Ακολουθήστε μας

Θαλάσσιος ναρκοπόλεμος και διεθνές δίκαιο

Δημοσιεύτηκε στις

Εισαγωγή-Εφαρμοστέο δίκαιο

Η θαλάσσια νάρκη αποτελεί εξαιρετικά διαδεδομένο ναυτικό όπλο, διαθέσιμο ακόμη και σε ναυτικές δυνάμεις κρατών με χαμηλή οικονομική δυνατότητα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε σε αμφότερους τους Παγκόσμιους Πολέμους, τον Πόλεμο της Κορέας, τον Πόλεμο του Βιετνάμ, τον Πόλεμο Ιράν-Ιράκ (1980-1988), τον Πόλεμο του Κόλπου (2003) και το Λιβυκό Εμφύλιο Πόλεμο (2011). Σε αντίθεση με τις χερσαίες νάρκες, οι οποίες για την πλειοψηφία των μελών της διεθνούς κοινότητας θεωρούνται απαγορευμένο όπλο δυνάμει της Συνθήκης της Οτάβας (1997) περί Απαγόρευσης της Χρήσης, Αποθήκευσης, Παραγωγής και Μεταφοράς Ναρκών κατά Προσωπικού και της Καταστροφής τους, οι θαλάσσιες νάρκες θεωρούνται κατ’ αρχήν νόμιμες και η χρήση τους διέπεται από τη Σύμβαση VIII της Χάγης της 18ης Οκτωβρίου 1907 σχετικά με την Πόντιση Αυτόματων Υποθαλάσσιων Ναρκών Επαφής. Η Σύμβαση VIII θεσπίστηκε μετά το Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο (1904-1905), περιλαμβάνει μόλις πέντε διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και αποτελεί προϊόν συμβιβασμού ανάμεσα στην προστασία των διεθνών εμπορικών συμφερόντων, την επίτευξη επιχειρησιακών επιδιώξεων και την υπηρέτηση ανθρωπιστικών σκοπών. Η Σύμβαση αποτελεί πλέον εθιμικό δίκαιο και δεσμεύει όλα τα κράτη, ανεξάρτητα αν την έχουν κυρώσει ή όχι. Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα και την Τουρκία, οι οποίες ήταν συμβαλλόμενα μέρη, αλλά δεν έχουν κυρώσει τη Σύμβαση VIII. Η Τουρκία κατέθεσε επιφυλάξεις, μεταξύ άλλων σχετικά με την προστασία του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου.

Η Σύμβαση VIII αποτελεί μέρος του δικαίου προσφυγής στη χρήση βίας (ius ad bellum). Αντίθετα, δίκαιο σχετικό ειδικά με τη χρήση ναρκών κατά τη διάρκεια ένοπλης σύρραξης (ius in bello) δεν υφίσταται. Για το λόγο αυτό εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου (ΔΑΔ), που αποτελείται από τις τέσσερις Συμβάσεις της Γενεύης του 1949 και τα Πρόσθετα Πρωτόκολλα του 1977, ανάμεσα στα οποία κρίσιμη είναι εν προκειμένω η Δεύτερη Σύμβαση της Γενεύης για τη βελτίωση της τύχης των τραυματιών, ασθενών και ναυαγών μελών των ενόπλων δυνάμεων στη θάλασσα και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο για την προστασία των θυμάτων διεθνών ενόπλων συρράξεων, το οποίο, κατά μία άποψη, εφαρμόζεται και στον κατά θάλασσα πόλεμο. Το ΔΑΔ διατρέχουν τέσσερις βασικές αρχές, οι οποίες είναι: 1) Η αρχή της διάκρισης (μεταξύ στρατιωτικών στόχων και αμάχων). 2) Η αρχή της αναλογικότητας (μεταξύ των απωλειών σε αμάχους και του αναμενόμενου άμεσου στρατιωτικού πλεονεκτήματος), 3) Η αρχή της στρατιωτικής αναγκαιότητας (των όπλων που θεωρούνται απαραίτητα για την κατά το δυνατόν ταχύτερη παράδοση του εχθρού) και 4) Η αρχή του ανθρωπισμού (απαγόρευσης πρόκλησης περιττών τραυμάτων και μη απαραίτητου πόνου). Η εφαρμογή της τελευταίας στο ναυτικό πόλεμο είναι περιορισμένη, επειδή αυτός εστιάζεται κυρίως στην εξουδετέρωση αντικειμένων και φορέων και πολύ λιγότερο μαχητών.

Τέλος, εθιμικό δίκαιο κωδικοποιεί και το Εγχειρίδιο του Κατά Θάλασσα Πολέμου, το οποίο καταρτίσθηκε από το Διεθνές Ινστιτούτο Ανθρωπιστικού Δικαίου του Σαν Ρέμο το 1994 για να καλύψει τα συμβατικά κενά στον κατά θάλασσα πόλεμο και να ενσωματώσει τις σχετικές διατάξεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) του 1982. Έκτοτε έχει μεταφερθεί στα στρατιωτικών εγχειρίδια των περισσότερων κρατών και διδάσκεται στις ένοπλες δυνάμεις. Το Εγχειρίδιο του Σαν Ρέμο κωδικοποιεί τέσσερις αρχές που προκύπτουν από τη Σύμβαση VIII και το εθιμικό διεθνές δίκαιο: Αυτές είναι: 1) Η χρήση ναρκών αποκλειστικά για την επιδίωξη νόμιμου στρατιωτικού σκοπού. 2) Η δυνατότητα των εμπολέμων να διατηρούν τον έλεγχο των ναρκών που έχουν ποντίσει και τη δυνατότητα αδρανοποίησής τους. 3) Η γνωστοποίηση των ναρκοπεδίων και 4) Η καταγραφή της θέσης των ναρκοπεδίων για την εκκαθάρισή τους μετά το τέλος των επιχειρήσεων.

