Διεθνή
Άπλωσε στρατιωτικό ιστό σε 3 ηπείρους η Τουρκία
Γράφει ο Aνδρέας Πιμπίσιης
Η πρώτη αντίδραση της Τουρκίας στην απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να της επιβάλουν κυρώσεις είχε ένα συγκεκριμένο μήνυμα: ότι η τουρκική πολεμική βιομηχανία δεν θα επηρεαστεί από τα όποια μέτρα των Αμερικανών. Η τοποθέτηση αυτή των Τούρκων αξιωματούχων σε ανώτατο και ανώτερο επίπεδο στηρίχθηκε στην προϊστορία της χώρας. Σε ανάλογες περιπτώσεις (εμπάργκο όπλων) η τουρκική πολεμική βιομηχανία εξήλθε ενισχυμένη. Εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι Αμερικανοί εννοούν τις κυρώσεις, είναι κάτι που θα φανεί στην πορεία.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετά το «πραξικόπημα» του 2016 ξεκίνησε να παίζει ένα διπλό παιχνίδι με τις ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας. Σε πρώτη φάση το «πραξικόπημα» λειτούργησε ως η δικαιολογία προκειμένου να προβεί σε μια γενική εκκαθάριση του στρατεύματος, απομακρύνοντας και στέλλοντας στη φυλακή, όλους εκείνους που θεωρούνταν επικίνδυνοι για τον Ερντογάν. Και σ’ αυτή την εκκαθάριση «πολύτιμο όπλο» ήταν ο πρώην στρατιωτικός και νυν υπουργός Άμυνας, Χουλουσί Ακάρ.
Έκτοτε ο Ερντογάν κάνει ένα πολύ στοχευμένο και μέχρι τώρα αποδοτικό παιχνίδι σε ό,τι αφορά τις ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας. Φροντίζει να τις κρατεί απασχολημένες συνεχώς εκτός Τουρκίας, ενώ παράλληλα τις ενισχύει συνεχώς στον τομέα των εξοπλισμών. Παράλληλα, ο στρατός αποτελεί για τον Ερντογάν το πολυτιμότερο εργαλείο προκειμένου να καλύψει τα κενά που αφήνονται μέσα από την αποχώρηση/αδιαφορία από χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Κυρίως όμως αυτή τη στιγμή ο στρατός της Τουρκίας είναι ο μηχανισμός που προσφέρει θέσεις γεωστρατηγικής σημασίας για τον Ερντογάν και αρκετά σημεία του πλανήτη.
Επί Κεμαλιστών ο τουρκικός στρατός δεν είχε να καταγράψει και πολλά εκτός της χώρας. Η εισβολή στην Κύπρο, οι δραστηριότητες κόντρα στην Ελλάδα στο Αιγαίο, οι επιχειρήσεις στα σύνορα με το Ιράκ εναντίον των Κούρδων και η συμμετοχή σε αποστολές του ΝΑΤΟ ήταν τα πεδία δράσης του.
Επί Ερντογάν όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια μέχρι και σήμερα ο τουρκικός στρατός πέραν της έντονης δραστηριότητας του στη Μέση Ανατολή και σε γειτονικές με την Τουρκία χώρες, βρίσκεται απλωμένος στην Ασία, στην Αφρική και στην Ευρώπη. Με την παρουσία να εδραιώνεται όλο και περισσότερο προσφέροντας στον Ερντογάν ένα ισχυρό διπλωματικό όπλο.
Τουρκικές στρατιωτικές βάσεις
>>Κύπρος: Ήταν η πρώτη στρατιωτική επέμβαση εκτός Τουρκίας και από το 1974 οπόταν εισέβαλε στο νησί εκμεταλλευόμενη τα γεγονότα που προηγήθηκαν και με πρόσχημα τη συνθήκη εγγυήσεως του 1960, διατηρεί μια σημαντική δύναμη. Η τουρκική στρατιωτική δύναμη στο βόρειο τμήμα της Κύπρου χαρακτηρίζεται ως «μόνιμη» (με ό,τι αυτό συνεπάγεται πολιτικά). Διατηρείται για πέραν των τεσσάρων δεκαετιών και μέσα από μια σειρά συμφωνιών που υπέγραψε με το κατοχικό καθεστώς, έχει μετατρέψει το βόρειο τμήμα της νήσου σε ένα «τουρκικό αεροπλανοφόρο» στην Ανατολική Μεσόγειο. Υπολογίζεται ότι η τουρκική στρατιωτική δύναμη στο νησί ανέρχεται στις 40 χιλιάδες άτομα.
