Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Σενέρ Ελτζίλ: Η προσάρτηση κατεχομένων έχει ήδη γίνει

Δημοσιεύτηκε στις

γράφει ο   Φρίξος Δαλίτης

Η ανεπίσημη προσάρτηση του κατεχόμενου μέρους της Κύπρου με την Τουρκία ουσιαστικά έχει γίνει και απλά δεν έχει ανακοινωθεί επίσημα, αναφέρει ο γ.γ. της συνδικαλιστικής οργάνωσης των Τουρκοκύπριων δασκάλων Σενέρ Ελτζίλ. Ο Τουρκοκύπριος συνδικαλιστής ο οποίος αναφέρεται στην αλλαγή του δημογραφικού χαρακτήρα της τουρκοκυπριακής κοινότητας και την προσπάθεια αλλαγής του πολιτιστικού χαρακτήρα των Τουρκοκυπρίων, σημειώνοντας πως αυτή τη στιγμή ο αριθμός των Τουρκοκυπρίων λέγεται ότι ανέρχεται στις 130 χιλιάδες, ενώ ο συνολικός πληθυσμός στα κατεχόμενα φτάνει τις 600 χιλιάδες.

Ο Τουρκοκύπριος συνδικαλιστής σε δηλώσεις του στον «Φ» σε σχέση με την όλη κατάσταση που δημιουργήθηκε στα κατεχόμενα, αναφέρεται στις παρεμβάσεις του κόμματος Ερντογάν στην πολιτική ζωή της τουρκοκυπριακής κοινότητας, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι η Τουρκία διόρισε τον Τατάρ ως συνεργάτη της προς εξυπηρέτηση των τουρκικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, χρησιμοποιώντας την Κύπρο ως εργαλείο διαπραγμάτευσης.

Αναφέρει ότι: «Η Τουρκία ως μία από τις τρεις χώρες που εγγυάται την εδαφική ακεραιότητα και το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας εποίκησε το βόρειο τμήμα της Κύπρου. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα ήταν εντελώς λάθος να πούμε ότι οι σημερινές ‘αρχές’ στο βόρειο τμήμα της Κύπρου βρίσκονται υπό τον έλεγχο της Τουρκίας. Ειδικά, καθώς η δημογραφική δομή έχει διαταραχθεί από τη συστηματική μεταφορά πληθυσμού από την Τουρκία στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, είναι αδύνατο να διεξαχθούν δημοκρατικές ‘εκλογές’ στη βόρεια Κύπρο». Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στις τελευταίες «προεδρικές εκλογές», το AKP παρενέβη στη διαδικασία χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα και διόρισε τον Ersin Tatar ως ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας. «Οι ‘εκλογές’ στη βόρεια Κύπρο δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα πολιτικό παιχνίδι. Αν και εκτιμάται ότι υπάρχουν 130 χιλιάδες Τουρκοκύπριοι στο βόρειο τμήμα της Κύπρου στην καλύτερη περίπτωση, εκτιμάται ότι ο συνολικός πληθυσμός είναι πάνω από 600 χιλιάδες. «Επομένως», σημειώνει, «δεν είναι δυνατόν να κερδίσεις τις ‘εκλογές’ εάν δεν υποστηρίζεις το AKP ή αν δεν μιλάς για δημοκρατία σε μια τέτοια δομή».

Ο Τουρκοκύπριος δάσκαλος, δέχθηκε απειλές για δίωξη από το καθεστώς Τατάρ για τις δηλώσεις του περί τουρκικών παρεμβάσεων στην αναμέτρηση για ανάδειξη νέου ηγέτη των Τουρκοκυπρίων.

Η Τουρκία, όπως λέει, αφού διόρισε τον κ. Τατάρ ως αρχηγό της κοινότητας και συνεργάτη της στην Κύπρο, έχει δηλώσει ανοιχτά ότι στη συνέχεια, θέλει να προωθήσει τις πολιτικές που έχουν σχεδιαστεί για την περιοχή μας και θα χρησιμοποιήσει το νησί ως εργαλείο διαπραγμάτευσης. «Όπως είναι ευρέως γνωστό, επειδή η διαχείριση που γίνεται από τον κ. Ερντογάν και το ΑΚΡ είναι πολύ κακή, η δημοκρατία της Τουρκίας δοκιμάζεται από ένα οικονομικό χάος. Η παραγωγή όλων των ειδών στη χώρα είναι στάσιμη και το εξωτερικό χρέος έφτασε τα 482 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ», σημειώνει. 

