Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

Το Μακεδονικό Ζήτημα από το 1941 ως το 1945

Δημοσιεύτηκε στις

Η τριπλή κατοχή της Μακεδονίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – Η δράση των ανταρτών – Η δημιουργία της «Μακεδονίας» από τον Τίτο – Η στάση του Κ.Κ.Ε.

Μιχάλης Στούκας

Όπως είδαμε στο άρθρο μας για το μακεδονικό ζήτημα, ήδη από το 1934 το Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας σχεδίαζε την ίδρυση στο μέλλον «Μακεδονικού» Κομμουνιστικού Κόμματος στο σερβικό τμήμα της Μακεδονίας. Το ίδιο έτος, εισάγεται και η θεωρία περί «(Σλαβο)μακεδονικού έθνους».

Να σημειώσουμε εδώ, ότι και ο όρος Σλαβομακεδόνες, όπως γράφει ο Σαράντος Καργάκος στο βιβλίο του «Από το Μακεδονικό Ζήτημα στην Εμπλοκή των Σκοπίων», είναι ιστορικά αστήρικτος.

Τον όρο «Σλαβομακεδόνες», εισήγαγε ο πανσερβιστής ιστορικός και γεωγράφος Γιοβάν Σβίγιτς, καθηγητής πανεπιστημίου στο Βελιγράδι, στο έργο του «La Peninsule Balkanique” («Η Βαλκανική Χερσόνησος»), Παρίσι 1918.

Επίσης, σε όσα γράψαμε για την προπολεμική ονομασία της FYROM, να προσθέσουμε ότι πριν ονομαστεί Vardarska Banovina, ονομάζονταν Νότια Σερβία…

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος – Η κατοχή της Μακεδονίας από Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους

Με την έναρξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, το μακεδονικό ζήτημα ήρθε πάλι στην επιφάνεια. Οι Βούλγαροι, σύμμαχοι Γερμανών και Ιταλών, επιδίωξαν να λυθεί το ζήτημα, με βάση τα συμφέροντά τους.


Βουλγαρικά στρατεύματα

Μετά την κατάληψη της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα την άνοιξη του 1941, η επιβολή της νέας τάξης πραγμάτων, καθορίστηκε μετά από διαπραγματεύσεις των Ribbentrop και Ciano στη Βιέννη.

Με τη συμφωνία της 24ης Απριλίου 1941, οι αλβανόφωνες περιοχές Tetovo, Gostirar, Kicevo, Debar και Struga, η λίμνη της Αχρίδας και ορισμένα χωριά των Πρεσπών, πέρασαν στην κατοχή της Ιταλίας.

Το υπόλοιπο τμήμα της σερβικής  «Μακεδονίας» δόθηκε στη Βουλγαρία, η οποία σε αντιστάθμισμα για τις περιοχές που δόθηκαν στην Ιταλία, πήρε τις σερβικές περιοχές του Pirot και του Yranje, όπως και το ορυχείο χρωμίου βόρεια του Ljuboten. Στις 12 Αυγούστου 1941 οι ιταλικές ζώνες κατοχής του Κοσόβου, της σερβικής «Μακεδονίας» και του Μαυροβουνίου, προσαρτήθηκαν στην Αλβανία και μέχρι το φθινόπωρο του 1944 αποτελούσαν τμήματα της «Μεγάλης Αλβανίας».

Είναι βέβαια παράδοξο το γεγονός ότι η Αλβανία δεν έχασε εδάφη μεταπολεμικά, καθώς ήταν σύμμαχος των δυνάμεων του Άξονα. Και με ιταμό τρόπο σήμερα, προβάλλει ανιστόρητες διεκδικήσεις και προς την χώρα μας… Άλλο ένα επίτευγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής…

Ο νομός Καστοριάς, τα Γρεβενά, η Σιάτιστα και μέρος του νομού Φλωρίνης, βρίσκονταν υπό ιταλική κατοχή. Η Κεντρική Μακεδονία (και η Θεσσαλονίκη), η Φλώρινα και τμήμα του νομού Κοζάνης ήταν υπό γερμανική κατοχή, ενώ ολόκληρη η Ανατολική Μακεδονία υπό βουλγαρική κατοχή.

Η Βουλγαρία, έδωσε χαρακτήρα προσάρτησης στις νέες περιοχές. Χωρίστηκε σε 4 διοικητικές περιφέρειες (Σόφιας, Σκοπίων, Μοναστηρίου και Ξάνθης). Παράλληλα, διεκδικούσε τη Θεσσαλονίκη και τη Φλώρινα και ανέπτυξε μια έντονη βουλγαρική προπαγάνδα στη Δυτική Μακεδονία, με ορμητήριο τη βουλγαρική Λέσχη που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 24/5/1941 και το γραφείο του Βούλγαρου στρατιωτικού συνδέσμου στον Γερμανό στρατιωτικό Διοικητή Θεσσαλονίκης – Αιγαίου Kurt von Krensky, συνταγματάρχη  Ivanov. 

Ο Krensky, προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων. Είναι χαρακτηριστικό ότι απαγόρευσε τη λειτουργία βουλγαρικών σχολείων και εκκλησιών στη Δυτική Μακεδονία. 

Ο ΕΛΑΣ στη Δυτική Μακεδονία – Η Ιταλική αντίδραση

Στα τέλη του 1942 – αρχές του 1943, έκαναν την εμφάνισή τους στη Δυτική Μακεδονία, οι πρώτες αντάρτικες ομάδες του ΕΛΑΣ, που αποτελούσαν απειλή και για τους ίδιους τους Ιταλούς.

Στην Καστοριά, είχε εγκατασταθεί το ιταλικό σύνταγμα «Pinerolo», που είχε δύναμη 4.000 άνδρες.

Τους αντάρτες βοηθούσαν οι Έλληνες της Μακεδονίας και οι ελληνόφρονες Σλαβόφωνοι και Βλαχόφωνοι, ενώ άρχισαν να προσχωρούν σ’ αυτούς και οι ελληνικές αστυνομικές δυνάμεις. Θορυβημένοι οι Ιταλοί, ζήτησαν τη βοήθεια των ντόπιων «Βουλγαρίζοντων» Σλαβόφωνων, οι οποίοι, έχοντας πλέον και την ιταλική υποστήριξη, μπορούσαν να στραφούν εναντίον όχι μόνο του ελληνικού πληθυσμού αλλά και κατά των ελληνόφρονων Σλαβόφωνων.

Από τις αρχές του 1943, οι Ιταλοί άρχισαν τις εκτελέσεις Ελλήνων στη Δυτική Μακεδονία. Παράλληλα, ενίσχυσαν τις δυνάμεις τους στην Καστοριά και άρχισαν να διανέμουν όπλα στους βουλγαρίζοντες.

Στις 5 Μαρτίου 1943, ιδρύθηκε στην Καστοριά “Βουλγαρικό – Μακεδονικό Επαναστατικό Κομιτάτο” ,με πρόεδρο τον Παντελή Μακρή (Pando Makriev), από τη Μεσοποταμία και αντιπρόεδρο τον Λουκά Διαμανίδη (Luka Dimanov) από την Κρανιώνα Καστοριάς.
Σκοπός του ήταν η καθοδήγηση της ένοπλης δράσης των βουλγαριζόντων. Σύντομα, ζήτησε από τη βουλγαρική κυβέρνηση την ένωση με τη Βουλγαρία. Ωστόσο, ο πρωθυπουργός Filovio, o υπουργός Πολέμου Daskalov και ο υπουργός Εξωτερικών Popov, φάνηκαν επιφυλακτικοί.

Τα μέλη του κομιτάτου, εξοπλίστηκαν από τους Ιταλούς. Στα μέσα Απριλίου 1943, 1600 “βουλγαρίζοντες” συγκρότησαν την Οχράνα, ένα είδος αστυνομικής δύναμης. Τα μέλη της Οχράνα χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες, στα μετακινούμενα και τα αμετακίνητα αποσπάσματα, φορούσαν δίκωχο με τα αρχικά “IBK – SIM” – Italo Balgarski Komitet, Svoboda ili Smart (Ιταλο-Βουλγαρικό Κομιτάτο, “Ελευθερία ή Θάνατος”). Αποστολή τους ήταν η καταδίωξη των ελληνικών ένοπλων τμημάτων στο νομό, σύντομα ωστόσο μετατράπηκαν και σε καταδότες Ελλήνων και “γραικομάνων” (σλαβόφωνοι της Μακεδονίας που δεν συντάσσονταν με τις βουλγαρικές απαιτήσεις), με αντιστασιακή δράση.

Έτσι, το χωριό Αγία Κυριακή με 80 σπίτια και 420 κατοίκους, ισοπεδώθηκε από την ιταλική αεροπορία και το πυροβολικό μετά από υπόδειξη των Οχρανιτών. Ακολούθησαν και άλλα χωριά. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, οι Γερμανοί κατέλαβαν τις περιοχές που βρίσκονταν υπό ιταλική διοίκηση.

Η Οχράνα, που βρέθηκε στα πρόθυρα της διάλυσης ανασυγκροτήθηκε και συνέχισε τη δράση της.

Οι Γερμανοί δεν επέτρεψαν στους Βουλγάρους να προσαρτήσουν επίσημα τα τμήματα της Μακεδονίας που είχαν καταλάβει. Η γερμανική εφημερίδα «Neues Winer Tageblatt» έγραφε στις 16/1/1943:

«Μολονότι οι περιοχές του Αιγαίου και της βόρειας Μακεδονίας (που ανήκε στη Γιουγκοσλαβία από το 1913) τέθηκαν υπό βουλγαρική διοίκηση… οποιαδήποτε οριστική διευθέτηση αφέθηκε για το μέλλον».

Ωστόσο, οι Βούλγαροι θεωρούσαν τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία τμήμα της χώρας τους. Τη χώρισαν σε δύο επαρχίες, των Σκοπίων και του Μοναστηρίου και έστειλαν αξιωματούχους για να τις διοικήσουν. Η συμπεριφορά τους προς τους κατοίκους των περιοχών αυτών ήταν τόσο απάνθρωπη που ακόμα και ο βουλγαρικός Τύπος επέκρινε τη σκληρότητά τους.

Όπως γράφει η Elizabeth Barker στο βιβλίο της “Η Μακεδονία στις Διαβαλκανικές Σχέσεις και Συγκρούσεις”, “ο πληθυσμός της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας δεν προέβαλε αρχικά αντίσταση στη βουλγαρική κατοχή. Πιθανότατα ορισμένοι κάτοικοι ικανοποιήθηκαν από την έλευση των Βουλγάρων. Σε αντάλλαγμα για τη στάση του αυτή, οι βουλγαρικές αρχές κατοχής υιοθέτησαν σχετικά μετριοπαθή πολιτική. Ωστόσο, ο πληθυσμός απογοητεύτηκε σταδιακά από τη βουλγαρική κατοχή, ίσως λόγω του υπερβολικού εθνικισμού που διέκρινε τον μέσο Βούλγαρο αξιωματικό του στρατού ή διοικητικό υπάλληλο”. Και παρακάτω:

“Δε χωρά αμφιβολία ότι οι βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής συμπεριφέρθηκαν πολύ σκληρότερα στην ελληνική Ανατολική Μακεδονία, όπου το σλαβομακεδονικό στοιχείο ήταν μηδαμινό απ’ ότι στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Σύμφωνα με Βρετανό παρατηρητή, τους πρώτους μήνες της κατοχής οι Βούλγαροι εξόντωναν τον ελληνικό πληθυσμό των βορειανατολικών επαρχιών και στα τέλη του 1942 παγίωναν τον εκβουλγαρισμό της Ανατολικής Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης δημεύοντας τις γαίες όσων Ελλήνων εγκατέλειπαν τη χώρα και επιστρατεύοντας ή μεταφέροντας ως ομήρους όσους έμεναν πίσω.

Σύμφωνα εξάλλου με εμπεριστατωμένες ελληνικές αναφορές, οι Βούλγαροι προκάλεσαν σοβαρές υλικές καταστροφές πριν από την αποχώρησή τους το 1944. Μετά την αλλαγή στρατοπέδου της Βουλγαρίας, τον Σεπτέμβριο του 1944, η βουλγαρική κυβέρνηση του Πατριωτικού Μετώπου αρνήθηκε τις κατηγορίες αυτές”.

Και φυσικά, ούτε η Βουλγαρία πλήρωσε το τίμημα για τη σύμπλευσή της με τις δυνάμεις του Άξονα και όσα δεινά προκάλεσε στους Έλληνες της Μακεδονίας και της Θράκης…
Στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, “η μοναδική ελληνική εθνικιστική ομάδα που δρούσε” (E. Barker) είχε ως αρχηγό τον Αντών Τσαούς (Αντώνης Φωστερίδης 1912-1979), που αγωνιζόταν για την ελληνικότητα της Μακεδονίας και της Θράκης και ήταν αρνητικός απέναντι στους Γερμανούς, τους Βουλγάρους και τους Έλληνες κομμουνιστές. Ξεκίνησε τη δράση του στα τέλη του 1943, έχοντας υποστήριξη από τους Βρετανούς.


Βέβαια, το ΕΑΜ κατηγόρησε τον Φωστερίδη (ο οποίος μεταπολεμικά εκλέχθηκε βουλευτής Δράμας με τον Ελληνικό Συναγερμό) για συνεργασία με τους Βούλγαρους .
Κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε ,όμως οι κατηγορίες επαναλαμβάνονται μέχρι σήμερα.

Ο Αντώνης Φωστερίδης

Το ΚΚΕ και το “Μακεδονικό” ζήτημα από το 1941 ως το 1945 – Η ίδρυση της “Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας”

Το ΚΚΕ που είχε εν μέρει απαλλαγεί από το “βάρος” του “Μακεδονικού” κατόρθωσε να αποφύγει την εμπλοκή του ως το καλοκαίρι του 1943. Στην προσπάθειά του όμως να οργανώσει αντίσταση στην (ελληνική) Μακεδονία, βρέθηκε αντιμέτωπο με την οργάνωση Υ.Β.Ε. (“Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος”), η οποία μετονομάστηκε στη συνέχεια σε Π.Α.Ο. (“Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωση”).

Το ΕΑΜ κατηγόρησε την οργάνωση αυτή για συνεργασία με τους Γερμανούς. Στα τέλη Οκτωβρίου 1943 κατόρθωσε να εξουδετερώσει τις δυνάμεις του Π.Α.Ο. Επίσης, εξουδετέρωσε και ορισμένες άλλες οργανώσεις μικρότερης “εμβέλειας”.

Στο μεταξύ, στο τέλος Φεβρουαρίου 1943, έφτασε στη γιουγκοσλαβική “Μακεδονία” ο απεσταλμένος του Τίτο, Μαυροβούνιος Σφέτοζαρ Βουκμάνοβιτς γνωστός στο ανταρτικό κίνημα ως “Τέμπο”. Αμέσως, έστειλε επιστολή στα μέλη του “μακεδονικού” τμήματος του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, προτρέποντας να συγκροτηθούν αντάρτικες ομάδες καθώς και προς τα μέλη του “Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού της Μακεδονίας”, ο οποίος μαζί με τους αντίστοιχους στρατούς της υπόλοιπης Γιουγκοσλαβίας και όλων των Βαλκανίων θα αγωνιστεί για την άνευ όρων εθνική απελευθέρωση του μακεδονικού λαού”.

Μετά την αναδιοργάνωση του ανταρτικού κινήματος στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, ο Τέμπο ήρθε σε επαφή με τους Αλβανούς αντάρτες του Εμβέρ Χότζα και στη συνέχεια ήρθε στην Ελλάδα όπου συναντήθηκε με μέλη του Κ.Κ.Ε.

Στόχος του «Τέμπο», ήταν να πείσει τους Έλληνες Κομμουνιστές να αναγνωρίσουν στους Σλαβομακεδόνες το δικαίωμα να οργανώσουν χωριστές αντάρτικες ομάδες, υπό κομμουνιστική ηγεσία. Τα μέλη του Κ.Κ.Ε. συμφώνησαν, έχοντας κάποιες επιφυλάξεις. Έτσι δημιουργήθηκε το SNOF («Σλαβομακεδονικό Απελευθερωτικό Μέτωπο»). Η ίδρυση του SNOF, δεν δημοσιοποιήθηκε παρά αρκετούς μήνες αργότερα. Στη θέση του στρατιωτικού ηγέτη των μονάδων του SNOF, διορίστηκε ένας «Σλαβομακεδόνας», ο Goci ή Goce (Ηλίας Δημάκης), ενώ ένας κομμουνιστής από τη Μακεδονία, ο Ανδρέας Τζήμας, ενεργούσε ως κύριος αξιωματικός σύνδεσμος μεταξύ του SNOF και των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων. Ο ρόλος που διαδραμάτισε το βουλγαρικό ΚΚ στην ίδρυση του SNOF, δεν είναι ξεκάθαρος.
Ο Ανδρέας Τζήμας

Ας δούμε περισσότερες λεπτομέρειες για τον Ηλία Δημάκη της SNOF. 