>>Συρία: Η Τουρκία αφού πρώτα επιχείρησε να συμμαχήσει με το καθεστώς Άσαντ, στη συνέχεια κινήθηκε προκειμένου να εκμεταλλευθεί την αστάθεια και τον εμφύλιο στη γειτονική χώρα. Προχώρησε σε τρεις στρατιωτικές επεμβάσεις στο έδαφος της Συρίας επικαλούμενη τη δημιουργία ζώνης ασφάλειας. Βασικός της στόχος ήταν να πλήξει τις κουρδικές δυνάμεις που δρούσαν στο έδαφος της Συρίας και τις οποίες η Άγκυρα χαρακτηρίζει ως «τρομοκρατικές» και προέκταση του ΡΚΚ. Παράλληλα, στόχος της Τουρκίας είναι η εδραίωση της στο συριακό έδαφος (στο πρότυπο της Κύπρου) εντός λεγόμενης ζώνης ασφάλειας. Εκτιμάται ότι διατηρεί μια σταθερή δύναμη 5.000 στρατιωτών εντός των συριακών εδαφών.
>>Ιράκ: Η Τουρκία εντός του Ιράκ διατηρεί τον μεγαλύτερο αριθμό στρατιωτικών βάσεων. Με διμερείς συμφωνίες που υπογράφηκαν με την κεντροδεξιά κυβέρνηση του KDP της περιφερειακής κυβέρνησης του ιρακινού Κουρδιστάν, η Τουρκία χρησιμοποιεί 13 στρατιωτικές βάσεις στο ιρακινό έδαφος. Στις βάσεις αυτές εκπαιδεύονται Ιρακινοί και Κούρδοι της περιοχής τους οποίους εν συνεχεία φροντίζει να χρησιμοποιεί στις επιχειρήσεις κατά αριστερών κουρδικών ομάδων και κυρίως εναντίον του PKK.
>>Αφγανιστάν: Ως μέρος των επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, η Τουρκία συμμετέχει στη διατήρηση της ειρήνης, στην εκπαίδευση του αφγανικού στρατού και συμμετέχει κυρίως στη δύναμη SEEBRIG. Η Τουρκία είναι μεταξύ των πέντε κρατών με τη μεγαλύτερη συνεισφορά δυνάμεων στο Αφγανιστάν.
>>Κοσσυφοπέδιο: Ως μέρος της δύναμης KFOR του ΝΑΤΟ, η Τουρκία τοποθετεί 400 στρατιώτες στο Κοσσυφοπέδιο και είναι σήμερα η τέταρτη μεγαλύτερη δύναμη. Ο τουρκικός στρατός έπαιξε καθοριστικό και κρίσιμο ρόλο στην προσπάθεια του Κοσόβου να ανεξαρτητοποιηθεί. Με πρόσχημα τους πολιτισμικούς και θρησκευτικούς δεσμούς η τουρκική εμπλοκή στο Κοσσυφοπέδιο ήταν καθοριστική.
>>Κατάρ: Μετά την κρίση στο Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (Gulf Cooperation Council) και μετά τον αποκλεισμό του Κατάρ από άλλες χώρες της περιοχής, με την ένταση να κλιμακώνεται και με ορατό τον κίνδυνο ενός πολέμου στο Κατάρ, η Τουρκία εμφανίστηκε ως προστάτης του εμιράτου. Η Τουρκία υπέγραψε συμφωνία με το Κατάρ για μόνιμη τουρκική στρατιωτική βάση στη χώρα. Σήμερα βρίσκονται στο Κατάρ γύρω στους 300 Τούρκους στρατιωτικούς, αλλά οι εγκαταστάσεις που δημιουργήθηκαν στη χώρα μπορεί να φιλοξενήσουν τρεις έως και πέντε χιλιάδες στρατό.
>>Σομαλία: Η Τουρκία συμμετέχει στη Σομαλία τόσο διμερώς όσο και ως μέρος αποστολών υπό την ηγεσία του ΝΑΤΟ για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Η Τουρκία εκπαιδεύει και προμηθεύει τον στρατό της Σομαλίας και προστατεύει τα τουρκικά εμπορικά και στρατιωτικά πλοία χρησιμοποιώντας τον Κόλπο του Άντεν.
>>Βοσνία-Ερζεγοβίνη: Ως μέρος της πρώην αποστολής υπό την ηγεσία του ΝΑΤΟ, η Τουρκία συνεχίζει να υπηρετεί κάτω από την ομπρέλα των EUFOR της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιχείρησης Althea στη Βοσνία με δύναμη 250 στελεχών. Με πρόσχημα την ύπαρξη θρησκευτικών/πολιτισμικών δεσμών η Τουρκία είναι μέλος της EUFOR στη Βοσνία που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
>>Αζερμπαϊτζάν: Η Τουρκία διατηρεί στενούς στρατιωτικούς και διπλωματικούς δεσμούς καθώς και πολιτιστικούς δεσμούς με το Αζερμπαϊτζάν. Ο πόλεμος κατά των Αρμενίων στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ έδειξε την πλήρη στρατιωτική συνεργασία των δύο χωρών, με την Τουρκία να παίζει καθοριστικό ρόλο. Μέσω ενός πρωτοκόλλου που επιτεύχθηκε το 2016, η συνεργασία έγινε επίσημη και οι τουρκικές δυνάμεις χρησιμοποιούν μια βάση στο Μπακού.
>>Λίβανος: Ως μέρος των αποστολών των Ηνωμένων Εθνών, η Τουρκία υποστηρίζει την UNIFIL στο Λίβανο για πάνω από 10 χρόνια, με 100 στρατιώτες.
>>Μάλι: Στο πλαίσιο της αποστολής MINUSMA του ΟΗΕ, η Τουρκία συμμετέχει με λιγότερους από 50 στρατιώτες στο Μάλι για να υποστηρίξει τις επιχειρήσεις.
>>Κεντροαφρικανική Δημοκρατία: Στο πλαίσιο της αποστολής MINUSMA του ΟΗΕ, η Τουρκία συμμετέχει με 50 στρατιώτες στην CAF για να υποστηρίξει τις επιχειρήσεις.
>>Αλβανία: Όντας η πρώτη υπερπόντια στρατιωτική βάση της Τουρκίας, κατά τη διάρκεια της αύξησης των εντάσεων στο Κοσσυφοπέδιο, η Τουρκία συνήψε συμφωνία με την αλβανική κυβέρνηση το 1997 για μια στρατιωτική βάση στο Βλόρ της Αλβανίας η οποία μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί από το ναυτικό. Λέχθηκε ότι η βάση θα ήταν για σκοπούς εκπαιδεύσεων αλλά διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο κατά την τουρκική συμμετοχή στον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου. Κατά καιρούς υπήρχαν πάνω από 250 άτομα στη βάση, ενώ αυτή την περίοδο βρίσκονται μόνο 25 στρατιώτες.
>>Σουδάν: Το 2017, το Σουδάν έχει μισθώσει το στρατηγικό νησί Σουακίν για χρήση από την Τουρκία για 100 χρόνια. Με πρόσχημα την ανοικοδόμηση της ιστορικής οθωμανικής πόλης και το λιμάνι του Σουακίν. Το εγχείρημα απέτυχε λόγω αλλαγής στην κυβέρνηση του Σουδάν.
>>Λιβύη: Στις 2 Ιανουαρίου 2020, το τουρκικό κοινοβούλιο συμφώνησε να στείλει στρατεύματα στη Λιβύη για να υποστηρίξει την αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ κυβέρνηση Σάραζ στην Τρίπολη. Η τουρκική εμπλοκή περιλάμβανε συμμετοχή που θα ήταν σε επίπεδο πληροφοριών, διοίκησης και εκπαίδευσης των δυνάμεων του Σάραζ.
Τα πλήγματα στην αμυντική βιομηχανία
Οι κυρώσεις των ΗΠΑ εναντίον της Τουρκίας λόγω της αγοράς ρωσικών συστημάτων αεροπορικής άμυνας S-400 μεταξύ άλλων στοχεύουν στο να προκαλέσουν ζημιά στην ανερχόμενη τουρκική αμυντική βιομηχανία.
Η αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας, αναφέρεται σε ανάλυση της ιστοσελίδας Al-Monitor, εξακολουθεί να εξαρτάται από εισαγωγές από τις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με έκθεση του 2019. Σύμφωνα με την έκθεση, οι αγορές της βιομηχανίας από τις ΗΠΑ ανέρχεται γύρω στα 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια και αφορά κυρίως πρώτες ύλες και ημιεπεξεργασμένα προϊόντα. Αντιπροσωπεύουν το 45% των συνολικών εισαγωγών της, οι οποίες ανήλθαν σε περίπου 3,1 δισεκατομμύρια δολάρια πέρυσι. Η ανάλυση δείχνει ότι οι εισαγωγές αξίας 648 εκατομμυρίων δολαρίων προορίζονταν για την τουρκική αεροπορία, 564 εκατομμύρια δολάρια για την πολιτική αεροπορία και 107 εκατομμύρια δολάρια για χερσαία συστήματα.
