Διεθνή
Επικίνδυνο άρθρο για το Καστελλόριζο, από αρθρογράφο σχετιζόμενο με ΕΛΙΑΜΕΠ και άλλους εθνομηδενιστικούς κύκλους
Σχόλιο-μετάφραση: Νίκος Χριστοφορίδης
Το άρθρο που δημοσιεύουμε αφορά όντως ένα εξαιρετικά σοβαρό θέμα, το Καστελλόριζο, που δημοσιεύθηκε σε ένα σοβαρό μέσο (globalsecurityreview.com) και δημιουργεί “κλίμα” στους κύκλους που ασχολούνται με τα διεθνή και την παγκόσμια ασφάλεια.
Αποφασίσουμε να το μεταφράσουμε και να το δημοσιεύσουμε, όχι γιατί ενστερνιζόμαστε το περιεχόμενό του, αλλά κυρίως για να καταδείξουμε την καταστροφική επιρροή που ασκούν ορισμένοι θεσμοί στην Ελλάδα, όπως το ΕΛΙΑΜΕΠ, κύκλοι της Παντείου αλλά και ΜΚΟ, σε αρθρογράφους οι οποίοι στη συνέχεια διαδίδουν τις επικίνδυνες για τα εθνικά μας συμφέροντα απόψεις.
Ο αρθρογράφος, αν και ελληνοαρμενικής καταγωγής, έχει επηρεαστεί από τέτοιους κύκλους και δυστυχώς με την αρθρογραφία του στην ουσία πλήττει τα εθνικά μας συμφέροντα.
Επί της ουσίας, ο αρθρογράφος φαίνεται να κάνει γενικόλογες υποθέσεις, χωρίς στοιχεία, σε πολλά σημεία του κειμένου.
Συγκεκριμένα:
- Θεωρεί δεδομένο το φόβο της ελληνικής πλευράς απέναντι στην Τουρκία και υποθέτει ότι η Αθήνα θα παραδώσει το Καστελόριζο αμαχητί.
- Υποστηρίζει ότι η Ελλάδα θα μείνει άπραγη, ενώ στην πραγματικότητα η χώρα μας έχει ξεκαθαρίσει ότι μια επιθετική ενέργεια της Τουρκίας, θα οδηγήσει σε γενικευμένο πόλεμο.
- Θεωρεί δεδομένη την υπεροχή και την εμπειρία των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, πράγμα που καθιστά το άρθρο εκτός τόπου και χρόνου, ως προς τη στρατηγική του προσέγγιση.
- Αγνοεί τον ανθρώπινο παράγοντα και την εκπαίδευση της Π.Α, όπως και το γεγονός ότι η εμπειρία των Τούρκων περιορίζεται σε επιχειρήσεις εναντίον αυτονομιστικών ενόπλων ομάδων.
To μόνο σημείο το οποίο υποστηρίζεται από επιχειρήματα, είναι η αμηχανία και η δύσκολη θέση που θα βρεθεί η αμερικανική πλευρά (επειδή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην UNCLOS). Ωστόσο, ακόμα και σε αυτό, δεν λαμβάνει υπόψη ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να πάρουν ξεκάθαρη θέση εναντίον της Ελλάδας, καθώς έτσι θα τίναζαν την ΝΑ πτέρυγα του ΝΑΤΟ στον αέρα.
Ο αρθρογράφος γεννήθηκε και μεγάλωσε στις ΗΠΑ και έχει ελληνικές και αρμενικές ρίζες. Η απουσία τεκμηρίωσης των απόψεων και οι γενικόλογες υποθέσεις μπορούν να αποδοθούν στο νεαρό της ηλικίας του (μεταπτυχιακός φοιτητής).
Τα περί «παράδοσης αμαχητί» και περί «τουρκικής ανωτερότητας» στο επιχειρησιακό επίπεδο, δείχνουν σαφείς επιρροές από εθνομηδενιστικούς κύκλους κατά τη διαμονή του στην Ελλάδα (ΕΛΙΑΜΕΠ, κύκλοι Παντείου κλπ) και συσχέτιση του αρθρογράφου με ΜΚΟ που εμπλέκεται στο προσφυγικό.
Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα κακό και, ενδεχομένως, επικίνδυνο άρθρο, το οποίο ουσιαστικά προβάλλει την τουρκική φαντασίωση για κατάληψη του Καστελόριζου, ακολουθουμένη από την απάθεια της Ελλάδας και της Ευρώπης.
Ακολουθεί το άρθρο:
Kastellorizo Is The Key To Turkish & Greek Ambitions In The Eastern Mediterranean
What if Turkey enforces its claimed maritime boundaries? How would Greece, neighboring states, and the U.S. respond?
Το Καστελλόριζο είναι το κλειδί για τις ελληνικές και τις τουρκικές φιλοδοξίες στην Ανατολική Μεσόγειο
Τι θα γίνει σε περίπτωση που η Τουρκία επιβάλει τη δική της «οριοθέτηση»; Πώς πρέπει να αντιδράσουν τα γειτονικά κράτη και οι ΗΠΑ;
«Η Ελλάδα δε μπορεί να συνεχίσει να ζει στο παρελθόν…Τώρα είναι η ώρα να κάτσουμε στο τραπέζι για να βρούμε λύση στο χρόνιο ζήτημα του Αιγαίου».-Ναύαρχος ε.α Cem Gürdeniz, στο Aydinlik
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Ελλάδα,Geoffrey Pyatt, στηρίζουν το δικαίωμα των ελληνικών νησιών σε αποκλειστική οικονομική ζώνη και υφαλοκρηπίδα. Εάν η Ελλάδα κάνει χρήση αυτού του δικαιώματος, τότε το ελληνικό νησί Καστελλόριζο κόβει τις αξιώσεις της τουρκικής ΑΟΖ στη μέση. Ωστόσο, τι θα γίνει σε περίπτωση που η Τουρκία επιβάλλει τη δική της οριοθέτηση; Πώς θα αντιδρούσαν η Ελλάδα, τα υπόλοιπα γειτονικά κράτη και οι Ηνωμένες Πολιτείες;
Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις βρίσκονται σε ένα ολοένα και πιο περίπλοκο επιχειρησιακό περιβάλλον. Η Αθήνα βρίσκεται σε μια εχθρική περιοχή, γειτνιάζοντας με χώρες που έχουν αναθεωρητικές βλέψεις, όπως η Τουρκία, ενώ το ενδιαφέρον μεγάλων δυνάμεων (όπως Κίνα και Ρωσία) για την περιοχή, έχει αυξηθεί σημαντικά. Παρά το γεγονός ότι Τουρκία και Ελλάδα είναι μέλη του ΝΑΤΟ, οι σχέσεις των 2 χωρών χαρακτηρίζονται από ένταση για το Αιγαίο, το Κυπριακό και την Ανατολική Μεσόγειο. Η συμμαχία εμφανίζει σημάδια κατάρρευσης υπο το βάρος του πολιτικού πρωτογονισμού και των εθνικών συμφερόντων των κρατών μελών της.
Σε αυτό το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, όπου οι ελληνικές Ε.Δ υστερούν σε μέγεθος, επιχειρησιακές δυνατότητες και τεχνολογία,αναλύω ένα σενάριο, στο οποίο η Τουρκία αποφασίζει να δράσει με βάση τις διεκδικήσεις της στα ελληνικά νησιά και τη Μεσόγειο. Σε αυτό το σενάριο, η Άγκυρα θα προβάλλει τη διάθεση και τις δυνατότητες για την υλοποίηση των σχεδίων της, ενώ θα υλοποιηθεί και μια εξέταση των τομέων στους οποίους υστερούν οι ένοπλες δυνάμεις και τις επιλογές της Αθήνας, ώστε να καλύψει το εξοπλιστικό χάσμα με τους γείτονες.
Οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας βρίσκονται, κατά γενική ομολογία, στο χειρότερο σημείο της ιστορίας από το 1974. Το Μάιο, Ελληνικά και διεθνή ΜΜΕ ανέφεραν την κινητοποίηση τουρκικών στρατευμάτων σε ελληνικό έδαφος, κατά μήκος του ποταμού Έβρου. Προηγήθηκαν παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου• κάτι το οποίο έχει μετατραπεί σε ρουτίνα τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τον Έλληνα ΥΠΕΘΑ, η Τουρκία έχει παραβιάσει τον ελληνικό εναέριο χώρο «χιλιάδες φορές τα τελευταία χρόνια».