Ναρκοθέτηση σε περίοδο ειρήνης

Η UNCLOS δεν περιέχει ειδικότερες διατάξεις για το ναρκοπόλεμο, με οποιαδήποτε μορφή του. Γίνεται απολύτως δεκτό ότι το παράκτιο κράτος έχει δικαίωμα ναρκοθέτησης στα εσωτερικά ύδατα, τη χωρική θάλασσα και τα αρχιπελαγικά ύδατα, όμως το δικαίωμά του αυτό του περιορίζεται από το δικαίωμα της αβλαβούς διέλευσης από τη χωρική θάλασσα και τα αρχιπελαγικά ύδατα, το οποίο ασκούν τα πλοία τρίτων κρατών. Η UNCLOS προβλέπει (άρθρ. 25 παρ. 3) ότι το παράκτιο κράτος μπορεί, χωρίς να προβαίνει σε τυπικές ή ουσιαστικές διακρίσεις μεταξύ των πλοίων τρίτων κρατών, να αναστέλλει προσωρινά, εντός καθορισμένων περιοχών της χωρικής θάλασσας, την αβλαβή διέλευση των ξένων πλοίων, αν αυτό είναι απαραίτητο για την προστασία της ασφάλειάς του, όμως η αναστολή αυτή έχει νομική ισχύ μόνο μετά την προσήκουσα δημοσίευσή της. Επομένως τυχόν μη γνωστοποιημένη ναρκοθέτηση της χωρικής θάλασσας του παράκτιου κράτους συνιστά παραβίαση διεθνούς υποχρέωσής του. Μετά τη λήξη της περιόδου αναστολής, επιβάλλεται η περισυλλογή ή η αδρανοποίηση των ποντισμένων ναρκών. Τέλος, επειδή σκοπός της διάταξης του άρθρ. 25 παρ. 3 είναι η αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος αβλαβούς διέλευσης, υποστηρίζεται ότι δεν απαιτείται προηγούμενη γνωστοποίηση για την πόντιση ελεγχόμενων ναρκών. Οι ελεγχόμενες νάρκες ενεργοποιούνται κατ’ επιλογήν από την ξηρά, γεγονός που τους προσδίδει τα πλεονεκτήματα της πόντισης ήδη από τον καιρό της ειρήνης και της πλήρους ασφάλειας για τα φιλικά πλοία (για την τυπολογία των θαλάσσιων ναρκών δείτε εδώ). Είναι όμως αυτονόητο ότι σε καιρό ειρήνης δεν επιτρέπεται η ναρκοθέτηση των εσωτερικών υδάτων, της χωρικής θάλασσας και των αρχιπελαγικών υδάτων άλλου κράτους, χωρίς τη συναίνεσή του, καθώς αυτό θα συνιστούσε χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητάς του, η οποία απαγορεύεται από το άρθρ. 2 παρ. 4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και ένοπλη επίθεση, η οποία είναι δεκτική ατομικής και συλλογικής νόμιμης άμυνας κατά το άρθρ. 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Επίσης απαγορεύεται η ναρκοθέτηση σε διεθνή ύδατα, στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας και αρχιπελαγικούς θαλάσσιους διαδρόμους σε καιρό ειρήνης. Η απαγόρευση αυτή συνάγεται από την ελευθερία της ανοικτής θάλασσας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρ. 87 της UNCLOS, από το δικαίωμα πλου διέλευσης από στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας, που αναγνωρίζεται στο άρθρ. 38 και από το δικαίωμα αβλαβούς διέλευσης μέσα από τα αρχιπελαγικά ύδατα, που προβλέπεται στο άρθρ. 52 της Σύμβασης. Ανάλογη απαγόρευση συνάγεται από το άρθρ. 58 της UNCLOS για την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) των τρίτων κρατών. Εντούτοις, οι ΗΠΑ υποστηρίζουν ότι επιτρέπεται η ναρκοθέτηση σε διεθνή ύδατα πριν τυχόν ένοπλη σύρραξη, με βάση το δικαίωμα της ατομικής και συλλογικής νόμιμης άμυνας, όμως στην περίπτωση αυτή απαιτείται προηγούμενη γνωστοποίηση σχετικά με την ευρύτερη θέση του ναρκοπεδίου και διαρκής παρουσία με σκοπό την αποτροπή της πρόκλησης κινδύνου για τα παραπλέοντα πλοία. Στην περίπτωση που η παράνομη ναρκοθέτηση προκάλεσε βλάβη στη ναυσιπλοΐα, στοιχειοθετείται διεθνώς άδικη ενέργεια του κράτους που προέβη σ’ αυτήν, με συνέπεια τούτο να υπέχει διεθνή ευθύνη και να γεννάται υποχρέωσή του να καταβάλει αποζημίωση. Επιπλέον είναι νοητή η λήψη αντιμέτρων από το βλαπτόμενο κράτος, με σκοπό τον εξαναγκασμό του ενεχόμενου κράτους σε συμμόρφωση με τις διεθνείς υποχρεώσεις του. Πάντως τα αντίμετρα δεν επηρεάζουν τις υποχρεώσεις του βλαπτόμενου κράτους να απέχει από τη χρήση βίας, να προστατεύει τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και να εφαρμόζει επιτακτικές διατάξεις του γενικού διεθνούς δικαίου (άρθρ. 50 της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ περί ευθύνης των Κρατών από διεθνώς άδικες ενέργειες). Τέλος, κατά μία άποψη, ανάλογα με την έκταση και τη βαρύτητα της βλάβης που προκλήθηκε, είναι δυνατή η στοιχειοθέτηση ένοπλης επίθεσης, εκδοχή που πάντως δεν υιοθετήθηκε από το Διεθνές Δικαστήριο στην υπόθεση που αφορούσε τις Πλατφόρμες Πετρελαίου (Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν κατά ΗΠΑ (ICJ Reports 2003, p. 161).

Ναρκοθέτηση κατά τη διάρκεια διεθνούς ένοπλης σύρραξης

Οι διατάξεις που αναφέρθηκαν εξακολουθούν να εφαρμόζονται σε περίπτωση διεθνούς ένοπλης σύρραξης, τόσο από τα μη συμμετέχοντα σ’ αυτήν κράτη, όσο και από τα συμμετέχοντα έναντι των πρώτων. Η εφαρμογή της Σύμβασης VIII της Χάγης περιορίζεται στις αυτόματες νάρκες επαφής, οι οποίες όμως εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται από μεγάλο αριθμό ναυτικών δυνάμεων. Η χρήση των υπόλοιπων τύπων ναρκών, στους οποίους κυρίαρχη θέση κατέχουν οι νάρκες επίδρασης, ρυθμίζεται από τους κανόνες του ΔΑΔ. Η Σύμβαση VIII διακρίνει ανάμεσα σε αγκυροβολημένες και μη νάρκες και επιτάσσει (άρθρ. 1 παρ. 1) οι τελευταίες να καθίστανται αβλαβείς εντός μίας ώρας από την πόντισή τους, ενώ απαγορεύει και τις αγκυροβολημένες νάρκες που δεν καθίστανται αβλαβείς αμέσως μετά την απελευθέρωσή τους από το μηχανισμό αγκυροβολίας. Οι διατάξεις αυτές συνιστούν κωδικοποίηση της αρχής της διάκρισης μεταξύ των στρατιωτικών στόχων και των αμάχων, η οποία γενικότερα διατρέχει το ΔΑΔ και ειδικότερα προβλέπεται στα άρθρα 48 και 51 παρ. 4 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, ενώ επιπλέον κωδικοποιείται στις παρ. 83 και 84 του Εγχειριδίου του Σαν Ρέμο. Για τον ίδιο λόγο η Σύμβαση VIII (άρθρ. 3) επιτάσσει τα εμπόλεμα μέρη να καταβάλουν κάθε προσπάθεια ώστε να καθιστούν τις νάρκες αγκυροβολίας αβλαβείς εντός περιορισμένου χρόνου και, σε περίπτωση που παύουν να επιτηρούνται, να γνωστοποιούν τις επικίνδυνες ζώνες τόσο προς τις πλοιοκτήτριες εταιρίες, όσο και προς τις κυβερνήσεις μέσω της διπλωματικής οδού, στο συντομότερο χρόνο που επιτρέπουν οι επιχειρησιακές απαιτήσεις. Η γνωστοποίηση αυτή δεν απαιτείται προκειμένου για νάρκες με ικανότητα διάκρισης στόχων, των οποίων όμως επιβάλλεται ο προγραμματισμός ώστε να στοχεύουν αποκλειστικά στρατιωτικούς στόχους. Επομένως συνάγεται το γενικότερο συμπέρασμα ότι η χρήση ναρκών κατά πολεμικών πλοίων είναι γενικά νόμιμη, σε αντίθεση με την προσβολή εμπορικών πλοίων ή πολεμικών που απολαύουν προστασίας, όπως για παράδειγμα των νοσοκομειακών πλοίων. Είναι προφανές ότι τα προβλήματα περιπλέκονται ενδεικτικά στην περίπτωση πλοίων που μεταφέρουν στρατιωτικό προσωπικό και αμάχους (πχ μετά από εκκένωση), με συνέπεια να καθίστανται δυσεφάρμοστες οι αρχές της διάκρισης και της αναλογικότητας.

Κατά τη διάρκεια διεθνούς ένοπλης σύρραξης επιτρέπεται η ναρκοθέτηση της γενικής περιοχής των ναυτικών επιχειρήσεων, δηλαδή του εδάφους των συμμετεχόντων κρατών στο οποίο έχουν πρόσβαση οι ναυτικές δυνάμεις τους, των εσωτερικών υδάτων, της χωρικής θάλασσας και των αρχιπελαγικών υδάτων τους, καθώς και της ΑΟΖ τους και της ανοικτής θάλασσας. Επίσης επιτρέπεται η χρήση γι’ αυτόν το σκοπό του υπερκείμενου των εν λόγω ζωνών εναέριου χώρου. Συνεπώς απαγορεύεται η ναρκοθέτηση των αντίστοιχων ζωνών που ανήκουν στην κυριαρχία κρατών που δε μετέχουν στη σύρραξη. Βεβαίως η ναρκοθέτηση σε καιρό σύρραξης απαιτεί την επίτευξη συμβιβασμού ανάμεσα στους αντικειμενικούς σκοπούς των ναυτικών επιχειρήσεων και στα δικαιώματα διέλευσης των πλοίων τρίτων κρατών. Αυτό σημαίνει ότι η ναρκοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών του αντιπάλου δεν μπορεί να διεξάγεται κατά τρόπο απεριόριστο: Δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε, οι νάρκες επιτρέπεται να πλήττουν μόνο στρατιωτικούς στόχους, η ναρκοθέτηση με αποκλειστικό στόχο τη διακοπή της εμπορικής ναυτιλίας του δεν είναι νόμιμη (άρθρ. 2 της Σύμβασης VIII). Στην περίπτωση αυτή παραβιάζεται και η αρχή της στρατιωτικής αναγκαιότητας. Επίσης η ναρκοθέτηση της ανοικτής θάλασσας επιβάλλεται να διεξάγεται σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρ. 87 παρ. 2 της UNCLOS, δηλαδή λαμβάνοντας προσηκόντως υπ’ όψη τα συμφέροντα των άλλων κρατών κατά την άσκηση της ελευθερίας της ανοικτής θάλασσας, καθώς επίσης και τα δικαιώματα που παρέχονται από τη Σύμβαση σχετικά με τις δραστηριότητες εντός της περιοχής. Αναφορικά με την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα ουδέτερων κρατών, η ναρκοθέτηση επιτρέπεται, όμως πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη τα κυριαρχικά δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων τους, όπως αναγνωρίζεται στα άρθρα 56 και 77 της UNCLOS. Τα κράτη που είναι ουδέτερα στη διεθνή ένοπλη σύρραξη επιτρέπεται να προβούν σε ναρκοθέτηση, με τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τα εμπόλεμα μέρη και με την υποχρέωση να γνωστοποιούν τις επικίνδυνες ζώνες τόσο προς τις πλοιοκτήτριες εταιρίες, όσο και προς τις κυβερνήσεις μέσω της διπλωματικής οδού, η παραβίαση της οποίας στοιχειοθετεί διεθνή ευθύνη τους (άρθρ. 4 της Σύμβασης VIII). Τέλος αμφισβητείται το δικαίωμα του παράκτιου κράτους να αναστείλει μέσω ναρκοθέτησης το δικαίωμα διέλευσης των πλοίων τρίτων κρατών από στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας. Η θέση των ΗΠΑ είναι ότι επιτρέπεται η ναρκοθέτηση προκειμένου να διοχετευθούν πλοία ουδέτερων κρατών σε συγκεκριμένη διαδρομή, όχι όμως κατά τρόπο που αποκλείει εντελώς το δικαίωμα διέλευσής τους από στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας ή αρχιπελαγικούς θαλάσσιους διαδρόμους, ενώ άλλα κράτη, όπως η Γερμανία, υποστηρίζουν ότι η αναστολή της διέλευσης από στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας επιτρέπεται μόνο εφ’ όσον παρέχονται εναλλακτικές διαδρομές συγκρίσιμης ευκολίας.

Επιχειρήσεις Αντιμέτρων Ναρκών σε περίοδο ειρήνης

Η κύρια διάκριση των επιχειρήσεων Αντιμέτρων Ναρκών (MCM) είναι αυτή μεταξύ ναρκοθηρίας και ναρκαλιείας. Η ναρκοθηρία είναι αποτελεσματική εναντίον όλων των τύπων ναρκών και περιλαμβάνει πέντε στάδια: ανίχνευση, ταξινόμηση, εντοπισμό, αναγνώριση και εξουδετέρωση της νάρκης. Η ναρκαλιεία περιλαμβάνει τη ρυμούλκηση μηχανικών γρίπων ή γρίπων επίδρασης, με σκοπό αντίστοιχα τη βλάβη ή καταστροφή του μηχανισμού αγκυροβολίας ή τη μίμηση του μαγνητικού, ηλεκτρικού, ακουστικού, σεισμικού ή πιεστικού ίχνους ενός πλοίου, με σκοπό την ενεργοποίηση του σχετικού μηχανισμού επίδρασης. Σε καιρό ειρήνης επιτρέπεται η διεξαγωγή επιχειρήσεων MCM στην ανοικτή θάλασσα, με σκοπό την προστασία της ελευθερίας ναυσιπλοΐας. Με το πέρας διεθνούς ένοπλης σύρραξης, κάθε εμπλεκόμενο μέρος οφείλει να προβεί στην ανέλκυση ή εξουδετέρωση των ναρκών που πόντισε στη χωρική θάλασσά του ή στην ανοικτή θάλασσα (άρθρ. 5 της Σύμβασης VIII). Η εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής προϋποθέτει την καταγραφή και χαρτογράφηση των ναρκοπεδίων, στην οποία οφείλουν ούτως ή άλλως να προβούν εξ αιτίας της υποχρέωσής τους να γνωστοποιούν την ευρύτερη θέση τους στα αμέτοχα στη σύρραξη κράτη. Είναι αυτονόητο ότι η διεξαγωγή επιχειρήσεων MCM στη χωρική θάλασσα του πρώην αντιπάλου επιτρέπεται μόνο με τη συναίνεσή του, διαφορετικά παραβιάζεται η εδαφική ακεραιότητά του. Επίσης επιτρέπεται σε οποιοδήποτε κράτος η διεξαγωγή επιχειρήσεων MCM σε αρχιπελαγικούς θαλάσσιους διαδρόμους και στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας, με σκοπό την προστασία της ελευθερίας ναυσιπλοΐας, αν και υφίσταται αμφισβήτηση σχετικά με τη διεξαγωγή τους κατά ελεγχόμενων ναρκών. Η μεγαλύτερη όμως αμφισβήτηση ανέκυψε στην περίπτωση επιχειρήσεων MCM σε στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας που αλληλεπικαλύπτεται με τη χωρική θάλασσα στην οποία το παράκτιο κράτος έχει προβεί σε ναρκοθέτηση: Αυτή είναι η περίπτωση της διάσημης απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου για το Στενό της Κέρκυρας (Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας κατά Αλβανίας), η οποία εκδόθηκε στις 9 Απριλίου 1949 και ήταν μάλιστα η πρώτη στην ιστορία του δικαιοδοτικού οργάνου των Ηνωμένων Εθνών.

Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έχουν ως εξής: Στις 15 Μαΐου 1946 το επάκτιο πυροβολικό της Αλβανίας άνοιξε πυρ κατά των καταδρομικών HMS ORION (85) κλάσης Leander και HMS MINOTAUR (25) της ομώνυμης κλάσης του βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού (RN), ενώ αυτά διέρχονταν από το Στενό της Κέρκυρας. Το Ηνωμένο Βασίλειο διαμαρτυρήθηκε υποστηρίζοντας ότι τα εμπορικά και πολεμικά πλοία έχουν το δικαίωμα της αβλαβούς διέλευσης από στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας, ενώ η Αλβανία απάντησε ότι κανένα πλοίο δεν έχει δικαίωμα διέλευσης από τη χωρική θάλασσά της χωρίς την (προηγούμενη) συναίνεσή της. Στις 2 Αυγούστου το Ηνωμένο Βασίλειο δήλωσε ότι αν στο μέλλον πολεμικά πλοία του δέχονταν πυρ ενώ διέρχονταν από το Στενό της Κέρκυρας, θα ανταπέδιδαν. Ακολούθως, στις 21 Σεπτεμβρίου το βρετανικό Ναυαρχείο απέστειλε στο Διοικητή των Δυνάμεων Μεσογείου του RN το ακόλουθο μήνυμα: «Η εγκαθίδρυση διπλωματικών σχέσεων με την Αλβανία επανεξετάζεται από την Κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας, η οποία επιθυμεί να γνωρίζει εάν η Αλβανική Κυβέρνηση έχει μάθει να συμπεριφέρεται. Επιθυμούμε πληροφόρηση εάν πλοία υπό τη διοίκησή σας έχουν διαπλεύσει το Βόρειο Στενό της Κέρκυρας από τον Αύγουστο και, σε αρνητική περίπτωση, εάν πρόκειται να τα διατάξετε να το πράξουν προσεχώς». Στις 22 Οκτωβρίου το καταδρομικό HMS MAURITIUS (80) κλάσης Fiji της της 1ης Μοίρας Καταδρομικών του RN εισήλθε με βόρεια πορεία στο Βόρειο Στενό της Κέρκυρας, συνοδευόμενο από το αντιτορπιλικό HMS SAUMAREZ (G12) κλάσης S και ακολουθούμενο από το καταδρομικό HMS LEANDER (75) της ομώνυμης κλάσης και της ίδιας Μοίρας, το οποίο συνοδευόταν από το αντιτορπιλικό HMS VOLAGE (R41) κλάσης V του RN. Στις 14:53 το SAUMAREZ προσέκρουσε σε νάρκη με συνέπεια την εκδήλωση πυρκαγιάς και διαρροής στο πρόσθιο τμήμα του, ενώ το ίδιο συνέβη στις 16:31 με το VOLAGE, το οποίο είχε σπεύσει να το ρυμουλκήσει και με συνέπεια την πλήρη αποκοπή της πλώρης του εμπρός από τον πύργο δύο πυροβόλων QF Mk XII διαμετρήματος 120mm. Το αποτέλεσμα των δύο εκρήξεων ήταν να χάσουν τη ζωή τους 45 μέλη του πληρώματος των δύο αντιτορπιλικών, ενώ ακόμη 42 τραυματίσθηκαν. Ο Πορθμός της Κέρκυρας θεωρούταν ασφαλής από νάρκες, καθώς εκεί είχαν πραγματοποιηθεί επιχειρήσεις ναρκαλιείας κατά τα έτη 1944 και 1945.

Κατόπιν τούτων, το Ηνωμένο Βασίλειο απέστειλε διακοίνωση προς τα Τίρανα, με την οποία ανακοίνωσε την πρόθεσή του να προβεί σε επιχείρηση ναρκαλιείας στον Πορθμό της Κέρκυρας. Η Αλβανία απάντησε ότι θα παρείχε τη συναίνεσή της μόνο αν η επιχείρηση πραγματοποιούταν εκτός της χωρικής θάλασσάς της και ότι διαφορετική εκδοχή θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση της κυριαρχίας της. Στις 12 και 13 Νοεμβρίου 1946 ναρκαλιευτικά του RN εκτέλεσαν επιχείρηση ναρκαλιείας εντός της χωρικής θάλασσας της Αλβανίας και εντός του διαύλου που είχε παλαιότερα ελεγχθεί, με αποτέλεσμα την περισυλλογή 22 ναρκών αγκυροβολίας επαφής, τύπου EMC, γερμανικής προέλευσης (GY κατά τη βρετανική ταξινόμηση). Παράλληλα, μετά από βρετανικό αίτημα, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών εξέδωσε Ψήφισμα στις 9 Απριλίου 1947, συστήνοντας την παραπομπή της διαφοράς μεταξύ των δύο κρατών στο Διεθνές Δικαστήριο. Το Ηνωμένο Βασίλειο κατέθεσε προσφυγή ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, κατά της οποίας η Αλβανία προέβαλε ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας, η οποία απορρίφθηκε με προδικαστική απόφαση του δικαστηρίου στις 25 Μαρτίου 1948. Την ίδια ημέρα τα δύο κράτη συνυπέγραψαν συνυποσχετικό, με τα ακόλουθα ερωτήματα: 1) Ευθύνεται η Αλβανία κατά το διεθνές δίκαιο για τις εκρήξεις που έλαβαν χώρα στις 22 Οκτωβρίου 1946 στα αλβανικά ύδατα και για τη ζημία και την απώλεια ανθρώπινης ζωής που προκλήθηκε απ’ αυτές και υπέχει υποχρέωση να καταβάλει αποζημίωση; 2) Παραβίασε το Ηνωμένο Βασίλειο κατά το διεθνές δίκαιο την κυριαρχία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας μέσω των ενεργειών του Βασιλικού Ναυτικού στα αλβανικά ύδατα στις 22 Οκτωβρίου και στις 12 και 13 Νοεμβρίου 1946 και υπέχει υποχρέωση να παράσχει ικανοποίηση;

Με την απόφασή του της 9ης Απριλίου 1949 (ICJ Reports 1949, p. 4), το Διεθνές Δικαστήριο αποφάσισε τα εξής: Ως προς το πρώτο ερώτημα, κρίθηκε, με πλειοψηφία 11 ψήφων έναντι 6, ότι η ναρκοθέτηση της χωρικής θάλασσας της Αλβανίας δεν μπορούσε να έχει λάβει χώρα χωρίς τη γνώση της. Και αυτό επειδή η Αλβανία διαμαρτυρήθηκε έντονα για το διάπλου της από τα βρετανικά πλοία, όχι όμως από τυχόν άλλη ναυτική δύναμη, η οποία θα μπορούσε να έχει προβεί στη ναρκοθέτηση του Στενού, καθώς αυτό επιτηρείται ευχερώς, δεδομένου ότι μία από τις νάρκες ανευρέθηκε σε απόσταση μόλις 500m από την αλβανική ακτή. Με δεδομένη τη γνώση αυτή, η Αλβανία υπείχε την υποχρέωση να γνωστοποιήσει την πόντιση ναρκών προς τα παραπλέοντα πλοία, μεταξύ των οποίων και αυτά που ανήκαν στην 1η Μοίρα Καταδρομικών του RN, καθώς και το γεγονός ότι ήταν εκτεθειμένα σε κίνδυνο. Η παράλειψή της να εκπληρώσει την υποχρέωσή της αυτή στοιχειοθετούσε διεθνή ευθύνη της. Με μεταγενέστερη απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1949, η Αλβανία υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση 844.000 λίρες στερλίνες.

 

Αναφορικά με το δεύτερο ερώτημα, το Διεθνές Δικαστήριο έκρινε ότι το Στενό της Κέρκυρας αποτελεί στενό διεθνούς ναυσιπλοΐας, αν και δευτερεύουσας σημασίας, από το οποίο τα πολεμικά πλοία έχουν το δικαίωμα της αβλαβούς διέλευσης. Επίσης έκρινε ότι η διέλευση των πλοίων του RN στις 22ης Οκτωβρίου ήταν αβλαβής ως προς τόσο το σκοπό, όσο και την εκτέλεσή της, επειδή πραγματοποιήθηκε για την επιβεβαίωση της άσκησης εντός δικαιώματος που η Αλβανία είχε παράνομα αρνηθεί στις 15 Μαΐου. Κατ’ ακολουθία, το Διεθνές Δικαστήριο έκρινε με πλειοψηφία 14 ψήφων έναντι 2 ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν παραβίασε την κυριαρχία της Αλβανίας στις 22 Οκτωβρίου. Εντούτοις, η κρίση του ήταν ομόφωνα αντίθετη ως προς την επιχείρηση ναρκαλιείας στις 12-13 Νοεμβρίου, επειδή αυτή εκτελέσθηκε αντίθετα προς τη βούληση της κυβέρνησης της Αλβανίας και των διεθνών οργανώσεων για την εκκαθάριση ναρκών και δε συνιστούσε αβλαβή διέλευση κατά την έννοια του διεθνούς δικαίου, ούτε περίπτωση αυτοπροστασίας ή αυτοβοήθειας (self-help), που άλλωστε υποχωρεί έναντι της υποχρέωσης σεβασμού της εδαφικής κυριαρχίας, η οποία αποτελεί το θεμέλιο των διεθνών σχέσεων.