Οι κυρώσεις εκτιμάται ότι θα επηρεάσουν περίπου το 40% των εισαγωγών της αμυντικής βιομηχανίας της Τουρκίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες και θα μπορούσαν να έχουν καταστροφικές συνέπειες εάν συνεχιστούν για δύο ή τρία χρόνια, δήλωσε ένας Τούρκος εμπειρογνώμονας στον τομέα της άμυνας στην Al-Monitor.
Ο εξοπλισμός της Πολεμικής Αεροπορίας και τα συστήματα εδάφους είναι οι πιο ευάλωτες περιοχές. Εκτιμάται ότι θα πληγούν ο εκσυγχρονισμός και η συντήρηση των μαχητικών αεροσκαφών F-16, το έργο εθνικών μαχητικών αεροσκαφών TF-X και η εξάρτηση της Τουρκίας από κινητήρες αεροσκαφών. Όσον αφορά τα χερσαία συστήματα, οι κυρώσεις αποτελούν πλήγμα, μεταξύ άλλων, στη λειτουργική αποδοτικότητα των ραντάρ, των συστημάτων ελέγχου εντολών και των τεθωρακισμένων οχημάτων. Η πολεμική αεροπορία έχει ήδη υποστεί ένα σοβαρό πλήγμα από την απομάκρυνση της Τουρκίας από το κοινό μαχητικό πρόγραμμα F-35 πέρυσι – τα αρχικά αντίποινα της Ουάσιγκτον στην αγορά του S-400.
Η τουρκική κρατική αμυντική βιομηχανία SSB εκτελεί περίπου 700 έργα αξίας 9 δισεκατομμυρίων δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων πολλών που είναι για εξαγωγή.
Επιπλέον, οι κυρώσεις είναι πιθανό να αποθαρρύνουν τρίτα μέρη να συνεργαστούν με την SSB προκαλώντας προβλήματα για την κάλυψη αναγκών όπως είναι οι δεξαμενές και κινητήρες αεροσκαφών, ο εξοπλισμός για το ελικόπτερο γενικής χρήσης T70, τα μαχητικά αεροσκάφη TF-X, το εκπαιδευτικό αεροσκάφος HurJet και το μαχητικό πλοίο MILGEM καθώς και στην εξαγωγή του επιθετικού ελικοπτέρου T129.
ΕΛΕΓΧΟΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ ΚΑΙ ΕΡΥΘΡΑΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2017 η Τουρκία άνοιξε στο Μογκαντίσου της Σομαλίας το μεγαλύτερο εκπαιδευτικό κέντρο εκτός της Ανατολίας, στο οποίο υπολογίζεται ότι θα τύχουν στρατιωτικής εκπαίδευσης κάπου 10 χιλιάδες Σομαλοί στρατιώτες. Στις εν λόγω εγκαταστάσεις η Τουρκία έχει τη δυνατότητα να στεγάσει οπλικά συστήματα τα οποία μπορεί να χρησιμοποιηθούν από τις ναυτικές, αεροπορικές και επίγειες δυνάμεις της.
Η εν λόγω βάση προσφέρει στην Τουρκία μια θέση πολύ κοντά στον Κόλπο του Άντεν, την ανατολική είσοδο στην οδό Ανατολική Μεσόγειος – Ερυθρά Θάλασσα. Μια θέση που είναι καθοριστικής σημασίας για τη σχέση Τουρκίας – Κατάρ.
Ενδεικτικό των τουρκικών προθέσεων αποτελεί το γεγονός ότι η Τουρκία είχε, παράλληλα με τη Σομαλία, κινηθεί και προς το Σουδάν για να αποκτήσει το στρατηγικής σημασίας νησί Σουακίν. Προσπάθεια που ναυάγησε μετά την αλλαγή κυβέρνησης στη χώρα η οποία πέραν των καλών σχέσεων με την Αίγυπτο προχώρησε και σε σύναψη σχέσεων με το Ισραήλ, ακολουθώντας το παράδειγμα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
ΠΗΓΗ: philenews.com
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