Γεννήθηκε, πιθανότατα το 1909, στη Φλώρινα ή την Καστοριά. Ήταν αρτεργάτης, επιρρεπής στο κρασί και χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις σε κάποιον τομέα. 

Τον Σεπτέμβριο του 1944, ήταν διοικητής ενός «σλαβομακεδονικού» τάγματος του ΕΛΑΣ, που ενισχύθηκε μυστικά με άνδρες των βουλγαρικών σωμάτων ασφαλείας. Στις 4 Οκτωβρίου 1944, μονάδες του SNOF, υπό την ηγεσία του, κήρυξαν τη Δυτικά Μακεδονία ως ανεξάρτητο κράτος. Το Κ.Κ.Ε. δεν αναγνώρισε την ενέργεια αυτή και ο Δημάκης με 800 άνδρες κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία. 

Στο μεταξύ, οι σχέσεις μεταξύ του ΚΚΕ και του SNOF ήταν τεταμένες, ήδη από την άνοιξη του 1944. Οι ηγέτες του SNOF, στρέφονταν αναζητώντας πολιτικά στελέχη, περισσότερο στο ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, παρά στο ΚΚΕ. Το καλοκαίρι του 1944, μονάδες του SNOF υπό την ηγεσία του Goce συγκρούστηκαν, τουλάχιστον σε τρεις περιπτώσεις με δυνάμεις του ΕΛΑΣ.

Στις 2 Αυγούστου 1944, κατά την 41η  επέτειο από την εξέγερση του Ίλιντεν, πραγματοποιήθηκε στο μοναστήρι Πρόχορ Πτσίνσκι κοντά στο Κουμάναβο, η πρώτη αντιφασιστική συνέλευση της «Μακεδονίας» (ΑΣΝΟΜ), η οποία έβαλε τις βάσεις για την ίδρυση της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» και την ένταξή της στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία.

Στις 5 Σεπτεμβρίου 1944, η ΕΣΣΔ κήρυξε τον πόλεμο στη Βουλγαρία. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1944, αφού ήδη είχε ολοκληρωθεί η αποχώρηση του γερμανικού στρατού από τη Βουλγαρία, η κυβέρνηση της χώρας υπό τον Muraviev, κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1944 ο σοβιετικός στρατός εισήλθε στη Βουλγαρία.

Στο μεταξύ, οι Γερμανοί διέλυσαν την Οχράνα, τα μέλη της οποίας διασκορπίστηκαν. Κάποιοι εντάχθηκαν στον SNOF.

Όπως γράφει ο καθηγητής Σπυρίδων Σφέτας, η ίδρυση του SNOF είχε συζητηθεί τον Ιούλιο – Αύγουστο του 1943, ανάμεσα στον Λεωνίδα Στρίγκο (ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ) και τον πολιτικό επίτροπο του Γενικού Στρατηγείου της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας Cvetko Uzunovski (γνωστό με το ψευδώνυμο Abbas).
Ο Λεωνίδας Στρίγκος

Η «Μακεδονία» του Τίτο, όπως φαίνεται, δεν περιλάμβανε μόνο το γιουγκοσλαβικό τμήμα. Στρατιωτικοί σύνδεσμοι από τη Γιουγκοσλαβία, μπήκαν στην ελληνική Μακεδονία και προπαγάνδιζαν ότι ο «μακεδονικός λαός» στην Ελλάδα, δεν πρέπει να αγωνιστεί για ισοτιμία, όπως υποστηρίζει το ΚΚΕ, αλλά για αυτοδιάθεση και συνένωση, για μια «Λαϊκή δημοκρατία της Μακεδονίας», κατά το γιουγκοσλαβικό πρότυπο.

Ιδιαίτερη δράση, ανέπτυξε ο Πασχάλης Μητρόπουλος, απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με ενέργειες του, τα σλαβόφωνα τμήματα της ΙΧ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ μετονομάστηκαν το 1944 (Μάρτιος), σε ΣΝΟΒ (slavomakedonska narodna osloboditelna vojska – σλαβομακεδονικός λαϊκός απελευθερωτικός στρατός). Τον Μάιο του 1944, η SNOF διαλύθηκε και εντάχθηκε στο ΕΑΜ.

Στις 20 Ιουνίου 1944, ο Ανδρέας Τζήμας ως εκπρόσωπος του ΚΚΕ έφτασε στο στρατηγείο του Τίτο και απέκτησε επαφή με την σοβιετική αποστολή, επικεφαλής της οποίας ήταν ο στρατηγός Korneev.

Σε έκθεσή του προς τον Korneev (29/6/1944), δεν δέχεται τις κατηγορίες που εξαπέλυαν οι Γιουγκοσλάβοι προς το ΚΚΕ και επισημαίνει τον κίνδυνο να «χαθεί» η στήριξη του ελληνικού λαού προς το ΚΚΕ με την επιμονή του Τίτο για την ίδρυση ανεξάρτητης μακεδονικής δημοκρατίας.

Τον Ιούνιο του 1944, η ΚΕ του ΚΚΕ, επέτρεψε την επάνοδο των σλαβόφωνων που είχαν καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία, με τον όρο να κάνουν την αυτοκριτική τους.
Στις 16 Ιουνίου 1944, ιδρύθηκε ξεχωριστό σλαβομακεδονικό τάγμα στην περιοχή Αριδαίας – Έδεσσας στα πλαίσια του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Την πρωτοβουλία για την ίδρυσή του, είχε ο Μάρκος Βαφειάδης, με ενέργειες του οποίου το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ εξέδωσε τη σχετική διαταγή , παρά την αντίθετη άποψη του Μακεδονικού Γραφείου. Η ίδρυση της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» και η ανάδειξη στην ηγεσία της, ατόμων που επιδίωκαν την συνένωση των τριών τμημάτων της Μακεδονίας και την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ανεξαρτησία από την κεντρική γιουγκοσλαβική κυβέρνηση, δημιούργησε νέα δεδομένα.
Ο Μάρκος Βαφειάδης

Θορυβημένο το ΚΚΕ, αποφάσισε να σταματήσει τη στρατολόγηση των Σλαβομακεδόνων (Σερβομακεδόνες είναι ο όρος που χρησιμοποιεί το ΚΚΕ στα έγγραφα της εποχής), Άνδρες του Goce (Ηλία Δημάκη) και το σλαβόφωνο Τάγμα Αριδαίας – Έδεσσας, με δύναμη 545 ανδρών, έφυγαν κρυφά για τη Γιουγκοσλαβία. Από αυτούς, συγκροτήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 1944 στο Μοναστήρι η «Πρώτη Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης», σκοπός της οποίας ήταν η «απελευθέρωση της Μακεδονίας του Αιγαίου».

Διοικητής της ήταν ο Ηλίας Δημάκης (Ilija Dimovsk -Goce), υποδιοικητής ο Ναούμ Πέγιος (Naum Pejor), πολιτικός επίτροπος ο Μιχάλης Κεραμιτζής (Mijailo Keramidziev) και υποεπίτροπος ο Βαγγέλης Αγιάννης (Vangel Ajanovski-Oce). Στα στρατόπεδα του Stip και των Σκοπίων, εισέρρεαν μετανάστες στη Βουλγαρία από την ελληνική Μακεδονία κατά το Μεσοπόλεμο και εμφανιζόμενοι ως Μακεδόνες εθνικιστές, δήλωναν πρόθυμοι να αγωνιστούν για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.

Τα σχέδια αυτά, είχαν τη στήριξη του προέδρου της γιουγκοσλαβικής «Μακεδονίας» Metodija Andonov-Cento και του Γενικού Στρατηγείου της (Apostolski-Uzunovski ). Θορυβημένος ο Τίτο, κάλεσε τον Νοέμβριο του 1944 τον Πασχάλη Μητρόπουλο στο Βελιγράδι, για να του επισημάνει ότι είναι πρόωρο το ζήτημα της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης. Παρά τις οδηγίες του Τίτο, ο Μητρόπουλος προχώρησε στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στη συγκρότηση της «Πολιτικής Επιτροπής της Μακεδονίας του Αιγαίου». Στην Αθήνα, είχαν ξεκινήσει τα Δεκεμβριανά. Η «Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης» ετοιμαζόταν να κατέβει στην Ελλάδα για να πολεμήσει ως «μακεδονικός στρατός» μαζί με τον ΕΛΑΣ εναντίον του Ζέρβα στην Ήπειρο.

Η Αιγαιακή Ταξιαρχία

Ο Ανδρέας Τζήμας, βλέποντας ότι αν η «Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης» ερχόταν στην Ελλάδα, θα καταλάμβανε πόλεις της Μακεδονίας και θα στρεφόταν εναντίον του ΕΛΑΣ, πήγε στο Μοναστήρι (14/12/1944), και δήλωσε ότι η Ταξιαρχία ή θα πρέπει να παραδώσει τον οπλισμό της στον ΕΛΑΣ ή να διαλυθεί και να κατέλθει στην Ελλάδα για να πολεμήσει στο πλευρό του ΕΛΑΣ, εναντίον του Ζέρβα.

Ο Τίτο

Καθοριστική ήταν η παρέμβαση του αρχηγού της βρετανικής αποστολής στη Γιουγκοσλαβία Maclean προς τον Τίτο, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι καμία στρατιωτική δύναμη δεν θα περάσει τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα για να κατέβει στη χώρα μας. Έτσι, η «Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης», διαλύθηκε στις 6 Μαΐου 1945 και εντάχθηκε στον γιουγκοσλαβικό στρατό.

Παράλληλα ο Τίτο, άρχισε να αποκτά τον απόλυτο έλεγχο της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Ανάμεσα στα μέτρα που έλαβε, ήταν και η καταδίκη σε θάνατο όσων δεν επιθυμούσαν την ένταξη στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία, αλλά την ανεξαρτητοποίηση της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Ο πρώτος πρόεδρός της Μ. Α. Cento,  ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς που εκτελέστηκαν.

Επίλογος

Τα αυτονομιστικά κινήματα, των «Σλαβομακεδόνων» της ελληνικής Μακεδονίας, υποδαυλίστηκαν κυρίως από στρατιωτικούς συνδέσμους που δρούσαν στην περιοχή και είχαν πολύ μικρή απήχηση.

Ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, αναφέρονται επίσης στην αυτονομιστική προπαγάνδα των Γιουγκοσλάβων πρακτόρων στη Μακεδονία. Άλλοι (Λ. Στρίγκος, Μ. Βαφειάδης), ρίχνουν ευθύνες στους Βρετανούς, κατηγορώντας τους για ενθάρρυνση αλυτρωτικών βλέψεων των Σλαβομακεδόνων σε βάρος της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας. Πρόκειται όμως μάλλον για απόψεις που πηγάζουν από τις προσωπικές τους προκαταλήψεις για τον ρόλο των Βρετανών.

Ο Άγγλος λοχαγός P.H.Evans, στρατιωτικός σύνδεσμος στη Δυτική Μακεδονία (Μάρτιος – Δεκέμβριος 1944), είναι σαφής, στην απόρρητη έκθεση απολογισμού των δραστηριοτήτων του (1/12/1944), ότι δεν μπορεί να υπάρξει «ανεξάρτητη Μακεδονία» («There can be no independent Macedonia»).

Στη διάρκεια της Κατοχής, το ΚΚΕ έδειξε ευαισθησία στο Μακεδονικό Ζήτημα. Το μεγάλο του λάθος, ήταν η αναγνώριση ύπαρξης «μακεδονικού έθνους». Και όπως γράφει ο Σπυρίδων Σφέτας:

«Η ανώμαλη πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα μετά τη Βάρκιζα και ο εμφύλιος πόλεμος, έφεραν την ηγεσία του ΚΚΕ μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις και κατέστησαν το Μακεδονικό την αχίλλειο πτέρνα του».

Πηγές:
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΣΦΕΤΑΣ, «ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΝΙΑΣ, 2010
ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΜΠΑΡΚΕΡ, «Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΙΣ ΔΙΑΒΑΛΚΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΑ», Εκδόσεις Παρατηρητής, 1996
Β. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, «Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΟΥ ΚΥΚΛΩΝΑ», Αθήνα 1992
ΣΑΡΑΝΤΟΣ Ι. ΚΑΡΓΑΚΟΣ, «ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ», εκδόσεις GUTENBERG, 1992
«ΜΑΚΕΔΟΝΙΣΜΟΣ: Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ 1944-2006», ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, εκδόσεις ΕΦΕΣΟΣ 2007 (διαθέσιμο και στο διαδίκτυο)

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.

Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.

Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή

Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.

Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.

Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.

Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.

Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.

Χρονικό της τραγωδίας

Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.

Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .

Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.

Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.

Ο αριθμός των θυμάτων

Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.

Μετά την καταστροφή

Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:

«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..

Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.

Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.

Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.

Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας

Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.

Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης

Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.

Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.

Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία

Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.

Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.

#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια

Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.

Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.

Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.

Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.

Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές

Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.

Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.

Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».

Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.

Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.

Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.

Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»

Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.

Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.

Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις6 λεπτά πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις36 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Δημοφιλή