 

Επισημαίνεται ότι το δικαίωμα της αβλαβούς διέλευσης από στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας, το οποίο αναγνώρισε το 1949 το Διεθνές Δικαστήριο, έχει πλέον αντικατασταθεί από το δικαίωμα πλου διέλευσης που θεσπίσθηκε με την UNCLOS και το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δεν αναστέλλεται στην περίπτωση που δεν παρέχεται εναλλακτική διαδρομή συγκρίσιμης ευκολίας. Αυτό παρέχει επιχείρημα υπέρ της άποψης ότι τρίτα κράτη έχουν το δικαίωμα να εκτελέσουν επιχείρηση MCM σε στενό διεθνούς ναυσιπλοΐας που αλληλεπικαλύπτεται με τη χωρική θάλασσα του παράκτιου κράτους. Αντίθετα, όταν παρέχεται εναλλακτική διαδρομή, η ναρκοθέτηση του στενού διεθνούς ναυσιπλοΐας δεν παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, υπό την προϋπόθεση ότι το παράκτιο κράτος εκπληρώνει την υποχρέωση γνωστοποίησης προς τα παραπλέοντα πλοία του κινδύνου έκθεσής τους σε ενεργό ναρκοπέδιο.

Επιχειρήσεις Αντιμέτρων Ναρκών κατά τη διάρκεια διεθνούς ένοπλης σύρραξης

Κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων, η εφαρμογή των ρυθμίσεων αποσκοπεί στον αποδεκτό συγκερασμό ανάμεσα στις επιχειρησιακές επιδιώξεις των εμπολέμων μερών και στο δικαίωμα των ουδέτερων κρατών να εκτελούν επιχειρήσεις MCM. Δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε, επιτρέπεται η ναρκοθέτηση της ανοικτής θάλασσας κατά τη διάρκεια διεθνούς ένοπλης σύρραξης, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η εκτέλεση επιχειρήσεων MCM συνεπάγεται παραβίαση της ουδετερότητάς τους. Ειδικότερα, η εκτέλεση των συγκεκριμένων επιχειρήσεων κατά λογική αναγκαιότητα παρέχει επιχειρησιακή ωφέλεια στο αντίπαλο κράτος εκείνου που προβαίνει στη ναρκοθέτηση, επομένως ο σκοπός τους πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στην προστασία της ελευθερίας ναυσιπλοΐας. Στην περίπτωση που η ναρκοθέτηση στην ανοικτή θάλασσα αντίκειται στο διεθνές δίκαιο, η πρακτική των κρατών υποδεικνύει ότι η διενέργεια επιχείρησης MCM με αυτόν το σκοπό δεν περιορίζει υπερβολικά τη ελευθερία των εμπολέμων κρατών να διεξάγουν επιχειρήσεις. Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα στην περίπτωση πόντισης ναρκών που δε στοχεύουν αποκλειστικά στρατιωτικούς στόχους, μη αγκυροβολημένων ναρκών που δεν καθίστανται αβλαβείς εντός μίας ώρας από την πόντισή τους ή αγκυροβολημένων ναρκών που δεν καθίσταται αβλαβείς αμέσως μετά την απελευθέρωσή τους από το μηχανισμό αγκυροβολίας. Πρόσθετη αιτιολόγηση της διενέργειας των επιχειρήσεων MCM αποτελεί η ατομική και συλλογική νόμιμης άμυνας κατά το άρθρ. 51 του Χάρτη. Τέλος, η διενέργεια επιχειρήσεων MCM στη χωρική θάλασσα εμπόλεμου κράτους υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς όπως και σε καιρό ειρήνης, επομένως η νομιμότητά της αμφισβητείται όταν η χωρική θάλασσα αλληλεπικαλύπτεται με στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας.

Πηγή: marsecstrat.com

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

GEOPOLITICO

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ και εξετάζει τη σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το LNG και τον Κάθετο Διάδρομο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Τις εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τον ανταγωνισμό για τη διακίνηση φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την ενίσχυση της συνεργασίας με την Ινδία ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News». Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ανάγκη η Αθήνα να προχωρήσει τους ενεργειακούς και αμυντικούς σχεδιασμούς της, απέναντι στην προσπάθεια της Άγκυρας να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο.

Κεντρικό θέμα αποτέλεσε η πληροφορία που μετέφερε ο παρουσιαστής για την υποβολή αιτήματος από τη Nexans προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή, η εισήγηση προς τον υπουργό Εξωτερικών και, μετά την έγκριση, η προώθησή του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την έκδοση της σχετικής αναγγελίας. Ο ίδιος τοποθέτησε τις πιθανές εξελίξεις στα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου, επικαλούμενος πληροφορίες από πηγές του.

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε επίσης ότι, βάσει της ενημέρωσης που διαθέτει, δεν έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα αδειοδότησης προς την Τουρκία. Περιέγραψε ως διαφορετικό ζήτημα την ενημέρωση των χωρών της περιοχής για τις εργασίες και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, χωρίς να αφήσει περιθώριο επιβολής τουρκικών απαιτήσεων.

Η ενεργειακή σύγκρουση πίσω από τη διπλωματία

Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην αναφερόμενη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και στον τρόπο με τον οποίο την παρουσίασαν τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

Ο παρουσιαστής μετέφερε δημοσιεύματα της Hürriyet και του Haber Global, επισημαίνοντας ότι επιχειρούν να συνδέσουν την εξέλιξη με ενδεχόμενη υποβάθμιση της Ελλάδας και αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή αποτελεί τουρκική ανάγνωση και δεν αποδεικνύει από μόνη της μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής.

Στη δική του ανάλυση, το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται στον ανταγωνισμό για το LNG και στις υποδομές μεταφοράς φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Συνέδεσε τον ελληνικό Κάθετο Διάδρομο με τις κινήσεις της τουρκικής BOTAŞ και τις συνεργασίες της με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερο μερίδιο στη διακίνηση και εμπορία αερίου.

Η Τουρκία, όπως ανέφερε, επιχειρεί να αξιοποιήσει αγωγούς, εγκαταστάσεις LNG, αποθηκευτικούς χώρους και διασυνδέσεις, ώστε να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο αναδιανομής ενέργειας. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιδίωξη δημιουργεί ανταγωνιστικές πιέσεις προς τους ελληνικούς σχεδιασμούς.

Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου στην αμερικανική πρεσβεία. Αντιπαρέβαλε την πολιτική πρόσβαση που αποδίδει στον Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα με την ανάγκη η Αθήνα να διαθέτει συνομιλητή με εμπειρία και επιρροή στην Ουάσιγκτον.

Στο πλαίσιο της συζήτησης για πιθανή διαδοχή, αναφέρθηκε στα ονόματα των Γκας Μπιλιράκη, Τζον Κατσιματίδη και Τζον Τζορτζ, παρουσιάζοντάς τα ως ονόματα που ακούγονται και εκφράζοντας προτίμηση για τον Μπιλιράκη.

Ελλάδα, Κύπρος και Ινδία: Από τις επαφές στη βιομηχανική συνεργασία

Ξεχωριστή θέση είχε η προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας, με αφορμή τις επαφές του Ινδού αξιωματούχου Ρατζές Κουμάρ Σινγκ στην Αθήνα, έπειτα από την παρουσία του στην Κύπρο.

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε στη συνάντηση με τον Θανάση Δαβάκη και στην επίσκεψη στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, δίνοντας έμφαση στις συζητήσεις για την αμυντική βιομηχανία και την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών. Εκτίμησε ότι η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο τεχνολογικό και βιομηχανικό περιεχόμενο, ακόμη και μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων.

Για την κυπριακή διάσταση, στάθηκε στην επίσκεψη του Ινδού αξιωματούχου στην Πράσινη Γραμμή και στην προβολή εικόνων από τη διχοτομημένη Λευκωσία σε ινδικά μέσα. Κατά την εκτίμησή του, η ανάδειξη των συνεπειών της τουρκικής εισβολής έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Συνέδεσε, επίσης, τις αμυντικές επαφές με τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον IMEC. Υποστήριξε ότι το Νέο Δελχί αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Κύπρο ως κρίσιμους εταίρους για την πρόσβασή του στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσα από ένα πλέγμα λιμενικών, εμπορικών και στρατηγικών συνεργασιών.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Θεσσαλονίκη, την οποία παρουσίασε ως λιμάνι που διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη μεταφορά ινδικών εμπορευμάτων προς τα Βαλκάνια. Τόνισε, πάντως, ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός προϋποθέτει αναβάθμιση των υποδομών και αξιόπιστη εμπορευματική σιδηροδρομική σύνδεση.

Τριβές ανάμεσα σε Άγκυρα και Μπακού

Η εκπομπή εξέτασε ακόμη τις εντάσεις που, σύμφωνα με τον παρουσιαστή, καταγράφονται στις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν, με αφορμή το ζήτημα της μαντίλας στα σχολεία.

Ο ίδιος περιέγραψε αντιδράσεις από τουρκικούς κυβερνητικούς κύκλους και απαντήσεις από την αζερική πλευρά, η οποία επικαλείται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και απορρίπτει παρεμβάσεις στα εσωτερικά της. Εκτίμησε ότι η αντιπαράθεση αναδεικνύει όρια στην τουρκική επιρροή επί του Μπακού.

Ταυτόχρονα, απέρριψε τις αναφορές περί πραξικοπήματος και καθόδου στρατού στους δρόμους, αναφέροντας ότι σχετικά βίντεο που κυκλοφόρησαν ήταν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Οι τριβές που περιέγραψε παρουσιάστηκαν ως ένδειξη πίεσης στη σχέση των δύο χωρών, χωρίς να τεκμηριώνουν από μόνες τους οριστική στρατηγική ρήξη.

Ο Καπετανίδης στην Israel Hayom και η αμυντική σχέση με το Ισραήλ

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο του αρχισυντάκτη του Geopolitico.gr, Χρήστου Κωνσταντινίδη, στην Israel Hayom, με αναφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και στην ιστορία του Νίκου Καπετανίδη.

Ανέδειξε τη σημασία της παρουσίασης σε ισραηλινό μέσο της δράσης του Πόντιου δημοσιογράφου, ο οποίος κατέγραφε τις διώξεις και τις σφαγές και οδηγήθηκε στην αγχόνη από το κεμαλικό καθεστώς. Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία του Τοπάλ Οσμάν στο άρθρο και στη σύνδεσή του με τη βία σε βάρος ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών.

Στη συνέχεια παρουσίασε βασικά σημεία ανάλυσης του Σάι Γκαλ για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα αποκτά ευρύτερο στρατηγικό και βιομηχανικό ρόλο, πέρα από την αγορά εξοπλισμών.

Χρήστος Κωνσταντινίδης: Η Τουρκία αρνείται να λογοδοτήσει για τα δικά της εγκλήματα

Λιβύη και «Γαλάζια Πατρίδα»

Στο κλείσιμο, ο παρουσιαστής εξέφρασε ανησυχία για τις εξελίξεις στη Λιβύη και το ενδεχόμενο περαιτέρω κινήσεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κάλεσε την Αθήνα να αξιοποιήσει τη διπλωματική της επιρροή και τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τέλος, μετέφερε πληροφορίες για χρονική μετάθεση του τουρκικού νομοσχεδίου περί «Γαλάζιας Πατρίδας», συνδέοντάς την με την αναμονή των ελληνικών αποφάσεων για τον GSI. Κατά την εκτίμησή του, η αναβολή αποτελεί τακτικό χειρισμό της Άγκυρας, η οποία παρακολουθεί τις επόμενες κινήσεις της Αθήνας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.

Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.

Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.

Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας

Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.

Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης

Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.

Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.

Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία

Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.

Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.

#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια

Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.

Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.

Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.

Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.

Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές

Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που θα συνδέει πολιτισμό, παραγωγή, υποδομές και αποτροπή βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης.

Δημοσιεύτηκε

στις

Την απόσταση ανάμεσα στους επαίνους για τον ελληνικό πολιτισμό και στην έμπρακτη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων ανέδειξαν ο Σταύρος Καλεντερίδης και η Μάγδα Αθανασιάδου στην εκπομπή της 14ης Οκτωβρίου. Με αφετηρία την ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, η συζήτηση επεκτάθηκε στον ανταγωνισμό για τους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους και στον κίνδυνο η Ελλάδα να περιοριστεί σε έναν δευτερεύοντα μεταφορικό ρόλο στον IMEC.

Η Αθανασιάδου, εκπαιδευτικός και υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, υποστήριξε ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί συντελεστή εθνικής ισχύος. Η αξιοποίησή της, όμως, προϋποθέτει ένα κράτος που μπορεί να τη συνδέσει με συγκεκριμένες πολιτικές, παραγωγική οικονομία και υπεράσπιση της κυριαρχίας του.

Η ελληνική κληρονομιά ως εργαλείο πολιτικής

Αναλύοντας την ομιλία Ρούμπιο, η προσκεκλημένη επισήμανε ότι η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας από ξένες δυνάμεις υπηρετεί συχνά σύγχρονες πολιτικές επιδιώξεις. Στη δική της ανάγνωση, ο Αμερικανός υπουργός αξιοποίησε έννοιες όπως η δημοκρατία, η αριστεία, η φιλοπατρία και η θυσία, συνδέοντάς τες με τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της αριστείας στην αρχαία ελληνική πόλη. Όπως εξήγησε, οι ξεχωριστές ικανότητες ενός ανθρώπου αποκτούσαν αξία μέσα από την υπηρεσία προς την κοινότητα. Η διάκριση αυτή, κατά την ίδια, είναι απαραίτητη για να κατανοηθεί το περιεχόμενο των αρχαιοελληνικών αναφορών και να αποφεύγεται η προσαρμογή τους στις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες.

Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τη συζήτηση με τη χρήση του όρου «αριστεία» στην ελληνική πολιτική ζωή, ασκώντας έντονη κριτική στην κυβέρνηση για την απόσταση που, όπως υποστήριξε, χωρίζει τη σχετική ρητορική από την πραγματικότητα.

Η κριτική για Κύπρο και ελληνοτουρκικά

Το βασικό σημείο της κριτικής της Αθανασιάδου ήταν ότι οι αναφορές στην εθνική ταυτότητα και στην υπεράσπιση των συμφερόντων των κρατών δεν συνοδεύτηκαν, κατά την εκτίμησή της, από αντίστοιχες σαφείς τοποθετήσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων.

Η ίδια χαρακτήρισε τις απαντήσεις Ρούμπιο στα ελληνοτουρκικά ως τήρηση ίσων αποστάσεων και επέκρινε την απουσία σαφούς αναφοράς στη στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο και στα θαλάσσια δικαιώματα των νησιών. Υποστήριξε ότι η γενική προτροπή για αποφυγή σύγκρουσης αφήνει εκτός συζήτησης ήδη συντελεσμένες παραβιάσεις και τις συνέπειές τους.

Ο Καλεντερίδης συμφώνησε με αυτή την αποτίμηση, τονίζοντας την αντίφαση που εντοπίζει ανάμεσα στην αξιοποίηση του ελληνικού πολιτιστικού συμβολισμού και στην αντιμετώπιση των ελληνικών ζητημάτων κυριαρχίας.

Η Αθανασιάδου έστρεψε, πάντως, το βάρος στην ελληνική ευθύνη. Η στάση των ξένων δυνάμεων πρέπει να οδηγεί τη χώρα σε καλύτερη οργάνωση της δικής της στρατηγικής. Η ιστορική κληρονομιά, όπως σημείωσε, οφείλει να λειτουργεί ως οδηγός για το παρόν και το μέλλον, αποφεύγοντας την προγονοπληξία και την αυτάρκεια των επαίνων.

IMEC: Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος σχεδιάζει

Στο δεύτερο μεγάλο σκέλος της εκπομπής, οι δύο συνομιλητές συζήτησαν τον διάδρομο διασύνδεσης Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης και τη θέση που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα.

Ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για αναλύσεις και σχεδιασμούς που, όπως ανέφερε, αναδεικνύουν την Ιταλία και την Τεργέστη, παραμερίζοντας την ελληνική διαδρομή. Συνέδεσε αυτόν τον κίνδυνο με την κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου, επιρρίπτοντας βαριές πολιτικές ευθύνες στην κυβέρνηση για τις ελλείψεις του δικτύου και την τραγωδία των Τεμπών.

Η Αθανασιάδου επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο της ελληνικής συμμετοχής. Με βάση τις αναλύσεις που επικαλέστηκε, ο IMEC αφορά ένα σύνθετο σύστημα μεταφορών, τεχνολογίας, ψηφιακών υποδομών και ασφάλειας. Συνεπώς, το ζητούμενο για μια χώρα είναι να έχει λόγο στις υπηρεσίες, στα πρότυπα και στις τεχνολογικές συνεργασίες που θα καθορίζουν τη λειτουργία του.

«Αν γίνουμε το γαϊδουράκι του IMEC», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον κίνδυνο μιας συμμετοχής περιορισμένης στη μεταφορά φορτίων. Στην ανάλυσή της, η γεωγραφική θέση χρειάζεται υποδομές, τεχνογνωσία και δυνατότητα προστασίας τους για να αποδώσει ουσιαστικό στρατηγικό όφελος.

Οι επιφυλάξεις για τα σενάρια γύρω από την Γκίλφοϊλ

Η συζήτηση επεκτάθηκε στον Κάθετο Διάδρομο και στα σενάρια που ο Καλεντερίδης συνέδεσε με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και ανταγωνιστικά συμφέροντα στην περιοχή.

Η Αθανασιάδου διατύπωσε ρητή επιφύλαξη ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων για παρασκηνιακές μεθοδεύσεις. Επισήμανε ότι δεν διαθέτει πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων και ότι ούτε τα δημοσιεύματα που συζητούν τέτοια ενδεχόμενα επιτρέπουν βεβαιότητες. Έθεσε ως ουσιαστικό ερώτημα το πώς δρα η ίδια η Ελλάδα μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό.

Πολιτισμός, παραγωγή και αποτροπή

Επικαλούμενη τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, η προσκεκλημένη υποστήριξε ότι η οικονομία, η πολιτική και η στρατιωτική ισχύς συνδέονται στενά. Έδωσε έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην αμυντική βιομηχανία, στην έρευνα και στην καινοτομία, καθώς και στην ανάγκη ενός κράτους ικανού να αποτρέπει τον πόλεμο.

Παράλληλα, ανέδειξε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τη συνεργασία με την ομογένεια, τα θερινά σχολεία και τις πανεπιστημιακές ανταλλαγές ως πεδία άσκησης πολιτιστικής πολιτικής. Ο Καλεντερίδης μετέφερε σχετικές εμπειρίες από τη Βοστόνη, περιγράφοντας ενδιαφέρον ακαδημαϊκών για συνεργασίες στην Ελλάδα και εμπόδια στην υλοποίησή τους.

Ξεχωριστή αναφορά έγινε στη Θεσσαλονίκη και στις δυνατότητές της ως βαλκανικού κέντρου εκπαίδευσης και συνεργασίας. Η Αθανασιάδου συνέδεσε αυτές τις προοπτικές με τη λειτουργία των μεταφορικών υποδομών και την αξιοποίηση των νέων επιστημόνων. Η θέση που διατύπωσε ήταν σαφής: ο πολιτισμός αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικής στρατηγικής και χρειάζεται θεσμούς, ανθρώπους και υποδομές για να μετατραπεί σε ισχύ.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή