Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η πονηρά Αλβιών υπονομεύει την Ελλάδα – Το παρασκήνιο των τελευταίων εξελίξεων

Δημοσιεύτηκε στις

Στόλτενμπεργκ, Ερντογάν, Τζόνσον (φωτ. αρχείου EPA / Facundo Arrizabalaga)
Παντελής Σαββίδης
Αποτελούν βρετανική παράδοση το παρασκήνιο και οι ύπουλες κινήσεις στην διπλωματία. Η ισορροπία δυνάμεων που θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντά του ήταν ο σταθερός γνώμονας της πολιτικής του Λονδίνου.

Σήμερα το Ηνωμένο Βασίλειο, τραυματισμένο, εξέρχεται της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά δεν είναι διατεθειμένο να εγκαταλείψει τις παλιές του συνήθειες.

Αναζητά μια νέα θέση στον κόσμο την οποία πιστεύει πως θα μπορούσε να την πετύχει εφαρμόζοντας παλιές, δοκιμασμένες μεθόδους.

Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι ούτε απομονωμένο ούτε ασχολείται μόνο με το Brexit. Αποτελεί αυτό που οι Αμερικανοί λένε «The elephant in the room». Η αποχώρησή του από την EE δεν θα γίνει αναίμακτα – όπως καμία αποχώρησή του από τις αποικίες που κατέκτησε. Αποτελεί πάγια τακτική του.

Αξιόπιστες πηγές βλέπουν πίσω από τις κινήσεις και τις τελευταίες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης την επιρροή του Λονδίνου. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις σχέσεις Ευρώπης-Τουρκίας και τις σχέσεις Βρυξελλών-Μόσχας. Ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας Ντόμινικ Ράαμπ επισκέφθηκε κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της ελληνοτουρκικής κρίσης την Κωνσταντινούπολη και συναντήθηκε με τον Ερντογάν, ενώ ο αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών, της MI6, Ρίτσαρντ Μουρ, είχε άμεση εμπλοκή στον πόλεμο του Ναγκόρνο Καραμπάχ.

Και η πενταμερής για το Κυπριακό, και η απόφαση για μη κυρώσεις στην Τουρκία έχουν και τη βρετανική συνδρομή. Έχουν διαδραματίσει, επίσης, καταλυτικό ρόλο στη διάβρωση των σχέσεων EE-Ρωσίας, ενώ επιδιώκουν να μην αποκτήσει η Ένωση ενεργειακή αυτονομία.

Πώς τεκμαίρονται όλα αυτά;

Καταρχάς υπάρχει συμφωνία, οτιδήποτε αποφασίζει η EE ως το τέλος του έτους να δεσμεύει και τη Μεγάλη Βρετανία. Από αυτής και μόνο της απόψεως είναι εύλογο η Βρετανία –αν και δεν συμμετέχει στις Συνόδους Κορυφής– να ενδιαφέρεται να επηρεάζει με κάθε τρόπο την πολιτική της Ένωσης, ιδιαιτέρως σε θέματα που την αφορούν. Και τα ελληνοτουρκικά βρίσκονται ψηλά στην ιεράρχηση των ενδιαφερόντων του Λονδίνου. Γενικότερα, ψηλά στη βρετανική ατζέντα βρίσκονται και η Τουρκία και η Ρωσία. Σταθερή επιδίωξη της βρετανικής διπλωματίας είναι να δυσχεράνουν τις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης με Άγκυρα και Μόσχα, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί χώρος που θα αναδείξει το ρόλο του Λονδίνου.

Σταθερά, μεθοδικά και αθόρυβα η βρετανική διπλωματία εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση.

Και ενώ το παρασκήνιο και η ανάλυση αυτή είναι γνωστά στην ελληνική κυβέρνηση, αποτελεί ερώτημα με ποια προσέγγιση η Αθήνα επιδίωξε να επιβληθούν κυρώσεις στην Τουρκία τη στιγμή που δυνάμεις όχι μόνο μέσα στην Ένωση αλλά και εκτός, όπως η Βρετανία, ήταν αντίθετες. Και τα μέσα που διαθέτει η βρετανική διπλωματία είναι αρκετά. Εκτός και αν αλλού στόχευε η Αθήνα.

Καταρχάς, το Λονδίνο επηρεάζει τον ίδιο τον Στόλτενμπεργκ. Στους διπλωματικούς παρατηρητές προκάλεσε εντύπωση η διάσταση απόψεων του Στόλτενμπεργκ ακόμη και με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάικ Πομπέο στις δημόσιες δηλώσεις τους για την Τουρκία. Η έκπληξη της κοινής γνώμης από τις φιλοτουρκικές δηλώσεις Στόλτενμπεργκ ήταν μεγάλη, κυρίως διότι έγιναν σε μια στιγμή που διαφοροποίησαν τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών. Και είναι γνωστό ότι ΝΑΤΟ σημαίνει Αμερική. Φαίνεται πως όχι. ΝΑΤΟ σημαίνει και Βρετανία και Τουρκία επί εποχής Ντόναλντ Τραμπ.

Όπως πληροφορούμαι, η Τουρκία έχει θέσει στο ΝΑΤΟ ακόμη και θέμα να μην παραδίδονται στην EE διαβαθμισμένα έγγραφα του ΝΑΤΟ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος όχι μόνο δεν ενδιαφερόταν για το ΝΑΤΟ, αλλά ήθελε και να το διαλύσει. Όσο λειτουργούσε, το άφησε στην τουρκοβρετανική επιρροή. Ο Στόλτενμπεργκ είναι αυτού του κλίματος. Αφού οι ΗΠΑ δεν ενδιαφέρονταν, το αποκούμπι του ήταν η Βρετανία και δευτερευόντως η Τουρκία.

Η Βρετανία έκανε το παιχνίδι στο παρασκήνιο και η Τουρκία φανερά. Σε αυτό το ΝΑΤΟ παρέπεμψε η Άνγκελα Μέρκελ το θέμα των κυρώσεων και μια σειρά άλλων ζητημάτων που δεν θέλει –και ίσως δεν μπορεί– να διαχειριστεί.

Το Κυπριακό είναι ένα από αυτά.

Η δήλωση Μέρκελ για το ΝΑΤΟ ευνουχίζει τις προσπάθειες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Παρατηρητές επισημαίνουν ότι και στην αρχή της κρίσης με τα Σκόπια, ήδη από το 1991, ενώ η Ελλάδα επιδίωκε μια λύση στο πλαίσιο της Ένωσης, ήταν το Λονδίνο που μεθόδευσε και τελικά πέτυχε την παραπομπή του στον ΟΗΕ.

Σημειωτέον ότι πέραν της επιρροής που έχουν στο ΝΑΤΟ οι δύο αυτές χώρες (Βρετανία-Τουρκία), οποιαδήποτε απόφαση της Συμμαχίας (π.χ. κυρώσεις) απαιτεί ομοφωνία – η οποία είναι αδύνατον να επιτευχθεί. Άρα το οποιοδήποτε παιχνίδι στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ είναι εξ ορισμού χαμένο.

Το δεύτερο μέσο που διέθετε –και συνεχίζει ακόμη να διαθέτει– η Βρετανία για να επηρεάσει την πολιτική της EE, είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Παραδοσιακά οι ευρωπαϊκές δομές οργανώθηκαν και στελεχώθηκαν με τρόπο ώστε η επιρροή του Λονδίνου να είναι καθοριστική. Λέγεται πως στον καταμερισμό εξουσιών οι Γάλλοι πήραν την αγροτική πολιτική και οι Βρετανοί την εξωτερική πολιτική της Ένωσης.

Υπάρχει και ένα τρίτο μέσο. Η παρουσία, τα τελευταία χρόνια, στην αμερικανική προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ που ευνοούσε την αντίληψη των δύο χωρών (Βρετανίας-Τουρκίας) και την πολιτική που ανέπτυσσαν.

Όλα τα παραπάνω δεν είναι άγνωστα στο υπουργείο Εξωτερικών, γι’ αυτό προκαλεί ερώτημα γιατί η κυβέρνηση διακινδύνευσε την απομείωση του κύρους της χώρας θέτοντας θέμα κυρώσεων σε μια εποχή και σε όργανα που δεν επρόκειτο να συμφωνήσουν.

Υπάρχει εξήγηση; Μάλλον ναι.

Καταρχάς, ενώ το θέμα των κυρώσεων είναι κάτι πολύ σημαντικό και περίπλοκο, στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών δεν υπάρχει –από όσο μπόρεσα να πληροφορηθώ– αρμόδια Διεύθυνση. Δεν υπάρχουν δηλαδή άνθρωποι που να ασχολούνται επισταμένως με το θέμα αυτό.

Δεύτερον, οι κυρώσεις δεν μπορεί να είναι ούτε αυτοσκοπός ούτε στρατηγικός στόχος. Είναι μέσο για την επιτυχία ενός στόχου. Το ερώτημα με την ελληνική εξωτερική πολιτική είναι αν υπάρχει σαφώς προσδιορισμένος στόχος σε ό,τι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Τι επιδιώκει η Ελλάδα, και με ποιον τρόπο.

Σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, όπως λένε διπλωματικές πηγές, κυρώσεις επιβάλλει μόνο το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ωστόσο και στη Συνθήκη της Λισαβόνας υπάρχει σχετική αναφορά. Όπως και στις ΗΠΑ έτσι και στην Ευρώπη οι κυρώσεις αποτελούν μέσο προώθησης εξωτερικής πολιτικής.

Η διαδικασία που ακολουθούσε η EE στο θέμα των κυρώσεων ήταν να παίρνει τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και να τις μετατρέπει σε κανονισμό ώστε να τις εφαρμόζουν όλα τα κράτη μέλη. Και αυτό γινόταν με πρωτοβουλία των Βρετανών.

Υπάρχει πάντως νομικός προβληματισμός στην EE για το αν μπορεί να επιβάλλει μόνη η Ένωση κυρώσεις.

Στην Ευρώπη σε θέματα Δικαίου εκείνο που έχει τον τελευταίο λόγο είναι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Αν προσέφευγαν στο ΕΔ πρόσωπα τα οποία υπέστησαν κυρώσεις και το δικαστήριο τα δικαίωνε, η τακτική (με βρετανική προτροπή) ήταν επιβολή νέων κυρώσεων. Τα πρόσωπα έπρεπε να προσφύγουν και πάλι στο δικαστήριο, κ.ο.κ.

Στη Συμφωνία για το Brexit υπάρχει μια αναφορά στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Άμυνας που δεσμεύει μέχρι τέλους του έτους τη Βρετανία. Και το Λονδίνο έχει διαμηνύσει στη Μέρκελ ότι δεν θέλει να δεσμευθεί στο παρά 5΄ με κυρώσεις κατά της Τουρκίας.

Η ανάλυση των ελληνοτουρκικών σχέσεων χωρίς τη βρετανική παράμετρο είναι ελλιπής. Το Λονδίνο ανησύχησε από την προσέγγιση Τουρκίας-Ρωσίας. Μια προσέγγιση που όταν επετεύχθη σε ιστορικές περιόδους είχε αρνητικά αποτελέσματα και για την Ελλάδα. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή.

Βλέποντας ότι το τουρκικό έρεισμά τους απομακρύνεται, οι Βρετανοί ενεργοποίησαν την…

Η συνέχεια στο pontos-news

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις4 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα33 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή