόμενο αυτό πριν από τις εκλογές, αν ακόμα και τώρα, πριν από την παράδοση-παραλαβή της προεδρίας, υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, φαντάζεται κανείς τι θα γινόταν αν ο Τραμπ είχε πάρει μια νωπή λαϊκή εντολή!
.
Η εκλογή του Μπάιντεν απομακρύνει το ενδεχόμενο αυτό, μολονότι πάντα πρέπει να κρατάμε ορισμένες επιφυλάξεις, με δεδομένη την ισχύ των δυνάμεων που θέλουν να οδηγηθούμε εκεί. Δεν γνωρίζουμε εξάλλου ποιους όρους (και σε ποιους τομείς) ενδεχομένως επέβαλαν οι μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις στον Μπάιντεν, για να στηρίξουν την ομαλή μετάβαση και όχι τους ισχυρισμούς Τραμπ για νοθεία.
.
Αν το άμεσο ενδεχόμενο σύρραξης με το Ιράν απομακρύνθηκε κάπως (εφόσον δεν γίνει μέχρι τις 20 Ιανουαρίου) με την εκλογή Μπάιντεν, μόνο μια συνεχής και διαρκής πίεση του λαϊκού κινήματος στις ΗΠΑ, αλλά και παγκοσμίως, μπορεί να αποτρέψει και τον πόλεμο κατά του Ιράν και τους άλλους που αναπόφευκτα έρχονται.
.
Η πυρηνική πολιτική του Τραμπ
.
Το τρίτο που έκαναν οι Αμερικανοί απομακρύνοντας τον Τραμπ από την εξουσία, είναι ότι διέσωσαν πιθανώς την τελευταία εναπομείνασα μεγάλη συνθήκη ελέγχου των πυρηνικών όπλων START, που περιορίζει τα στρατηγικά όπλα και λήγει την άνοιξη του 2021. Ο Μπάιντεν θα επιχειρήσει να την παρατείνει, αν και δεν μπορούμε βέβαια να είμαστε σίγουροι ότι θα το καταφέρει. Με τον Τραμπ όμως ήταν βέβαιο ότι πηγαίναμε σε λήξη.
.
Αυτός ο εμφανιζόμενος ως “αντιπολεμικός Πρόεδρος”, κατήργησε τη συμφωνία INF (Intermediate-Range Nuclear Forces Treaty), για τα πυρηνικά όπλα μέσου βεληνεκούς, όπως και τη συμφωνία των Ανοιχτών Ουρανών, ενέτεινε την στρατιωτική περικύκλωση της Ρωσίας και της Κίνας, αύξησε τη στρατιωτική βοήθεια στο Αζερμπαϊτζάν 25 φορές, προτού το Μπακού επιτεθεί στην Αρμενία με τη συνδρομή Τουρκίας και Ισραήλ, ενώ αύξησε θεαματικά τις πολεμικές δαπάνες των ΗΠΑ, ιδίως για τον εκσυγχρονισμό των πυρηνικών όπλων. Επέβαλε οικονομικές κυρώσεις (μια εξίσου φονική μορφή οικονομικού πολέμου) στις μισές χώρες του πλανήτη. Αν θέλει κανείς να δει τις πραγματικές προθέσεις μιας δύναμης και της ηγεσίας της, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κοιτάξει είναι το ύψος και το είδος των πολεμικών της δαπανών.
.
Δύο φορές ο Τραμπ βομβάρδισε τη Συρία δοκιμάζοντας τα πυρηνικά ρεφλέξ της Ρωσίας, ενώ απείλησε με πυρηνικό πόλεμο τη Βόρειο Κορέα δοκιμάζοντας τα πυρηνικά ρεφλέξ της Κίνας. Επί των ημερών του οι Ηνωμένες Πολιτείες υιοθέτησαν για πρώτη φορά επισήμως, στην Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας του Φεβρουαρίου 2018, την άποψη ότι “η επανεμφάνιση του μακροχρόνιου στρατηγικού ανταγωνισμού με τις αναθεωρητικές δυνάμεις”, δηλαδή την Κίνα και τη Ρωσία, συνιστά την κεντρική «πρόκληση» για την ασφάλεια και ευημερία των ΗΠΑ. (Από τον κύκλο των συμβούλων του Μπάιντεν έχει εκδηλωθεί η πρόθεση αναθεώρησης αυτού του ντοκουμέντου, αλλά διατηρούμε πολλές επιφυλάξεις για το αν θα συμβεί αυτό και πόσο ριζικές θα είναι τυχόν αλλαγές. Είναι συνήθως πολύ ευκολότερο για μια μεγάλη δύναμη να μπαίνει στον δρόμο του πολέμου, από τα να υποχωρεί από αυτόν).
.
Δικτατορία στη Δύση, πόλεμος κατά πάντων στο εξωτερικό
.
Η κυβέρνηση Τραμπ όχι μόνο αύξησε θεαματικά τις δαπάνες για εκσυγχρονισμό των πυρηνικών όπλων, όχι μόνο αναγόρευσε επισήμως σε κύριο αντίπαλο την Κίνα και τη Ρωσία, αλλά και νομιμοποίησε, ιδίως με την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, όταν απείλησε με εξαφάνιση τη Βόρειο Κορέα, μια χώρα 25 εκατομμυρίων ανθρώπων, για πρώτη φορά μετά το 1945, την απειλή χρήσης πυρηνικών όπλων. Στην πραγματικότητα μάλιστα έκανε, εμμέσως πλην σαφώς, κάτι ακόμα βαθύτερο: ανακοίνωσε την επίσημη κατάργηση του Δικαίου γενικά και του Διεθνούς Δικαίου ειδικά, ως θεμελίου της κοινωνικής και διεθνούς οργάνωσης. Πρόκειται για επιστροφή στον Μεσαίωνα, στο καθεστώς πριν από την Αγγλική, τη Γαλλική και την Αμερικανική Επανάσταση.
.
Ένας από τους καλύτερους αναλυτές της αμερικανικής στρατηγικής, ο Michael Klare, εξηγεί έξοχα πώς πήγαμε από τους πολέμους του Ομπάμα, πολέμους «συντήρησης» της αυτοκρατορίας, καταδίωξης των «ανταρτών» του πλανήτη, στην προετοιμασία των (Μεγάλων, «κατακλυσμιαίων» Πολέμων). Όσοι μετράνε τους πολέμους του Ομπάμα και τους βρίσκουν περισσότερους από τους πολέμους του Τραμπ, είτε εξισώνουν οποιαδήποτε έκφραση του ιμπεριαλισμού, είτε αντιλαμβάνονται την αριθμητική, όχι όμως και την άλγεβρα των πολέμων, δεν αντιλαμβάνονται δηλαδή ότι ο Τραμπ είναι η συνέχεια και γενίκευση του πολεμικού ριζοσπαστισμού των νεοσυντηρητικών, των Μπους, Τσένι και Νετανιάχου της περιόδου μετά το 2000, εν αντιθέσει με τον Ομπάμα που αντιπροσώπευσε τη μερική, αλλά μόνο μερική ασφαλώς, αναίρεσή του (ιδίως με την άρνησή του να προχωρήσει σε εισβολή στη Συρία, το 2013 και τη σύναψη της συμφωνίας με το Ιράν).
.
Ακόμα και στην εποχή μας, ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα (Κλάουζεβιτς). Ο Τραμπ έστησε μια από τις μεγαλύτερες πολιτικές απάτες της νεώτερης ιστορίας, τη δήθεν αντίθεσή του στους πολέμους, χρησιμοποιώντας την αντιπολεμική διάθεση εκατομμυρίων Αμερικανών, για να δημιουργήσει την πολιτική βάση και την ιδεολογία που χρειάζεται για να πάμε στον γενικευμένο παγκόσμιο πόλεμο. Τέτοιο πόλεμο θεωρεί αναγκαίο η πιο εξτρεμιστική τάση του Μεγάλου Κεφαλαίου, τον θεωρεί ως τη μόνη λύση: πόλεμο κατά της φύσης, του Ιράν και του Ισλάμ, της Κίνας, της Ρωσίας, του Νότου και του ανθρώπινου πολιτισμού.
.
Ο Τραμπ έχει πίσω του 75 εκατομμύρια Αμερικανούς, ένα μειοψηφικό αλλά σημαντικό τμήμα του μεγάλου αμερικανικού κεφαλαίου αλλά και της Αυτοκρατορίας του Χρήματος (που έχει παρακλάδια σε όλες τις πρωτεύουσες), τους ηγέτες της Βρετανίας, της Βραζιλίας, της Ινδίας και άλλους, το Ισραήλ του Νετανιάχου, τη μεγάλη πλειοψηφία των δυνάμεων της ευρωπαϊκής άκρας ή «ριζοσπαστικής» δεξιάς. Και κυρίως έχει την αδυναμία τόσο των mainstream εκπροσώπων του δυτικού καπιταλισμού να παράγουν έναν Ρούζβελτ, όσο και της Αριστεράς να του αντιτάξει μια ισχυρή δύναμη και ένα ισχυρό όραμα. Το δικό του πρόγραμμα, είναι τρομακτικό αλλά και απλό. Μπορούμε να το συνοψίσουμε: Δικτατορία στη Δύση, πόλεμος κατά πάντων στο εξωτερικό.
.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
.
(*) Ξέρουμε ότι τέτοιες εκφράσεις μοιάζουν σε πολλούς υπερβολικές. Εντούτοις δεν είναι κάποια μεταφυσική «διαίσθηση» που μας κάνει να τις χρησιμοποιούμε, αλλά γιατί οι παραγωγικές δυνάμεις και τεχνολογίες που έχουμε αναπτύξει μετά το 1945, εμπεριέχουν έναν πολύ συγκεκριμένο, απολύτως και επιστημονικά τεκμηριωμένο κίνδυνο για την επιβίωση του Ανθρώπου και των ανώτερων μορφών ζωής.
.
(**) Πριν από κάμποσα χρόνια, ένας φίλος με ισχυρά «αντιιμπεριαλιστικά» ρεφλέξ, αφού αναγνώρισε ότι έχω ίσως δίκιο στις απόψεις μου για τον Τραμπ μού είπε: «Τουλάχιστον όμως θα αποδειχθεί Γκορμπατσόφ, θα διαλύσει τις ΗΠΑ». Δεν συμφωνώ. «Διαλυόμενη», «καθαρευόυσα» χαοτικά, η αμερικανική Αυτοκρατορία κινδυνεύει να μας πάρει όλους μαζί της. Δεν είναι αυτό που χρειαζόμαστε. Χρειαζόμαστε Ηνωμένες Πολιτείες που να πρωταγωνιστήσουν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της ανθρωπότητας και τη διαμόρφωση προϋποθέσεων ενός νέου, ανώτερου πολιτισμού, όπως και οι ΗΠΑ χρειάζονται έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από τον τωρινό, στη διαμόρφωση του οποίου έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο.
.
Οι περισσότεροι άνθρωποι και οι πολιτικές ηγεσίες έχουν σήμερα την πληροφόρηση που χρειάζεται για να καταλήξουν αβίαστα στο παραπάνω συμπέρασμα. Πρακτικά όμως δεν ξέρουν τι να την κάνουν. Αυτό που κυρίως προκαλεί αυτή η αλήθεια είναι φόβο, απελπισία και απαισιοδοξία, πόσο μάλλον που μια αποτελεσματική δράση για να αντιμετωπισθούν οι πρωτοφανείς αυτές απειλές και να εγκαθιδρυθεί μια ανώτερη περίοδος ανθρώπινου πολιτισμού προϋποθέτει πολύ μεγάλο θάρρος και αφοσίωση, μεγάλη και δύσκολη πνευματική προετοιμασία, αποδοχή της ανάγκης θυσίας επιμέρους συμφερόντων. Το αποτέλεσμα είναι η άρνηση πραγματικότητας, η πεποίθηση ότι το τέλος του κόσμου είναι προδιαγεγραμμένο (μια εκτίμηση που, γενικευμένη, συμβάλλει στο να το καταστήσει πιθανότερο), η φυγή σε διάφορους παραλογισμούς. Πολίτες και πολιτικοί δρουν πρακτικά σαν να μην υπάρχουν τέτοιου επιπέδου κίνδυνοι. Μόνο που η πραγματικότητα είναι σκληρή κι όποιος την αγνοεί την κάνει πιο επικίνδυνη). Όπως όμως συνήθιζε να λέει ο Μιχάλης Ράπτης, “να καταλαβαίνεις κάτι σε βάθος σημαίνει και να ενεργείς”.
.

Πηγή: kosmodromio.gr    Ιστολόγιο του Δ. Κωνσταντακόπουλου
.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη από τον Σάββα Καλεντερίδη στη «Ναυτεμπορική». Τι ανέφερε για την υπόθεση Γκίλφοϊλ και την πρόσβαση στον Λευκό Οίκο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Τον κίνδυνο να εγκλωβιστεί η Ελλάδα σε μια διαδικασία που θα εξυπηρετεί τις τουρκικές διεκδικήσεις για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου επισήμανε ο Σάββας Καλεντερίδης, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική». Έθεσε ως κεντρικό ζήτημα να μη μετατραπεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX σε αναζήτηση άδειας ή συναίνεσης από την Άγκυρα.

«Εάν μπούμε στο παιχνίδι της άδειας, παίζουμε το παιχνίδι της Τουρκίας», υπογράμμισε, προειδοποιώντας ότι ακόμη και διατυπώσεις περί «συντονισμού» ή «απλής ενημέρωσης» χρειάζονται προσοχή ως προς το περιεχόμενο και τις συνέπειές τους.

Ο ίδιος διαχώρισε την έκδοση NAVTEX από την άσκηση κυριαρχικού δικαιώματος, εξηγώντας ότι πρόκειται για διαδικασία αγγελιών προς τους ναυτιλλομένους. Κατά την τοποθέτησή του, για την περιοχή διέλευσης του καλωδίου πρέπει να κινηθούν οι αρμόδιες ελληνικές και κυπριακές αρχές, χωρίς να δημιουργηθεί προηγούμενο τουρκικής έγκρισης.

«Μόνο NAVTEX. Τίποτα άλλο», ήταν η φράση με την οποία συνόψισε τη θέση του.

Τα ερωτήματα για τη συμφωνία του GSI

Ο Καλεντερίδης έθεσε παράλληλα ερωτήματα για το περιεχόμενο της συμφωνίας με τη Meridiam σχετικά με το GSI και για το εάν έχουν αποσαφηνιστεί οι όροι υπό τους οποίους θα προχωρήσουν οι εργασίες.

Δεν υποστήριξε ότι γνωρίζει κάποια συγκεκριμένη πρόβλεψη που επιβάλλει συνεννόηση με την Τουρκία. Ζήτησε, όμως, να διερευνηθεί τι ακριβώς έχει συμφωνηθεί, μεταφέροντας και αναφορές περί αποστάσεων του υπουργείου Εξωτερικών από τη διαδικασία της συμφωνίας.

Το κρίσιμο, όπως προκύπτει από την παρέμβασή του, είναι εάν η υλοποίηση του έργου θα προχωρήσει χωρίς πρόσθετες διαδικασίες που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από την Άγκυρα για να εμφανιστεί ως συναρμόδια.

«Να πληρώσει βαρύ τίμημα» η παρεμπόδιση

Στο ζήτημα της αποτροπής, ο Καλεντερίδης υποστήριξε ότι η Ελλάδα πρέπει να κινητοποιήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση, επιδιώκοντας σαφή προειδοποίηση για βαρύτατες κυρώσεις σε περίπτωση παρεμπόδισης του έργου.

Παραπέμποντας στην κρίση του 2020 με το Oruc Reis και στα γεγονότα της Κάσου το 2024, εκτίμησε ότι η Τουρκία έχει ήδη δείξει πως χρησιμοποιεί τη στρατιωτική παρουσία για να στηρίξει πολιτικές διεκδικήσεις.

Γι’ αυτό, κατά την ανάλυσή του, απαιτείται συγκεκριμένο κόστος που θα υποχρεώσει την τουρκική ηγεσία να επανεξετάσει τις επιλογές της. Πρότεινε το θέμα να τεθεί σε επίπεδο ευρωπαϊκής Συνόδου Κορυφής, με επίκεντρο την προστασία ενός έργου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.

Παράλληλα, χαρακτήρισε μεγάλο λάθος την αναζήτηση λύσης μέσω του Μάρκο Ρούμπιο. Υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει Ελλάδα και Τουρκία ως δύο συμμάχους και εξέφρασε δυσπιστία για το εάν μια αμερικανική παρέμβαση θα ανέτρεπε τις τουρκικές επιδιώξεις.

Πιέσεις στον Χαφτάρ και το ερώτημα για την Αθήνα

Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η αναφορά του στη Λιβύη. Ο Καλεντερίδης ανέφερε ότι η Άγκυρα ασκεί «αφόρητες πιέσεις» στην πλευρά Χαφτάρ, επιδιώκοντας την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή.

Επικαλούμενος σχετικό δημοσίευμα του Libya Observer, είπε ότι το Ισραήλ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αντιτίθενται σε αυτή την εξέλιξη και έθεσε το ερώτημα: «Η Ελλάδα πού είναι;».

Κατά την εκτίμησή του, η Αθήνα όφειλε να έχει επενδύσει πολύ περισσότερο στις σχέσεις με την ανατολική Λιβύη, λόγω της σημασίας της περιοχής για τις τουρκολιβυκές διεκδικήσεις. Πρόσθεσε ότι η παράμετρος αυτή θα αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα σε ένα ενδεχόμενο διαμελισμού της χώρας.

Γκίλφοϊλ, Λευκός Οίκος και Κάθετος Διάδρομος

Σχολιάζοντας την υπόθεση Γκίλφοϊλ και την απομάκρυνσή της, όπως αυτή συζητήθηκε στην εκπομπή, ο Καλεντερίδης εκτίμησε ότι δημιουργείται ανισορροπία στους διαύλους Ελλάδας και Τουρκίας με την αμερικανική προεδρία.

Αντιπαρέβαλε τις επαφές Ερντογάν–Τραμπ και την επιρροή του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία με την απουσία, κατά την εκτίμησή του, αντίστοιχης απευθείας επικοινωνίας του Μεγάρου Μαξίμου.

Δεν χαρακτήρισε, ωστόσο, την κατάσταση καταστροφική. Πρότεινε ενεργοποίηση των Ελληνοαμερικανών με θεσμικές θέσεις και πρόσβαση στο προεδρικό περιβάλλον.

Για τον Κάθετο Διάδρομο εκτίμησε ότι μπορεί να προχωρήσει ανεξαρτήτως Γκίλφοϊλ, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτει οικονομική βιωσιμότητα και πελάτες. Επισήμανε επίσης ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιτρέπουν την απόδοση της απομάκρυνσής της σε τουρκική παρέμβαση.

Κλείνοντας, άσκησε αυστηρή κριτική στη συμπεριφορά που αποδίδεται στην ίδια μέσα από δημοσιεύματα, τονίζοντας ότι ένας πρέσβης οφείλει να σέβεται τη χώρα υποδοχής, την κυβέρνησή της και τους θεσμούς της.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;

Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της Πνύκας και οι γεωπολιτικές επιδιώξεις της Ουάσιγκτον στην Ανατολική Μεσόγειο μπαίνουν στο μικροσκόπιο της Μαγδαληνής Αθανασιάδου. Σε μια αιχμηρή ανάλυση, η αρθρογράφος αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις περί δημοκρατίας, ελευθερίας και εθνικής κυριαρχίας και στην αμερικανική πολιτική απέναντι στην Τουρκία, θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα για το Κυπριακό, το Διεθνές Δίκαιο, τις ενεργειακές διασυνδέσεις και τον αποκλεισμό της Ελλάδας από σημαντικούς γεωοικονομικούς σχεδιασμούς. Παράλληλα, υπογραμμίζει την ανάγκη η Αθήνα να εγκαταλείψει τη λογική της παθητικής προσδοκίας συμμαχικής προστασίας και να διαμορφώσει αυτόνομη εθνική στρατηγική, στηριγμένη στην οικονομική ισχύ, την πραγματική δημοκρατία και την υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει η Μαγδαληνή Αθανασιάδου

Η πυκνά σχολιασμένη επίσκεψη του Υπουργού Εξωτερικών των Η.Π.Α. θα πρέπει πρωτίστως να τοποθετηθεί στο ευρύτερο πολιτικό της πλαίσιο. Ο Μάρκο Ρούμπιο επισκέφθηκε τη χώρα μας ως φορέας ενός συγκεκριμένου πολιτικού αξιώματος εκπροσωπώντας τις θέσεις της παγκόσμιας υπερδύναμης αναφορικά με μία σειρά από ζητήματα: περιφερειακής ανάπτυξης, οικονομίας και άμυνας. Οι συγκεκριμένες στρατηγικές προτεραιότητες δεν μπορούν να μην συσχετιστούν με τους δύο μεγάλους πολέμους που μαίνονται όχι πολύ μακριά από τη χώρα μας: τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.

Οι απόψεις του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών εκφράστηκαν στην ομιλία του στην Πνύκα, στην κοινή συνέντευξη Τύπου με τον κ. Γεραπετρίτη και στη συνέντευξη που έδωσε στον κ. Παπαχελά στην Καθημερινή.

Ένα βασικό ερώτημα που τέθηκε στον Μάρκο Ρούμπιο στη συνέντευξη που έδωσε στην Καθημερινή αφορούσε στη νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική που θέλουν να διαμορφώσουν οι Η.Π.Α. στην περιοχή, η οποία ξεκίνησε με τον Κάθετο Διάδρομο μεταφοράς φυσικού αερίου κατεύθυνσης Βορράς – Νότου και το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης GSI και κατόπιν ρωτήθηκε, αν θα υποστηρίξουν το δεύτερο στο Αιγαίο. Στην απάντησή του, ο κ. Ρούμπιο συνέδεσε τα παραπάνω με τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ και τον πόλεμο με το Ιράν. Για τις Η.Π.Α., αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα η προώθηση του δικού τους υγροποιημένου φυσικού αερίου και η αποσύνδεση της Ανατολικής Ευρώπης από τις ρωσικές πηγές ενεργειακού ανεφοδιασμού.

Σε αυτό το διεθνές πλαίσιο, τα σημεία του ελληνικού ενδιαφέροντος εντάσσονται αλλά δεν ταυτίζονται με τις αμερικανικές προτεραιότητες. Οι περιφερειακοί συσχετισμοί δυνάμεων που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις αποκαλύπτουν πτυχές χρόνιων προβλημάτων, των οποίων η επίλυση απαιτεί όχι αόριστα ευχολόγια αλλά συγκεκριμένες δεσμεύσεις πρώτα και κύρια απέναντι στο Διεθνές Δίκαιο. Η ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα αναπαρήγαγε όλα τα μοτίβα που χαρακτηρίζουν την αμερικανική πολιτική στα ελληνοτουρκικά τα τελευταία χρόνια: ίσες αποστάσεις μεταξύ των δύο πλευρών και αόριστα ευχολόγια αποφυγής συγκρούσεων εντός της συμμαχίας. Εκείνο που είχε ενδιαφέρον, και θα αποτελέσει το αντικείμενο του παρόντος άρθρου, είναι ο τρόπος με τον οποίο στην παρούσα συγκυρία ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών επικαλέστηκε την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία σε απόλυτη συνάφεια με τις αμερικανικές γεωπολιτικές επιδιώξεις.

Στην ομιλία του, ο Μ. Ρούμπιο κατέθεσε έναν ύμνο στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ως κάτι ζωντανό και όχι ως κάτι που ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Η αρχαία ελληνική δημοκρατία εξυμνήθηκε ως μήτρα του τρισχιλιετούς ελληνοχριστιανικού πολιτισμού τόσο αναφορικά με τις ιδέες και το πολιτικό λεξιλόγιο που κληροδότησε όσο και ως πρόγονος του σημερινού έθνους, που είναι άρρηκτα συνυφασμένο με την έννοια της κρατικής ισχύος και της άσκησης βίας όταν η διπλωματία αποτυγχάνει. Στην έννοια της «Δύσης» που χρησιμοποίησε, η Αμερική διαχωρίστηκε από την Ευρώπη, στην οποία απηύθυνε εκκλήσεις για επαναφορά από τον βαθύ γεωπολιτικό λήθαργο.

Η Αμερική του Μ. Ρούμπιο, όπως και η αρχαία Ελλάδα, εμφανίστηκε ανθρωποκεντρική∙ το άτομο δεν συνθλίβεται από την εθνική κοινότητα αλλά νοηματοδοτείται εντός της μέσω της αριστείας και της προσφοράς στο σύνολο. Πρόκειται για τη χώρα που οφείλει να διατηρήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία της, να εκπληρώσει το πεπρωμένο της και να ξεπεράσει ενοχικά σύνδρομα αναφορικά με την άσκηση ισχύος πέραν του εδάφους της. Το έθνος παρουσιάστηκε ως το όχημα για την άσκηση περήφανης και εξωστρεφούς εξωτερικής πολιτικής αφού ζει και λειτουργεί σε έναν κόσμο εθνοκεντρικό. Η έννοια της θυσίας αντιπαρατέθηκε προς τον μαρτυρικό θάνατο των ισλαμιστών, οι οποίοι ως βομβιστές αυτοκτονίας υμνούν τον θάνατο ως αυτοσκοπό και όχι την μέσω του ηρωικού θανάτου, λατρεία της ζωής. Ο λόγος του Μ. Ρούμπιο κατέληξε σε μία προτροπή∙ προέτρεψε τα έθνη να διαφυλάξουν τις διακριτές τους ταυτότητες προκειμένου στη βάση αυτή, να αναγνωρίσουν και να διεκδικήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα.

Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν όντως υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ των όσων είπε και των όσων πράττουν οι Η.Π.Α. ως υπερδύναμη στην περιοχή μας και τι θα πρέπει εμείς ως σύγχρονο κράτος να πράξουμε προκειμένου να φανούμε αντάξιοι των προγόνων μας (Αθηναίων και όχι μόνο).

Η αριστεία στην αρχαία Ελλάδα νοούνταν όχι απλώς ως επιδίωξη υπεροχής ή διάκρισης αλλά ήταν ένας αξιακός τρόπος ζωής που διαπερνούσε κάθε πτυχή της ζωής ενός ανθρώπου – πολίτη. Ήταν η ύψιστη αξία που συνδεόταν όχι μόνο με την πολεμική αρετή αλλά και με την γενναιοφροσύνη, την πίστη και τον σεβασμό στους θεούς, την αποδοχή των ορίων της μοίρας και την αποφυγή της ύβρεως. Στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις – κράτη της κλασικής εποχής, η αριστεία επεκτεινόταν και στην παιδεία, την ικανότητα και βούληση για συμμετοχή στα κοινά και τη εν γένει αντίληψη ότι η αξία ενός ανθρώπου νοηματοδοτείται από την προσφορά του στην πόλη∙ μία προσφορά που έφτανε μέχρι τον θάνατο στη μάχη.

Η πολιτική συμπεριφορά της υπερδύναμης απέχει αρκετά από το παραπάνω ιδεώδες, τόσο αναφορικά με την αντίληψη της πολιτικής στο εσωτερικό της όσο και ως προς τη διεθνή συμπεριφορά της. Η έννοια της αριστείας στον αγγλοσαξονικό κόσμο έχει γίνει συνώνυμο της ιδιώτευσης και του αθέμιτου ανταγωνισμού όπου ο πολίτης νοείται βασικά ως καταναλωτής και η αξία του αποτιμάται σε χρήμα και εξουσία. Σε απόλυτη αντιστοιχία με τον ανταγωνιστικό ιδιώτη , οι Η.Π.Α. έχουν συνδέσει την πολιτική τους υπεροχή με ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις ανά τον κόσμο, στήριξη σε αυταρχικά και διεφθαρμένα καθεστώτα που λειτουργούν ως δορυφόροι τους προωθώντας αμερικανικές πολιτικές επιδιώξεις και οικονομικά συμφέροντα σε βάρος της εθνικής κυριαρχίας και οικονομικής ανάπτυξης των χωρών που βρίσκονται εξαρτημένες από αυτές.

Ειδικότερα, στην περιοχή μας και σε συνάφεια με τα ελληνοτουρκικά, μία σειρά από ζητήματα που είναι λυμένα από την ελληνική πλευρά αλλά και από το Διεθνές Δίκαιο τίθενται διαρκώς υπό συζήτηση και αποτελούν αιτία πολέμου για την τουρκική πλευρά ενώ το βόρειο τμήμα της Κύπρου παραμένει υπό παράνομη τουρκική στρατιωτική κατοχή. Απέναντι σε όλα τα παραπάνω, οι αμερικανικές θέσεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «εξισορροπητικές» αλλά συμψηφίζοντας τον θύτη με το θύμα υπονομεύουν τα θεμέλια του Διεθνούς Δικαίου και εν τέλει και της αμερικανικής νομιμοποίησης ως δύναμης διεθνούς σταθερότητας, ιδίως όταν η τελευταία (Η.Π.Α) θέλει να ενδύει με ιδεολογικό – αξιακό μανδύα την άσκηση παγκόσμιας πολιτικής. Θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε τη σκέψη μας και ακόμα παραπέρα αφού το ζήτημα δεν είναι μόνο ρητορικά αξιακό αλλά διεισδύει και στον σκληρό πυρήνα της γεωπολιτικής των ναυτικών Δυνάμεων: η αμφισβήτηση από μέρους της Τουρκίας του δικαιώματος των νησιών να έχουν πλήρη δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες (υφαλοκρηπίδες και ΑΟΖ) δεν συνιστά απλώς παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας αλλά υπονομεύει τα θεμέλια ασφάλειας των ναυτικών Δυνάμεων της Δύσης (άνευ εισαγωγικών).

Τι οφείλει να κάνει η χώρα μας;

Καταρχήν να κατανοήσει ότι η ένταξη σε μία συμμαχία δεν λύνει αυτομάτως όλα τα προβλήματα. Η οικονομική ανάπτυξη (σε γεωπολιτική προοπτική και όχι παρασιτική – καταναλωτική), το πολιτικό σύστημα (που οφείλει να είναι δημοκρατικό και όχι ολιγαρχικό – κοινοβουλευτικό) και η εξωτερική πολιτική (που οφείλει να διασφαλίζει την εθνική κυριαρχία) σε απόλυτη σύμπνοια είναι οι παράγοντες που διασφαλίζουν όχι απλώς βιωσιμότητα σε ένα εθνικό κράτος αλλά εδραιώνουν και μία ισχυρή θέση του στο διεθνές πλαίσιο. Έτι περαιτέρω, για μία χώρα σαν τη δική μας που έχει την ευλογία να αποτελεί μήτρα του δυτικού πολιτισμού και γεννήτορα της αληθινής έννοιας της δημοκρατίας, το ιστορικό παρελθόν και ο πολιτισμός αποτελούν παρακαταθήκες που μπορούν και οφείλουν να κεφαλαιοποιηθούν προς την ίδια κατεύθυνση.

Οι ίδιες οι πολιτικές εξελίξεις προδιαγράφουν και τις προοπτικές για τη χώρα μας. Η απομάκρυνση της κ. Γκιλφόιλ από τη θέση της Αμερικανίδας πρέσβειρας, πέρα από τις διενέξεις στο εσωτερικό του αμερικανικού πολιτικού κατεστημένου, κατέδειξε και την εμπλοκή ντόπιων οικονομικών συμφερόντων σε οικονομικούς σχεδιασμούς βλαπτικούς για τη χώρα, αναφορικά με την ενεργειακή αποδυνάμωση της Ελλάδας και την έκθεσή της σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής αστάθειας. Ο ενεργειακός τομέας της οικονομίας βρίσκεται στο επίκεντρο των οικονομικών εξελίξεων και η χώρα μας θα πρέπει να διαθέτει ως πλοηγό της την οικονομική αυτάρκεια σε όλα τα επίπεδα. Η πρόσφατη συζήτηση για τον IMEC, τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης δεν συμπεριέλαβε την Ελλάδα. Τη στιγμή που άλλα κράτη διεκδικούν για τον εαυτό τους ρόλο αναβαθμισμένο στην νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική που διαμορφώνεται διεθνώς (η Ιταλία ως ευρωπαϊκή πύλη εμπορευματικών ροών και σύνδεση του σχεδιασμού αυτού με την Αφρική, για την Ινδία ο IMEC εντάσσεται στον στόχο της ευρύτερης στρατηγικής ενίσχυσης των οικονομικών δεσμών της με τον Κόλπο και την Ευρώπη και για το Ισραήλ ο συνδυασμός της γεωγραφικής του θέσης με τις τεχνολογικές του δυνατότητες του προσδίδει αυξημένο ρόλο στην κυβερνοασφάλεια, την προστασία των κρίσιμων υποδομών, την εφαρμογές στην τεχνητή νοημοσύνη και την τεχνολογική καινοτομία) η Ελλάδα απουσιάζει.

Σε μία εποχή, κατά την οποία προωθούνται ποικίλες ενεργειακές συμφωνίες, αναπτύσσονται στενές σχέσεις κρατών και διπλωματικών αξιωματούχων με οικονομικά συμφέροντα και εντατικοποιείται ο ανταγωνισμός για την ενεργειακή τροφοδοσία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα δεν μπορεί να παραμένει απαθής θεατής. Τα σύνορα μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής οικονομίας έχουν πια ξεθωριάσει και η ασφάλεια των υποδομών είναι μείζων στόχος που μπορεί να διασφαλίσει μόνο ένα ισχυρό κράτος. Η παγκοσμιοποίηση των οικονομικών εξελίξεων καταδεικνύει πως πίσω από κάθε οικονομικό σχεδιασμό, ακόμα και διηπειρωτικό βρίσκεται κάποιο ισχυρό κράτος που προωθεί κρατικά συμφέροντα μέσω της οικονομίας. Η χώρα μας θα πρέπει να αναπτύξει όλους τους τομείς της οικονομίας της σε ένα ολοένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Κι αν ο στόχος αυτός είναι ρητός για κάθε κράτος, για μας υπάρχει και κάτι παραπάνω: το βαρύ χρέος της αρχαίας δημοκρατίας που δεν ασκείται από ένα κονκλάβιο ισχυρών που δεν λογοδοτούν σε κανέναν αλλά εμπλέκει τους ίδιους τους πολίτες στην άσκηση της πολιτικής υπενθυμίζοντάς μας πως «το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον», δηλαδή πως ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροικαι ελεύθεροι είναι οι γενναίοι (Θουκυδίδη, Ιστορία).

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η δημόσια κατακραυγή για την ανακοίνωση μιας συμφωνίας παραχώρησης ιρανικής γης στο Αφγανιστάν ανάγκασε τους Ιρανούς αξιωματούχους να προβούν σε κινήσεις περιορισμού της ζημιάς, αποκαλύπτοντας όχι μόνο τη شدت της λαϊκής οργής, αλλά και την έκταση της οικονομικής παρακμής του Ιράν μετά από 47 χρόνια θεοκρατικής διακυβέρνησης.

Στις 8 Οκτωβρίου 2026, ο Μοχσέν Ζανγκανέ, βουλευτής που εκπροσωπεί περιφέρεια στα βορειοανατολικά της χώρας, κοντά στο Αφγανιστάν, ανακοίνωσε στο Sahar TV (τμήμα της κρατικής ραδιοτηλεόρασης του Ιράν, IRIB) ότι:

«…Καταλήξαμε σε συμφωνία βάσει της οποίας το Αφγανιστάν θα μπορούσε να έχει μια δική του περιοχή εντός της Ελεύθερης Ζώνης στο Λιμάνι Τσαμπαχάρ».

Η δήλωση, η οποία έγινε κατά τη διάρκεια συζήτησης για τα επιτεύγματά του σε πρόσφατη επίσκεψη στο Αφγανιστάν, προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση των Ιρανών.

Ελάχιστα ζητήματα προκαλούν τόσο βαθιά συναισθήματα στο Ιράν όσο η απώλεια εδαφών. Οι Ιρανοί εξακολουθούν να θρηνούν την απώλεια εδαφών που παραδόθηκαν υπό τη δυναστεία των Κατζάρ στην Τσαρική Ρωσία τις αρχές του 19ου αιώνα. Η υπόνοια ότι το Ιράν θα παρέδιδε ακόμη ένα κομμάτι γης, και μάλιστα στο Αφγανιστάν —με τη μεσαιωνική νοοτροπία των Ταλιμπάν— άναψε τη φωτιά της οργής και πρόσθεσε ταπείνωση. Τα ιρανικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατακλύστηκαν από τίτλους περί «εκχώρησης ιρανικού εδάφους στο Αφγανιστάν».

Η αντίδραση ήταν τόσο ισχυρή που παρέμβησαν ανώτεροι αξιωματούχοι. Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαήλ Μπαγαΐ, παραχώρησε συνέντευξη Τύπου στην οποία απέρριψε τις αναφορές ως «παρεξήγηση».

«Επρόκειτο, στην πραγματικότητα, για μια σαφή παρεξήγηση που προέκυψε από τις δηλώσεις ενός από τους αξιοσέβαστους βουλευτές», δήλωσε.

Προσωπικό του αφγανικού στρατού ποζάρει σε στρατιωτικό όχημα. (Φωτογραφία: Shutterstock)

Στη συνέχεια έδωσε μια εξήγηση. Αυτό που συζήτησαν οι Ιρανοί και οι Ταλιμπάν, είπε ο Μπαγαΐ, δεν ήταν μεταβίβαση κυριαρχίας, αλλά μια ρυθμιστική μίσθωση (leasing) του τύπου που χρησιμοποιείται διεθνώς για να δίνεται σε περίκλειστα κράτη πρόσβαση σε λιμάνια και ανοιχτές θάλασσες. Τέτοιες ρυθμίσεις, υποστήριξε, θα μπορούσαν να διευκολύνουν το εμπόριο και να ενισχύσουν τις καλές σχέσεις.

Μετά την άρνηση, προέβη σε μια διευκρίνιση: Καμία επίσημη πρόταση σχετικά με το Αφγανιστάν δεν είχε υποβληθεί, δήλωσε ο Μπαγαΐ. Το θέμα απλώς εγέρθηκε στο περιθώριο μιας επίσημης συνάντησης κατά τη διάρκεια υπουργικής επίσκεψης στο Αφγανιστάν, και το Ιράν συμφώνησε να το εξετάσει.

Ο Ζανγκανέ διευκρίνισε επίσης τις δηλώσεις του. Αυτό που εννοούσε, είπε, ήταν ότι το Ιράν θα διέθετε περίπου δέκα εκτάρια γης沿τη παραλία του Λιμανιού Τσαμπαχάρ και περίπου 100 εκτάρια στην Ελεύθερη Ζώνη του λιμανιού για αφγανικές επενδύσεις. Το Αφγανιστάν θα μπορούσε να αναπτύξει υποδομές, όπως ένα εσωτερικό ξηρό λιμάνι (dry port) για τη βελτίωση της πρόσβασής του στα διεθνή ύδατα.

«Η έννοια αυτής της συμφωνίας είναι ότι το Αφγανιστάν θα επενδύσει σε αυτή την περιοχή», εξήγησε ο Ζανγκανέ, τονίζοντας ότι το Ιράν δεν θα μεταβιβάσει ούτε έδαφος ούτε κυριαρχία.

Para τις προσπάθειες των αξιωματούχων να διορθώσουν τις δηλώσεις του βουλευτή, η ιστορία αυτή έριξε αλάτι στις πληγές ενός έθνους που ακόμα μετανοεί για την επανάσταση του 1979 που έφερε τους κληρικούς στην εξουσία. Πώς έφτασε μια χώρα προικισμένη με τεράστιους φυσικούς πόρους, στρατηγική γεωγραφική θέση, μακρά ιστορία περιφερειακού εμπορίου και έναν ταλαντούχο, μορφωμένο και φιλοδυτικό πληθυσμό, στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επίτευγμα;

Για δεκαετίες, οι πολιτικές της Ισλαμικής Δημοκρατίας απέτρεπαν τους ξένους επενδυτές από τους οποίους το Ιράν θα μπορούσε να εξασφαλίσει προηγμένη τεχνολογία, τεχνογνωσία και σημαντικά κεφάλαια. Η πολιτική απομόνωση, οι κυρώσεις, η ιδεολογική εχθρότητα προς τη Δύση και ένα οικονομικό σύστημα που κυριαρχείται από ισχυρά κατεστημένα συμφέροντα περιόρισαν την πρόσβαση του Ιράν στις διεθνείς αγορές και τις σύγχρονες επενδύσεις. Αντί να ενταχθεί στην παγκόσμια οικονομία, η χώρα υπέστη απομόνωση.

Ο λαός του Ιράν κρατιέται πίσω από ένα σύστημα που θέτει τις ιδεολογικές προτεραιότητες πάνω από την οικονομική ανάπτυξη και τη νομιμοφροσύνη στο καθεστώς πάνω από την ικανότητα.

Η ειρωνεία είναι ότι το Ιράν διαθέτει πολλά από τα πλεονεκτήματα που χρησιμοποιούν άλλες χώρες για να μετασχηματίσουν τις οικονομίες τους. Η γεωγραφική του θέση θα μπορούσε να το καταστήσει μείζονα διαμετακομιστικό κόμβο που συνδέει την Κεντρική Ασία, τον Καύκασο, την ινδική υποήπειρο και τη Μέση Ανατολή. Οι ενεργειακοί του πόροι, η βιομηχανική του βάση και το εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό του θα μπορούσαν να φέρουν ευημερία. Ωστόσο, το καθεστώς σπατάλησε αυτά τα πλεονεκτήματα μέσα από δεκαετίες κακοδιαχείρισης, ιδεολογικής αντιπαράθεσης και θεσμικής παρακμής.

Η αντίθεση με χώρες που βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο με το Ιράν το 1979, ή που ξεκίνησαν από λιγότερο πλεονεκτική θέση, είναι αμείλικτη. Η Νότια Κορέα έχει εξελιχθεί σε μεγάλη τεχνολογική και βιομηχανική δύναμη. Οι αραβικές χώρες του Περσικού Κόλπου —τις οποίες οι Ιρανοί θεωρούσαν κάποτε κατώτερες— έχουν εξελιχθεί σε κέντρα διεθνών επενδύσεων, εμπορίου και υπηρεσιών. Το βιοτικό επίπεδο των πληθυσμών τους υπερβαίνει πλέον αυτό των Ιρανών. Εν τω μεταξύ, ο λαός του Ιράν παραμένει εγκλωβισμένος από ένα σύστημα που θέτει τις ιδεολογικές προτεραιότητες πάνω από την οικονομική ανάπτυξη και τη νομιμοφροσύνη στο καθεστώς πάνω από την ικανότητα.

Το οικονομικό δυναμικό του Ιράν δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά οι ιδεολογικοί θεσμοί και οι πολιτικές της Ισλαμικής Δημοκρατίας το έχουν παρεμποδίσει, καθώς το καθεστώς έχει μετατραπεί σε μια κακιστοκρατία: διακυβέρνηση από τους λιγότερο ικανούς και τους πλέον ακατάλληλους.

meforum.org

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις16 λεπτά πριν

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη...

GEOPOLITICO16 λεπτά πριν

«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;

Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της...

Αναλύσεις45 λεπτά πριν

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Διεθνή1 ώρα πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Δημοφιλή