Η Τουρκία, υπό την ηγεσία του Ερντογάν, προβάλει την αυξανόμενη διάθεσή της να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική της δύναμη, ώστε να υλοποιήσει τους στόχους της. Κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η εισβολή στη Βόρεια Συρία και η ανάπτυξη του τουρκικού ναυτικού για τη διασφάλιση των παρανόμων γεωτρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ. Οι πράξεις και η ρητορική του Τούρκου Προέδρου προκάλεσαν την αντίδραση πολλών κρατών στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένου της Αιγύπτου, του Ισραήλ και της Ελλάδας, τα οποία εκδήλωσαν σε όλους τους τόνους τις ανησυχίες τους για την τουρκική προβολή ισχύος στη Μεσόγειο.
Τα γεγονότα αυτά έχουν οδηγήσει στη σημερινή κατάσταση, στην οποία οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις βρίσκονται απέναντι σε μία Τουρκία που δε διστάζει να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική της ισχύ, ώστε να επεκτείνει τους στρατηγικούς της στόχους στη Μεσόγειο. Η συμφωνία Τουρκίας-Κυβέρνησης Τρίπολης(GNA), δημιουργεί επιθετικές διεκδικήσεις ελληνικών νησιών και θαλασσίων περιοχών σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο. Η οριοθέτηση αυτή είναι καταδικαστέα από τη διεθνή κοινότητα, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση της Τρίπολης είναι αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ. Ο Τούρκος Πρόεδρος, επίσης, επιδιώκει τη δημιουργία στρατιωτικής βάσης στη Misrata, η οποία βρίσκεται στο μέτωπο του λιβυκού εμφυλίου.
Η Ελλάδα επιχείρησε να ανακόψει την άνοδο της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω της επιχείρησης «ΕΙΡΗΝΗ» και των διαμαρτυριών σε ΕΕ και ΗΠΑ• ωστόσο η προσπάθεια αυτή ήταν ανεπιτυχής. Ο διμερής διάλογος μεταξύ Μητσοτάκη-Ερντογάν επίσης δεν απέδωσε καρπούς. Τον Ιούλιο του 2020, ο Έλληνας Πρωθυπουργός δήλωσε ανοιχτά ότι οι διεκδικήσεις της Τουρκίας και της κυβέρνησης της Τρίπολης είναι ένα «παράνομο σύμφωνο», σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Ανάμεσα στις διεκδικήσεις της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο βρίσκεται και το νησί Καστελλόριζο και τα μικρότερα νησιά του συμπλέγματος, Ρω και Στρογγύλη. Η κυριότητα τους αποδόθηκε στην Ιταλία του Μουσολίνι και έπειτα στην Ελλάδα με τη Συνθήκη των Παρισίων(1947), συμφωνία στην οποία η Τουρκία δε συμμετείχε και κατ’ επέκταση δεν αναγνώρισε το καθεστώς των νησιών. Το νησί προστατεύεται από μια μικρή στρατιωτική βάση και έναν αεροδιάδρομο, ενώ ο πληθυσμός του είναι κάτι λιγότερο από 500 άτομα. Η απομονωμένη τοποθεσία του, μακριά από τα μεγάλα ελληνικά νησιά, το καθιστούν κομβικής σημασίας στρατηγικό στόχο για την Τουρκία και τις διεκδικήσεις της στη Μεσόγειο.
Την τελευταία δεκαετία, η Τουρκία έχει αυξήσει τις δυνατότητές της ως προς την υλοποίηση αμφίβιου πολέμου, αναπτύσσοντας συνεχώς τεχνολογικά μέσα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για εισβολή από τη θάλασσα. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το TCG-Anadolu, όχημα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποβατικό από τη ναυτική βάση του Aksaz και να μεταφέρει μονάδες ειδικών δυνάμεων και πεζοναυτών, οι οποίοι πρόσφατα απέκτησαν περισσότερη εμπειρία στο πεδίο της μάχης. Σύμφωνα με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», οι διογκωμένες επενδύσεις της Τουρκίας στο τομέα του πολεμικού ναυτικού, είναι μια εσκεμμένη προσπάθεια διεύρυνσης της τουρκικής επιρροής στο Αιγαίο.
Η δυνητική ΑΟΖ της περιοχής του Καστελλόριζου είναι τέσσερις φορές η επιφάνεια του συμπλέγματος. Η Τουρκία επιχειρηματολογεί λέγοντας ότι τα νησιά δεν δικαιούνται ΑΟΖ, πράγμα που αντιτίθεται στο διεθνές δίκαιο. Εβδομάδες μετά το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών επιβεβαίωσε αυτή την άποψη:
«Τα ελληνικά νησιά δεν μπορούν να επηρεάσουν την ΑΟΖ των ακτών της Τουρκίας, της χώρας με τη μεγαλύτερη ακτογραμμή στην Ανατολική Μεσόγειο. Τα νησιά στην άλλη πλευρά της μέσης γραμμής και μεταξύ των δύο ηπειρωτικών περιοχών, δεν έχουν δικαίωμα για κάτι παραπάνω από τα χωρικά τους ύδατα»
Θεωρητικό Σενάριο, Φάση 0: Η Τουρκία προετοιμάζεται για την επιχείρηση
Βρισκόμαστε στο έτος 2023. Οι πιθανότητες επανεκλογής του Ερντογάν είναι λιγοστές, λόγω και της σφοδρής κριτικής που δέχεται από την αντιπολιτευση. Οι προσπάθειες αποσιώπησης πολιτικών αντιπάλων, δημοσιογράφων, ακόμα και μελών του κόμματος του, δεν έχουν κοπάσει τις φωνές εναντίον του. Παράλληλα, η οικονομική κατάσταση έχει χειροτερέψει ακόμα περισσότερο, με τη λίρα να κατρακυλά και το ΑΕΠ της χώρας να έχει κατακρημνιστεί. Οι προβλέψεις των οικονομολόγων για τη ζημιά που προκάλεσε ο ιός SARS-COV-2 προαναγγέλλουν την ολοκληρωτική κατάρρευση της οικονομίας
Ο Τούρκος Πρόεδρος, μέσω της επιρροής του στα εγχώρια ΜΜΕ, εξαπολύει ανθελληνική προπαγάνδα και χρησιμοποιεί τη ρητορική περί «άδικης Συνθήκης της Λωζάνης». Ενισχύει το εθνικιστικό συναίσθημα εναντίον της Ελλάδας, η οποία χρησιμοποιεί τη θέση της ως κράτος-μέλος της ΕΕ για να πιέσει την Τουρκία.
Στην Άγκυρα πληθαίνουν οι φωνές που υποστηρίζουν ότι η Τουρκία, όχι μόνο έχει τη δυνατότητα να κατακτήσει ένα μικρό νησί όπως το Καστελλόριζο, αλλά και ότι η αδυναμία της Δύσης να αντιδράσει σε τέτοια θέματα (Κριμαία, Χονγκ-Κονγκ) έχει δημιουργήσει ένα καθεστώς απάθειας απέναντι στην επιθετικότητα. Εννοείται πως μία επίθεση στην ελληνική πρωτεύουσα θα ενεργοποιούσε το Άρθρο V του ΝΑΤΟ και κατ’επέκταση την αντίδραση της συμμαχίας, ενώ παράλληλα και χώρες εκτός ΝΑΤΟ , όπως η Σερβία, η Αίγυπτος και το Ισραήλ, ενδεχομένως να αντιδρούσαν. Έτσι, ο Ερντογάν πρέπει να διατυμπανίσει το αφήγημά του για το Καστελλόριζο και τα υπόλοιπα νησιά του συμπλέγματος, δηλαδή ότι βρίσκονται υπό παράνομη ελληνική κατοχή, ότι είναι τουρκικά λόγω της συμφωνίας με το GNA στη Λιβύη και τέλος ότι το καθεστώς των νησιών αποτελεί μια Δυτική καταπάτηση των δικαιωμάτων των μη-Δυτικών χωρών.
Θεωρητικό Σενάριο, Φάση 1: «Ρουά-Ματ»
Το τακτικό «ρουά-ματ» της Άγκυρας βασίζεται στην ταχύτητα με την οποία η Αθήνα θα παραδώσει τα δικαιώματα του Καστελλόριζου, ώστε να προστατεύσει τον πληθυσμό του νησιού.Η τουρκική αεροπορία θα δημιουργήσει αντιπερισπασμό στο Βόρειο Αιγαίο με μαχητικά από τη βάση Balikesir. Ναυτικές δυνάμεις που θα αναπτυχθούν από τις βάσεις στη Μαρμαρίδα, θα ανακόψουν την πιθανότητα επέμβασης των ελληνικών δυνάμεων.
Οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις θα χρησιμοποιήσουν την ανώτερη ισχύ και τις ειδικές δυνάμεις τους ώστε να επιτεθούν στο Καστελλόριζο μέσα σε λίγες ώρες. Ωστόσο, είναι πιο πιθανό η Τουρκία να μην ασκήσει βία και να περιοριστεί σε περικύκλωση του νησιού, κρατώντας το «όμηρο».
Η Αθήνα γνωρίζει ότι το τουρκικό πεζικό είναι αρκετά έμπειρο λόγω των πρόσφατων εμπειριών του σε Συρία και Λιβύη. Οι Έλληνες δε θα μπορούσαν να ρισκάρουν να υποστούν μια καταστροφική ήττα σε μια μάχη για το Καστελλόριζο ενώ μια επίθεση σε τουρκικό έδαφος, θα έθετε σε κίνδυνο άλλα νησιά όπως η Ρόδος, η Λέσβος, η Κως και η Χίος. Οι υποχρηματοδοτούμενες ελληνικές ένοπλες δυνάμεις δεν θα μπορούσαν να «αντέξουν» μια σύγκρουση σε ολόκληρο το Αιγαίο. Έτσι, το τακτικό «ρουά-ματ» της Τουρκίας θα επιτευχθεί χωρίς να «πέσει» σφαίρα.
Θεωρητικό Σενάριο, Φάση 2: Διπλωματικός «Πυρετός»
Η Αθήνα επιχειρεί να ενεργοποιήσει το Άρθρο V του ΝΑΤΟ, ωστόσο τα κράτη-μέλη της συμμαχίας είναι διχασμένα, καθώς και τα δύο εμπλεκόμενα στη σύγκρουση κράτη είναι μέλη της συμμαχίας.Συγκεκριμένα η Γερμανία, ο ανεπίσημος μεσάζοντας του ευρωτουρκικού διαλόγου για το προσφυγικό, επιχειρεί να κατευνάσει την Τουρκία ενώ ο Ερντογάν συνεχίζει να απειλεί με νέο κύμα προσφύγων και μεταναστών.
Παράλληλα στην Ουάσιγκτον, οι ΗΠΑ βρίσκονται στην άβολη θέση να αναθεωρήσουν τη στάση τους στο ζήτημα του Αιγαίου. Παρόλο που ο Πρέσβης Pyatt υποστήριξε τις ελληνικές θέσεις για την υφαλοκρηπίδα των νησιών (και κατ’ επέκταση απορρίπτοντας τις τουρκικές θέσεις), η κρίση του 1996 για τα Ίμια δείχνει ότι οι ΗΠΑ θα ακολουθούσαν την ίδια προσέγγιση για διατήρηση του status quo. Οι ΗΠΑ δεν έχουν επικυρώσει την UNCLOS (σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας), συμφωνία η οποία χρησιμοποιείται για τη «χάραξη» ΑΟΖ. Έτσι, η Ουάσιγκτον δεν θα έχει επιλογή παρά να αντιταχθεί στη διεκδίκηση του Καστελλόριζου από την Ελλάδα.
Εκτός ΝΑΤΟ, οι νέοι σύμμαχοι της Αθήνας, το Ισραήλ και η Αίγυπτος, δεν θα είναι σε θέση να επέμβουν λόγω της ταχύτητας των τουρκικών δυνάμεων. Η υλοποίηση επιθετικών επιχειρήσεων και ασκήσεων είναι πιθανή, ωστόσο κανένα κράτος δεν θα κατέβαλλε συνέβαλε δραστικά παρέχοντας στρατιωτική βοήθεια.
Θεωρητικό Σενάριο, Φάση 3: Επαναδιαπραγμάτευση της Λωζάνης
Ενώ ο Ερντογάν διατηρεί τον αποκλεισμό του συμπλέγματος του Καστελλόριζου, καλεί την Αθήνα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Το διακύβευμα είναι τα σύνορα του 1923. Τα κράτη που είναι φιλικά προσκείμενα στην Τουρκία (Αζερμπαϊτζάν, Πακιστάν, Κατάρ), έχουν ήδη αναγνωρίσει το Καστελλόριζο ως τουρκικό έδαφος. Παράλληλα, τα τουρκικά MME αποκαλούν τον Ερντογάν «ήρωα» που επανάκτησε τα «χαμένα εδάφη». Η δημοτικότητά του εκτοξεύεται, εξασφαλίζοντας έτσι τη διατήρηση της εξουσίας για τα επόμενα χρόνια.
Ενώ η σύγκρουση στο Αιγαίο συνεχίζεται, ο Δυτικός τύπος χάνει το ενδιαφέρον του για το θέμα. Τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ, όπως η Γαλλία και η Πολωνία, μπορεί να επιδείξουν «ψεγάδια» φιλελληνικής ρητορικής (όπως και μη-μέλη των δύο οργανισμών όπως η Σερβία), ωστόσο η Ελλάδα παραμένει μόνη της στις διαπραγματεύσεις. Ανάλογα με την κατάσταση, η Τουρκία θα μπορούσε να ζητήσει τον τερματισμό της συμπερίληψης των νησιών (Καστελλόριζο, Χίος, Κως, Λέσβος) στα σχέδια χάραξης ΑΟΖ και την αναγνώριση της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου».
Πως μπορεί η Ελλάδα να προετοιμαστεί καλύτερα;
Οι ένοπλες δυνάμεις υστερούν σε δύο τομείς οι οποίοι μπορούν να βελτιωθούν:
Η έλλειψη μιας μονάδας άμεσης επέμβασης σε περίπτωση τουρκικής επίθεσης στα νησιά και η απουσία επαρκών αποτρεπτικών μέσων για την καθυστέρηση μιας τουρκικής εισβολής. Παρόλο που οι Ε.Δ έχουν μονάδες ειδικών επιχειρήσεων, είναι πολύ μικρές για να υπερασπιστούν τα 400 μίλια(643 χιλιόμετρα) ακτογραμμών των νησιών του Αιγαίου.
Οι αρμόδιοι στην Αθήνα και την διοίκηση των Ε.Δ , πρέπει να παραδειγματιστούν από το Ισραήλ για το πώς ένα κράτος επεμβαίνει άμεσα σε οποιαδήποτε απειλή. Παρόλο που τα δύο κράτη δεν έχουν παρόμοιο μέγεθος, η Ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να ζητήσει από τις Ένοπλες Δυνάμεις του Ισραήλ την ανάπτυξη και την εκπαίδευση μιας μονάδας άμεσης επέμβασης, με αντάλλαγμα τη χρήση του ελληνικού εναερίου χώρου από τις Ισραηλινές δυνάμεις, για την υλοποίηση εκπαιδευτικών ασκήσεων. Η μονάδα αυτή θα είχε αμφίβιο χαρακτήρα, μεγάλη ακτίνα δράσης και χαμηλό χρόνο ανάπτυξης σε στρατηγικές θέσεις των ελληνικών νησιών. Η νέα αυτή μονάδα (στην οποία θα μετέχουν εθελοντικά στελέχη των Ε.Δ) θα αναπτύσσεται με θαλάσσια και εναέρια μέσα.
Για να αντιμετωπιστεί ο αποκλεισμός και η αμφίβια κατάληψη του Καστελλόριζου, η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει το Ισραηλινό σύστημα Gabriel(εδάφους-θαλάσσης), το οποίο έχει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί στο νησί και τις υπόλοιπες νησίδες του συμπλέγματος. Υπάρχουν ήδη παραλλαγές του ίδιου συστήματος σε χώρες με παρόμοιο αμυντικό προυπολογισμό, όπως η Αργεντινή, η Χιλή και η Νότια Αφρική.
Επίσης, η Ελλάδα έχει ανάγκη από περισσότερα μέσα αντιμετώπισης των τουρκικών πλοίων που παραβιάζουν τα χωρικά της ύδατα. Ο παλαιότερος(και ίσως φθηνότερος) τρόπος για να το επιτύχει αυτό είναι μέσω ναρκοθέτησης της περιοχής. Η ιταλική νάρκη ΜΑΝΤΑ έχει μεγάλο ποσοστό επιτυχίας απέναντι σε πλοία που κοστίζουν πολλά δισεκατομμύρια δολάρια και είναι μια value for money επιλογή για τις υποχρηματοδοτούμενες ελληνικές ένοπλες δυνάμεις.
Επιπροσθέτως, η Αθήνα χρειάζεται να ενδυναμώσει τη διπλωματική, οικονομική και στρατιωτική σχέση της με την Ουάσιγκτον. Μετά την είσοδο της Κίνας στην Ευρωπαϊκή κοινότητα, ο Έλληνας Πρωθυπουργός μπορεί να στραφεί στη Silicon Valley και τις αμερικανικές εταιρείες στρατιωτικού εξοπλισμού και να δηλώσει ότι η χώρα του είναι το πιο φιλόδοξο τεχνολογικά κράτος της Νότιας Ευρώπης. Μπορεί να χρησιμοποιήσει την τεχνολογική διαμάχη Huawei-ΗΠΑ ώστε να επιτύχει μια οικονομική συμφωνία για την τεχνολογία και τις τηλεπικοινωνίες, τομείς που μπορούν να εργαλειοποιηθούν για την επιτήρηση του Αιγαίου. Η βιομηχανία των εξοπλιστικών αναζητά νέες συμφωνίες με το Πεντάγωνο και θα ωθούνταν στην υλοποίηση νέων συμφωνιών, ώστε να δοκιμάσει νέες τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένου και του 5G, προς το συμφέρον των Ενόπλων Δυνάμεων .
Τέλος η Ελλάδα έχει το πολύτιμο λιμάνι της Σούδας στην Κρήτη, το οποίο φιλοξενεί το εκπαιδευτικό κέντρο του ΝΑΤΟ, NMIOTC. Η Αθήνα θα μπορούσε να ασκήσει πίεση μέσω της βάσης ώστε να αποσπάσει μια πολυετή συμφωνία με την Ουάσιγκτον, πράγμα που θα επιβεβαίωνε τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή. Εφόσον η Ρωσία δραστηριοποιείται ανενόχλητη από τα «θερμά» Συριακά νερά, ο εμφύλιος στη Λιβύη συνεχίζεται και αντι-δυτικές ομάδες δρουν στην Αφρική, το λιμάνι της Σούδας είναι αναντικατάστατο για τις ΗΠΑ. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρόλο που δε συνάδει με την προσωπικότητά του, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μια ρητορική απέναντι στις ΗΠΑ, παρόμοια με αυτή του Τραμπ στο ΝΑΤΟ, μέσω της οποίας ο Αμερικανός Πρόεδρος κάλεσε τα κράτη-μέλη να αυξήσουν τις δαπάνες τους.
Συμπέρασμα
Η Τουρκία μπορεί εύκολα και γρήγορα να καταλάβει το σύμπλεγμα του Καστελλόριζου χωρίς σοβαρές επιπτώσεις. Η ανεπαρκής άμυνα της Ελλάδας, η εσωτερική οικονομική αστάθεια της Τουρκίας, η στρατιωτική της ισχύ και η απάθεια της Δύσης είναι σημαντικοί παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν τον Ερντογάν στην πραγματοποίηση αυτής της επιχείρησης.
Η κατάληψη του Καστελλόριζου θα μπορούσε να είναι και το τελευταίο κομμάτι της Τουρκικής στρατηγικής που έχει ως στόχο την επαναδιαπραγμάτευση της Συνθήκης της Λωζάνης. Εάν η Ελλάδα παραμείνει ανέτοιμη θα απολέσει εδάφη, η Τουρκία θα βγει πιο δυνατή βάζοντας «πόδι» σε ελληνικά νερά, το ΝΑΤΟ θα παραμείνει υποταγμένο σε έναν «άτακτο» σύμμαχο και ο Ερντογάν θα αναδυθεί ως ο κυρίαρχος παίκτης σε Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή.
Δημοσιεύθηκε στο globalsecurityreview.com
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