Ο Σενέρ Ελτζίν εξηγεί παράλληλα πως για να καλύψει αυτό τον αρνητικό αντίκτυπο στο εσωτερικό της χώρας υπό αυτές τις εξελίξεις, χρησιμοποιεί τη θρησκευτική και εθνικιστική ρητορική για να αποσπάσει την προσοχή των ανθρώπων προκειμένου να προστατεύσει την εξουσία του. Σημειώνει ακόμα ότι ο Ερντογάν προσπαθεί να αντιμετωπίσει την κοινωνική πίεση που δέχεται, με εθνικιστικό λόγο και στρατιωτικές επιχειρήσεις, και βλέπει την Κύπρο ως ένα πολιτικό διέξοδο.

«Η παρουσία πετρελαίου και φυσικού αερίου στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και την Κύπρο ανοίγει την όρεξη της Τουρκίας», δηλώνει ο Τουρκοκύπριος δάσκαλος. «Η Τουρκία ενοχλείται από τις συμφωνίες που έχει συνάψει η Κυπριακή Δημοκρατία με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Ελλάδα και προσπαθεί να δημιουργήσει συνθήκες διαπραγμάτευσης εφαρμόζοντας πολιτικές έντασης στην περιοχή, επικαλούμενη τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων. Επιπλέον, η Τουρκία δεν διστάζει να απειλεί Κύπριους πατριώτες προκειμένου να εφαρμόσει αυτές τις πολιτικές και να φιμώσει οποιαδήποτε αντίθετη φωνή. Παρόμοιες απειλές και πιέσεις που ασκήθηκαν εναντίον του κ. Μουσταφά Ακιντζί ασκούνται και στην Οργάνωση μου και σε μένα».

Δεν παραλείπει παράλληλα να εκφράσει το παράπονο του και για την Κυπριακή Δημοκρατία: «Θα ήθελα να τονίσω ότι εμείς, οι πολίτες της ΕΕ, δεν υποστηριζόμαστε επαρκώς από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι οι Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας παραμένουν αδιάφορες για το θέμα».

«Οι πιέσεις αυξήθηκαν περαιτέρω μετά το διορισμό του κ. Τατάρ ως ηγέτη της κοινότητας από την Τουρκία. Όσον αφορά το θέμα, δηλαδή το κλείσιμο των συνδικάτων, ο περαιτέρω περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης, καθώς και η μεταφορά τουρκικού πληθυσμού στο νησί προκειμένου να ασκηθεί πίεση και να χρησιμοποιηθεί αυτός ο πληθυσμός ως πολιτικό εργαλείο, είναι μερικοί από τους κινδύνους που μας περιμένουν. Ταυτόχρονα, οι προσπάθειες για αλλαγή της πολιτιστικής δομής των Τουρκοκυπρίων μέσω της πίεσης των πολιτικών του σουνιτικού ισλάμ θα αυξηθούν», τονίζει. Αναφέρει ότι έχουν χτιστεί 17 σχολεία από το 1974 και έχει προωθηθεί η κατασκευή 212 τζαμιών και έχουν δαπανηθεί τεράστια χρηματικά ποσά σε θρησκευτικές επενδύσεις και θρησκευτικά σχολεία κι αυτό δίνει μια εικόνα για το τι περιμένει τους Τουρκοκυπρίους στο μέλλον. ‘Αποψή του ότι: «Αυτές οι εξελίξεις και οι αυξανόμενες οικονομικές δυσκολίες επιδεινώνουν περαιτέρω την εξάρτηση της βόρειας Κύπρου από την Τουρκία. Η χρήση της τουρκικής λίρας ως νομίσματος στη βόρεια Κύπρο και η εξασφάλιση οικονομικών κονδυλίων από την Τουρκία είναι οι κύριες αιτίες εξάρτησης. Όλες αυτές οι εξελίξεις δείχνουν ότι το βόρειο τμήμα της Κύπρου προσαρτάται ανεπίσημα στην Τουρκία και απλώς δεν έχει γίνει ακόμη η επίσημη δήλωση της προσάρτησης», τονίζει.

Προχωρώντας μάλιστα ένα βήμα παρακάτω, ο Σενέρ Ελτζίλ εξηγεί ότι η «λύση «δύο κρατών» που προτείνει η Τουρκία και υποστηρίζεται με συνέπεια από τον Έρσιν Τατάρ, είναι στην πραγματικότητα ένας άλλος τρόπος να πουν ότι δεν θέλουν λύση. «Η λύση των δύο κρατών έχει δοκιμαστεί και αποτύχει από το 1983. Δύο χωριστές οντότητες δεν είναι ρεαλιστικές, καθώς το βόρειο τμήμα του νησιού έχει γίνει τώρα «κομμάτι» της Τουρκίας. Ακόμα κι αν το ονομάζεις ‘ξεχωριστό κράτος’, δεν θα υπάρξει ποτέ ‘ανεξάρτητο κράτος’ στο βορρά». Στην πραγματικότητα, αυτή η πολιτική της Τουρκίας δεν είναι παρά πολιτική απειλή που αποσκοπεί στην αξιοποίηση μιας ευκαιρίας της για να δημιουργήσει συνθήκες διαπραγμάτευσης για τον φυσικό πλούτο της περιοχής, επισημαίνει.

Κοινός αγώνας Ε/κ και Τ/κ για επανένωση

Σχολιάζοντας τις αντιδράσεις της κοινωνίας των Τουρκοκυπρίων απέναντι στη νέα τάξη πραγμάτων που διαμορφώνεται, ο Τουρκοκύπριος συνδικαλιστής, εξηγεί ότι ορισμένοι συμπατριώτες του δείχνουν τις αντιδράσεις τους σε αυτές τις πολιτικές εξελίξεις με διαδηλώσεις, αλλά αυτές οι αντιδράσεις πρέπει να εκδηλώνονται από όλους τους πατριώτες. Υποδεικνύει ότι και «οι Ελληνοκύπριοι πατριώτες πρέπει να πολεμήσουν από κοινού με τους Τουρκοκύπριους για μια λύση και επανένωση του νησιού μας». Επιπλέον αναφέρει ότι απαιτείται υποστήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας προς τους Τουρκοκύπριους. Συγκεκριμένα κάνει λόγο για βοήθεια ώστε να απολαμβάνουν πλήρως των δικαιωμάτων ως Ευρωπαίοι πολίτες, προκειμένου να ενισχυθεί και η δική τους εμπιστοσύνη.  

«Κάθαρση των εκπαιδευτικών συστημάτων από σοβινιστικούς και ρατσιστικούς λόγους και στις δύο κοινωνίες, προγράμματα ανταλλαγής μαθητών-δασκάλων, διδασκαλία τουρκικών και ελληνικών σε σχολεία, διδασκαλία μαθημάτων ιστορίας με ακρίβεια και αμεροληψία, σεβόμενοι θρησκευτικούς και πνευματικούς τομείς όπως τζαμιά, εκκλησίες και νεκροταφεία, παροχή εκπαίδευσης ειρηνικού πολιτισμού και πρωτοβουλίες όπως η αύξηση του διμερούς εμπορίου θα διευκολύνουν τη λύση», εκτιμά ο ίδιος.

Ευκαιρία ανάπτυξης σε μια ομόσπονδη Κύπρο

Ο Σενέρ Ελτζίλ επισημαίνει τις ευκαιρίες και τις προοπτικές που έχει ο λαός της Κύπρου για ευημερία και πρόοδο σε μια ενωμένη πατρίδα. «Η Κύπρος βρίσκεται γεωγραφικά σε μια πολύ συμφέρουσα περιοχή. Τα πλεονεκτήματα που προσφέρει το κλίμα επιτρέπουν την ανάπτυξη όλων των ειδών φρούτων και λαχανικών στο νησί, εκατομμύρια τουρίστες για να έρθουν στη χώρα μας, καθώς και η ιστορία και ο πολιτισμός μας που χρονολογείται από οκτώ χιλιάδες χρόνια καθιστούν το νησί ελκυστικό. Εκτός από αυτά τα σημαντικά χαρακτηριστικά, τα καλά εκπαιδευμένα αποθέματα ανθρώπινου δυναμικού και υδρογονανθράκων στα χωρικά μας ύδατα έχουν τη δυνατότητα να κάνουν την Κύπρο την πλουσιότερη χώρα της Ευρώπης», δηλώνει. Επισημαίνει παράλληλα πως με βάση αυτά τα γεγονότα, θα πρέπει να είναι καθήκον όλων των προοδευτικών Κυπρίων να επανενώσουν τη χώρα μας με μια ομοσπονδιακή λύση, να δημιουργήσουν μια Ενωμένη Ομοσπονδιακή Κύπρο που να είναι τμήμα της ΕΕ τόσο εδαφικά όσο και πολιτικά και όπου όλοι οι άνθρωποι θα ζουν ειρηνικά, ελεύθεροι, χωρίς στρατούς και όπλα.

Πηγή: philenews.com

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις28 λεπτά πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις58 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Δημοφιλή