Διεθνή
«Ο Ερντογάν είναι ο πιο εθνικιστής ηγέτης της σύγχρονης Τουρκίας»
Ο Ερντογάν, μαζί με τον συντοπίτη του, επίσης φανατικό ισλαμιστή Şevki Yılmaz, προσκυνούν τον αρχηγό των Αφγανών Μουτζαχεντίν, Gulbuddin Hekmatyar
Ο τούρκος καθηγητής εξηγεί πώς διαμορφώθηκε η πολιτική σκέψη του τούρκου προέδρου, για τον οποίο λέει ότι είναι «πρώτα ισλαμιστής και μετά Τούρκος», ενώ υπογραμμίζει ότι ακόμη και αν αυτός φύγει, η Τουρκία δεν θα είναι πια η ίδια
Αθανασόπουλος Άγγελος Αλ.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι πρώτα ισλαμιστής και μετά Τούρκος. Ο νεοοθωμανισμός του είναι βαθιά αντιδυτικός και στο μυαλό του η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι μια καθαρά ισλαμική αυτοκρατορία. Ο ίδιος είναι δε ο πιο εθνικιστής ηγέτης της σύγχρονης Τουρκίας.
Αυτά είναι ορισμένα μόνο από τα πολύ ενδιαφέροντα σημεία της συνέντευξης που παραχώρησε στο «Βήμα» ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γιούτα και συγγραφέας του εξόχως ενδιαφέροντος βιβλίου με τίτλο «Nostalgia for the Empire: The Politics of Neo-Ottomanism» Χακάν Γιαβούζ.
Ο τούρκος καθηγητής επισημαίνει ότι η πολιτική σκέψη του Ερντογάν διαμορφώθηκε κατ’ απόλυτη αντιπαράθεση με τον κεμαλικό εκδυτικισμό και ότι ακόμα και αν αυτός φύγει, η Τουρκία δεν θα είναι πια η ίδια καθώς το… αυτοκρατορικό «τζίνι» έχει πια βγει από το μπουκάλι.

Ο Χακάν Γιαβούζ επισημαίνει ότι η πολιτική σκέψη του Ερντογάν διαμορφώθηκε κατ’ απόλυτη αντιπαράθεση με τον κεμαλικό εκδυτικισμό και ότι ακόμη και αν αυτός φύγει, η Τουρκία δεν θα είναι πια η ίδια
Ποιες είναι οι ρίζες της ισλαμικής σκέψης του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν;
«Το ιστορικό της οικογένειας του Ερντογάν και η πρώιμη κοινωνικοποίησή του είναι πολύ σημαντικά για να καταλάβουμε την πολιτική ταυτότητα και ιδεολογία του. Κατάγεται από το Ρίζε, στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Ο πατέρας του ήταν φτωχός και πάλευε για να καλύψει τις βασικές ανάγκες της οικογένειάς του. Οταν ο Ερντογάν πήγαινε στο σχολείο, πουλούσε ψωμί με σουσάμι στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης για να βοηθήσει την οικογένειά του και έτσι συνειδητοποίησε σε νεαρή ηλικία τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες. Αυτός και οι όμοιοί του πάντοτε διάβαζαν και ερμήνευαν αυτή την ανισότητα με όρους ισλαμικών φτωχών μαζών έναντι πλουσίων κοσμικών Τούρκων. Ηταν ο Ερντογάν που ισχυρίστηκε ότι αντιπροσωπεύει τους «Μαύρους Τούρκους». Αλλωστε, η περιθωριοποίηση της περιφέρειας της Ανατολίας διαδραμάτισε ρόλο-κλειδί στην πολιτικοποίηση του Ισλάμ. Το Ισλάμ, ως μονοθεϊστική θρησκεία, δεν είναι ριζοσπαστικό, αλλά οι επικρατούσες συνθήκες και ειδικότερα οι κοινωνικές ανισότητες βοήθησαν την πολιτικοποίηση και τη ριζοσπαστικοποίησή του, που εισήλθε σε ένα πλαίσιο θεολογίας της αντίστασης απέναντι την πολιτική καταπίεση και στην οικονομική ανισότητα.
Επομένως, περιθωριοποιημένοι τομείς δημιούργησαν το δικό τους εκπαιδευτικό σύστημα, έτσι όπως εκπροσωπείται από το θρησκευτικό σχολείο (imam hatip). Η σκέψη και η δυσαρέσκεια του Ερντογάν διαμορφώθηκαν από την εμπειρία του σε ένα τέτοιο σχολείο, που ασκούσε κριτική στο κεμαλικό σχέδιο του εκδυτικισμού ως ξένο, αυτο-αποικιοκρατικό και καταστροφικό. Συμπερασματικά, το φτωχό, συντηρητικό οικογενειακό του υπόβαθρο, η γειτονιά στην οποία έζησε, η Κασίμπασα, όπου φτωχοί και Τσιγγάνοι έμεναν μαζί με τους μαφιόζους/νταήδες (kabadayis) της περιοχής και η εμπειρία της παρακολούθησης των θρησκευτικών σχολείων συνδυάστηκαν ως δυνάμεις επιρροής για την κοινωνικοποίησή του. Αυτή, με τη σειρά της, οδήγησε στην απόρριψη του κεμαλικού εκδυτικισμού και των παραδοσιακών πλούσιων τάξεων της Τουρκίας. Θεωρεί τον εαυτό του ως τον ηγέτη όσων ιστορικά υπήρξαν περιθωριοποιημένοι και αποκλεισμένοι – των συντηρητικών ισλαμικών μαζών».
Ποιοι ισλαμιστές θεωρητικοί τον επηρέασαν; Ποια είναι τα κύρια στοιχεία της σκέψης τους;
«Για ένα διάστημα φλέρταρε με τον σουφισμό και το τάγμα των Νακσιμπεντί του Ισκεντερπασά στην Κωνσταντινούπολη αλλά δεν βρήκε σύνδεση με αυτή τη συγκεκριμένη μορφή του Ισλάμ που είναι εσωστρεφής και έχει στοιχεία διαλογισμού. Για τον Ερντογάν, το εξωστρεφές και συγκρουσιακό Ισλάμ, εξοπλισμένο με ιδέες για την αντιμετώπιση των κεμαλικών μεταρρυθμίσεων με στόχο τον εκδυτικισμό, ήταν αυτό που προσέφερε τη σύνδεση. Ο ιδεολογικός του μέντορας ήταν ο Νετζίπ Φαζίλ Κιζακιουρέκ.
Ο Νετζίπ Φαζίλ, ποιητής, ήταν στην πραγματικότητα ένας ποπ διανοούμενος που μετέτρεψε το Ισλάμ σε μια ιδεολογία αντίστασης στις ρεπουμπλικανικές μεταρρυθμίσεις. Ο Ερντογάν απορρόφησε την ισλαμική του ιδεολογία, που ήταν στην πραγματικότητα φασιστική και ριζοσπαστική, και ο Νετζέπ Φαζίλ είχε, με διαφορά, την ισχυρότερη επιρροή στον Ερντογάν και στην πολιτική ηγεσία του ΑΚΡ, συμπεριλαμβανομένων, π.χ., του Αμπντουλάχ Γκιουλ και του σημερινού υπουργού Αμυνας Χουλουσί Ακάρ».
Πώς έχουν ωσμωθεί το Ισλάμ και ο εθνικισμός στη σημερινή τουρκική πολιτική;
«Στην περίπτωση της Τουρκίας, το Ισλάμ δεν μπορεί να διαχωριστεί από την τουρκική ταυτότητα. Ποιος είναι Τούρκος; Αυτό το ερώτημα απαντήθηκε τον 19ο αιώνα. Ο Τούρκος είναι πρώτα μουσουλμάνος, μετά είναι πιστός στο οθωμανικό κράτος και, τέλος, ομιλεί τουρκικά. Πρέπει κάποιος να συνειδητοποιήσει ότι η Τουρκία είναι μια χώρα με πολλές εθνικότητες και ότι ο βασικός ενοποιητικός παράγοντας που τις διατηρεί ενωμένες και τις κάνει τουρκικές είναι το Ισλάμ. Αυτό το μοντέλο δεν πέτυχε πλήρως με τους Κούρδους, αλλά οι υπόλοιπες εθνοτικές ομάδες ενσωματώθηκαν στο ισλαμικό χωνευτήρι. Υπό τον Ερντογάν, η ισλαμική πτυχή της τουρκικής ταυτότητας ενισχύθηκε. Ο Ερντογάν είναι πρώτα ισλαμιστής και μετά Τούρκος. Ο νεαρός Ερντογάν κατέκρινε τον τουρκικό εθνικισμό και ωρίμασε μέσα στην πανισλαμική ιδέα. Ωστόσο, από το 2015 έχει μετατραπεί στον πιο εθνικιστή ηγέτη της σύγχρονης Τουρκικής Δημοκρατίας. Για τον Ερντογάν, οι ταυτότητες απλά είναι εργαλεία για τη διατήρησή του στην εξουσία».
Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του νεοοθωμανισμού;
«Κατ’ αρχήν, δεν υπάρχει μόνο μία εκδοχή του νεοοθωμανισμού. Τι είναι ο νεοοθωμανισμός; Είναι μια κατασκευασμένη μνήμη του οθωμανικού παρελθόντος για να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις. Κατά τη διάρκεια των ήρεμων ημερών του κοσμικού εκδυτικισμού, μια ομάδα λογοτεχνών, ποιητών και διανοουμένων έλεγε «ναι, θέλουμε εκσυγχρονισμό αλλά και να διατηρήσουμε την παράδοση». Φαντάστηκαν λοιπόν την οθωμανική παράδοση και μνήμη ώστε να ασκήσουν κριτική στις υπερβολές του κεμαλισμού. Ηταν ο Αχμεντ Χαμντί Τανπινάρ που ανακατασκεύασε την οθωμανική παράδοση για να ασκήσει κριτική στον ιακωβίνικο κεμαλισμό. Αυτός ήταν ο στοχαστικός νεοοθωμανισμός. Πρέπει επίσης κάποιος να συνυπολογίσει τον τρόπο με τον οποίο κατανόησε τον οθωμανισμό ο Τουργκούτ Οζάλ. Ισχυρίστηκε ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια νοτιοευρωπαϊκή δημιουργία και, άρα, ευρωπαϊκή.
Προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τον οθωμανισμό ως απάντηση στη μετακεμαλική, μεταεθνικιστική συζήτηση στην Τουρκία. Για τον Οζάλ, ο οθωμανισμός ήταν κοσμοπολίτικος, όπως αποδεικνύεται και στο βιβλίο του «Η Τουρκία στην Ευρώπη και η Ευρώπη στην Τουρκία». Σήμερα, ο οθωμανισμός του Ερντογάν είναι αντιδυτικός, αντικοσμοπολίτικος και εθνικιστικός, ενώ διεκδικεί την ισλαμική υπεροχή. Ο Ερντογάν βλέπει την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως Ισλαμική Αυτοκρατορία. Αυτό δεν είναι αληθές και η Ιστορία επιβεβαιώνει ότι ποτέ δεν υπήρξε. Ηταν κοσμοπολίτικη αν και μουσουλμανική αυτοκρατορία εντός της οποίας ποικίλες θρησκευτικές παραδόσεις επιβίωσαν μέχρι την έλευση του εθνικισμού».
Αποτελούν η Τουρκία και οι πολιτικές Ερντογάν κίνδυνο για την περιφερειακή σταθερότητα;
«Ο Ερντογάν είναι μεγαλύτερη απειλή για την Τουρκία από ό,τι για τις γειτονικές χώρες. Αποτελεί γεωπολιτικό κίνδυνο και οι αρνητικές εικόνες έχουν αποδυναμώσει τη θέση της Τουρκίας. Εχει μετατραπεί σε έναν προβληματικό ηγέτη που πλήττει σοβαρά τους θεσμούς του κράτους και της κυβέρνησης και το κράτος δικαίου. Η κυβέρνησή του έχει παρανόμως δημεύσει περιουσίες των αστών της Ανατολίας επειδή ήταν υποστηρικτές του Γκιουλέν. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του η διαφθορά έχει γίνει ο κανόνας. Εχει πολώσει την κοινωνία και, όπως παρατηρήσαμε στις τελευταίες τοπικές εκλογές, η αντιπολίτευση είναι πιθανό να συνασπιστεί εναντίον του.
Σε ό,τι αφορά την εξωτερική του πολιτική, δεν διαμορφώνεται προς όφελος των συμφερόντων του τουρκικού έθνους. Μετατρέπεται σε ακόμα ένα όπλο στα χέρια του με σκοπό να υπηρετήσει το πολιτικό συμφέρον παραμονής στην εξουσία. Εκμεταλλεύεται εθνικές και διεθνείς κρίσεις για να κινητοποιήσει τη βάση του και δημιουργώντας αληθινές, υπερβολικές ή φανταστικές αντιλήψεις περί εξωτερικών εχθρών προσπαθεί να τη συσπειρώσει. Ορισμένες συγκρούσεις τον έχουν πραγματικά ευνοήσει, ιδιαίτερα στη Λιβύη και στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Ισως προχωρήσει σε κάποια μονομερή πρωτοβουλία στην Κύπρο. Αναμένω εκεί μια διαχειρίσιμη αντιπαράθεση, κλασικό παράδειγμα παγωμένης διένεξης, για αλλαγή του status quo. Είτε επιθυμεί μια ομοσπονδία όπως αυτή του Σχεδίου Ανάν το 2004 ή πλήρες διαζύγιο των δύο πλευρών».
«Το φάντασμα της αυτοκρατορίας έχει απελευθερωθεί»
Πιστεύετε ότι αν ο Ερντογάν φύγει θα μπορούσε η Τουρκία να επιστρέψει σε μία προηγούμενη φάση;
«Η Τουρκία σήμερα δεν είναι πια η παλιά Τουρκία. Στο παρελθόν, η εξωτερική της πολιτική ήταν προέκταση του ΝΑΤΟ. Δεν πιστεύω ότι η κοινή γνώμη θέλει μία επιστροφή σε αυτό. Τόσο αυτή όσο και η ελίτ έχουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Δεν επιθυμούν να είναι “ουρά” της ΕΕ, αλλά παίκτης-κλειδί στα Βαλκάνια, στον Καύκασο και στη Μέση Ανατολή. Το φάντασμα της αυτοκρατορίας έχει απελευθερωθεί. Ακόμη και αν φύγει ο Ερντογάν, πιστεύω ότι η Τουρκία θα επιδιώξει μία πιο ανεξάρτητη, πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική.
Το πρόσφατα ανακαλυφθέν ισλαμο-οθωμανικο-τουρκικό μείγμα ταυτότητας θα διαμορφώσει τα εθνικά συμφέροντά της. Ωστόσο, στη μετά Ερντογάν περίοδο, η τουρκική εξωτερική πολιτική θα είναι λιγότερο συγκρουσιακή. Οι πολιτικές του έχουν απομονώσει την Τουρκία. Είναι είτε προβληματικός σύμμαχος είτε μοναχική χώρα ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιθετική χώρα. Πιστεύω ότι η ρητορική και η τακτική στην εξωτερική πολιτική θα αλλάξει, αλλά η φιλοδοξία της Τουρκίας να γίνει “ξανά μεγάλη” θα παραμείνει».
ΤΟ ΒΗΜΑ
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

